Τρίτη, 16 Οκτωβρίου 2018

Η ενέργεια ως ιδεολογία και εξουσία.

Κων/ νος Λάμπος
Κωνσταντίνος Λάμπος, Ποιος φοβάται το υδρογόνο; (έκδοση ΝΗΣΙΔΕΣ, 2013, σελίδες 39-49).

Τρομερά εύστοχη ανάλυση. Με εκφράζει ΑΠΟΛΥΤΑ! (Γ.Φ)

«Νοιαζόμαστε πιο πολύ για τη λύτρωση παρά για τη γνώση,
ενώ η ιστορία μάς διδάσκει πως η αληθινή λύτρωση
είναι δυνατή μονάχα πάνω στο θεμέλιο της γνώσης», (James Burnham).

Ως ιδεολογία νοείται το σύνολο των πεποιθήσεων, αντιλήψεων, προθέσεων, θέσεων, στάσεων και προτάσεων για την κοινωνία, που εκφράζονται μέσω μιας ομάδας ή ενός κόμματος, αντιπροσωπεύουν ένα όχι κατ' ανάγκη πραγματικό ή ρεαλιστικό σύστημα αξιών, οι οποίες προσδίδουν μια ή περισσότερες ταυτόχρονα νόθες ταυτότητες και συνήθως διαμορφώνουν μια ψευδή συνείδηση σε βάρος της Εαυτότητας και του συλλογικού-κοινωνικού Είναι. Όλες οι εξουσίες στη διαδρομή της ιστορίας της ανθρωπότητας ταύτιζαν και ταυτίζουν την κοσμοθεωρία, που αποτελεί τη σύνθετη έκφραση όλων των επιστημών, με την ιδεολογία, που αποτελεί έκφραση ιδιαίτερων ταξικών αντιλήψεων και συμφερόντων. Η επιβολή της ιδεολογίας πάνω στην κοσμοθεωρία γίνεται κύρια μέσω του εκπαιδευτικού συστήματος και της χειραγώγησης των Μ.Μ.Ε.
Οι ιδεολογίες αποτελούν μανδύες ιδιαίτερων, ατομικών, ομαδικών, κομματικών και ταξικών και κατά κανόνα αντικοινωνικών οικονομικών και πολιτικών συμφερόντων («Η ιδεολογία δεν είναι επιστημονική θεωρία. Είναι α-επιστημονική και συχνά αντεπιστημονική. Είναι έκφραση ελπίδων, ευχών, φόβων και ιδεών... Η ανάλυση των ιδεολογιών από την άποψη των πρακτικών αποτελεσμάτων τους μας δείχνει ότι αυτές συνήθως εργάζονται για να εξυπηρετήσουν και να προωθήσουν τα συμφέροντα κάποιας ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας ή τάξης», James Burnham, Η επανάσταση των διευθυντών, Κάλβος, Αθήνα 1970, σ. 51), οι οποίες, όπως και οι θρησκείες, διασπούν την κοινωνία σε ανταγωνιζόμενες ομάδες 'πιστών και απίστων', Όπαδών και αντιπάλων', 'φίλων και εχθρών', με στόχο την υποταγή των κοινωνιών, μέσω της λεγόμενης αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας ή της 'επαναστατικής πρωτοπορίας', στα ιδιαίτερα συμφέροντα που αυτές εκφράζουν.
Η ιδεολογία δεν είναι παρά μια αυθαίρετη αλλά σκόπιμη θεωρητική κατασκευή, που αποτέλεσε και αποτελεί το αποφασιστικότερο εργαλείο κάθε εξουσίας για την υπεράσπιση των ξεχωριστών, κομματικών, ταξικών, εθνικών συμφερόντων της σε βάρος των ανταγωνιστών της και ουσιαστικά σε βάρος ολόκληρης της κοινωνίας. Αυτό το επιτυγχάνει με την κομματική, θρησκευτική, φυλετική, ποδοσφαιρική ή άλλη ταυτοποίηση-οπαδοποίηση της εργαζόμενης κοινωνίας, με σκοπό να την διαιρεί και να την οδηγεί σε αλληλοεξοντωτικό ανταγωνισμό, τον λεγόμενο και 'κοινωνικό αυτοματισμό, για να την εμποδίσει να αναζητήσει και να ανακαλύψει τη δική της Εαυτότητα, το δικό της Είναι, το Εμείς ως Όλον και συνεπώς τον δρόμο της Αυτοδιάθεσης, της Αυτοδιεύθυνσης και της Αυτοδιαχείρισης σε μια αυτεξούσια κοινωνία των ίσων, χωρίς αφεντικά και δούλους. Κάθε ιδεολογία ταυτίζεται με κάποια υπαρκτή ή υποψήφια οικονομική και πολιτική εξουσία.
