Δευτέρα, 22 Οκτωβρίου 2018

Εμπορική μίσθωση, νομικά πρόσωπα διάλυση, αναπροσαρμογή μισθώματος, μνημόνια, καλή πίστη, απρόοπτη μεταβολή συνθηκών, μεικτή σύμβαση, επάλληλες αιτιολογίες.

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Δ', 763/ 2016.

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Γεώργιο Χοϊμέ- εισηγητή, Αλεξάνδρα Κακκαβά και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Εμπορική μίσθωση. Αγωγή αναπροσαρμογής του οφειλόμενου μισθώματος κατ’ άρθ. 288 ΑΚ. Όρια ελέγχου του δικαστηρίου. Άρση της τυχόν διαπιστούμενης δυσαναλογίας κατόπιν σύγκρισης του καταβαλλόμενου μισθώματος και του «ελεύθερου», το οποίο παριστάνει την αξία της χρήσης του μισθίου. Η μεταβολή των συνθηκών λόγω της επιβολής σκληρών οικονομικών μέτρων με τα «μνημόνια», και οι συνέπειες που επέφερε αντιμετωπίζονται στο πλαίσιο του άρθρου 288 ΑΚ, ώστε τα γεγονότα αυτά να δικαιολογούν την αναπροσαρμογή του μισθώματος κατά το υπόψη άρθρο, έστω και αν δεν στοιχειοθετούν την εφαρμογή του άρθρου 388 ΑΚ, θεωρούμενα ως μη έκτακτα και απρόβλεπτα γεγονότα.
Με την αναπροσαρμογή του μισθώματος με δικαστική απόφαση, η συμφωνία καταλύεται και δεν ισχύει για το μέλλον. Μετά από αυτήν το μόνο που μπορεί να ισχύσει για το μέλλον είναι η νόμιμη αναπροσαρμογή που ρυθμίζεται με το άρθρο 7 παρ. 3 του π.δ/τος 34/1995, ενώ το απαιτούμενο από το νόμο για την πραγματοποίηση αυτής έτος αρχίζει από το χρόνο που συντελείται η αναπροσαρμογή με την απόφαση του δικαστηρίου, δηλαδή από την επίδοση της αγωγής. Κριτήρια για το νομικό χαρακτηρισμό της σύμβασης όταν αυτή περιέχει τα στοιχεία περισσότερων, ρυθμισμένων ή μη, συμβάσεων.

 Από τις διατάξεις των άρθρων 556, 558, 566 παρ. 1, 62 εδάφ. α’ , 73 ΚΠολΔ, 35 ΑΚ και των ειδικών διατάξεων που ισχύουν για τη διάλυση των νομικών προσώπων προκύπτει ότι, αν το νομικό πρόσωπο που ήταν διάδικος λύθηκε νόμιμα, πράγμα που συμβαίνει και σε περίπτωση συγχώνευσης εταιρείας ή εταιρειών με απορρόφηση, κατά την οποία μία ή περισσότερες εταιρείες (απορροφούμενες), οι οποίες λύονται χωρίς να ακολουθήσει εκκαθάριση, μεταβιβάζουν σε άλλη υφιστάμενη εταιρεία (απορροφούσα) το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της περιουσίας τους, η απορροφούσα εταιρία, υποκαθιστάμενη σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της απορροφουμένης και εξομοιούμενη, ως εκ τούτου, με καθολική διάδοχό της, συνεχίζει αυτοδικαίως την εκκρεμή δίκη χωρίς καμιά ειδικότερη διατύπωση εκ μέρους της για τη συνέχιση και χωρίς να επέρχεται, λόγω της συγχώνευσης, διακοπή της δίκης, ούτε απαιτείται δήλωση για την επανάληψή της, με την προϋπόθεση ότι αποδεικνύεται ή συνομολογείται από τον αντίδικο, έστω και σιωπηρά, λόγω μη ειδικής αμφισβήτησης, η ιδιότητα της συνεχίζουσας τη δίκη ως καθολικής διαδόχου με απορρόφηση της αρχικής διαδίκου εταιρείας (ΑΠ 904/2010).
Στην παρούσα περίπτωση, η παραπάνω πρώτη αναιρεσείουσα "... ΑΕ", όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα, ήδη συγχωνεύθηκε (μετά την άσκηση του υπό κρίση ένδικου μέσου) με απορρόφησή της από την εταιρεία "..." (εφεξής "... ΑΕ"), η οποία και συνεχίζει τη δίκη, ύστερα και από τη σχετική δήλωση των πληρεξούσιων δικηγόρων της στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου που καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασής του, ενώ το γεγονός αυτό δεν αμφισβητείται από τις υπόλοιπες διαδίκους, οι οποίες μάλιστα απευθύνουν τις προτάσεις τους κατά της απορροφούσας εταιρείας "... ΑΕ". Κατά τη διάταξη του άρθρου 570 παρ. 1 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στις ειδικές διαδικασίες, οι διάδικοι δεν είναι υποχρεωμένοι να καταθέσουν προτάσεις στον Άρειο Πάγο, εκτός αν προβάλλονται ενστάσεις ως προς το παραδεκτό και το εμπρόθεσμο της αίτησης της αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων. Οι διάδικοι καταθέτουν τις προτάσεις τους είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο. Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 577 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης και, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η ένσταση απαραδέκτου της αίτησης αναιρέσεως πρέπει, υποχρεωτικά, με ποινή το απαράδεκτο, να προβληθεί με τις έγγραφες προτάσεις, οι οποίες να έχουν κατατεθεί είκοσι τουλάχιστον ημέρες πριν από τη δικάσιμο, ενώ, μέσα στην προθεσμία αυτή, πρέπει, κατ’ άρθρ. 570 παρ. 3 ΚΠολΔ, να κατατεθούν στη γραμματεία του Αρείου Πάγου και τα έγγραφα που χρησιμεύουν για να αποκρουστεί η αναίρεση (ΑΠ 2322/ 2009, ΑΠ 1179/ 2007). Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη της δεύτερης πιο πάνω ...2015 αναίρεσης "... ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (εφεξής "... ΑΕ"), με τις από 21-10-2016 έγγραφες προτάσεις της ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, τις οποίες, όπως από την επ’ αυτών βεβαίωση του γραμματέα του Δικαστηρίου τούτου προκύπτει, κατέθεσε την ίδια ημέρα, δηλαδή κατά τη συζήτηση της αναίρεσης, προβάλλει ένσταση απαραδέκτου της αναίρεσης, ισχυριζόμενη ότι η ένδικη, από 30-1-2014, αγωγή της (για αναπροσαρμογή μισθώματος, όπως θα εκτεθεί παρακάτω) και, ακολούθως, η από 30-9-2014 έφεσή της εσφαλμένα στράφηκαν και κατά της δεύτερης εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας Τράπεζας, επειδή η τελευταία δεν νομιμοποιείται παθητικά στη δίκη για τους αναφερόμενους λόγους και, συνακόλουθα, δεν νομιμοποιείται να ασκήσει την κρινόμενη αναίρεσή της. Η ένσταση αυτή της αναιρεσίβλητης, υποβαλλόμενη με τις προτάσεις της που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην προηγούμενη νομική σκέψη. Ανεξάρτητα, πάντως, από αυτά, η εν λόγω αναιρεσίβλητη δεν έχει και το απαιτούμενο έννομο συμφέρον (άρθρ. 68 ΚΠολΔ) για την προβολή του παραπάνω ισχυρισμού, αφού θεωρείται ότι, κατά το κεφάλαιο τούτο, έχει νικήσει, δεδομένου ότι η αγωγή της κρίθηκε ότι είναι παραδεκτή (και νόμιμη) και ως προς την πιο πάνω εναγομένη-αναιρεσείουσα..., ενώ, περαιτέρω, επιχειρεί να θεμελιώσει τον ισχυρισμό της αυτόν με την επίκληση δικών της πράξεων και παραλείψεων, πράγμα το οποίο δεν επιτρέπεται, αν ληφθεί υπόψη ότι ο επίμαχος ισχυρισμός της δεν αφορά τη δημόσια τάξη (πρβλ. άρθρ. 562 παρ. 3 ΚΠολΔ).

 Η διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, κατά την οποία "ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να εκπληρώσει την παροχή όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη", εφαρμόζεται σε οποιαδήποτε ενοχή, άσχετα του αν αυτή απορρέει από σύμβαση ετεροβαρή ή αμφοτεροβαρή ή από άλλη δικαιοπραξία ή αν πηγάζει ευθέως από το νόμο, εκτός αν προβλέπεται άλλη ανάλογη ειδική προστασία ή αν συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 388 ΑΚ. Η διάταξη αυτή, που εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 44 του π.δ. 34/1995, και στις εμπορικές μισθώσεις, παρέχει στο δικαστή τη δυνατότητα, όταν, λόγω συνδρομής ειδικών συνθηκών, η εμμονή στην εκπλήρωση της παροχής είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και την εντιμότητα που επιβάλλονται στις συναλλαγές, να την επεκτείνει ή να την περιορίσει, με βάση αντικειμενικά κριτήρια, κατά τις αντιλήψεις που κρατούν στις συναλλαγές, στο επίπεδο εκείνο το οποίο ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής καλής πίστης. Έτσι, ο μισθωτής δεν αποκλείεται να ζητήσει, κατά το άρθρο 288 ΑΚ, αναπροσαρμογή του οφειλόμενου, αρχικού ή μετά από αναπροσαρμογή, συμβατική ή νόμιμη (αντικειμενική), μισθώματος, εφόσον, εξαιτίας προβλεπτών ή απρόβλεπτων περιστάσεων, επήλθε αδιαμφισβήτητα τόσο ουσιώδης μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου, ώστε, με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες, η εμμονή του εκμισθωτή στην καταβολή του ίδιου μισθώματος να είναι αντίθετη προς την ευθύτητα και εντιμότητα που απαιτούνται στις συναλλαγές και να επιβάλλεται, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη - παρά την ανάγκη κατοχύρωσης της ασφάλειας των συναλλαγών, η οποία πρέπει πάντοτε να συνεκτιμάται - η αναπροσαρμογή του μισθώματος στο επίπεδο εκείνο το οποίο αίρει την δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά την καλή πίστη που έχει διαταραχθεί (ΑΠ Ολομ. 3/2014, ΑΠ Ολομ. 9/ 1997). Όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου αυτού (288 ΑΚ), ο μισθωτής μπορεί να ζητήσει με αγωγή την αναπροσαρμογή του καταβαλλόμενου μισθώματος, το οποίο οφείλεται από την επίδοση της αγωγής. Ειδικότερα, το έργο του δικαστηρίου, προκειμένου να αποφασίσει την αναπροσαρμογή συνίσταται στη σύγκριση δύο ποσών, δηλαδή του καταβαλλόμενου μισθώματος και του "ελεύθερου" -για το οποίο κυρίως διεξάγεται ο δικαστικός αγώνας- το οποίο παριστάνει την αξία της χρήσης του μισθίου και το οποίο, ευρισκόμενο με βάση τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους συγκριτικά στοιχεία, πρέπει να καθορίζεται στην απόφαση. Αν μεταξύ των δύο αυτών ποσών υπάρχει διαφορά, αυτή δεν επιδικάζεται, αλλά πρέπει περαιτέρω το δικαστήριο να κρίνει αν αυτή είναι τέτοια, ώστε, κατά τις αρχές της καλής πίστης, να δημιουργείται η ανάγκη αναπροσαρμογής. Ανάγκη αναπροσαρμογής, κατά τις αρχές της καλής πίστης, υπάρχει όταν, λόγω ουσιώδους μείωσης της μισθωτικής αξίας του μισθίου, επέρχεται ζημία στον μισθωτή, η οποία υπερβαίνει, κατά τα συναλλακτικά ήθη, τον κίνδυνο που αναλαμβάνει αυτός, καταρτίζοντας τη μίσθωση με το συγκεκριμένο μίσθωμα, οπότε και περιορίζεται η ζημία του με τη μείωση του μισθώματος, όπως επίσης και στην αντίστροφη περίπτωση ζημίας στον εκμισθωτή, η οποία περιορίζεται με την ανάλογη αύξηση του μισθώματος. Στη συνέχεια και εφόσον διαπιστωθεί η ύπαρξη ανάγκης αναπροσαρμογής κατά την προεκτιθέμενη έννοια, η αναπροσαρμογή δεν θα ακολουθήσει τυπικό μαθηματικό υπολογισμό και δεν θα χορηγηθεί ολόκληρη η διαφορά που έχει προκύψει, αλλά θα αναπροσαρμοστεί το μίσθωμα στο επίπεδο εκείνο το οποίο αίρει τη δυσαναλογία των εκατέρωθεν παροχών και αποκαθιστά την καλή πίστη που έχει διαταραχθεί (ΑΠ Ολομ. 3/2014, ΑΠ 762/ 2015). Μεταβολή των συνθηκών με την έννοια του άρθρου 288 ΑΚ, μπορεί να αποτελέσουν η σημαντική αύξηση ή ουσιώδης μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου, η σημαντική αύξηση ή μείωση του τιμαρίθμου, η υποτίμηση του νομίσματος, η από διαφόρους λόγους αυξομείωση της ζήτησης των ακινήτων και άλλοι λόγοι, με δεδομένο ότι οι περιπτώσεις στις οποίες χωρεί αναπροσαρμογή μισθώματος κατά τη διάταξη αυτή δεν είναι δυνατό, όπως είναι φυσικό, να προβλεφθούν λεπτομερώς, αφού η σχετική κρίση εξαρτάται από τις συγκεκριμένες συνθήκες που συντρέχουν κάθε φορά. Ειδικά, η σύγχρονη γενική οικονομική κρίση των ετών 2009 επ., η επιβολή σκληρών οικονομικών (δημοσιονομικών και φορολογικών) μέτρων με τα "μνημόνια", εξαιτίας των οποίων μειώθηκε αισθητά το εισόδημα των εργαζομένων και, συνακόλουθα, η αγοραστική τους ικανότητα, η σημαντική αύξηση της φορολογίας των εισοδημάτων και η επιβολή οικονομικών βαρών στην ακίνητη περιουσία κ.λπ., που συνεπάγονται και μείωση της εμπορικής κίνησης των καταστημάτων, αντιμετωπίζονται στο πλαίσιο του άρθρου 288 ΑΚ και, συνεπώς, τα γεγονότα αυτά δικαιολογούν την αναπροσαρμογή μισθώματος κατά το υπόψη άρθρο, έστω και αν δεν στοιχειοθετούν την εφαρμογή του άρθρου 388 του ίδιου Κώδικα, θεωρούμενα ως μη έκτακτα και απρόβλεπτα γεγονότα (βλ., όμως, ΑΠ 998/ 2014, υπέρ της εφαρμογής και της ΑΚ 388). Τη συνδρομή, πάντως, των ειδικών συνθηκών που επιβάλλουν την εφαρμογή της εν λόγω διάταξης οφείλει, για την πληρότητα της σχετικής αγωγής, να επικαλεστεί και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδείξει ο ενάγων. Περαιτέρω, το δικαίωμα αναπροσαρμογής, κατά τη διάταξη του άρθρου 288 ΑΚ, είναι διαπλαστικής φύσης, παρέχει δηλαδή τη δυνατότητα να επιδιωχθεί με αγωγή η διάπλαση για το μέλλον της έννομης σχέσης της μίσθωσης, η οποία μεταβάλλεται ως προς το ύψος του μισθώματος από την άσκηση της αγωγής, και, κατά συνέπεια, τόσο η αγωγή όσο και η απόφαση είναι διαπλαστικές. Αν λοιπόν πραγματοποιηθεί αναπροσαρμογή με δικαστική απόφαση, λόγω ακριβώς του διαπλαστικού της χαρακτήρα, του λοιπού η συμφωνία καταλύεται και δεν ισχύει για το μέλλον, αφού κρίνεται ότι είναι απρόσφορη πλέον να ρυθμίσει το ζήτημα του ύψους του μισθώματος. Μετά από αυτήν το μόνο που μπορεί να ισχύσει για το μέλλον είναι η νόμιμη αναπροσαρμογή που ρυθμίζεται με το άρθρο 7 παρ. 3 του πιο πάνω π.