Σάββατο, 20 Οκτωβρίου 2018

Θεία Κωμωδία, Παράδεισος!

Dante Alighieri
Dante Alighieri, Θεία Κωμωδία [μετάφραση Νίκου Καζαντζάκη, σελίδες 419-423].

ΙΖ.

Καθώς αυτός πού ρώταε τήν Κλυμένη
γι' αυτό πού λεν ενάντια του, κι ακόμα
κάνει' γονιούς στους γιους να μή θαρρεύουν,
τέτοιος κι εγώ, και τέτοιο μέ νογήσαν
κι η Βεατρίκη κι η λάμψη η βλογημένη,
πού γιά χατήρι μου άλλαξε πριν θέση.
Και κάνει μου η Κυρά: «Τη φλόγα βγάλε
τής πεθυμιάς, φανέρωσε τη ακέρια,
μέ της ψυχής τη βούλα σφραγισμένη·
όχι γιά νά πληθύνει η μάθηση μας
μέ ό,τι θά πεις, μόν' γιά νά παίρνεις θάρρος
τή δίψα σου νά λές, νά σέ ποτίζουν
«Δέντρο ακριβό πού ψήλος έχεις τόσο,
πού ώς τά θνητά μυαλά νογούν πώς δύο
φαρδιές  γωνιές  σέ  τρίγωνο  δέν  μπαίνουν,
θωρράς και σύ τά πού μπορούν νά γίνουν
πρίν νά γενούν, τηρώντας τό Σημάδι,
πού όλοι οί καιροί 'ναι τωρινοί μπροστά του·
όντας μέ τό Βιργίλιο ανηφορούσα
τό ιερό βουνό, πού τίς ψυχές αγνίζει,
γιά στό νεκρό τόν κόσμο κατηφόρουν,
γιά τή  μελλούμενη  άκουσα ζωή  μου
λόγια βαριά· κι όσο κι άν στέκω, ώς νιώθω,
τετράγωνος στίς κοπανιές τής μοίρας,
όμως θά πεθυμούσα νά γνωρίσω
σαν ποιο ζυγώνει με γραφτό· σαγίτα,
πού βλέπουμε από πριν, πονάει πιο λίγο
Έτσι μιλώ στην άγια λάμψη ετούτη
πού λάλησε, κι ως πρόσταξε  η Βεατρίκη,
φανέρωσα πιστά την πεθυμιά μου.
Όχι μέ διμουριές, ώς τ' άμυαλα έθνη 
παγιδεύονταν, πρί σφαχτεί θυσία
το Αρνάκι του Θεού πού λύτρωσε μας,
μόν' μέ σταράτα λόγια, νί και σίγμα,
ο αγαπημένος πρόγονος 'ποκρίθη,
κρυμμένος  κι  ολοφάνερος  στη  λάμψη:
«Τ' αβέβαια πού βρίσκουνται μονάχα
στης ύλης σας γραμμένα τά τεφτέρια,
όλα περνούν μπρος στου θεού τά μάτια·
όμως γι' αυτό δέ γίνουνται κι ανάγκη·
όμοια δεν κυβερνάει το μάτι πλοίο
θωρώντας ποταμό νά κατεβαίνει.
Κι άπ' το θεό, σαν τη γλυκιά αρμονία,
πού άπ' όργανο έρχεται  στ'  αυτιά μας, φτάνουν
τά  πού  σου  μέλλουνται  όλα  στή ματιά  μου.
Ό   Ιππόλυτος   ξορίστη  άπ'  την   Αθήνα
 άπ' τή μητριά, τήν άνομη προδότρα·
όμοια  θά  βγεις  και  σύ  άπ' τή  Φλωρεντία.
Αυτό ποθούν, αυτό ξετρέχουν κιόλας,
και   γρήγορα  θά  τό  πετύχουν,   οπού
καθημερνώς πουλούνε τό Χριστό μας·
Κι ώς συνηθούν, τό φταίξιμο θά πέσει 
στό κόμμα πού νικήθη, μά θά δείξει 
ο γδικιωμός μιά  μέρα τήν αλήθεια.
Θ' αφήσεις ό,τι εδώ αγαπάς στον  κόσμο
και πιό πολύ, κι η πρώτη αυτή σαγίτα
πού τής ξοριάς μας ρίχνει τό δοξάρι.
Θά δοκιμάσεις τί αρμυρό το ξένο
ψωμί, και πόσο αβάσταχτη 'ναι η στράτα
ν' ανεβοκατεβαίνεις ξένες σκάλες.
Μά πιό βαριά στους ώμους σου θά νιώσεις 
τή  δολερή, όχτρεμένη συντροφιά σου, 
όπου η κατάντια ετούτη θά σέ ρίξει· 
αχάριστη, άτιμη, όλη φρενιασμένη
θά σου χυθεί μά τά μελίγγια σου όχι, 
τά δικά της γοργά θά κοκκινίσουν· 
τί   τήν   απανθρωπιά   τό   φέρσιμο   της 
θά δείξει· και τιμή γιά σένα κόμμα 
μέ τον εαυτό σου μοναχά νά κάμεις.
Η πρώτη σου σκεπή κι η πρώτη στέγη