Η καπιταλιστική ιδεολογία, η οποία παράγεται στην κορυφή της εξουσιαστικής πυραμίδας και κινείται, μέσω της θρησκείας, της εκπαίδευσης, των μηχανισμών της 'δικαιοσύνης', της καταστολής και των Μ.Μ.Ε. από πάνω προς τα κάτω και αποσκοπεί στη δικαιολόγηση της καπιταλιστικής βαρβαρότητας, παίρνει στη φάση της πλημμυρίδας του καπιταλισμού τη μορφή της ιδεολογίας της κατανάλωσης, ενώ στην άμπωτη παίρνει τη μορφή της κατανάλωσης της ιδεολογίας". Όταν οι κοινωνίες αποφασίσουν να τελειώσουν με τις εξουσίες, τότε θα έχουν τελειώσει και οι ιδεολογίες και στη θέση τους θα αναδειχθεί μια ανθρωπιστική κοσμοθεωρία που θα ενοποιεί τις αυτοδιευθυνόμενες κοινωνίες σε μια ενιαία οικουμενική ουμανιστική ανθρωπότητα.
Όπως υπάρχει μια σχέση αλληλοπροσδιορισμού μεταξύ τεχνολογίας, ενέργειας και εξουσίας με κυρίαρχη την ενεργειακή τεχνολογία, έτσι υπάρχει και μια άλλη σχέση ετεροπροσδιορισμού μεταξύ εξουσίας, επιστήμης και ιδεολογίας, με κυρίαρχη την εξουσία, η οποία ως βούληση της κυρίαρχης τάξης παράγει αυθαίρετα και επιβάλλει, όσο βρίσκεται στην ακμή της, την ιδεολογική της ηγεμονία (Η επιβολή της ιδεολογίας πάνω στην κοσμοθεωρία και συνεπώς πάνω στην κοινωνία, δηλαδή η ιδεολογική ηγεμονία, εξασφαλίζεται συνήθως με τη σκόπιμα στρεβλή ερμηνεία της πραγματικότητας, με τη χειραγώγηση των επιστημών, με την ευνουχισμένη εκπαιδευτική διαδικασία, με τον έλεγχο της πληροφορίας και την προπαγάνδα, με τους σκοταδιστικούς και εξουσιαστικούς μύθους και με την καλλιέργεια ενοχής και Φόβου, με αποτέλεσμα τη μοιρολατρία, την οπαδοποίηση και την υποταγή στον φορέα της ιδεολογίας, δηλαδή σε κάποιο κόμμα, 'θεό', στην αυθεντία, στον ηγέτη-Μεσσία, στον 'ειδικό', στον 'προϊστάμενο', στην 'πρωτοπορία' και τελικά σε κάποια αλλοτριωτική εξουσία. Αναλυτικότερα, βλ., Μπαζέν Μωρίς κ.ά., στον συλλογικό τόμο, Επιστήμη και ιδεολογία, Ελεύθερος Τύπος, Αθήνα χ.χ) για τη διατήρηση της εξουσίας της πάνω στην κοινωνία. Τα συστήματα εξουσίας, εκμετάλλευσης και αλλοτρίωσης στηρίζονται κύρια στην τεχνολογική διαφορά μεταξύ χωρών και κοινωνικών τάξεων. Η τεχνολογική διαφορά που σταδιακά διαμορφώθηκε μεταξύ των εμποροβιοτεχνικών πόλεων και της μπουρζουάδικης ενδοχώρας κατά την ύστερη φεουδαρχική περίοδο, οδήγησε στην ανατροπή της φεουδαρχίας από τον ανερχόμενο δημιουργό τεχνολογίας και παραγωγό ενέργειας καπιταλισμό. Η τεχνολογική διαφορά μεταξύ των γεωγραφικών περιοχών και των χωρών επιτρέπει την εξάρτηση των λιγότερο τεχνολογικά αναπτυγμένων από τις περισσότερο τεχνολογικά αναπτυγμένες περιοχές και χώρες, εξάρτηση που παίρνει τη μορφή της κατάκτησης, της αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού («Οι σχέσεις εξουσίας στις περισσότερες περιόδους του αποικισμού βασίστηκαν στη διαφορά στο τεχνολογικό επίπεδο ανάμεσα σε διαφορετικές περιοχές», Κορωναίος Χριστοφής, Ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, Διδακτικές Σημειώσεις για το Διεπιστημονικό-διατμηματικό πρόγραμμα σπουδών 'Περιβάλλον και Ανάπτυξη' του Εθνικού Μετσόβιου Πολυτεχνείου, Αθήνα Μάρτιος 2012, σ. 14). Αλλά και στο εσωτερικό των κοινωνιών η διατήρηση της