δ/τος 34/1995, ενώ το απαιτούμενο από το νόμο για την πραγματοποίηση αυτής έτος αρχίζει από το χρόνο που συντελείται η αναπροσαρμογή με την απόφαση του δικαστηρίου, δηλαδή από την επίδοση της αγωγής. Τελικά, με την αναπροσαρμογή του μισθώματος από το δικαστήριο και τη συνακόλουθη κατάργηση της συμφωνίας σταδιακής αναπροσαρμογής, επιτυγχάνεται η σε βάθος χρόνου ομαλοποίηση της συμβατικής σχέσης που έχει διαταραχθεί και ελαχιστοποιείται ο κίνδυνος μελλοντικών δικαστικών διενέξεων από την ίδια συμβατική σχέση και για την ίδια αιτία (ΑΠ Ολομ. 3/ 2014). Επίσης, κατά τις διατάξεις του π.δ/τος 34/1995 "Κωδικοποίηση διατάξεων νόμων περί εμπορικών μισθώσεων", στην ειδική ρύθμιση του διατάγματος αυτού υπάγονται οι μισθώσεις ακινήτων που συνάπτονται προς επιχείρηση σ’ αυτά εμπορικών πράξεων (άρθρ. 1 παρ. 1 περ. α’ ). Το διάταγμα αυτό δεν δίνει την έννοια της μίσθωσης, προδήλως όμως αναφέρεται στην κατά τα άρθρα 574 επόμ. ΑΚ έννοια της μίσθωσης, κατά την οποία η κύρια και ειδοποιός, από άλλες μισθώσεις, υποχρέωση του μεν εκμισθωτή είναι η παραχώρηση στο μισθωτή της χρήσης πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση, του δε μισθωτή να καταβάλλει στον εκμισθωτή το συμφωνημένο μίσθωμα ως αντάλλαγμα της παραχωρούμενης σ’ αυτόν χρήσης του μίσθιου πράγματος. Το συμφωνούμενο, για την παραχώρηση της χρήσης, αντάλλαγμα δύναται να συνίσταται σε οποιαδήποτε παροχή (σε χρήμα, αντικαταστατά πράγματα ή υπηρεσίες ή ανάληψη δαπανών κ.λπ.). Λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα της διάταξης του άρθρου 574 AK και της αυτονομίας της ιδιωτικής βούλησης που καθιερώνεται με το άρθρο 361 του ίδιου Κώδικα, είναι επιτρεπτό να συμφωνηθούν και παρεπόμενες πρόσθετες υποχρεώσεις σε βάρος του εκμισθωτή ή μισθωτή. Στην επώνυμη ρυθμισμένη σύμβαση της μίσθωσης είναι δυνατό να εμπλέκονται και άλλες, ρυθμισμένες ή μη, συμβάσεις με τις οποίες συμφωνούνται, σε βάρος του εκμισθωτή ή μισθωτή, πρόσθετες παρεπόμενες παροχές. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες η μια σύμβαση περιέχει τα στοιχεία περισσότερων, ρυθμισμένων ή μη, συμβάσεων, προκειμένου να κριθεί ο χαρακτήρας της σύμβασης αυτής, ερευνώνται και λαμβάνονται υπόψη τα προέχοντα και κυρίαρχα στοιχεία της σύμβασης. Ειδικότερα, προκειμένου να κριθεί αν μια σύμβαση, στην οποία εμπλέκονται και άλλες, ρυθμισμένες ή μη, συμβάσεις, φέρει το χαρακτήρα μίσθωσης, ερευνάται αν η κύρια υποχρέωση του εκμισθωτή είναι η παραχώρηση της χρήσης του πράγματος έναντι ανταλλάγματος, υπό την πιο πάνω έννοια. Το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως χαρακτηρίζει την καταρτισμένη σύμβαση βάσει του περιεχομένου της που έγινε ανέλεγκτα δεκτό, υπάγοντας το περιεχόμενό της αυτό στην έννοια μιας ρυθμισμένης σύμβασης (ΑΠ Ολομ. 18/2006). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για το χαρακτήρα της σύμβασης που κατάρτισαν οι ενδιαφερόμενοι, ως αναγόμενη στην υπαγωγή του περιεχομένου της σύμβασης, που έγινε δεκτό, στον ουσιαστικό κανόνα δικαίου, ο οποίος ορίζει την έννοια και το περιεχόμενο επώνυμης σύμβασης, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατ’ άρθρ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αφού πρόκειται, λόγω του εσφαλμένου νομικού χαρακτηρισμού της δικαιοπραξίας από το δικαστήριο της ουσίας, για παραβίαση των διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που ρυθμίζουν τη σχετική δικαιοπραξία και δεν έχουν εφαρμοστεί. Ενώ, κατ’ άρθρ. 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, για να είναι εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη υπαγωγής της καταρτισμένης σύμβασης στην έννοια μιας ρυθμισμένης σύμβασης, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να εκθέτει στην απόφασή του, με σαφήνεια και πληρότητα, το περιεχόμενο της καταρτισμένης σύμβασης, όπως τούτο αποδείχθηκε, με βάση το οποίο υπάγεται αυτή στην έννοια μιας επώνυμης σύμβασης ή αποκλείεται η υπαγωγή της στην έννοια της σύμβασης στην οποία την υπάγουν οι συμβαλλόμενοι διάδικοι (ΑΠ 240/2008, ΑΠ 927/2004, ΑΠ 79/1996).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με το λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ (ΑΠ 849/2007). Ειδικότερα, οι γενικοί ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, διαπιστώνει ότι υπάρχει κενό στη σύμβαση ή ότι γεννιέται αμφιβολία για την έννοια των δηλώσεων βούλησης. Παραβιάζονται οι κανόνες αυτοί, όταν το δικαστήριο, παρά τη διαπίστωση, έστω και έμμεσα, κενού ή αμφιβολίας σχετικά με την έννοια της δήλωσης βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει σε αυτούς για τη διαπίστωση της αληθινής έννοιας των δηλώσεων (ΑΠ Ολομ. 26/2004, ΑΠ 163/ 2015) ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή τους ή προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους (ΑΠ Ολομ. 26/2004) ή και όταν προσφεύγει στην εφαρμογή των διατάξεων αυτών και στη συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, αν και δέχεται, επίσης ανέλεγκτα, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 635/2011, ΑΠ 604/2011, ΑΠ 211/ 2011). Πάντως, μόνη η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να αναφέρει ρητά στην απόφασή του ότι για την εξεύρεση της αληθινής βούλησης των συμβαλλομένων προσφεύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των παραπάνω διατάξεων του Αστικού Κώδικα δεν συνιστά παραβίαση των εν λόγω διατάξεων, αν στην απόφαση εκτίθενται τα περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών (ΑΠ 413/2015). Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας για την ύπαρξη κενού ή ασάφειας δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, εκτός αν, από όσα δέχεται το δικαστήριο, δεν διευκρινίζεται η θέση του ως προς το αν υπάρχει κενό ή ασάφεια, αφού από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι εν λόγω ερμηνευτικές διατάξεις (ΑΠ 215/2016, ΑΠ 84/2008). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, μεταξύ των άλλων: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποία επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποίες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει. Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ’ αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος. Εκ πλαγίου παραβίαση, κατά την προεκτιθέμενη έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, μπορεί να συντελεστεί και επί των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Ειδικότερα, τέτοια παραβίαση υπάρχει α) όταν δεν διευκρινίζεται επαρκώς αν υπάρχει ή όχι κενό στη δικαιοπραξία, αν το δικαστήριο έχει προβεί στην εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων και αν δεν παραθέτει σαφώς τα πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, β) όταν η απόφαση περιέχει ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την εφαρμογή ή όχι των διατάξεων αυτών του ουσιαστικού δικαίου και γ) όταν το δικαστήριο έσφαλε κατά την υπαγωγή των περιστατικών που έγιναν δεκτά στην έννοια του νόμου (ΑΠ 527/2008).

 Στην προκείμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης, με την προσβαλλόμενη 511/2015 απόφασή του, διαδικασίας μισθωτικών διαφορών (άρθρ. 647 επ. ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν κατά τον κρίσιμο χρόνο, πριν καταργηθούν έμμεσα, από 1-1-2016, με το άρθρο 1 άρθρα τέταρτο και ένατο του ν. 4335/2015), δέχθηκε, ανέλεγκτα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ευρωπαϊκός όμιλος εταιριών "...", θυγατρική του οποίου τυγχάνει η ενάγουσα ανώνυμη εταιρία, ανήκει στον, γερμανικών συμφερόντων, ευρύτερο όμιλο υπεραγορών "...", ενώ δραστηριοποιείται στον τομέα του λιανικού εμπορίου ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών ειδών και εισήλθε για πρώτη φορά στον ελλαδικό χώρο κατά το έτος 2004 με την ίδρυση εμπορικών καταστημάτων - υπεραγορών πωλήσεως ηλεκτρικών - ηλεκτρονικών κ.λπ. ειδών με τα εμπορικά σήματα "...". Ειδικότερα την 18-5-2004, μεταξύ της αλλοδαπής Γερμανικής εταιρίας με την επωνυμία "...’ ‘ ‘ που εδρεύει στο ... Γερμανίας ως μισθώτριας και της εναγομένης ανώνυμης εταιρίας ως εκμισθώτριας υπεγράφη το με ίδια ημερομηνία ιδιωτικό συμφωνητικό μίσθωσης ενός υπερκαταστήματος, το οποίο η πρώτη εναγομένη, που συστάθηκε για το σκοπό αυτό, θα ανήγειρε με δαπάνες επί οικοπέδου, εμβαδού τουλάχιστον 17.000 τ.μ., στη θέση ... Θεσ/νίκης (οδός ...), την κυριότητα του οποίου θα αποκτούσε με δαπάνες της επίσης. Το μίσθιο κατά την σύμβαση αυτή (προοίμιο ν) θα αποτελείτο από 3.400 τ.μ. ισογείου χώρου και 1.200 τ.μ. υπογείου χώρου και θα χρησιμοποιείτο από την εκμισθώτρια ως υπερκατάστημα πωλήσεως ηλεκτρικών ηλεκτρονικών κ.λπ. συναφών ειδών στην ως άνω περιοχή, που επιλέχθηκε αφενός γιατί είχε σημαντική εμπορική ανάπτυξη και εμπορική κίνηση, αφού σ’ αυτήν ήδη λειτουργούσαν υπεραγορές και εμπορικά κέντρα (... κ.λπ.) και η πρόσβασή της από το κοινό ήταν εύκολη μέσω της περιφερειακής οδού, και αφετέρου γιατί στην ευρύτερη περιοχή κατοικούσαν στρώματα του πληθυσμού με μεσαία και υψηλά εισοδήματα με ροπή προς κατανάλωση και καταναλωτική δύναμη. Μαζί με το μίσθιο η εκμισθώτρια εναγομένη παραχωρούσε θέσεις ‘ ‘ πάρκιγκ’ ‘ όχι λιγότερες από 250 χωρίς μίσθωμα ή άλλη χρέωση. Με τα άρθρα 4 και 5 της σύμβασης αυτής η διάρκεια της μίσθωσης ορίστηκε για χρονικό διάστημα 15 ετών, με έναρξη την ημέρα παράδοσης του μισθίου στην μισθώτρια και δικαίωμα παράτασης απ’ αυτήν της μίσθωσης τρεις φορές για πέντε έτη κάθε φορά. Το μίσθωμα, σύμφωνα με το άρθρο 5 της σύμβασης, καθορίστηκε σε 13,60 ευρώ ανά τ.μ. μισθωμένου χώρου το μήνα για τους 36 πρώτους μήνες της μίσθωσης, από δε τον 37ο μήνα θα ανερχόταν σε 13,80 € ανά τ.μ. Το συνολικό δε οριστικό μηνιαίο μίσθωμα θα καθοριζόταν την ημερομηνία παράδοσης του μισθίου και ανάλογα με το αποτέλεσμα της επιμέτρησης των χώρων του, χωρίς υπολογισμό των εξωτερικών τοιχωμάτων, των χώρων για τεχνικές εγκαταστάσεις και καθέτων φρεατίων, ενώ οι χώροι κάθετης πρόσβασης (σκάλες κυλιόμενες και μη, ανελκυστήρες κ.λπ.) θα υπολογίζονταν ανά όροφο. Το εν λόγω μίσθωμα συμφωνήθηκε (άρθρ. 6) να πληρώνεται την τρίτη εργάσιμη ημέρα κάθε μήνα, ενώ η αναπροσαρμογή του, με το άρθρο 7, συμφωνήθηκε να γίνεται στην αρχή κάθε ετήσιας επετείου από την έναρξη υποχρέωσης καταβολής μισθωμάτων (έναρξη της επιχείρησης της μισθώτριας ή το αργότερο 6 μήνες από την παράδοση - παραλαβή του μισθίου) και θα αυξάνεται κατά τον δείκτη τιμών καταναλωτή (Δ.Τ.Κ) του προηγουμένου της αναπροσαρμογής 12μηνου. Από τον 37ο δε μήνα της μίσθωσης η αύξηση του μισθώματος των δύο προηγουμένων ετών θα προστίθετο στο νέο μίσθωμα (13,80 €/τ.μ.) και το άθροισμα θα αυξανόταν σύμφωνα με το Δ.Τ.Κ για τον τρίτο χρόνο της μίσθωσης με τους ακόλουθους περιορισμούς: α) εάν η ετήσια άνοδος ή πτώση του Δ.Τ.Κ. ήταν ίση ή μικρότερη από 2% θα λαμβάνετο υπόψη το 100% της ανόδου στον υπολογισμό του νέου ενοικίου, β) εάν η ετήσια άνοδος ή πτώση του Δ.Τ.Κ. ήταν μεγαλύτερη από 2% και μικρότερη ή ίση του 3%, τότε το 75% της διαφοράς του δείκτη που υπερέβαινε το 2% θα χρησιμοποιείτο για τον υπολογισμό του νέου μισθώματος, γ) εάν η ετήσια άνοδος ή πτώση του Δ.Τ.Κ ήταν μεγαλύτερη από 3% και μικρότερη ή ίση του 4%, τότε το 50% της διαφοράς του δείκτη που υπερβαίνει το 3% θα χρησιμοποιείτο για τον υπολογισμό του νέου μισθώματος, δ) εάν η ετήσια άνοδος ή πτώση του Δ.Τ.Κ ήταν μεγαλύτερη από 4% και μικρότερη ή ίση με 5%, τότε το 25% της διαφοράς του δείκτη που υπερβαίνει το 4% θα χρησιμοποιείτο επιπροσθέτως για τον υπολογισμό του νέου μισθώματος, ε) εάν η ετήσια άνοδος ή πτώση του Δ.Τ.