του μεγάλου Λομπάρδου η καλοσύνη.
πού έχει στή σκάλα απάνω τό άγιοπούλι
μέ τόση ευγένεια αυτό θά σέ φροντίσει,
πού πια τό «πάρε» ανάμεσα στους δυό σας
πιό γρήγορα θά γίνεται  άπ' τό  «δώσε»·
Μαζί του αυτόν θά δεις, πού τόσο ετούτο
τό άστρο στά γεννητούρια μοίρανε τον,
πού οί άντραγαθιές του  θά σταθούν  μεγάλες.
Δέν τίς μαντεύει ακόμα ο κόσμος· νέος
πολύ  'ναι, και  μονάχα εννιά γυρίσαν
τρογύρα του χρονιές των άστρω οι ρόδες·
μά θά φανούν τής αρετής του σπίθες,
τους μόχτους και τά χρήματα αψηφώντας,
πρί  γελάσει ο Γασκώνος τόν Ερρίκο.
Τόσο η λαμπρή άνοιχτοχεριά του σέ όλους
θά  ξακουστεί, πού  οι  αντίμαχοι  του  ακόμα
δέ θά μπορούν βουβή τή γλώσσα νά 'χουν.
Τά θάρρη σου σ' αυτόν και στά καλά του·
Νίκος Καζαντζάκης
θ' ανεβοκατεβάσει αυτός περίσσιους,
πλούσιοι, φτωχοί θά μεταλλάξουν τύχη·
τά όσα θά πω γι' αυτόν στή μνήμη γράψε,
μά μην τά πεις»· κι απίστευτα αρχινίζει,
και για όποιο ακόμα τά γρικάει, νά κρένει.
Και πρόστεσε: «Εξηγούν ετούτα, γιέ μου,
όσα άκουσες κει πέρα· νά οί παγίδες
πίσω από λιγοστούς κρυμμένες γύρους.
Δέ θέλω νά ζηλεύεις τους γειτόνους· 
γιατί η ζωή σου δέ θά σβήσει, πρίχου 
τήν παιδωμή νά δεις τής άτιμιάς τους».
Σάν πιά μέ τή σιωπή φανέρωσε μου
η άγια ψυχή πώς τέλεψε νά υφαίνει
τό φάδι πού τής έστησα, αρχινίζω
σάν άνθρωπος πού, σέ διγνώμια πέφτει
και συβουλήν από άλλον λαχταρίζει,
πού βούλεται σωστά, αγαπάει και βλέπει.
«Κύρη, καλά θωρώ πώς σπιρουνίζει
απάνω μου ο καιρός, πληγή νά δώσει
πού πιό βαριά στον πού και πιό τά χάνει·
ν' αρματωθώ μέ πρόβλεψη σωστό 'ναι·
τήν πιό γλυκιά μου άν χάσω γής, τις άλλες
μέ τους τραχιούς μου στίχους άς μή χάσω.
Στον κόσμο πού πικρός ατέλειωτα 'ναι,
και στό βουνό πού στή λαμπρή κορφή του
τά μάτια τής Κυράς μου μέ ανεβάσαν,
κι ύστερα πιά στά ουράνια από άστρο σέ άστρο,
τά όσα είδα κι έμαθα άν στορούσα, πλήθος
στά χείλια τους πικρή θά νιώθαν γέψη·
κι άν πάλι τής αλήθειας είμαι φίλος
δειλός, φοβούμαι μή δέ ζήσω σέ όσους
τόν τωρινό καιρό θά πουν αρχαίο
Τό φώς όπου γελούσε ο θησαυρός μου
πού βρήκα εκεί, πιό ξάστραψε από πρώτας,
όπως χρυσός καθρέφτης μπρος στον ήλιο:
«Συνείδηση, ντροπές πού τή μολέψαν,
 δικές της γιά των άλλων, μου αποκρίθη,
πολλά τραχύ τό λόγο σου θά νιώσει.
Όμως τό κάθε ψέμα πέταξε το
και τ'  όραμά σου άλάκερο μολόγα,
κι άς ξύνεται τήν ψώρα όποιος τήν έχει·
γιατί άν φανούν τά λόγια σου φαρμάκι 
στά χείλια στην αρχή, μά θά γενούνε, 
σά χωνευτούν, θροφή σωματοθρέφτρα.
Σάν άνεμος θά σηκωθεί η κραυγή σου, 
πού πιό χτυπάει τις πιό αψηλές κορφάδες'
και φανερώνει αυτό ψυχή γενναία.
Γι' αυτό στις σφαίρες τούτες δώ σου έδείξαν
και στό βουνό και στό θλιφτό φαράγγι
μονάχα τις ψυχές τις δοξασμένες·
γιατί η ψυχή γρικώντας δεν αρνεύει
κι ούτε πιστεύει άν τής μιλάς γιά κείνους
πού ρίζα ταπεινή κι ασήμαντη έχουν,
μήτε άπιαστους συλλογισμούς νογιέται»
Δημοσίευση σχολίου