τεχνολογικής διαφοράς μεταξύ των κυρίαρχων τάξεων και στρωμάτων και της εργαζόμενης κοινωνίας αποτελεί προϋπόθεση για τη διατήρηση της εξουσίας των μεν πάνω στη δε. Ακόμα και στο εσωτερικό των κυρίαρχων τάξεων, ο σκληρός πυρήνας της εξουσίας επιβάλλει όσο μπορεί τον δραστικό έλεγχο, ακόμα και τον στραγγαλισμό της τεχνολογίας στον βαθμό που αυτή απειλεί και αχρηστεύει την εξουσία και λειτουργεί υπέρ του κοινωνικού συνόλου. «Δεν εισέρχονται όλες οι εφευρέσεις στην παραγωγή και δεν εφαρμόζονται όλες οι προτεινόμενες καινοτομίες. Συνεπώς, η κατεύθυνση της τεχνολογίας και της ενεργειακής χρήσης βασίζεται σε κάποιο βαθμό σε μια σειρά επιλογών, που γίνονται μέσα στην ιεραρχία της εξουσίας που λαμβάνει τις αποφάσεις... Κατά τη διάρκεια των τελευταίων δεκαετιών, οι ανακαλύψεις νέων πόρων, συμπεριλαμβανομένων των ορυκτών καυσίμων, δεν συμβαδίζουν με τον ρυθμό της αυξανόμενης προσπάθειας για ευημερία».
Ο εξηλεκτρισμός αποδείχτηκε σημαντικό εργαλείο για την οικονομική ανάπτυξη 'νέου τύπου', αλλά ταυτόχρονα και για τη διεύρυνση και τη διαιώνιση της εξουσίας του κεφαλαίου, ιδιωτικοκαπιταλιστικού και κρατικοκαπιταλιστικού τύπου, πάνω στην εργασία. Με αυτήν την έννοια, ο εξηλεκτρισμός από δύναμη απελευθέρωσης του ανθρώπου από τα δεσμά της αναγκαιότητας, υποβαθμίστηκε, από την εξουσιαστική ιδεολογία της οικονομικά, κοινωνικά και πολιτικά κυρίαρχης τάξης, σε μορφή νέας δουλείας.
Στις Ενωμένες Πολιτείες της Αμερικής (Ε.Π.Α.) ο ταιυλορισμός και τα ηλεκτρικά δίκτυα του Insull ( Ο Samuel Insull ήταν αμερικανός σχεδιαστής ηλεκτρικών συστημάτων) αποκτούσαν χαρακτηριστικά κυρίαρχης ιδεολογίας, ένα είδος τεχνολογικού φονταμενταλισμού στο πεδίο του σχεδιασμού και της οργάνωσης της παραγωγής. Στη Σοβιετική Ένωση, το 1920, ο Λένιν έγραφε πως «αν και η καπιταλιστική πρόοδος είναι ένας συνδυασμός της εκλεπτυσμένης κτηνωδίας της αστικής εκμετάλλευσης και ορισμένων από τα μεγαλύτερα επιστημονικά επιτεύγματα..., η σοβιετική δημοκρατία πρέπει με κάθε τίμημα να υιοθετήσει όλα τα επιτεύγματα της επιστήμης και της τεχνολογίας που είναι πολύτιμα σ' αυτόν τον τομέα. Η δυνατότητα να οικοδομήσουμε τον σοσιαλισμό βασίζεται ακριβώς στην ικανότητα μας να συνδυάσουμε τη σοβιετική εξουσία και τη σοβιετική οργάνωση της διοίκησης με τα πιο σύγχρονα επιτεύγματα του καπιταλισμού». Γι' αυτό πίστευε πως «πρέπει να οργανώσουμε στη Ρωσία τη μελέτη και τη διδασκαλία του συστήματος του Ταίυλορ, να το δοκιμάσουμε συστηματικά στην πράξη και να το προσαρμόσουμε στους σκοπούς μας. Ταυτόχρονα, προσεγγίζοντας το καθήκον της αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας πρέπει να λάβουμε υπ' όψη τα ειδικά χαρακτηριστικά της μεταβατικής περιόδου από τον καπιταλισμό στον σοσιαλισμό, η οποία απαιτεί την εφαρμογή του εξαναγκασμού...» (Λένιν, «Τα Αμεσα Καθήκοντα της Σοβιετικής Κυβέρνησης»). Έτσι, από το πρόγραμμα «Σοβιέτ + εξηλεκτρισμός = Κομμουνισμός», η Σοβιετική Ένωση πέρασε με τον αναγκαίο ' εξαναγκασμό' του Κόκκινου Στρατού στον εξηλεκτρισμό χωρίς τα Σοβιέτ, πράγμα που είχε ως συνέπεια το αίτημα των εργαζόμενων για κομμουνισμό των Εργατικών Συμβουλίων να εκφυλιστεί σε ένα χυδαίο κρατικοκαπιταλισμό. Ο εξηλεκτρισμός, όμως, όπως η βίαιη εκβιομηχάνιση και η στρατιωτικοποίηση της οικονομίας και της κοινωνίας προχώρησαν θεαματικά, γιατί ήταν αναγκαίες για το στέριωμα της εξουσίας του Κ.