Κ ήταν μεγαλύτερη του 5%, τότε το 0% της διαφοράς άνω του 5%, θα λαμβάνετο υπόψη για τον υπολογισμό του νέου μισθώματος. Συνολικά δε η ετήσια αύξηση ή μείωση του μισθώματος συμφωνήθηκε, με την παρ. 5 του άρθρ. 7 περ. στ’ της σύμβασης κατ’ ανώτατο όριο σε ποσοστό 3,50%. Με το άρθρο 12 της σύμβασης συμφωνήθηκε η δυνατότητα μεταφοράς ή εκχώρησης της μίσθωσης σε νομικό πρόσωπο του ομίλου ... το μετοχικό κεφάλαιο του οποίου σε ποσοστό 51%, θα κατέχεται από αυτήν. Ακόμη με τη σύμβαση αυτή συμφωνήθηκαν τα ακόλουθα: 1) η εκμισθώτρια εναγομένη θα βαρυνόταν με τη απόκτηση της σχετικής άδειας (άρθρο 10), 2) η παράδοση του μισθίου θα γινόταν με σύνταξη σχετικού πρωτοκόλλου παράδοσης και παραλαβής (άρθρο 13), 3) οι δαπάνες εξοπλισμού του καταστήματος θα βάρυναν τη μισθώτρια - ενάγουσα (άρθρ. 16), 4) οι δαπάνες συντήρησης και επισκευής των προσθηκών που ενήργησε στο μίσθιο η μισθώτρια, όπως και των ανελκυστήρων και του υπόλοιπου εξοπλισμού που εγκατέστησε η εκμισθώτρια για την κανονική χρήση του μισθίου, θα βάρυναν την μισθώτρια, ενώ οι άλλες επισκευές και ιδιαίτερα οι ανανεώσεις θα βάρυναν την εκμισθώτρια, εκτός αν οφείλονταν σε κακή χρήση, οπότε θα βάρυναν την μισθώτρια (άρθρο 17), 5) η εκμισθώτρια-εναγομένη για όσο χρόνο διαρκούσε η μίσθωση δεν θα μπορούσε να μισθώσει σε ανταγωνιστική της μισθώτριας επιχείρηση, χώρο του ιδίου οικοπέδου ή έκταση σε απόσταση μικρότερη του ενός χιλιομέτρου από αυτό (άρθρο 25), 6) σε περίπτωση καταστροφής του μισθίου σε ποσοστό μεγαλύτερο του 50% ή σημαντικών μερών του κτιρίου ή των εγκαταστάσεων, η μισθώτρια δεν θα υποχρεούτο στην καταβολή μισθώματος, ενώ αν καταστρέφοντο μόνο κάποιοι χώροι και οι υπόλοιποι παρέμεναν λειτουργικοί, θα επήρχετο ανάλογη μείωση του μισθώματος. Σε περίπτωση δε ολικής καταστροφής του μισθίου, η εκμισθώτρια θα δικαιούτο να αντικαταστήσει αυτό, την σχετική δε απόφαση έπρεπε να γνωστοποιήσει στην μισθώτρια εντός 30 ημερών από την καταστροφή και να ολοκληρώσει την ανακατασκευή εντός 12 μηνών απ’ αυτήν, διαφορετικά η μισθώτρια δικαιούτο να καταγγείλει τη μίσθωση (άρθρο 20), 7) σε περίπτωση μη καταβολής ή καθυστέρησης καταβολής του οφειλομένου μισθώματος πέραν των τριών μηνών, η εκμισθώτρια θα μπορούσε να καταγγείλει με ευθύνη της μισθώτριας τη μίσθωση, ενώ θα μπορούσε, σε περίπτωση καθυστέρησης της καταβολής ενός μισθώματος, να ειδοποιεί εγγράφως τη μισθώτρια αλλά και την ελληνική εταιρία κατόχων μετοχών της μισθώτριας (άρθρο 27), 8) κατά τη λήξη της μισθώσεως θα έπρεπε να συνταχθεί από τα παραπάνω συμβληθέντα μέρη σχετικό πρωτόκολλο παραδόσεως και παραλαβής του μισθίου (άρθρο 27), 8) σε περίπτωση που η εκμισθώτρια μεταβιβάσει το μίσθιο σε τρίτο πρόσωπο, τότε στο σχετικό συμβόλαιο θα πρέπει να περιλαμβάνεται ρήτρα περί του ότι ο νέος ιδιοκτήτης υπεισέρχεται ως εκμισθωτής στη μίσθωση με τα αυτά δικαιώματα και υποχρεώσεις, ενώ αν δεν συμβεί αυτό και ο νέος ιδιοκτήτης προβεί σε έξωση της μισθώτριας, η τελευταία θα δικαιούται να αξιώσει α) αποζημίωση ίση με το ποσό των 40 μισθωμάτων προς κάλυψη των εξόδων μετακόμισης, β) αποζημίωση ίση με το μη εξοφλημένο μέρος της αξίας των κατασκευών - επιδιορθώσεων - προσαρμογών κ.λπ. που ενήργησε στο μίσθιο, γ) διαφυγόντα κέρδη για το χρονικό διάστημα από την έξωση μέχρι το συμφωνημένο χρόνο λήξης της σύμβασης. Ακόμη η μισθώτρια, σε περίπτωση μεταβιβάσεως λόγω πωλήσεως του μισθίου, κατά τη διάρκεια της μίσθωσης, θα έχει δικαίωμα προτίμησης από οποιοδήποτε άλλο αγοραστή, κατόπιν έγγραφης ειδοποιήσεώς της από την εκμισθώτρια και σχετικής απαντήσεως περί της προθέσεώς της να αγοράσει αυτή το μίσθιο, εντός 60 εργάσιμων ημερών (άρθρο 32), 9) η μισθώτρια θα μπορούσε να ακυρώσει τη σύμβαση αζημίως, εάν η σχετική οικοδομική άδεια δεν θα είχε εκδοθεί έως 31-10- 2004 ή εάν δεν είχε δοθεί δεσμευτική ημερομηνία παραδόσεως έως την 31-12-2004 ή εάν η παράδοση του μισθίου δεν έχει γίνει έως την 5-5-2005 ή 30-10-2005 σε περίπτωση καθυστερήσεως των εργασιών λόγω αρχαιολογικών ευρημάτων (άρθρο 34), 10) σε περίπτωση που η εκμισθώτρια δεν αποκτούσε το άνω οικόπεδο το αργότερο έως την 31-10-2004, τα συμβαλλόμενα μέρη θα μπορούσαν να ακυρώσουν αζημίως τη σύμβαση (άρθρο 35). Αναπόσπαστο τμήμα της άνω συμβάσεως αποτέλεσαν το παράρτημα 1, στο οποίο απεικονίζεται το σχέδιο κτιρίου και οικοπέδου, το παράρτημα 2, στο οποίο απεικονίζονται τα σχέδια εγκαταστάσεων, το παράρτημα 3, στο οποίο διατυπώνονται οι κτιριακές προδιαγραφές (πολυσέλιδο κείμενο σχετικά με τον τρόπο κατασκευής του κτιρίου, το είδος των κατασκευαστικών υλικών, τη διαμόρφωση του γύρωθεν χώρου, τους χρωματισμούς, την εσωτερική διαρρύθμιση, το είδος και τον τρόπο λειτουργίας των θυρών και παραθύρων, την κατασκευή και λειτουργία των ηλεκτρολογικών εγκαταστάσεων, φωτισμών, παροχής νερού, αποχέτευσης, θέρμανσης, κλιματισμού, ανελκυστήρων, η παράδοση των κατασκευαστικών σχεδίων εμπρόθεσμα στη μισθώτρια ώστε να τα ελέγξει, αν ανταποκρίνονται σε κτίριο με χώρους κατάλληλους για τη συμφωνηθείσα χρήση κ.λπ.) και το παράρτημα 4, στο οποίο αποτυπώνονται τα σημεία αναρτήσεως διαφημιστικών πινακίδων της μισθώτριας περιμετρικά και έξωθεν του μισθίου. Στη συνέχεια, σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής, η εναγομένη έως την 7-5-2005 κατέστη κυρία συνολικής έκτασης 18.650 τ.μ. περίπου στην ως άνω περιοχή και θέση, καταβάλλοντας ως συνολικό τίμημα, συμπεριλαμβανομένων εξόδων κ.λπ., το ποσό των 2.636.142,72 ευρώ. Ταυτόχρονα προέβη στην έκδοση της... ...9-3-2005 οικοδομικής άδειας και της ...4-11-2004 άδειας παρεκκλίσεων του ΔΙ.ΠΕ.ΧΩ., για την έναρξη των εργασιών κατασκευής του καταστήματος και τη διαμόρφωση του πέριξ αυτού χώρου κατά τα συμφωνηθέντα, η οποία ολοκληρώθηκε εμπρόθεσμα την 31-10-2005 και παραδόθηκε στην μισθώτρια την 4-11-2005, συνταχθέντος προς τούτο του με ίδια ημερομηνία πρωτοκόλλου παράδοσης και παραλαβής. Το συνολικό ποσό που δαπάνησε η εναγομένη για την αγορά γης και την ανέγερση επ’ αυτής του συμφωνημένου κτιρίου ανήλθε στο μη αμφισβητούμενο ποσό των 11.694.795,29 € και χρηματοδοτήθηκε, κατά ένα μέρος, από ομολογιακό δάνειο, εκδόσεως της πρώτης εναγομένης, ύψους 6.200.000 € που συνήψε στην Πάτρα την 10-11-2006 με την δεύτερη εναγομένη ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "... Α.Ε’ ‘ με τη συμφωνία αυτό να λήξει μετά την πάροδο 13 ετών από την ημερομηνία εκδόσεως των ομολογιών, ήδη δε το ανεξόφλητο μέρος του δανείου αυτού, του οποίου πλέον μοναδικός ομολογιούχος δανειστής είναι η δεύτερη εναγομένη, ανέρχεται στο ποσό των 2.950.000 ευρώ. Εν τω μεταξύ, κατ’ εφαρμογή του άνω άρθρου 12 της σύμβασης και δυνάμει του από 16-5-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού μεταξύ των εταιρειών "..." και "..." μεταβιβάστηκε από την πρώτη στη δεύτερη η ως άνω μισθωτική σχέση με ισχύ από 16-5-2005 με όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από την εν λόγω σύμβαση. Η αρχικώς συμβληθείσα με την εκμισθώτρια και μεταβιβάζουσα τη μισθωτική σχέση γερμανική εταιρία συμμετείχε έμμεσα με ποσοστό πλέον του 51% στην αποκτώσα ως άνω εταιρία (90%), η δε μεταβίβαση αυτή γνωστοποιήθηκε εγγράφως την 4-8-2005 στον νόμιμο εκπρόσωπο της 1ης εναγομένης. Έτσι η τελευταία εταιρία υπεισήλθε ως μισθώτρια στη μισθωτική σχέση. Στη συνέχεια η εν λόγω μισθώτρια μετονομάσθηκε δυνάμει της από 12-9-2005 απόφασης της έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της, που εγκρίθηκε από το Νομάρχη Αθηνών την 6-10-2005, σε "..." και δυνάμει του από 15-11-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού που συνήψε με την ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...." μεταβίβασε περαιτέρω την άνω μισθωτική σύμβαση στην τελευταία με όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που απέρρεαν από αυτήν με ισχύ από 15-11-2005. Η τελευταία ανήκε στον ως άνω όμιλο ... (ποσοστό των μετόχων της 90%), δυνάμει δε του από 15-12-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού, που συνήψε με την 1η εναγομένη, αναγνωρίσθηκε ως νέα μισθώτρια και η διάρκεια της ένδικης μίσθωσης ορίσθηκε από 16-3-2006 έως 14-3-2021 με δικαίωμα παράτασης κατά τα προαναφερθέντα (άρθρ. 5 της αρχικής σύμβασης), ενώ κατά τα λοιπά θα εξακολουθούσε να ισχύει η αρχική σύμβαση εμπορικής μίσθωσης. Πράγματι η νέα αυτή μισθώτρια άρχισε από την 16-3-2006 να χρησιμοποιεί το ως άνω μίσθιο για τη συμφωνηθείσα χρήση. Το μίσθιο αυτό, κατά την ως άνω παράδοση μετά τη γενομένη καταμέτρηση της έκτασής του, διαπιστώθηκε ότι είχε έκταση 5.110,87 τ.μ. (3.715,75 τ.μ. ισόγειο + 1150 τ.μ. υπόγειο + 244,76 τ.μ. υπόγειος χώρος ηλεκτρομηχανολογικών εγκαταστάσεων) πλην όμως, λόγω της ως άνω συμφωνίας, ως έκταση επί τη βάσει της οποίας θα προσδιοριζόταν το συνολικό μηνιαίο μίσθωμα, καθορίστηκε αυτή των 4.866,11 τ.μ. με συνέπεια το μηνιαίο μίσθωμα να διαμορφωθεί στο ποσό των (4.866,11 τ.μ. Χ 13,60 ευρώ/τ.μ. =) 66.179,09 ευρώ, και από την 9-2-2007 με την προσθήκη 193 θέσεων στάθμευσης αντί μηνιαίου μισθώματος 0,40 τ.μ. επί της άνω έκτασης των 4.866,11 τ.μ., σύμφωνα με το από 9-2-2007 4ο προσάρτημα - τροποποίηση της άνω αρχικής σύμβασης εμπορικής μίσθωσης που υπεγράφη μεταξύ της 1ης εναγομένης και της άνω μισθώτριας, να ανέλθει στο ποσό των 68.125,09 ευρώ. Το μηνιαίο αυτό μίσθωμα η νέα μισθώτρια κατέβαλε κανονικά, με τις συμφωνηθείσες αναπροσαρμογές, έως το τέλος Νοεμβρίου 2008 στην 1η εναγομένη εκμισθώτρια, έκτοτε δε έως τον Σεπτέμβριο 2013 κατέβαλε στην 2η εναγομένη, δεδομένου ότι η 1η εναγομένη, προς εξασφάλιση πληρωμής του ως άνω ομολογιακού δανείου, με την από 24-11-2008 σύμβαση εκχώρησης απαίτησης λόγω ενεχύρου που συνήψε με αυτήν (2η εναγομένη) και ανήγγειλε νόμιμα στην μισθώτρια την 5-12-2008, όπως συνομολογείται, εκχώρησε, λόγω ενεχύρου, στην εν λόγω δανείστρια τράπεζα τις απαιτήσεις από μισθώματα κατά της άνω μισθώτριας που απέρρεαν από την ένδικη σύμβαση. Ακολούθως, κατόπιν συγχωνεύσεως με απορρόφηση των εταιριών 1)..., 9) ... ήτοι και της ως άνω νέας μισθώτριας (υπ’ ...), από την Α.Ε. με την επωνυμία "..", δυνάμει της... .../17-7-2013 πράξης του συμ/φου Αθηνών Ι. Χ. Κ., που συντάχθηκε κατόπιν των από 13-7-2013 αποφάσεων των άνω συγχωνευόμενων εταιρειών και εγκρίθηκε με την... .../12-8-2013 απόφαση του Περιφερειάρχη Αττικής και καταχωρήθηκε την 2-9-2013 στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο (...) με αριθμό ..., η ως άνω απορροφούσα - ενάγουσα κατέστη εκ του νόμου καθολική διάδοχος της άνω μισθώτριας και ως εκ τούτου υπεισήλθε στην ένδικη σύμβαση μίσθωσης, ως νέα μισθώτρια, και από τον Οκτώβριο 2013 κατέβαλε στην 2η εναγομένη-εκδοχέα το συμφωνημένο μίσθωμα που, κατά το χρόνο άσκησης απ’ αυτήν, υπό την ως άνω ιδιότητα της, της κρινόμενης αγωγής, ανερχόταν στο ποσό των 81.953,61 ευρώ το μήνα (κατόπιν των γενομένων αναπροσαρμογών κατά τον άνω 7 όρο της σύμβασης και με την προσθήκη των άνω 193 θέσεων στάθμευσης). Κατ’ ακολουθία των αποδειχθέντων αυτών περιστατικών η μεταξύ των προαναφερομένων προσώπων καταρτισθείσα και λειτουργούσα σύμβαση φέρει το χαρακτήρα της εμπορικής μίσθωσης και όχι μικτής σύμβασης, ήτοι σύμβασης μισθώσεως έργου και μισθώσεως πράγματος με κυρίαρχο το στοιχείο της σύμβασης έργου, όπως αβάσιμα η πρώτη εναγομένη ισχυρίζεται. Κατά τα αποδειχθέντα, τα μέρη απέβλεπαν μόνο στη μίσθωση πράγματος με κύρια υποχρέωση της πρώτης εναγομένης να παραδώσει στην ενάγουσα τη χρήση του μισθίου ακινήτου, για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση, της δε ενάγουσας και των δικαιοπαρόχων αυτής να καταβάλουν το συμφωνημένο μίσθωμα ως αντάλλαγμα της παραχωρούμενης σ’ αυτούς χρήσης του μισθίου, όχι δε και η παροχή, υπό των τελευταίων στην πρώτη, εργολαβικής αμοιβής δια της καταβολής των μισθωμάτων. Όλοι οι όροι της σύμβασης (παραχώρηση της χρήσης, αντάλλαγμα για τη χρήση - μίσθωμα, διάρκεια, χρόνος και τρόπος καταβολής μισθώματος, αναπροσαρμογή, χρόνος έναρξης σύμβασης, λύση και καταγγελία σύμβασης, μεταβίβαση αυτής κ.λπ.) είναι εκείνοι που αρμόζουν στην εμπορική σύμβαση. Ο νομικός δε αυτός χαρακτήρας δεν αναιρείται από το γεγονός ότι η πρώτη εναγομένη ανέλαβε την υποχρέωση πριν την έναρξη της μίσθωσης να κατασκευάσει και διαμορφώσει το μίσθιο ακίνητο με δαπάνες της και σύμφωνα με τις απαιτήσεις της μισθώτριας, καθόσον, λόγω του ενδοτικού χαρακτήρα της διάταξης του άρθρου 574 Α.Κ. και της καθιερούμενης με τη διάταξη του άρθρου 361 Α.Κ. αυτονομίας της ιδιωτικής βουλήσεως, είναι επιτρεπτό να συμφωνηθούν και παρεπόμενες πρόσθετες υποχρεώσεις σε βάρος του εκμισθωτή... Μάλιστα και στην επαγγελματική μίσθωση είναι δυνατή η μίσθωση καταστήματος, το οποίο δεν έχει ακόμη κατασκευασθεί, με χρόνο έναρξης της μίσθωσης ορισμένο στο μέλλον ή οριστό όπως όταν π.χ. ολοκληρώθηκε η κατασκευή τoυ και είναι κατάλληλο για τη συμφωνηθείσα χρήση... Ως εκ τούτου η εκ της συμβάσεως αυτής ένδικη μεταξύ των διαδίκων διαφορά τυγχάνει μισθωτική, υπαγόμενη στην εξαιρετική αρμοδιότητα του Μονομελούς Πρωτοδικείου, δικάζοντος κατά τη διαδικασία των μισθωτικών διαφορών, σύμφωνα και με τα αναφερόμενα στη σχετική μείζονα σκέψη της απόφασης αυτής. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που έκρινε ομοίως και δίκασε την αγωγή κατά την ως άνω διαδικασία, μετ’ απόρριψη ως αβάσιμης της σχετικής ένστασης των εναγομένων περί καθ’ υλη αναρμοδιότητας αυτού, ορθά το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της έφεσης της πρώτης εναγομένης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. 