Κ.Σ.Ε. και της σοβιετικής νομενκλατούρας. Χαρακτηριστική είναι η αντίληψη της ηγεσίας του Κ.Κ.Σ.Ε. για τη φύση και τον ρόλο του εξηλεκτρισμού, και κατ' επέκταση για τους στόχους του 'κομμουνισμού' σοβιετικού τύπου, όπως την διατύπωσε ο Στάλιν το 1924, βάζοντας πρότυπο του σοβιετικού κομμουνισμού τον αμερικάνικο ιμπεριαλισμό: «Η αμερικάνικη αποτελεσματικότητα είναι μια αδάμαστη δύναμη που δεν γνωρίζει εμπόδια. Η επιδίωξη της δεν σταματά παρά μόνο με την επίτευξη του στόχου, ανεξάρτητα από το πόσο μεγάλος ή μικρός είναι αυτός, γιατί μόνο έτσι μπορεί να προωθηθεί η σοβαρή παραγωγική δραστηριότητα... Ο συνδυασμός του ρώσικου επαναστατικού πνεύματος και της αμερικάνικης αποτελεσματικότητας αποτελεί την ουσία του Λενινισμού».
Αυτή η αντίληψη οδήγησε στην υιοθέτηση του ταιυλορισμού (Scientific Management), μεταβαπτισμένου σε σταχανοφισμόΓια κοιτάξτε καλύτερα τους συντρόφους σταχανοφικούς. Τι άνθρωποι είναι αυτοί; Είναι κυρίως νέοι ή μέσης ηλικίας εργάτες και εργάτριες, άνθρωποι πολιτισμένοι, τεχνικά σφυρηλατημένοι, που δίνουν το παράδειγμα της ακρίβειας και της επιμέλειας στη δουλειά, που ξέρουν να εκτιμούν τον παράγοντα χρόνο στη δουλειά και που έμαθαν να μετρούν τον χρόνο όχι μονάχα με τα λεπτά, μα και με τα δευτερόλεπτα... τσακίζοντας τις παλιωμένες τεχνικές νόρμες και δημιουργώντας νέες, πιο ψηλές νόρμες, κάνουν τροποποιήσεις στις προβλεπόμενες δυνατότητες απόδοσης στα συνταγμένα από τους διευθυντές της βιομηχανίας μας οικονομικά σχέδια, συμπληρώνουν και διορθώνουν τους μηχανικούς και τους τεχνικούς, συχνά τους διδάσκουν και τους σπρώχνουν προς τα μπρος, γιατί είναι άνθρωποι που έχουν αφομοιώσει ολότελα την τεχνική της δουλειάς τους και ξέρουν να αντλούν από την τεχνική το ανώτατο που μπορεί να αντλήσει κανείς απ' αυτήν». Στάλιν Ιωσήφ Βησαριόνοβιτς, Η σημασία του σταχανοφικού κινήματος, «Λόγος στην πρώτη Πανενωσιακή Σύσκεψη των σταχανοφικών», βλ. Ριζοσπάστης, Κυριακή 10.11. 2002, Κυριακή 26.8. 2007 και Κυριακή 29.8. 2010), με συνέπεια τον οριστικό παραγκωνισμό του ρόλου των Σοβι-έτ ως κυττάρων της σοσιαλιστικής δημοκρατίας. Η οργάνωση και συνεπώς ο έλεγχος της παραγωγής πέρασε από τα Εργατικά Συμβούλια (Σοβιέτ) στα χέρια μιας κομματικής γραφειοκρατίας (τους διορισμένους από το κόμμα διευθυντές), η οποία, σε στενή συνεργασία με μια κοινωνικά προνομιούχο κομματική τεχνοκρατική ελίτ, εργαλειοποίησε την ανθρώπινη εργασία και περιθωριοποίησε πολιτικά την εργαζόμενη κοινωνία. Ο ταιυλορισμός και ο σταχανοφισμός, ως αδερφές ιδεολογίες και μέθοδοι εντατικοποίησης της εργασίας, οδήγησαν στην πλήρη αυταρχικοποίηση του κράτους, πράγμα που πήρε τη μορφή του φασισμού, του ναζισμού και του σταλινισμού, για την παραγωγή περισσότερης ενέργειας, ως μέσο εξάρτησης της οικονομίας από ένα συγκεντρωτικό ενεργειακό σύστημα και κατά συνέπεια ως προϋπόθεση υποταγής της κοινωνίας σε μια βίαιη αλλοτριωτική συγκεντρωτική εξουσία. Με την υιοθέτηση και την εφαρμογή του ταιυλορισμού από την ηγεσία της Οκτωβριανής Επανάστασης και τη βίαιη μετεξέλιξη της υποτιθέμενης 'επιστημονικής οργάνωσης της εργασίας' σε δόγμα της 'σοσιαλιστικής εργασίας' δεν εργαλειοποιήθηκαν και ξεζουμίστηκαν μόνο οι εργαζόμενοι-προλετάριοι για τη λεγόμενη 'σοσιαλιστική πρωτογενή συσσώρευση', δεν γελοιοποιήθηκε απλά το ιδεολόγημα περί 'δικτατορίας του προλεταριάτου' κόντρα στο αίτημα των εργαζόμενων για Δημοκρατία των Εργατικών Συμβουλίων, αλλά «κορυφώθηκε στο έπακρο η διαστροφή ακόμα και των ιδεών του ίδιου του Μαρξ αναφορικά με την εργασία και τον ρόλο των εργατών».
Ο ρόλος της ενέργειας στην οικονομική ανάπτυξη είναι αναμφισβήτητα πολύ σοβαρός και αναγνωρίστηκε ιδιαίτερα με την ανακάλυψη και τη βιομηχανική εφαρμογή του ηλεκτρισμού. Το πέρασμα από τη φεουδαρχία στον καπιταλισμό και συνεπώς στη βιομηχανική εποχή έγινε εφικτό χάρη στην ενέργεια που παράγουν οι ατμομηχανές με καύσιμο τον άνθρακα, η οποία προκάλεσε την πρώτη βιομηχανική επανάσταση. Όμως όσο προχωρούσε η ανάπτυξη της βιομηχανίας τόσο γινόταν επιτακτικότερη η ανάγκη για νέες, πιο αποτελεσματικές πηγές και μορφές ενέργειας και έτσι φτάσαμε στο πετρέλαιο και στις μηχανές εσωτερικής καύσης, τη δεύτερη βιομηχανική επανάσταση. Όσο όμως αυξάνονταν οι ανάγκες για ακόμα περισσότερη ενέργεια, τόσο οι θεσμικές σχέσεις παραγωγής έπαιρναν τη μορφή πολυπλοκότερων και αυστηρότερων σχέσεων εξουσίας «με βαρύ τίμημα στο οποίο συμπεριλαμβάνεται η ανάπτυξη πιο ιεραρχικών κοινωνικών δομών, η εντονότερη διαφοροποίηση και εξειδίκευση των ανθρώπινων εργασιών και η εντονότερη συγκέντρωση ισχύος στην κορυφή. Με άλλα λόγια, όσο μεγαλύτερη είναι η οριζόντια ροή ενέργειας από το περιβάλλον στην κοινωνία, τόσο μεγαλύτερη είναι η κάθετη ροή κοινωνικής εξουσίας από πάνω προς τα κάτω, προκειμένου να διασφαλιστεί η διαδικασία» (Jeremy Rifkin, Η οικονομία του υδρογόνου..., ό.π., σ. 75), προφανώς του ελέγχου της κοινωνικής παραγωγής και του καπιταλιστικού σφετερισμού του κοινωνικού πλούτου. Σήμερα διαπιστώνεται πως τα ορυκτά καύσιμα και οι μηχανές εσωτερικής καύσης επιβαρύνουν την ανθρωπότητα με τεράστιο κόστος απόκτησης, μεταφοράς, επεξεργασίας, αλλά και κατασκευής, συντήρησης και λειτουργίας και επιπλέον επιβαρύνουν επικίνδυνα το περιβάλλον σε βαθμό που η συνέχιση της χρήσης τους να δημιουργεί αξεπέραστα τεχνικά, οικονομικά, κοινωνικά και περιβαλλοντικά προβλήματα. Η προσπάθεια να ξεπεραστεί το πρόβλημα με μια τρίτη βιομηχανική επανάσταση στη βάση της πυρηνικής ενέργειας απέτυχε, γιατί έλυσε μεν το πρόβλημα της εξάρτησης από τις πετρελαιοπαραγωγούς χώρες και τα μονοπώλια των υγρών καυσίμων, αλλά διαμόρφωσε καινούργια εξάρτηση από τις χώρες, και ειδικότερα από τα βιομηχανικά συγκροτήματα, που μονοπωλούν την πανάκριβη και θανατηφόρο σχετική τεχνογνωσία και οδήγησε την ανθρωπότητα ένα βήμα πιο κοντά στην καπιταλιστική βαρβαρότητα με όνομα και διεύθυνση, όπως Χιροσίμα, Ναγκασάκι, Τσερνομπίλ, Φουκοσίμα και πολλών άλλων που δεν είδαν ποτέ το φως της δημοσιότητας.