Περαιτέρω από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι, μετά την κατάρτιση της ένδικης σύμβασης και 4 χρόνια από την έναρξη λειτουργίας της, συνέβησαν γεγονότα που διατάραξαν τον οικονομικό ρυθμό της χώρας και δεν έχουν παροδικό χαρακτήρα. Ειδικότερα στην πενταετία 2004-2009 η ελληνική οικονομία παρουσίασε εξαιρετικές επιδόσεις (Υψηλή ανάπτυξη, αύξηση απασχόλησης βελτίωση του πραγματικού εισοδήματος). Ο ρυθμός ανάπτυξης πλησίαζε το 4% και η αύξηση του Α.Ε.Π (το 2008 έναντι του 2007) τα 6,7 δις ευρώ. Δημιουργήθηκαν 800.000 νέες θέσεις εργασίας και οι πραγματικοί μισθοί αυξάνονταν κατά τουλάχιστον 2% το χρόνο. Η ανεργία μειώθηκε από το 10,5% το 2004 στο 7,7% το 2008. Υπήρξε σύγκλιση με τους εταίρους στην Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς το κατά κεφαλήν Α.Ε.Π. σε μονάδα ισοδύναμης αγοραστικής δύναμης ανέβηκε από το 81,4% του μέσου των 15 της Ε.Ε το 2003, στο 85,6%.το 2008. Για πρώτη φορά από το 1981 το βιοτικό επίπεδο της Ελλάδας, όπως μετριέται από την ιδιωτική κατανάλωση, ξεπέρασε το βιοτικό επίπεδο του μέσου όρου των 15 της Ε.Ε. Το έλλειμμα του Α.Ε.Π ήταν της τάξης του 2,9% το 2006, το 2007 διαμορφώθηκε στο 3,7% και το 2008 στο 7,5%. Η διεθνής όμως οικονομική και χρηματοπιστωτική κρίση που μέχρι τότε δεν είχε αγγίξει την Ελλάδα εντάθηκε και από τα τέλη του 2009 επηρέασε δραματικά την ελληνική οικονομία. Από τότε η Ελλάδα βρίσκεται συνεχώς στο μάτι του κυκλώνα σε κατάσταση βαθιάς ύφεσης χωρίς ορατά σημάδια ανάκαμψης. Συγκεκριμένα το 2009 επιδεινώθηκε το δημοσιοοικονομικό έλλειμα και την άνοιξη του 2010 η χώρα προσέφυγε στο μηχανισμό στήριξης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Ευρωπαϊκής Τράπεζας, προκειμένου να αποφευχθεί πιστωτικό γεγονός και ψηφίστηκε ο νόμος 3845 (ΦΕΚ Α’ 65/06-5-2010) "Μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης της Ελληνικής Οικονομίας από τα κράτη μέλη της ζώνης του ευρώ και του Δ.Ν.Τ". Επακολούθησε ο νόμος 3847 (ΦΕΚ Α’ 67/11-5-2010) Επανακαθορισμός των επιδομάτων εορτών - Χριστουγέννων και Πάσχα και του επιδόματος αδείας για τους συνταξιούχους και βοηθηματούχους του Δημοσίου’ ‘ . Στα πλαίσια των μέτρων που προέβλεπαν οι νόμοι αυτοί επήλθε σημαντική μείωση των αποδοχών των συντάξεων και των επιδομάτων των δημόσιων υπαλλήλων και των συνταξιούχων. Επιβλήθηκαν νέοι φόροι και αυξήθηκαν οι ήδη υφιστάμενοι, ενώ επιβλήθηκαν και διάφορες εισφορές. Οι δημόσιες δαπάνες περιορίστηκαν και περικόπηκαν θέσεις εργασίας. Η ανεργία μετά συνεχή πτώση 8 ετών αυξήθηκε δραματικά και πολλές επιχειρήσεις διέκοψαν την εμπορική τους δραστηριότητα, καθώς η αγοραστική δύναμη των καταναλωτών μειώθηκε δραματικά και περιορίστηκε η καταναλωτική κίνηση και κατ’ ακολουθία η ρευστότητα, συνεπεία και των κλυδωνισμών του τραπεζικού συστήματος, το οποίο εισήλθε σε περίοδο εσωστρέφειας και περιόρισε δραστικά κάθε μορφής δανειοδότηση - χρηματοδότηση. Στη συνέχεια, λόγω της μη επίτευξης των προγραμμάτων δημοσιονομικής προσαρμογής, ανακοινώθηκε η λήψη νέων μέτρων τον Οκτώβριο 2011 (βαθμολόγιο - μισθολόγιο Δημοσίου, μειώσεις σε κύριες και επικουρικές συντάξεις, μειώσεις στα εφάπαξ, επιβολή τέλους ηλεκτροδοτούμενων επιφανειών, νέα φορολογική κλίμακα) και εντός του έτους 2012 εγκρίθηκε από την Βουλή των Ελλήνων το Μνημόνιο II που συμφωνήθηκε μεταξύ της Ελλάδας και των πιστωτών τον Οκτώβριο 2011 και τα μέτρα που το συνόδευαν (μείωση κατά 22% του κατώτατου μισθού στον ιδιωτικό τομέα σε όλα τα κλιμάκια του βασικού μισθού - από 751 σε 586 - και 32% στους νεοεισερχόμενους μέχρι 25 ετών, κατάργηση 150.000 θέσεων εργασίας από το δημόσιο τομέα έως το 2015, εκ των οποίων 15.000 μέσα στο 2012, ατομικές ή επιχειρησιακές συμβάσεις εργασίας αντί για κλαδικές, άρση μονιμότητας σε ΔΕΚΟ και υπό κρατικό έλεγχο τράπεζες, περικοπές συντάξεων, επιδομάτων δαπανών υγείας, άμυνας, λειτουργιών του Κράτους και εκλογών, κατάργηση των Οργανισμών Εργατικής Κατοικίας και Εστίας, ενοποίηση των φόρων στα ακίνητα, πλήρες άνοιγμα 20 κλειστών επαγγελμάτων, αύξηση εισιτηρίων στις αστικές συγκοινωνίες και στον Ο.Σ.Ε κατά 25%, κλείσιμο 200 εφοριών, κατάργηση φοροαπαλλαγών και χαμηλού Φ.Π.Α), ενώ ψηφίστηκε σε υλοποίηση των παραπάνω το Μεσοπρόθεσμο Πλαίσιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016, το οποίο προβλέπει μέτρα 18,9 δις, από τα οποία 9,4 δις αφορούν το έτος 2013 (αύξηση ορίων ηλικίας κατά 2 έτη, από 1-1-2013, μείωση στις συντάξεις από 5 έως 15% από τα 1000 € και άνω, μειώσεις στο εφάπαξ έως 83%, κατάργηση της καθολικότητας της Ε.Γ.Σ.Σ.Ε, κατάργηση δώρων Χριστουγέννων και Πάσχα, όπως και επιδομάτων αδείας για τους δημοσίους υπαλλήλους και συνταξιούχους, μείωση χρόνου προειδοποίησης για απολύσεις σε 4 αντί 6 μήνες, περικοπές των εργαζομένων στις ΔΕΚΟ, εφαρμογή διαθεσιμότητος ενός έτους, με μειωμένο μισθό σε μονίμους υπαλλήλους του Δημοσίου, οι θέσεις των οποίων καταργούνται, κατάργηση των πολυαρίθμων οικογενειακών επιδομάτων και αντικατάστασής τους από ενιαίο επίδομα στήριξης τέκνων, αύξηση φόρου στο υγραέριο κίνησης κατά 23 λεπτά, εισαγωγή έκτακτης εισφοράς στα φωτοβολταϊκά, αντίτιμο 25 € για εισαγωγή σε νοσοκομείο). Τα ως άνω γεγονότα επέφεραν μεγάλη οικονομική ύφεση που κατά τα έτη 2011 και 2012 διαμορφώθηκε στο -7% και κατά το έτος 2013 στο -4%, ανεργία που από το 7,7% το 2008 έφτασε κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής περίπου στο 28% και προκάλεσαν περιστολή της επιχειρηματικής δραστηριότητας, έλλειψη επιχειρηματικού ενδιαφέροντος, καθώς μειώθηκε η αγοραστική δύναμη των πολιτών κατά ποσοστό πλέον του 40% και υποχώρησαν αισθητά οι προβλέψεις των καταναλωτών για την οικονομική κατάσταση του νοικοκυριού τους, ενώ από το έτος 2011 τουλάχιστον, η ζήτηση των ακινήτων για επαγγελματική στέγη παρουσιάζεται συνεχώς μειωμένη, με αποτέλεσμα πολλά καταστήματα να παραμένουν χωρίς μίσθωση (κενά). Σε πτωτική τροχιά βρίσκεται από τα μέσα 2010 επίσης η εμπορική κίνηση, ήδη δε στην αγορά των επαγγελματικών ακινήτων έχει επέλθει κατακόρυφη μείωση της μισθωτικής τους αξίας σε αντιστοιχία με την μείωση του τζίρου και των καθαρών κερδών των εμπορικών επιχειρήσεων. Προς επίρρωση των παραπάνω, το Ελληνικό Δημόσιο επέβαλε υποχρεωτική μείωση των μισθωμάτων που καταβάλλουν σε ιδιοκτήτες οι δημόσιες υπηρεσίες (Δήμοι, Ν.Π.Δ.Δ κ.λπ.) κατά 20% με το άρθρο 21 του ν. 4002/2011, ενώ με το άρθρο 2 του ν. 4.081/2012 η μείωση μισθώματος μεγαλύτερο των 3000 € ανήλθε σε ποσοστό 25%. Η μείωση των αποδοχών, η αύξηση των φόρων και του Φ.Π.Α., το κλείσιμο των επιχειρήσεων, η ως άνω μείωση της αγοραστικής δύναμης των καταναλωτών, τα μεγέθη της ανεργίας και οικονομικής ύφεσης δεν μπορούσαν να προβλεφθούν και ούτε προβλέφθηκαν από τα διάδικα μέρη και τους άνω δικαιοπαρόχους της επίδικης σύμβασης, ήτοι τα έτη 2004 και 2006, ούτε μπορούσαν να θεωρηθούν γεγονότα που συνήθως συμβαίνουν κατά την κανονική πορεία των πραγμάτων και όσα περί του αντιθέτου υποστηρίζει η εναγομένη είναι αβάσιμα. Περαιτέρω η παραπάνω "γνωστή τοις πάσι" μεγάλη οικονομική κρίση με τις προαναφερθείσες συνέπειες έπληξε και την επιχείρηση της ενάγουσας, η οποία ανήκει στον όμιλο εταιριών "...’ ‘ , που από το έτος 2010 είχε δημιουργήσει στην Ελλάδα 13 καταστήματα και αντίστοιχα 13 ανώνυμες εταιρίες για την λειτουργία των καταστημάτων αυτών, μία εκ των οποίων λειτουργούσε μέχρι τον Σεπτέμβριο 2013 και το επίδικο κατάστημα. Ο εν λόγω όμιλος από το φθινόπωρο 2011 απέσυρε το σήμα ... από την ελληνική αγορά και έκλεισε τρία καταστήματα, μεταξύ των οποίων και ένα που είχε εκμισθώσει, την 2-9-2008, η εταιρία συμφερόντων των μετόχων της πρώτης εναγομένης "... Α.Ε" στην εταιρία του ομίλου αυτού με την επωνυμία "... ... Α.Ε" και είχε κατασκευάσει προς τούτο, κατά τα προαναφερόμενα, πλησίον του επιδίκου, και δη στη συμβολή των οδών ...’ ‘ της περιοχής "... Θεσ/νίκης, εμβαδού 5.623,80 τ.μ., αντί μηνιαίου μισθώματος 16,50 € ανά τ.μ., πλέον αναλογούντος Φ.Π.Α 23% και λειτουργούσε από τον Ιούνιο 2010 η συσταθείσα προς τούτο εταιρία του παραπάνω ομίλου με την επωνυμία "... ....." . Η δε ως άνω μισθώτρια με την επωνυμία "... .........." , η οποία, όπως προαναφέρθηκε, συγχωνεύθηκε δι’ απορροφήσεως από την ενάγουσα, λόγω της συνεχούς μείωσης των πωλήσεών της, από 100 άτομα που απασχολούσε τον Δεκέμβριο 2009 έτους, τον Δεκέμβριο 2010 τα μείωσε σε 80, τον Δεκέμβριο 2011 σε 76 και ήδη η ενάγουσα απασχολεί 75 άτομα στο επίδικο κατάστημα. Σε ανάλογες μειώσεις προσωπικού για τους παραπάνω λόγους προέβησαν και οι λοιπές ως άνω εταιρίες του ομίλου που εκμεταλλεύονταν σχετικά καταστήματα στην Ελλάδα με συνέπεια από τα 1.175 άτομα που απασχολούσε τον Φεβρουάριο 2010 ήδη να απασχολεί 825 άτομα περίπου. Σημειώνεται εδώ σχετικά με τον Δείκτη Κύκλου Εργασιών μεταξύ των ετών 2010 και 2013, ο κύκλος εργασιών του κλάδου "... ‘ , όπου δραστηριοποιείται η ενάγουσα μειώθηκε κατά ποσοστό 54,90% συνολικά, ενώ δεν παρουσιάζονται σημεία ανάκαμψης αλλά αντίθετα περαιτέρω πτώσης, καθόσον οι σχετικές δαπάνες χαρακτηρίζονται από τη συντριπτική πλειοψηφία των καταναλωτών ως πολυτελείς. Συνακόλουθα, ο τζίρος του επιδίκου καταστήματος παρουσιάζει συνεχώς πτωτική πορεία και για τη χρήση 2012-2013 κάμψη 40% περίπου σε σχέση με τη χρήση 2008-2009, ενώ από κέρδη, ύψους 1.713.684,19 €, που παρουσίαζε κατά τη χρήση 2008-2009, ήδη παρουσιάζει ζημίες 423.448,99 € κατά τη χρήση 2012-2013. Ανάλογες μειώσεις παρουσιάζουν και τα λοιπά καταστήματα της ενάγουσας, για την αντιμετώπιση δε της κατάστασης αυτής οι ως άνω εταιρίες του ομίλου "..." που εκμεταλλεύονταν αυτά, πέραν από τις προαναφερθείσες μειώσεις προσωπικού κ.λπ. λειτουργικών εξόδων, περί τα μέσα 2012 έτους, άσκησαν αγωγές αναπροσαρμογής - μείωσης των μισθωμάτων που κατέβαλαν στους εκμισθωτές και πέτυχαν μειώσεις αυτών, είτε συμβατικά είτε κατ’ αντιδικία της τάξης του 30% έως 40% (βλ. ενδεικτικά... 2091/2013 αποφ. Μον. Πρωτ. Αθηνών και 1680/2014 απόφαση του δικ. τούτου). Τέλος, αναφορικά με τη μείωση της μισθωτικής αξίας των ακινήτων στην περιοχή, όπου κείται το επίδικο μίσθιο, που επέφερε η οικονομική κρίση, σημειώνεται ότι, κατά τα τελευταία δύο κυρίως χρόνια (2012 - 2013) που η κρίση μεγεθύνθηκε, έχει καταγγελθεί μεγάλος αριθμός μισθώσεων, σημαντικός αριθμός ακινήτων παραμένουν κενά, ενώ οι νέες μισθώσεις κυρίως μεγάλων ακινήτων είναι περιορισμένες με συμφωνημένα μισθώματα χαμηλότερα κατά 20% - 35% σε σύγκριση με τα μισθώματα προ του έτους 2011. Κατ’ ακολουθία από την ως άνω ουσιώδη μεταβολή των οικονομικών συνθηκών, η οποία έλαβε χώρα μετά την κατάρτιση της σύμβασης, επήλθε μη παροδική μεταβολή όχι μόνο στον κύκλο εργασιών του ενδίκου καταστήματος της ενάγουσας, αλλά και στη μισθωτική αξία του μισθίου. Υπό τα δεδομένα αυτά η ενάγουσα άσκησε την κρινόμενη αγωγή. Αναφορικά δε με το δυνάμενο να επιτευχθεί συμβατικά μηνιαίο μίσθωμα, κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, ο μάρτυς της ενάγουσας δεν προσδιόρισε αυτό κατά ποσό, αρκούμενος στην αναφορά και ανάλυση της από 30-10-2013 εκτιμητικής έκθεσης, στην σύνταξη της οποίας συμμετείχε και αναφέρεται παρακάτω, και στην εκτίμηση ότι, για καταστήματα στα οποία ασκείται η ως άνω επιχείρηση, το εύλογο μη σταθερό μίσθωμα ανέρχεται σε ποσοστό 2-3% επί του τζίρου, ενώ ο μάρτυς της πρώτης εναγομένης, ο οποίος επίσης συμμετείχε στη σύνταξη της κατωτέρω αναφερόμενης εκτιμητικής έκθεσης της ......, για λογαριασμό της τελευταίας, θεωρεί ότι το καταβαλλόμενο συμφωνημένο μίσθωμα είναι εύλογο. Ακόμη ο μάρτυρας της δεύτερης εναγομένης θεωρεί ότι το συμφωνηθέν μίσθωμα δεν έχει τον χαρακτήρα αυτό αλλά είναι "οικονομικό αντάλλαγμα’ ‘ και έτσι δεν προσδιορίζει τη μισθωτική αξία του ενδίκου. Η ενάγουσα για τον ως άνω προσδιορισμό της μισθωτικής αξίας του ενδίκου μισθίου επικαλείται και προσκομίζει τρεις εκθέσεις εξειδικευμένων εταιρειών που παρέχουν, μεταξύ άλλων, υπηρεσίες εκτίμησης της αξίας των ακινήτων και οι οποίες, αφού αξιολόγησαν τα αναφερόμενα σ’ αυτές μισθωμένα ακίνητα, ως και τα προσφερόμενα προς μίσθωση, που κείνται στην ίδια ευρύτερη περιοχή με το ένδικο και, αφού συνέκριναν αυτά, κατέληξαν στα εξής συμπεράσματα: 1) Κατά την εκτίμηση της από 16-9-2013 έκθεσης της εταιρίας με την επωνυμία "...", η μισθωτική αξία του ενδίκου μισθίου ανέρχεται σε 30.500 ευρώ το μήνα, 2) κατά την εκτίμηση της από 30-9-2013 έκθεσης της εταιρίας με την επωνυμία "...", η μισθωτική αξία του εν λόγω μισθίου ανέρχεται, κατά το χρόνο αυτό, σε 36.880 ευρώ το μήνα, 3) κατά την εκτίμηση της από 30-10-2013 έκθεσης της εταιρίας με την επωνυμία "...", η μισθωτική αξία του μισθίου ανέρχεται σε 35.586 ευρώ το μήνα. Η πρώτη εναγομένη προσκομίζει με επίκληση για τον ως άνω προσδιορισμό δύο εκθέσεις εξειδικευμένων, κατά τα προαναφερόμενα, εταιρειών, οι οποίες, αφού έλαβαν ως συγκριτικά στοιχεία, μισθώσεις εντός των, ευρισκομένων στην περιοχή, εμπορικών κέντρων "... (1, 2 και 3) και αυτόνομων ακινήτων, κατέληξαν στο εξής συμπέρασμα 1) κατά την εκτίμηση της χωρίς ημερομηνία εκθέσεως της εταιρίας "...", η μισθωτική αξία του ένδικου μισθίου ανέρχεται, για συνολική επιφάνεια 5.110,87 τ.μ., σε 83.890,25 ευρώ το μήνα, 2) κατά την από 2-4- 2014 εκτιμητική έκθεση της εταιρίας "...", δεν προσδιορίζεται η μισθωτική αξία του ενδίκου μισθίου αλλά σ’ αυτήν αναφέρονται α) 25 μισθώσεις καταστημάτων στο εμπορικό κέντρο "..", εμβαδού από 29 έως 600 τ.μ., με χρήσεις διαφορετικές του ενδίκου και μηνιαία μισθώματα από 15 έως 47,6 € ανά τ.μ. και κατά μέσο όρο 22,3 € ανά τ.μ., β) 210 μισθώσεις καταστημάτων στο εμπορικό κέντρο "...", εμβαδού από 24 τ.μ. (κοσμήματα) έως 6.100 τ.μ. (κινηματογράφοι), με χρήσεις διαφορετικές του ενδίκου και μηνιαία μισθώματα από 14 € το τ.μ. ανά μήνα πολυκαταστήματα, εμβαδού 3.300 τ.μ., 388 € το τ.μ. το μήνα (πώληση ειδών καπνιστών, κατασκ. κλειδιών) και κατά μέσο όρο 33,5 € το μήνα. Τέλος η δεύτερη εναγομένη προσκομίζει με επίκληση την.../3-6-2014 έρευνα αγοράς της μισθωτικής αξίας ακινήτων στην ως άνω περιοχή, από την "... Ακίνητα", στην οποία, αφού περιγράφεται το ένδικο μίσθιο και αναφέρονται τα πλεονεκτήματα και μειονεκτήματα της περιοχής, ως προς τις μισθωτικές αξίες καταστημάτων που βρίσκονται στην Λεωφόρο ..., αναφέρεται ότι αυτή ανέρχεται από 7 έως 12 ευρώ ανά τ.μ. το μήνα, ενώ, για καταστήματα που βρίσκονται στα ως άνω εμπορικά κέντρα, η μισθωτική αξία αυτών ανέρχεται από 10 έως 35 ευρώ ανά τ.μ. το μήνα. Ακολούθως αναφέρει καταστήματα εκτός εμπορικών κέντρων επί της οδού ....., χρήσεων διαφορετικών του επιδίκου, εμβαδού από 137 τ.μ. έως 2000 τ.μ. που μισθώνονται ή προσφέρονται προς μίσθωση, από 7,25 ευρώ ανά τ.μ. το μήνα (πρώην "..." 2000 τ.μ.) έως 19,44 € ανά τ.μ. (... 360 τ.μ. ισόγειο, 360 τ.μ. υπόγειο και 360 τ.μ. όροφος). Τέλος αναφέρει μισθώσεις καταστημάτων στα άνω εμπορικά κέντρα της περιοχής, εμβαδού από 84 τ.μ. έως 2000 τ.μ., που μισθώνονται ή προσφέρονται προς μίσθωση από 11,85 ευρώ το μήνα ανά τ.μ. (... 1350 τ.μ.) έως 47,62 ανά τ.μ. το μήνα (... εμπ. κεντρ. .... εμβαδόν 84 τ.μ.). Σημειώνεται εδώ ότι τα προσκομιζόμενα με επίκληση από τους διαδίκους λοιπά συγκριτικά στοιχεία δεν είναι πρόσφορα για την εκτίμηση της μισθωτικής αξίας του ενδίκου μισθίου κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, λόγω του περιορισμένου εμβαδού τους σε σχέση με το επίδικο, του περιορισμένου χώρου προς στάθμευση οχημάτων πελατών, της διαφορετικής θέσης τους και του ότι βρίσκονται εντός εμπορικών κέντρων, σε συνδυασμό με το ότι δεν πρόκειται για μίσθια στα οποία στεγάζονται ομοειδείς επιχειρήσεις με αυτήν της ενάγουσας. Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη όλα τα παραπάνω, καθώς και ότι α) το ένδικο μίσθιο βρίσκεται σε κτίριο με έτος κατασκευής το 2005 σε κεντρικό σημείο της ανατολικής Θεσσαλονίκης, προσαρμοσμένο στις ανάγκες και απαιτήσεις της μισθώτριας, με ανέσεις ενός σύγχρονου κτιρίου και εύκολη οδική πρόσβαση, αφού βρίσκεται σε κομβικό σημείο και πλησίον του οικοδομικού ιστού της πόλης και του εμπορικού κέντρου "......." , σε σημείο που έχουν αναπτυχθεί πολυάριθμα κτίρια και καλύπτει περιοχές με μεγάλο πληθυσμό και αρκετά καλό βιοτικό επίπεδο, β) διαθέτει χώρους στάθμευσης 443 οχημάτων, γ) στην ευρύτερη περιοχή δεν υπάρχουν ακίνητα με αντίστοιχες προδιαγραφές, δ) παρουσίαζε και παρουσιάζει τα καλύτερα οικονομικά αποτελέσματα σε σχέση με τα λοιπά ως άνω καταστήματα που η ενάγουσα εκμεταλλεύεται στην Ελλάδα, μισθώνοντάς τα προς άσκηση της άνω επιχειρηματικής δραστηριότητας, ε) η διάταξη του άρθρου 288 Α.Κ. έχει τεθεί τόσο υπέρ του εκμισθωτή όσο και υπέρ του μισθωτή, κρίνει ότι ανάμεσα στο δυνάμενο να επιτευχθεί συμβατικά μίσθωμα ("ελεύθερο" ) για το ένδικο ακίνητο και το συμφωνημένο κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής, υπάρχει σημαντική διαφορά και δη ότι, επήλθε ουσιώδης μείωση της μισθωτικής αξίας του μισθίου, μετά τη σύναψη και λειτουργία της μίσθωσης, ώστε να επιβάλλεται, κατά τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, να αναπροσαρμοσθεί το οφειλόμενο μίσθωμα στο επίπεδο που αίρει τη δυσαναλογία, προκειμένου η παροχή της μισθώτριας να ανταποκρίνεται στις απαιτήσεις της συναλλακτικής πίστης κατά το χρόνο εκπλήρωσης, ώστε να επέλθει εξίσωση των εκατέρωθεν παροχών. Σταθμίζοντας δε όλα τα προαναφερόμενα και το σύνολο των συνθηκών που σχετίζονται με τη μίσθωση, όπως το κέρδος από την εκτέλεση της σύμβασης, τις αναληφθείσες υποχρεώσεις των μερών και την οικονομική κατάσταση αυτών, χωρίς να παραβλέπεται η ανάγκη εκπλήρωσης της σύμβασης και η βεβαιότητα και ασφάλεια των συναλλαγών, κατά την κρίση του δικαστηρίου το μίσθωμα του ενδίκου καταστήματος πρέπει να αναπροσαρμοσθεί και να μειωθεί κατά ποσοστό 20% επί του καθαρού συμφωνηθέντος μισθώματος των 81.953,61 ευρώ το μήνα και να καθοριστεί στο ποσό των 65.562,89 ευρώ, το οποίο είναι εύλογο και δίκαιο υπό τις διαμορφωθείσες ήδη συνθήκες, αίρει τη δυσαναλογία και αποκαθιστά τη διαταραχθείσα καλή πίστη. Η επίκληση από την πρώτη εναγομένη ότι τυχόν μείωση του μισθώματος θα επιφέρει δυσανάλογη σ’ αυτήν ζημία σε σχέση με το όφελος της ενάγουσας, γιατί η οικονομική κατάστασή της είναι κατά πολύ χειρότερη από της ενάγουσας, της οποίας ιδιοκτήτρια και κεφαλαιοδότης είναι πολυεθνική εταιρία που σχεδίασε και εκτέλεσε μία γιγαντιαία οικονομική εισβολή στην ελληνική αγορά ηλεκτρικών ειδών και έχει την οικονομική της κάλυψη, ενόψει μάλιστα και της σύμβασης εκχώρησης μισθωμάτων λόγω ενεχύρου που έχει συνάψει με την δεύτερη εναγομένη, δεν αναιρεί την κρίση αυτή του Δικαστηρίου, καθόσον δεν μπορούν σε καμία περίπτωση οι παραπάνω λόγοι να καταργήσουν το δικαίωμα της ενάγουσας να ζητήσει τη μείωση του μισθώματος που αυτή καταβάλλει, όταν συντρέχουν οι νόμιμες προϋποθέσεις προς τούτο, όπως στη συγκεκριμένη περίπτωση. Αντίθετα η εμμονή της εναγομένης εκμισθώτριας για την πληρωμή του συμφωνημένου μισθώματος αντίκειται στην απαιτούμενη στις συναλλαγές ευθύτητα και εντιμότητα, αφού, κατά τα προεκτεθέντα, από την κατάρτιση της μίσθωσης μέχρι την άσκηση της αγωγής επήλθε σημαντική και μόνιμη επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης της χώρας που επηρέασε δυσμενώς την επιχείρηση της ενάγουσας στο μίσθιο κατάστημα και επέφερε, μεταξύ άλλων, μείωση της μισθωτικής αξίας του ένδικου μισθίου και σημαντική διαφορά μεταξύ του "ελεύθερου" και συμβατικού μισθώματος (16.390,72 €) που συνιστά τη ζημιά της ενάγουσας μισθώτριας ανά μήνα και υπερβαίνει καταφανώς τον κίνδυνο που ανέλαβε με τη σύμβαση. Το αναπροσαρμοσμένο αυτό μίσθωμα πρέπει να ισχύσει από την επίδοση της αγωγής έως τη λήξη του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης, αναπροσαρμοζόμενο για το μέλλον νομίμως κατ’ άρθρο 7 παρ. 3 του π.δ. 34/1995, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην υπ’ αρ. 3 και 4 μείζονα σκέψη της απόφασης αυτής. Περαιτέρω η εκμισθώτρια εναγομένη πρωτοδίκως προέβαλε την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της ενάγουσας για αναπροσαρμογή του μισθώματος του προαναφερθέντος μισθίου ακινήτου, την ένσταση δε αυτή επαναφέρει και πάλι η πρώτη εναγομένη με τον τρίτο λόγο της έφεσής της, επικαλούμενη ως θεμελιωτικά στοιχειοθετούντα αυτήν περιστατικά, πέραν των άνω δαπανών στις οποίες υπεβλήθη για την απόκτηση και κατασκευή του μισθίου και την ως άνω ζημία της από την ενδεχόμενη μείωση, την καταβολή χωρίς διαμαρτυρία των συμβατικών κατ’ έτος αναπροσαρμογών, τις καλές επιδόσεις της επιχείρησης της ενάγουσας στο ένδικο μίσθιο, σε σχέση με τα λοιπά καταστήματά της στην Ελλάδα, το ότι το μίσθωμα αντιστοιχεί σε ποσοστό 4,3% επί του τζίρου του καταστήματος (μετά φόρων) που πάντα θεωρούσε εύλογο και δίκαιο και είναι μικρότερο ποσοστιαία των λοιπών μισθίων καταστημάτων της (από 5,6% έως 6,3%) και το ότι, ενώ κατά όλων των εκμισθωτών το έτος 2012 ασκήθηκαν αγωγές για μείωση των μισθωμάτων που κατέβαλαν σ’ αυτούς οι άνω μισθώτριες εταιρίες που απορρόφησε με συγχώνευση η ενάγουσα, κατ’ αυτής δεν ασκήθηκε αγωγή, όλα δε τα περιστατικά αυτά της δημιούργησαν ευλόγως την πεποίθηση ότι το κρινόμενο δικαίωμα δεν θα ασκείτο από την μισθώτρια. Όμως από τα προεκτεθέντα αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε ότι το δικαίωμα της ενάγουσας για αναπροσαρμογή κείται εντός των ορίων και φραγμών που θέτει το άρθρο 281 Α.