Η ιδεολογία της ενέργειας δεν διαμορφώθηκε μόνο από τα συμφέροντα όσων ελάχιστων ελέγχουν τα κοιτάσματα, την παραγωγή, την επεξεργασία-τυποποίηση και την εμπορία των ορυκτών καυσίμων, αλλά σε μεγάλο βαθμό διαμορφώθηκε και από τις επαγγελματικές συντεχνίες («Ο αγώνας των επαγγελματιών να εδραιώσουν και να νομιμοποιήσουν τα σωματειακά τους συμφέροντα γίνεται μια από τις πιο καταθλιπτικές κοινωνικές απειλές», Ίλλιτς Ιβάν, Για τις ανάγκες του ανθρώπου σήμερα, Νησίδες, Θεσσαλονίκη 1999, σ. 74) που ως 'ειδικοί' για όλα τα παραπάνω επεξεργάζονται, διδάσκουν και εφαρμόζουν τεχνικές μεγιστοποίησης της, από στάδιο σε στάδιο, κερδοφορίας, τόσο για λογαριασμό της εκάστοτε ιδιοκτησίας, όσο και για ίδιο όφελος σε συνεργασία με τις κομματικές γραφειοκρατίες που διαπλέκονται με την κρατική γραφειοκρατία και «κάνουν τον σκοπό του κράτους και της κοινωνίας δικό τους σκοπό». Πρόκειται αναμφισβήτητα για την ιδεολογία της τεχνοκρατίας (Technocracy), η οποία, υπό τον μανδύα της oυδετερότητας' της επιστήμης και συνεπώς και των φυσικών επιστημών και της τεχνολογίας, οδηγεί σε μια «ταξικά ιδιοτελή εκτροπή, δηλαδή σε απόκλιση ορισμένων χαρακτηριστικών περιπτώσεων διαμόρφωσης της εκπαίδευσης και του επαγγέλματος των μηχανικών από την οποιαδήποτε εκδοχή τελεολογίας στην παραγωγή, τη χρήση και τις διαδικασίες ιδεολογικής πρόσληψης τον τεχνολογικού φαινομένου στα διάφορα εθνικά περιβάλλοντα», πράγμα που τελικά σημαίνει εκτροπή της εξέλιξης από την ποιοτική έννοια της κοινωνικής ανάπτυξης (development) στην ποσοτική έννοια της μεγέθυνσης (growth) για λογαριασμό του ιδιωτικού πλουτισμού. Πρόκειται βέβαια για μια συνειδητή εκτροπή που αντιμετωπίζει την εργαζόμενη κοινωνία-ανθρωπότητα ως εργαλείο-υποζύγιο παραγωγής και ως αντικείμενο ενεργειακής εκμετάλλευσης, αλλά και που αποδείχνει πως τόσο η τεχνοκρατία ως ιδεολογία, όσο και η ιδεολογία της ενέργειας δεν είναι παρά τα αναγκαία βοηθητικά εργαλεία της ιδεολογίας του κεφαλαίου.
Η προσέγγιση της προόδου από τη σκοπιά της ποσοτικής αύξησης-μεγιστοποίησης του πλούτου, υποτίθεται για λογαριασμό της κοινωνίας που όμως ουσιαστικά κατάληξε υπέρ της τάξης των ιδιοκτητών του φυσικών πόρων και των μέσων παραγωγής, κατά συνέπεια και σφετεριστών του παραγόμενου κοινωνικού πλούτου και σε τελική ανάλυση υπέρ του κεφαλαίου, πήρε σταδιακά τη μορφή της τεχνοκρατικής ιδεολογίας. Μιας απολυταρχικής ιδεολογίας, η οποία, σύμφωνα με την άποψη του καθηγητή και επανειλημμένα πρύτανη του Ε.Μ.Π., γερουσιαστή και πρόεδρου του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδας Νικόλαου Κιτσίκη, αποδεκτή τόσο από το Ε.Μ.Π. όσο και από το Τ.Ε.Ε., έφτανε μέχρι του σημείου «της εγκαθίδρυσης του "Τεχνικού Κράτους', μιας ορθολογικής δικτατορίας των μηχανικών, ως το μοναδικό αντίδοτο στην κρίση της οικονομίας και του πολιτικού συστήματος». Αυτός ο 'τεχνοκρατικός φονταμενταλισμός' δεν παραγνώρισε απλά την εργαζόμενη κοινωνία, αλλά εργαλειοποίησε τις δυνάμεις της Εργασίας, της Επιστήμης και του Πολιτισμού, επιβάλλοντας την κυριαρχία του 'τεχνικού πολιτισμού' (Civilization) επί της δημοκρατίας και του πνευματικού πολιτισμού (Culture), σε τελική ανάλυση την κυριαρχία του κεφαλαίου πάνω στην κοινωνία-ανθρωπότητα, με συνέπεια την καπιταλιστική βαρβαρότητα, που στις μέρες μας εκφράζεται ως τεχνολογικό παράδοξο στον αιώνα της τεχνολογίας, αφού τη στιγμή που η επιστημονικοτεχνική επανάσταση, ως παραγωγικός ορθολογισμός και αυτοματισμός, είναι σε θέση να υποκαταστήσει κατά 80% την ανθρώπινη εργασία, την ίδια στιγμή το κεφάλαιο σπρώχνει στην ανεργία ένα μεγάλο μέρος των εργαζόμενων και διπλασιάζει βίαια τον χρόνο ημερήσιας και εβδομαδιαίας απασχόλησης των επισφαλώς εργαζόμενων, μειώνοντας ταυτόχρονα στο ήμισυ και πλέον τις αποδοχές τους για να μην έχουν χρόνο να σκεφτούν δημιουργικά, γυρίζοντας την ανθρωπότητα στον εργασιακό Μεσαίωνα.
Ο καπιταλισμός θα μπορούσε να ορισθεί ως η ιδεολογία της 'technocracy' και ως το σύστημα των ορυκτών καυσίμων, η κορύφωση και η καθοδική πορεία των οποίων σηματοδοτεί την παρακμή του, όπως και το τέλος τους ταυτίζεται με το τέλος του καπιταλισμού. Η προϊούσα μείωση των διαθέσιμων ορυκτών καυσίμων, που δίνει σχετικά όλο και λιγότερη ηλεκτρική ενέργεια, συγκρούεται με τη ραγδαία αύξηση της ζήτησης για ηλεκτρική ενέργεια («Το Ινστιτούτο Ερευνών Ηλεκτρικής Ενέργειας εκτιμά ότι προκειμένου να επιτευχθεί αυτός ο στόχος θα πρέπει να τίθεται σε λειτουργία ένα εργοστάσιο δυναμικότητας 1.000 Μ\ν κάθε σαράντα οχτώ ώρες για τα επόμενα πενήντα χρόνια... Η Διεθνής Υπηρεσία Ενέργειας υπολογίζει ότι το κόστος της νέας παραγωγής ενέργειας στις αναπτυσσόμενες χώρες μόνο θα πρέπει να είναι της τάξης του 1,7 τρισεκατομμυρίων δολαρίων μεταξύ 1995 και 2020», Jeremy Rifkin, Η οικονομία του υδρογόνου..., ό.π., σ. 396), πράγμα που δεν οδηγεί μόνο στην υπερβολική αύξηση της τιμής καταναλωτή και συνεπώς στην αθέμιτη κερδοσκοπία, αλλά παράλληλα αποκαλύπτει και την ανικανότητα του καπιταλιστικού συστήματος να λύσει το ενεργειακό και το διατροφικό πρόβλημα της ανθρωπότητας. Ο καπιταλισμός, για να αποφύγει αυτόν τον εφιάλτη, γίνεται ο ίδιος ένας ακόμα πιο επικίνδυνος εφιάλτης για την ανθρωπότητα και οργανώνει την άμυνα του με τη στρατηγική του ενεργειακού ιμπεριαλισμού («Η περατότητα των ενεργειακών πόρων και του ορυκτού πλούτου, σε συνδυασμό με τις τεράστιες αναπτυξιακές ανάγκες σε πλανητικό επίπεδο και ο ανελέητος παγκόσμιος ανταγωνισμός για τον έλεγχο της ενέργειας και των πρώτων υλών υποδηλώνουν ότι η εποχή του ενεργειακού ιμπεριαλισμού έχει ήδη ξεκινήσει με σφοδρότητα και γίνεται πιο λυσσαλέος λόγω της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης», Στοϊλόπουλος Βασίλης, Ο ιμπεριαλισμός του Ήλιου, εφημερίδα Ρήξη, 21.09.2011), με στόχο τον απόλυτο έλεγχο των υπόλοιπων αποθεμάτων των ορυκτών καυσίμων, πράγμα που επιτυγχάνεται μόνο με τη συνδυασμένη επίθεση του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και του ΝΑΤΟ, με το πάντρεμα, δηλαδή, του οικονομικού και του θερμού πολέμου.