Κ. κατά την ενάσκηση των δικαιωμάτων. Η ενάγουσα, ως προς την ένδικη σύμβαση μίσθωσης, όπως είχε το δικαίωμα, με την κρινόμενη αγωγή, επεδίωξε την αναπροσαρμογή του μισθώματος ως επέβαλε η καλή πίστη, τα συναλλακτικά ήθη και ο οικονομικός σκοπός του δικαιώματος αυτού. Ούτε όφειλε να μη καταβάλλει τη συμφωνηθείσα αναπροσαρμογή πριν την έγερση της αγωγής, εφόσον σαφώς ορίζεται από την οικεία σύμβαση μίσθωσης η υποχρέωση αυτής (ενάγουσας) για καταβολή του μηνιαίου μισθώματος αναπροσαρμοζόμενο ως άνω κατ’ έτος. Ούτε το τελευταίο είχε συμφωνηθεί κυμαινόμενο και δη σε ποσοστό επί του τζίρου αλλά σε σταθερό κατά τα άνω ποσό. Ουδέποτε δε η ενάγουσα ή η δικαιοπάροχός της και καθ’ οιονδήποτε τρόπο με πράξεις ή παραλείψεις, ρητώς ή σιωπηρώς, εξεδήλωσαν τη βούλησή τους να μην επιδιώξουν την αναπροσαρμογή του μισθώματος του επιδίκου καταστήματος. Άλλωστε το γεγονός της μη άσκησης του δικαιώματος για μακρό χρονικό διάστημα δεν αρκεί να καταστήσει την άσκηση αυτού καταχρηστική, εφόσον δεν συνοδεύεται από άλλα περιστατικά που να δημιουργούν την πεποίθηση στον υπόχρεο ότι ο δικαιούχος του δεν θα ασκήσει αυτό και τέτοια περιστατικά εν προκειμένω δεν υφίστανται. Σε κάθε περίπτωση όμως η άσκηση του ενδίκου δικαιώματος από την ενάγουσα, ενόψει των ως άνω αποδειχθέντων περιστατικών, δεν οδηγεί κατ’ αντικειμενική κρίση σε αποτέλεσμα αντίθετο στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική. Κατ’ ακολουθία, η εκ του άρθρου 281 Α.Κ. ερειδομένη ένσταση της πρώτης εναγομένης είναι αβάσιμη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που, με την εκκαλουμένη απόφασή του, δέχθηκε ως βάσιμη εν μέρει, κατ’ ουσία, την αγωγή κατά την επικουρική εκ του άρθρου 288 Α.Κ. βάση της και αναπροσάρμοσε (μείωσε) το καταβαλλόμενο μηνιαίο μίσθωμα στο άνω ποσό των 65.562,89 ευρώ, ήτοι κατά ποσοστό 20%, μετ’ απόρριψη των άνω ενστάσεων της πρώτης εναγομένης - εκκαλούσας, δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων και οι, περί του αντιθέτου, δεύτερος λόγος της έφεσης της ενάγουσας και δεύτερος και τρίτος λόγοι της πρώτης εναγομένης είναι αβάσιμοι. Ορίζοντας όμως την αναπροσαρμογή του ενδίκου μισθώματος για χρονικό διάστημα δύο ετών από την επίδοση της αγωγής, έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή των άνω διατάξεων του ΑΚ και Π.Δ 34/1995 και την εκτίμηση των αποδείξεων και ο σχετικός τρίτος λόγος της έφεσης της ενάγουσας είναι βάσιμος...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο, κατά το μέρος που ενδιαφέρει στην παρούσα αναιρετική δίκη, αφενός μεν, απέρριψε, ως ουσιαστικά αβάσιμη, την από 16-9-2014 (.../18-9-2014) έφεση της εκμισθώτριας αναιρεσείουσας, ήδη "... ΑΕ", καθώς και, ως απαράδεκτη, την πρόσθετη παρέμβαση που είχε ασκηθεί, υπέρ αυτής, από την Τράπεζα με προφορική δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της στο ακροατήριο του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και με τις εφετειακές της προτάσεις, αφετέρου δε, δέχθηκε την, αντίθετη, από 30-9- 2014 (...6-10-2014), έφεση της μισθώτριας αναιρεσίβλητης "... ΑΕ", ως ουσιαστικά βάσιμη, εξαφάνισε την πρωτόδικη 15761/2014 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά το κεφάλαιό της που είχε κρίνει διαφορετικά, αφού είχε καθορίσει την αναπροσαρμογή του μισθώματος για δύο (2) μόνο έτη από την επομένη της επίδοσης της ένδικης, από 30-1-2014 και με αύξοντα αριθμό κατάθεσης ./11-2-2014, αγωγής της μισθώτριας και, δικάζοντας κατ’ ουσίαν την υπόθεση, δέχθηκε, κατά ένα μέρος, την αγωγή, ως προς την επικουρική της βάση, και καθόρισε το μηνιαίο μίσθωμα του ακινήτου στο ποσό των 65.562,89 ευρώ για το χρονικό διάστημα από την επομένη της επίδοσης της αγωγής έως τη λήξη του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης, με τη νόμιμη αναπροσαρμογή του υπό τις προϋποθέσεις του άρθρου 7 παρ. 3 του π.δ. 34/1995. 

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, τις προαναφερόμενες, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεις του ΑΚ και του π.δ/τος 34/1995, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ενώ διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή όχι εφαρμογή τους και, επομένως, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση. Ειδικότερα, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την πληττόμενη απόφασή του, εκθέτει σ’ αυτή, με σαφήνεια και πληρότητα, το περιεχόμενο της καταρτισμένης επίδικης σύμβασης, όπως αυτό αποδείχθηκε, με βάση το οποίο αυτή υπάγεται στην έννοια της επώνυμης σύμβασης της μίσθωσης πράγματος, κατά τις διατάξεις των άρθρων 574 επ. ΑΚ και 1 παρ. 1 εδάφ. α’ π.δ. 34/1995, τις οποίες και δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, και όχι εκείνης της μικτής (μίσθωσης πράγματος, εντολής και σύμβασης έργου), χωρίς να αναιρείται ο χαρακτήρας αυτός από την ανάληψη πρόσθετων υποχρεώσεων από την πλευρά της εκμισθώτριας (κατασκευή και διαμόρφωση του μισθίου με δαπάνες της, σύμφωνα με τις απαιτήσεις της μισθώτριας), όπως τούτο είναι επιτρεπτό και όχι ασυνήθιστο στις μισθώσεις καταστημάτων. Εξάλλου, δεν διαπίστωσε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ούτε έμμεσα, ότι υπάρχει κενό στη δικαιοπρακτική βούληση των συμβαλλόμενων μερών ή ασάφεια σχετικά με την έννοια των δηλώσεων τους κατά την κατάρτιση της επίδικης σύμβασης που φέρει τον προαναφερόμενο χαρακτήρα της μίσθωσης πράγματος, στην οποία τα μέρη απέβλεψαν. Συνεπώς, αφού το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας, ως προς τις δηλώσεις των συμβαλλομένων, δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, ούτε τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, όπως υποστηρίζουν οι αναιρεσείουσες "... ΑΕ" και Τράπεζα με τον πρώτο λόγο των αναιρέσεών τους, επικαλούμενοι ότι η σύμβαση αυτή έπρεπε να χαρακτηριστεί, έστω και με ερμηνεία της, μικτή (ΑΠ 167/2015). Περαιτέρω, αιτιολογημένα έκρινε ότι η σημαντική μείωση της μισθωτικής αξίας των ακινήτων της περιοχής, όπου βρίσκεται και το επίδικο μίσθιο, είναι μόνιμη (μη παροδική), οφειλόμενη στην οικονομική κρίση που οδήγησε από τα τέλη του έτους 2009 τη χώρα σε βαθιά ύφεση, χωρίς ορατά σημάδια ανάκαμψης, με συνέπεια να ληφθούν μέτρα για την εφαρμογή του μηχανισμού στήριξης από τα κράτη-μέλη της ζώνης του ευρώ και το Δ.Ν.Τ., να επέλθει σημαντική μείωση αποδοχών και συντάξεων των μισθωτών, να επιβληθούν νέοι φόροι και εισφορές, να μειωθεί η εμπορική κίνηση και να προκληθεί κατακόρυφη πτώση στη μισθωτική αξία των επαγγελματικών ακινήτων. Ειδικά, για την ένδικη μίσθωση, το Εφετείο έκρινε ότι επήλθε μόνιμη μεταβολή (μείωση) στον κύκλο εργασιών της ενάγουσας - μισθώτριας, αλλά και στην αληθινή μισθωτική αξία του ακινήτου, μέχρι, τουλάχιστον, το χρόνο άσκησης της αγωγής (Φεβρουάριο 2014), άρα και μετά τις "...γενόμενες αναπροσαρμογές κατά τον άνω 7 όρο της σύμβασης..." και ότι μεταξύ του "ελεύθερου" μισθώματος και του συμφωνημένου- καταβαλλομένου των 81.953,61 ευρώ κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής υπάρχει σημαντική διαφορά, κατά ποσοστό 20%, ήτοι ύψους 16.390,72 ευρώ, η οποία επέφερε ζημία στη μισθώτρια που είναι, κατά την κρίση του, τόσο ουσιώδης, ώστε να επιβάλλεται, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, η μείωση του μισθώματος κατά ποσοστό 20%, δεδομένου ότι υπήρξε διατάραξη της ισορροπίας μεταξύ παροχής και αντιπαροχής. Μετά από αυτά, αφού συνεκτίμησε, εκτός των άλλων, το σύνολο των συνθηκών που σχετίζονται με τη μίσθωση, όπως το κέρδος από την εκτέλεση της σύμβασης, τις υποχρεώσεις που ανέλαβαν τα συμβαλλόμενα μέρη και την οικονομική τους κατάσταση, καθόρισε το μηνιαίο μίσθωμα, κατόπιν μείωσής του κατά το ποσοστό αυτό 20% (16.390,72 ευρώ), στο ποσό των 65.562,89 ευρώ, δηλαδή στο επίπεδο εκείνο που αίρει τη δυσαναλογία μεταξύ των δύο αυτών παροχών (μισθώματος και μισθωτικής αξίας ακινήτου), από την επίδοση της αγωγής μέχρι τη λήξη του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης, με περαιτέρω νόμιμη αναπροσαρμογή του κατά τη ρύθμιση του άρθρου 7 παρ. 3 του π.δ/τος 34/1995, δεδομένου ότι, αφού πραγματοποιήθηκε η αναπροσαρμογή με δικαστική απόφαση, λόγω του διαπλαστικού της χαρακτήρα, καταλύθηκε η συμφωνία για την αναπροσαρμογή εφεξής και δεν ισχύει για το μέλλον, ενώ το μόνο που μπορεί να ισχύσει πλέον είναι η νόμιμη αναπροσαρμογή που προβλέπεται στο πιο πάνω άρθρο.
 Συνεπώς, το Εφετείο δεν παραβίασε, ευθέως ή εκ πλαγίου, ούτε τις διατάξεις του άρθρου 288 ΑΚ, όπως οι αναιρεσείουσες "... ΑΕ" και Τράπεζα διατείνονται, η μεν πρώτη, με τους πρώτο, τρίτο, τέταρτο και έκτο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγους της αναίρεσής της, η δε δεύτερη, με τους πρώτο, τρίτο, τέταρτο και πέμπτο, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγους της δικής της αναίρεσης. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με όσα έχουν προπαρατεθεί, είναι αβάσιμοι οι θεμελιωτικοί των λόγων αυτών (πλην του πρώτου, για τον οποίο έγινε ανάλυση προηγουμένως) ισχυρισμοί για το ότι 1) η ευρύτερη μεταβολή των οικονομικών συνθηκών της χώρας των ετών 2009 έως 2014, αυτή καθ’ εαυτήν, δεν είχε καμία άμεση επίπτωση στη διαμόρφωση της αναλογίας παροχής και αντιπαροχής και δεν δικαιολογεί την εφαρμογή της ΑΚ 288, 2) η μεταβολή των συνθηκών, που μάλιστα στην πληττόμενη απόφαση φέρεται ότι δεν είναι μόνιμη αλλά "μη παροδική", έπρεπε να αναφέρεται στο χρονικό διάστημα μετά τις συμφωνημένες, κατ’ άρθρ. 7 της σύμβασης, αναπροσαρμογές του μισθώματος, οι οποίες, πάντως, δεν αποσαφηνίζεται στην απόφαση πότε έγιναν και κατά ποία ποσά και, σε κάθε περίπτωση, έπρεπε να αναφέρεται στο χρονικό διάστημα μετά από την τελευταία συμφωνημένη αναπροσαρμογή, που έγινε το μήνα Απρίλιο του έτους 2013, μέχρι την άσκηση της αγωγής (Φεβρουάριο 2014) και όχι στον προηγούμενο της συμφωνημένης αναπροσαρμογής χρόνο της κατάρτισης της επίδικης μίσθωσης (έτος 2004), 3) είναι ελλιπής η αιτιολογία α) για τη μείωση της μισθωτικής αξίας του ακινήτου, καθόσον το Εφετείο παρέλειψε να προσδιορίσει ποία είναι η μισθωτική αξία του ακινήτου και ποίο το "ελεύθερο" μίσθωμα που είναι δυνατό να επιτευχθεί, κατά τον κρίσιμο χρόνο και β) ποίες μισθώσεις και ποίων μεγάλων ακινήτων έλαβε υπόψη του ως πρόσφορα συγκριτικά στοιχεία, 4) η δυσαναλογία "παροχής" και "αντιπαροχής" έπρεπε να επεκταθεί και στις παρεπόμενες παροχές που έχει προεκπληρώσει η "... ΑΕ" (α) αγορά έκτασης, όπου ανεγέρθηκε το μίσθιο κτήριο, αντί 2.636.142,72 ευρώ και β) δαπάνες ανέγερσης αυτού, ύψους 9.058.652,57 ευρώ) και 5) ελλείπει παντελώς αιτιολογία, αναφορικά με το ότι, δεχόμενο τον τρίτο λόγο της έφεσης της μισθώτριας, αποφάνθηκε ότι η επίμαχη αναπροσαρμογή του μισθώματος θα διαρκέσει μέχρι τη λήξη του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης (έτος 2021), χωρίς, όμως, να διευκρινίσει ότι η μεταβολή των συνθηκών είναι μόνιμη και ότι, εν πάση περιπτώσει, αυτή θα εξακολουθήσει να υπάρχει μέχρι τότε.