Η πιο ακραία μορφή ενεργειακού ιμπεριαλισμού έκανε την εμφάνιση της μετά το 'ειρηνικό πέρασμα' από τον καμουφλαρισμένο, ως 'υπαρκτό σοσιαλισμό', κρατικοκαπιταλισμό της Ανατολής προς τον υπαρκτό καπιταλισμό της Δύσης, με τη μορφή του ρωσικού ενεργειακού κολοσσού που φέρει το όνομα Gazprom. «Η ποσότητα του διαθέσιμου αερίου που βρίσκεται κάτω από τη σιβηρική τούνδρα και που ανήκει στη Gazprom, ισοδυναμεί με όλες τις πετρελαιοπηγές και όλες τις πηγές αερίου που διαθέτουν όλες μαζί οι δυτικές επιχειρήσεις ενέργειας... στην πραγματικότητα οι Σαουδάραβες είναι οι μόνοι που μπορούν να συγκριθούν με τους Ρώσους, καθώς διαθέτουν ακόμα πολλές και μεγάλες πετρε-λαιοπηγές. Αλλά ακόμη και έτσι, μόλις πρόσφατα οι Ρώσοι τους ξεπέρασαν σε εξαγωγές πετρελαίου». Η Gazprom είναι ο μεγαλύτερος παραγωγός φυσικού αερίου στον κόσμο και αποτελεί το ισχυρότερο όπλο της εξωτερικής πολιτικής της Ρωσίας και την εμπροσθοφυλακή του ρώσικου ενεργειακού ιμπεριαλισμού. Από το αέριο της Gazprom εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό η οικονομική και κοινωνική ζωή στην Ευρώπη, αφού αρκεί το πάτημα ενός κουμπιού στην έδρα της, ή μια σοβαρή βλάβη στο δίκτυο διανομής, για να βυθιστεί στο σκοτάδι και να μείνει χωρίς ρεύμα και θέρμανση ολόκληρη η Ευρώπη.
Αυτή η πραγματικότητα και οι πρόσφατες εμπειρίες από τις διακοπές παροχής αερίου, εξ αιτίας των διαφωνιών της Ρωσίας με την Ουκρανία, κατάληξε σε ένα είδος Gazpromphobia. Αυτό το φαινόμενο οξύνεται κάθε φορά που ο ανταγωνιστής ενεργειακός ηγεμόνας, οι Ενωμένες Πολιτείες Αμερικής, προσπαθεί με τα δικά του μέσα να περιορίσει για δικό του λογαριασμό τον ρώσικο ενεργειακό ιμπεριαλισμό, πράγμα που οδηγεί στον 'πόλεμο των αγωγών', στον διαρκή πόλεμο στη Μέση Ανατολή και δεν αποκλείεται να οδηγήσει και σ' ένα τρίτο καταστροφικότερο παγκόσμιο πόλεμο με επίκεντρο τη «Μεγάλη Σκακιέρα», την Ευρασία («Όποιος ελέγχει την Ευρασία, ελέγχει ολόκληρο τον πλανήτη», Zbignew Brzezinski, Η Μεγάλη Σκακιέρα, Λιβάνης, Αθήνα 1998).
Δημοσίευση σχολίου