 Συνεπώς, οι παραπάνω λόγοι είναι αβάσιμοι. Οι λοιπές αιτιάσεις που περιέχονται στους λόγους αυτούς είναι απαράδεκτες, διότι, με την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελίωσής τους στις διατάξεις αυτές, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 5 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται "αν το δικαστήριο σε περίπτωση καθ’ ύλην αρμοδιότητας εσφαλμένα δέχτηκε ότι είναι αρμόδιο ή αναρμόδιο, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 47...". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο πιο πάνω λόγος αναίρεσης δημιουργείται, μόνο όταν υπάρχει σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας σχετικά με τη δική του υλική αρμοδιότητα ή αναρμοδιότητα. Επομένως, δεν θεμελιώνεται ο λόγος αυτός, όταν το Εφετείο, επιλαμβανόμενο εφέσεως που υπάγεται, κατά το άρθρο 19 του ΚΠολΔ, στην καθ’ ύλην αρμοδιότητά του, κρίνει, εσφαλμένα, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που εξέδωσε την εκκαλούμενη απόφαση ήταν ή δεν ήταν αρμόδιο καθ’ ύλην (ΑΠ Ολομ. 3/1991, ΑΠ 1289/2014, ΑΠ 638/2012). Στην εξεταζόμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο των αναιρέσεων της "... ΑΕ" και της Τράπεζας, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου η αιτίαση ότι, αν και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης) αναρμοδίως καθ’ ύλην (και κατ’ εσφαλμένη διαδικασία) επιλήφθηκε της υπόθεσης, όσον αφορά την εκδίκαση της ένδικης αγωγής, ωστόσο, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν δέχθηκε τη σχετική ένστασή τους και δεν εξαφάνισε την πρωτόδικη 15761/2014 απόφαση, παραπέμποντας την υπόθεση στο αρμόδιο καθ’ ύλην δικαστήριο, ήτοι στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, κατά την τακτική διαδικασία. Εφόσον όμως η προβαλλόμενη αιτίαση δεν αναφέρεται σε σφάλμα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ως προς τη δική του αρμοδιότητα, οι λόγοι αυτοί των αναιρέσεων είναι, πρωτίστως, απαράδεκτοι.

 Πράγματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ, είναι και οι λόγοι έφεσης που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτόδικης κρίσης, γι’ αυτό και η παραδοχή από το εφετείο ανύπαρκτου λόγου έφεσης ή η επανάκριση κεφαλαίου της πρωτόδικης απόφασης έξω από τα όρια της έφεσης (άρθρ. 522 του ίδιου Κώδικα) συνιστούν πλημμέλειες που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την παραπάνω διάταξη λόγο αναίρεσης, εκτός αν πρόκειται για σφάλμα της απόφασης που αφορά προσβαλλόμενο με την έφεση κεφάλαιο και μπορεί να το ερευνήσει αυτεπαγγέλτως το δευτεροβάθμιο δικαστήριο (ΑΠ 356/2013, ΑΠ 134/2008, ΑΠ 1436/2002). Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τους έκτο και πέμπτο, αντίστοιχα, λόγους των αναιρέσεων της "... ΑΕ" και της Τράπεζας, κατά το δεύτερο σκέλος τους, αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση ότι με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, όρισε ότι το νέο μίσθωμα, μετά την αναπροσαρμογή, δεν ισχύει μόνο για χρονικό διάστημα δύο ετών από την επίδοση της αγωγής, αλλά θα ισχύει μέχρι τη λήξη του συμβατικού χρόνου της μίσθωσης, υποκείμενο σε νόμιμες αναπροσαρμογές για το μέλλον, σύμφωνα με το άρθρο 7 παρ. 3 του π.δ. 34/1995, χωρίς, όμως, η μισθώτρια "... ΑΕ" να έχει παραπονεθεί για εσφαλμένη μη εφαρμογή του άρθρου αυτού, αλλά μόνο για τις ουσιαστικές παραδοχές του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, υποστηρίζοντας ότι η μεταβολή των συνθηκών θα είναι μόνιμη σε τέτοιο βαθμό ώστε να διαρκέσει μέχρι τη λήξη του συμφωνημένου χρόνου της μίσθωσης. Οι λόγοι αυτοί είναι αβάσιμοι, διότι, εφόσον η μισθώτρια παραπονέθηκε για την προαναφερόμενη ουσιαστική κρίση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και η έφεσή της έγινε δεκτή, κατά το προσβαλλόμενο τούτο κεφάλαιο, το Εφετείο μπορούσε, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως και χωρίς την ύπαρξη λόγου έφεσης τη νομική βασιμότητα της αγωγής ως προς το ζήτημα αυτό που αφορά το προσβαλλόμενο πιο πάνω κεφάλαιο και ανάγεται στην ερμηνεία και εφαρμογή κανόνα δικαίου και, έτσι, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθμ. 8 περ. α’ ΚΠολΔ που του αποδίδεται. Ανεξάρτητα απ’ αυτά, από την παραδεκτή, κατ’ άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του δικογράφου της ...2014 έφεσης της μισθώτριας, προκύπτει ότι αυτή, με τον τρίτο λόγο της, είχε προτείνει τον (νομικό) ισχυρισμό για το ότι "...οι αναπροσαρμογές του μισθώματος ισχύουν πλέον κατ’ άρθρ. 7 Π.Δ. 34/1995..." (σελίδα 26 της έφεσης).

 Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11 εδάφ. γ’ του ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νόμιμα είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο. Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι’ αυτό η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολόγησης του καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που προσκομίστηκαν με επίκληση δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, όταν από το περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο ότι τούτο έχει ληφθεί υπόψη. Αρκεί και μόνο η ύπαρξη αμφιβολιών για την ίδρυση του παρόντος λόγου αναίρεσης (ΑΠ Ολομ. 8/2016, ΑΠ Ολομ. 2/2008). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, θα πρέπει στην αίτηση αναίρεσης να αναφέρεται: α) ποίες είναι οι αποδείξεις που με επίκληση προσκομίστηκαν και τις οποίες δεν έλαβε υπόψη του το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κρίσιμος ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ) η επίδραση που έχει αυτός στο διατακτικό της απόφασης, το οποίο και θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΑΠ 2261/ 2014, ΑΠ 1602/2014, ΑΠ 1456/2014).
Στην κρινόμενη περίπτωση, με τους έβδομο και έκτο, αντίστοιχα, λόγους των αναιρέσεων της "... ΑΕ" και της Τράπεζας προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθμ. 11γ’ αιτίαση ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, δεν έλαβε υπόψη τα αναφερόμενα αποδεικτικά έγγραφα που με επίκληση προσκόμισαν οι εν λόγω αναιρεσείουσες για την, κατ’ εκτίμηση, απόδειξη του (αρνητικού) ισχυρισμού τους ότι το υφιστάμενο, κατά το χρόνο της άσκησης της αγωγής, μίσθωμα δεν τελούσε σε δυσαναλογία τέτοια με εκείνο που μπορούσε, υπό καθεστώς ελεύθερης μίσθωσης, να επιτευχθεί, ώστε να δικαιολογείται η εφαρμογή της ΑΚ 288, ήτοι 1) 47 μισθωτήρια, 2) το από 8-4- 2004 μήνυμα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της νομικής συμβούλου της αρχικά συμβαλλόμενης γερμανικής εταιρείας, μητρικής της ήδη αναιρεσίβλητης, 3) την .../1-11-2013 ένορκη βεβαίωση, ενώπιον του συμβολαιογράφου Κ., του Διευθυντή Ανάπτυξης του δικτύου της αναιρεσίβλητης Δ. Α., που λήφθηκε στο πλαίσιο άλλης δίκης (και συνεπώς, δεν αποτελεί το ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο του άρθρ. 339 ΚΠολΔ, αλλά λαμβάνεται υπόψη προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων), 4) τους ετήσιους ισολογισμούς της εταιρείας "... .........." για τις χρήσεις των ετών 2011 και 2012 και 5) τα αναφερόμενα στις σελίδες 92 έως 94 του δικογράφου της αναίρεσης της "... AΕ" λοιπά έγγραφα που προσκόμισε η τελευταία, καθώς και τη .../9-4-2014 έκθεση εκτίμησης -έρευνα αγοράς της "..." που προσκόμισε η Τράπεζα. Από τη βεβαίωση, όμως, που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη "...όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι..." (28η σελίδα αυτής), για μερικά από τα οποία μάλιστα έγινε ειδική αναφορά και αξιολογήθηκαν, χωρίς να παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, στην οποία γίνεται και αξιολόγηση των συγκριτικών στοιχείων σε πρόσφορα και μη πρόσφορα, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα. Κατά συνέπεια, οι παρόντες λόγοι είναι αβάσιμοι.

 Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/ 2013, ΑΠ 94/2008), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κ.λπ. (ΑΠ 1530/2008, ΑΠ 559/2008, ΑΠ 141/2006). Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1455/2009, ΑΠ 94/ 2008). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 1418/2013), γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΑΠ Ολομ. 11/1996, ΑΠ 1150/2011, ΑΠ 421-425/2009). Σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, "πράγμα" είναι και η κατά το άρθρο 281 του ΑΚ ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος, κατά το οποίο η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος (ΑΠ Ολομ. 6/2016). Σε περίπτωση που η ένσταση αυτή στηρίζεται σε περισσότερα αυτοτελή πραγματικά περιστατικά, τα οποία, αν ληφθούν υπόψη συνολικά, προσδίδουν καταχρηστικό χαρακτήρα στο ασκούμενο δικαίωμα, τα αυτοτελή αυτά περιστατικά, συνδεόμενα με το σχετικό αίτημα του ενισταμένου (άρθρα 262, 269 και 527 ΚΠολΔ), αποτελούν το καθένα χωριστά "πράγματα" κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 8 του ΚΠολΔ (ΑΠ Ολομ. 88/1980, ΑΠ 1080/2012, ΑΠ 429/2010, ΑΠ 66/2008). Συνακόλουθα, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εξέταση της ένστασης καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος, παραλείπει να λάβει υπόψη και περιστατικά, που επικαλέστηκε ο ενιστάμενος, προς θεμελίωση της ένστασής του αυτής, τα οποία, μαζί με εκείνα που αυτός επικαλέστηκε και έλαβε υπόψη το δικαστήριο, καθιστούν βάσιμη την ένσταση, υποπίπτει στην πλημμέλεια του πιο πάνω άρθρου 559 αριθμ. 8 περ. β’ του ΚΠολΔ (ΑΠ 1109/2012).

 Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσείουσα "..... ΑΕ", με τον πέμπτο λόγο της αναίρεσής της, κατά το πρώτο και δεύτερο σκέλος του, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 περ. β’ ΚΠολΔ πλημμέλεια ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη 1) την ένστασή της του άρθρου 281 ΑΚ, για το ότι η άσκηση του αγωγικού δικαιώματος της μισθώτριας για την αναπροσαρμογή του μισθώματος ασκείται καταχρηστικά, που, επικουρικά, είχε προτείνει, παραδεκτά και νόμιμα, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, καθόσον το Εφετείο, όπου την επανέφερε με τον σχετικό τρίτο λόγο της έφεσής της, έλαβε υπόψη, με την προαναφερόμενη αιτιολογία του, περιστατικά διαφορετικά από εκείνα που θεμελίωναν την ιστορική βάση της, "παραμορφώνοντας" με τον τρόπο αυτόν το νοηματικό περιεχόμενό της και καταλείποντάς την, στην πραγματικότητα, αναπάντητη και 2) σε κάθε περίπτωση, όλα τα περιστατικά που είχε πρωτοδίκως προβάλει για τη θεμελίωση της ένστασής της αυτής και, ακολούθως, είχε επαναφέρει με την έφεσή της, ήτοι, όπως, κατά λέξη, αναγράφεται στο αναιρετήριο: "α. Η επίκληση εκ μέρους μας του από 27.7.2011 μηνύματος εσωτερικής ηλεκτρονικής αλληλογραφίας μεταξύ των μελών του Δ.Σ. της αναιρεσίβλητης και του Διευθυντή Ανάπτυξης Δικτύου της αναιρεσίβλητης, Δ. Α., στο οποίο οι τελευταίοι ρητώς και ειδικώς μνημονεύαν ως επιθυμητή αναλογία του μισθώματος επί του ετησίου κύκλου εργασιών εκάστου καταστήματος το 4% σε ετήσια βάση. Την επιστολή αυτή, που η ίδια η αναιρεσίβλητη είχε προσκομίσει σε παλαιότερη αντιδικία της με την άλλη εταιρία των μετόχων μας ......... προσκομίσαμε μετ’ επικλήσεως σε αμφότερους τους βαθμούς δικαιοδοσίας. Περαιτέρω επικαλούμασταν ότι στην ένδικο περίπτωση η αναλογία του μισθώματος που κατέβαλλε η αναιρεσίβλητη σε ετήσια βάση επί του κύκλου εργασιών του καταστήματος, όπως τον συνομολογούσε στην ένδικο αγωγή της, διαμορφωνόταν σε 4.34% ετησίως, δηλαδή κινούταν σε επίπεδα ελάχιστα υψηλότερα από εκείνα που η ίδια η διοίκηση της αναιρεσίβλητης ανέφερε ως "επιθυμητά" το καλοκαίρι του 2011, δηλαδή σε χρόνο καθ’ ον ήδη είχε ενσκήψει η οικονομική κρίση. β. Η σαφής και ενδελεχής εκ μέρους μας επίκληση του γεγονότος ότι στο πλαίσιο της ένδικης σύμβασης το μηνιαίο οικονομικό αντάλλαγμα υπόκειτο σε αναπροσαρμογή με βάση το μαθηματικό τύπο του όρου 7 (το περιεχόμενο του οποίου παρατίθεται αυτούσιο στην ένδικο σύμβαση). Η εφαρμογή του εν λόγω μαθηματικού τύπου απέληγε κατά τους μήνες Απρίλιο 2011, Απρίλιο 2012 και Απρίλιο 2013 σε μικρές αυξήσεις (αλλά πάντως αυξήσεις) 3,50%, 2,68% και 1,16% (ήτοι: 2.668,09 €, 2.114,50 € και 939,76 €, αντίστοιχα), τις οποίες και συνομολόγησε και αποδέχθηκε η αντίδικος, συνεχίζοντας να καταβάλλει αυτές αδιαμαρτύρητα και εμπρόθεσμα, συνομολογώντας ότι το μηνιαίο οικονομικό αντάλλαγμα το οποίο κατέβαλλε ήταν και εύλογο και ανταποκρινόμενο πλήρως στην αξία των υπηρεσιών μας, οι οποίες βεβαίως δεν περιοριζόταν ως εδείχθη στην παραχώρηση της χρήσης του επίδικου ακινήτου, αλλά αφορούσαν προεχόντως την εξαγορά της υποδειχθείσας έκτασης και την κατασκευή του έργου. γ. Το έτος 2010 με το άρθρο 17 Ν. 3852/2013 χορηγήθηκε από το νομοθέτη η δυνατότητα στους μισθωτές να καταγγείλουν τις εμπορικές μισθώσεις υπό εξαιρετικά ευνοϊκές προϋποθέσεις και μάλιστα ακόμη σε περίπτωση που είχαν παραιτηθεί από το δικαίωμα αυτό. Μάλιστα η κατά 100% θυγατρική της αντιδίκου και εν τοις πράγμασι ταυτιζόμενη μαζί της... ως νομικό πρόσωπο, ... Α. Ε. χρησιμοποίησε τη διάταξη αυτή ως επικουρική νομική βάση της από 16.11.2011 καταγγελίας της. Σημειώνεται ότι το δικαίωμα το οποίο παρείχε η άνω διάταξη τελούσε υπό προθεσμία και συγκεκριμένα έπρεπε να ασκηθεί μέχρι τις 31.12.2012, προθεσμία η οποία παρατάθηκε μέχρι τις 31.12.2013 με το άρθρο 6 της από 18.12.2012 Π.Ν.Π. (ΦΕΚ Α’ 246/18.12.2012), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του Ν. 4128/2013 (ΦΕΚ Α’ 51/28.2.2013). Παρά το γεγονός ότι η εν λόγω δυνατότητα χορηγήθηκε από τον νομοθέτη με εξαγγελθέντα νομοθετικό σκοπό να διευκολύνει την αναπροσαρμογή των μισθωμάτων στις εμπορικές μισθώσεις, όπως εκθέτουμε στις επόμενες ενότητες, η αντίδικος κατέλειπε ολόκληρη την προθεσμία αυτή να παρέλθει άπρακτη, ενώ επιχείρησε να ασκήσει το αντίστοιχο δικαίωμά της για το κατάστημα που χρησιμοποιούσε η πλήρως ελεγχόμενη από την ίδια θυγατρική της με την από 16.11.2011 καταγγελία. Παρά το γεγονός (ότι) η εν λόγω διάταξη δεν ήταν δεκτική εφαρμογής στην περίπτωση της ένδικης σύμβασης, σε κάθε περίπτωση, ενόψει και της συστηματικής υποστήριξης εκ μέρους της αντιδίκου της αντίθετης εκδοχής στη διετή αντιδικία μεταξύ μας, η αποχή της από την άσκηση ανάλογου δικαιώματος ευλόγως μας δημιούργησε την πεποίθηση ότι ουδεμία αιτίαση διατηρούσε για το ύψος του μηνιαίου οικονομικού ανταλλάγματος του επίδικου ακινήτου. δ. Το γεγονός ότι το Νοέμβριο του 2011 η ελεγχόμενη σε ποσοστό 100% από την αναιρεσίβλητη, εταιρία ... ΑΕ επιχείρησε να καταγγείλει την, ταυτόσημη προς την ένδικο, σύμβαση της δεύτερης εταιρίας των μετόχων μας, ήτοι της ..., μνημονεύοντας, στην από 16.11.2011 καταγγελία της, ακριβώς το ικανοποιητικό ύψος των πωλήσεων της αντιδίκου στο ένδικο κατάστημα. Η δήλωση αυτή που έλαβε χώρα σε χρόνο κατά τον οποίο επίσης είχε ενσκήψει η οικονομική κρίση συνιστούσε πανηγυρική διακήρυξη της αναιρεσίβλητης για το γεγονός ότι οι πωλήσεις του καταστήματος ήταν απόλυτα ικανοποιητικές κατά το χρόνο εκείνο. Περαιτέρω, σύμφωνα με τα όσα η ίδια η αναιρεσίβλητη συνομολογούσε στη σ. 14 της ένδικης αγωγής της, ο κύκλος εργασιών του εδώ επίδικου καταστήματος ήταν πολύ πιο ικανοποιητικός. ε. Το γεγονός ότι η αντίδικος, διαρκούσης της κρίσης η ίδια η αναιρεσίβλητη στο πλαίσιο τροποποιητικών συμβάσεων που κατήρτισε για τα καταστήματα ... και .. να καταβάλλει πολύ υψηλότερα μισθώματα ως ποσοστό επί του ετησίου τζίρου από το οικονομικό αντάλλαγμα που καταβάλλει για το επίδικο. Ειδικότερα, όπως αναλυτικώς είχαμε επικαλεσθεί στο πλαίσιο της γενικής αντίκρουσης του ιστορικού της ένδικης αγωγής (η οποία, δια εσωτερικής παραπομπής στο δικόγραφο, συμπλήρωνε την ιστορική βάση της ένστασης) η αναιρεσίβλητη (δια της ... ....., την οποία απορρόφησε στις 6.3.2013) κατάρτισε με την εταιρία K. και την ... Τράπεζα το από 27,12.2012 τροποποιητικό μισθωτήριο... στο πλαίσιο του οποίου προβλέφθηκε η μείωση του μισθώματος του εν λόγω καταστήματός της στο ... της Αθήνας σε 73.704,95 €/μήνα ή 884.459,40 €/έτος, το οποίο είχε εμβαδόν 4.661 τ.μ. και το μίσθωμα ανερχόταν προ της μείωσης σε 122.841,58 €. Από την αναδρομή στους ετήσιους ισολογισμούς της εταιρίας ... ... (απορροφηθείσα από την αντίδικο στις 3.6.2013) κατά τις χρήσεις ..../2012 αποδεικνύεται ότι η εταιρία ... ...I, πραγματοποιούσε στη χρήση 2012 κατά την οποία έλαβε χώρα η μείωση, κύκλο εργασιών 13.935.870.72 € με ζημίες 2.858.953,81 € ... Για το εν λόγω κατάστημα δηλαδή η αντίδικος αποδέχθηκε να καταβάλλει μίσθωμα ύψους 6,3% επί του ετησίου τζίρου του καταστήματος (μίσθωμα 884.459,40 €/έτος επί τζίρου 13.935.870,72 €), στα τέλη του 2012 και δη ενόσω η οικονομική κρίση τελούσε σε πλήρη εξέλιξη. Να σημειωθεί ότι το συγκεκριμένο κατά 40% μειωμένο μίσθωμα του καταστήματος "... ....." εξακολουθεί να είναι κατά 46,5% υψηλότερο από το επίδικο μίσθωμα της ... Επιπλέον εκθέταμε πρωτοδίκως και επαναφέραμε νόμιμα κατ’ έφεση ότι και στο κατάστημα ...... έλαβε χώρα ανάλογη μείωση. Ειδικότερα, τόσο πρωτόδικα, όσο και κατ’ έφεση, επικαλεσθήκαμε ότι η απορροφηθείσα από την αντίδικο εταιρεία ... ... (πρώην ... ....) συμφώνησε τη μείωση του εκεί μισθώματος από το ποσόν των 140.000 €/μήνα, δεσμευόμενη μάλιστα για τη διατήρηση του στο ποσόν αυτό μέχρι τις 30.6.2015. Ότι σύμφωνα με το από 29.10.2010 μισθωτήριο των ανωτέρω εταιριών αποδεικνυόταν ότι για το εν λόγω κατάστημα η αντίδικος είχε αρχικώς συνομολογήσει μίσθωμα 202.310,77€, το οποίο σταδιακά μείωσε, εκμεταλλευόμενη την παθητικότητα του εκμισθωτή, ο οποίος τελικά πτώχευσε, σε 188.337,16 € με το από 29.10.2010 συμφωνητικό... και ήδη 140.000 €/μήνα σταθερό για μια τριετία από τις 13.7.2012. Ανατρέχοντας στους δημοσιευμένους ισολογισμούς της εν λόγω απορροφηθείσης τελικά από την αντίδικο εταιρίας για τις χρήσεις 2011, 2012... αποδεικνυόταν πλήρως ότι η τελευταία είχε πραγματοποιήσει κατά τις αντίστοιχες περιόδους κύκλο εργασιών για το 2011 26.410.744,38 € με καθαρές ζημίες μετά φόρων 1.786.928,39 € και για τη χρήση 2012, 29.545.518,69 € με ζημίες 1.912.912,05 €. Με λίγα λόγια καταλήγαμε το μίσθωμα που αποδέχθηκε να καταβάλλει η αντίδικος με βάση το πρόσφατο από 13.7.2012 συμφωνητικό για το εν λόγω κατάστημα αντιστοιχούσε σε 5,6% του κύκλου εργασιών που πραγματοποίησε κατά τη χρήση 2012 κατά την οποία και το κατήρτισε. Το συνολικά κατά 44% μειωμένο μίσθωμα του καταστήματος ... ....... εξακολουθεί να είναι κατά 30% υψηλότερο από το επίδικο μίσθωμα της ...". Ο λόγος αυτός, κατά τα ερευνώμενα δύο σκέλη του, είναι, προεχόντως, απαράδεκτος, διότι 1) το Εφετείο, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης, έλαβε υπόψη την ένσταση αυτή και την απέρριψε, ρητά, ως ουσιαστικά αβάσιμη και 2) τα επικαλούμενα περιστατικά που, κατά την αναιρεσείουσα, δεν λήφθηκαν υπόψη από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν συνιστούν "πράγματα" που καθιστούν, το καθένα χωριστά ή όλα μαζί, καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος της μισθώτριας για αναπροσαρμογή του μισθώματος, αλλά συνιστούν επιχειρήματα που στηρίζουν τον σχετικό λόγο έφεσης, ο οποίος, μετά την εξέτασή του, απορρίφθηκε και, συνεπώς, η μη λήψη αυτών από το Εφετείο δεν ιδρύει τον προβλεπόμενο, από την παραπάνω διάταξη, αναιρετικό λόγο.

 Αν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς σε δύο ή περισσότερες ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, εφόσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται καθόλου ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά με ειδικό λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θα απορριφθεί ως αλυσιτελής, κατ’ άρθρ. 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, καθόσον απευθύνεται κατά μίας από τις δύο κ.λπ. αιτιολογίες, δεδομένου ότι η μη πληττόμενη αποτελεσματικά αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης. Δηλαδή, σε περίπτωση διαδοχικής αιτιολογίας, χρειάζεται η προσβολή με επιτυχία όλων των αιτιολογιών που στηρίζουν το διατακτικό (καθεμίας αυτοτελώς) της προσβαλλόμενης απόφασης για την αναίρεση της τελευταίας (ΑΠ Ολομ. 25/2003, ΑΠ 675/2013, ΑΠ 1835/2007). Αλυσιτελείς είναι, επίσης, και οι λόγοι της αναίρεσης που πλήττουν πλεοναστικές αιτιολογίες (ΑΠ 1008/2007).
Στην παρούσα περίπτωση, με τον ίδιο πέμπτο λόγο της αναίρεσης της "... ΑΕ", κατά το τρίτο σκέλος του, προβάλλεται η περαιτέρω, από τον αριθμό 8 περ. α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτίαση ότι το Εφετείο, προκειμένου να απορρίψει την παραπάνω ένσταση του άρθρ. 281 ΑΚ και, συνακόλουθα, να δεχθεί την ένδικη αγωγή, έστω κατά ένα μέρος, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν από την αναιρεσείουσα αυτή. Συγκεκριμένα, το Εφετείο δέχθηκε ότι "...ούτε όφειλε να μη καταβάλλει τη συμφωνηθείσα αναπροσαρμογή πριν την έγερση της αγωγής, εφόσον σαφώς ορίζεται από την οικεία σύμβαση μίσθωσης η υποχρέωση αυτής (ενάγουσας) για καταβολή του μηνιαίου μισθώματος, αναπροσαρμοζόμενου ως άνω κατ’ έτος. Ούτε το τελευταίο είχε συμφωνηθεί κυμαινόμενο και δη σε ποσοστό επί του τζίρου αλλά σε σταθερό κατά το άνω ποσό... Άλλωστε το γεγονός της μη άσκησης του δικαιώματος για μακρό χρονικό διάστημα δεν αρκεί να καταστήσει την άσκηση αυτού καταχρηστική, εφόσον δεν συνοδεύεται από άλλα περιστατικά που να δημιουργούν την πεποίθηση στον υπόχρεο ότι ο δικαιούχος του δεν θα ασκήσει αυτό και τέτοια περιστατικά εν προκειμένω δεν υφίστανται...", ενώ η αναιρεσείουσα υποστηρίζει ότι δεν επικαλέστηκε, ως ιστορική βάση για τη θεμελίωση της εν λόγω ένστασής της, τα πιο πάνω περιστατικά. Ο λόγος αυτός, κατά το εξεταζόμενο σκέλος του, είναι, κυρίως, αλυσιτελής, γιατί πλήττει πλεοναστικές αιτιολογίες, που διατυπώθηκαν κατά την πορεία του δικανικού συλλογισμού του Εφετείου προς άντληση επιχειρημάτων υπέρ της κύριας αιτιολογίας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασής του, όπως μαρτυρά και η χρήση των λέξεων "ούτε" και "άλλωστε", ενώ και χωρίς αυτές τις αιτιολογίες στηρίζεται αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης.
Γ) Επί της ...26-5-2015 αίτησης αναιρέσεως της "... ΑΕ". Από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε αλλά όχι νόμιμα, ο Αρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην αντίθετη περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. γ’ και δ’ ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ’ άρθρο 575 εδάφ. β’ του ίδιου Κώδικα, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως, μετά το τέλος της συνεδρίασης, να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Κατά την έννοια της τελευταίας αυτής διάταξης, η αναβολή της υπόθεσης και η εγγραφή αυτής στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και, επομένως, δεν χρειάζεται νέα κλήτευση του διαδίκου. Προϋπόθεση, όμως, της εγκυρότητας της κλήτευσης αυτής, συνεπεία της αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ’ αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε επισπεύσει έγκυρα τη συζήτηση ή είχε νόμιμα και εμπρόθεσμα κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση ή είχε παραστεί νόμιμα κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και, συνεπώς, με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο. Διαφορετικά απαιτείται κλήτευσή του στη μετ’ αναβολή δικάσιμο.
Στην προκείμενη περίπτωση, από την ... /4-11-2015 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών Θ. Χ. που επικαλείται και προσκομίζει η αναιρεσείουσα "....... ΑΕ", η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της αναίρεσής της, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση ...26-5-2015 αίτησης αναιρέσεως με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο της 5-2-2016 που ορίστηκε αρχικά, επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, στη δεύτερη των αναιρεσιβλήτων "... ΑΕ", η οποία εκπροσωπήθηκε νόμιμα από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της κατά την παραπάνω δικάσιμο, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο για την παρούσα δικάσιμο της 21-10- 2016, χωρίς να απαιτείται νέα κλήτευση κατ’ αυτή της εν λόγω αναιρεσίβλητης. Κατά συνέπεια, αφού η πιο πάνω αναιρεσίβλητη δεν εμφανίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσε έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία της, ως προς την αναίρεση αυτή. Ο αναφερόμενος στο άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ όρος "ζητήματα", επί των οποίων η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση αιτιολογιών καθιστούν την απόφαση αναιρετέα, είναι ταυτόσημος του όρου "πράγματα", των οποίων η παρά το νόμο λήψη ή μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας ιδρύει λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 8 του ίδιου άρθρου. Ως "πράγματα", όπως έχει προεκτεθεί, νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση ή κατάλυση του ασκούμενου με την αγωγή ή την ένσταση δικαιώματος, όχι όμως και εκείνοι που ανάγονται στη βαρύτητα ενός αποδεικτικού μέσου και γενικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, στην ανάλυση και στάθμισή τους και την αιτιολόγηση του εξαγόμενου πορίσματος, που διατυπώθηκε στην απόφαση σαφώς. Δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την προαναφερόμενη έννοια, η επίκληση των αποδεικτικών μέσων και του περιεχομένου τους, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγος έφεσης ή ως αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ένστασης κ.λπ. και οι νομικοί ισχυρισμοί και η νομική επιχειρηματολογία (ΑΠ 545/2014, ΑΠ 1182/2012).
Στην ερευνώμενη περίπτωση, με τον μοναδικό λόγο αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η μισθώτρια-αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του: 1) εσφαλμένα προσδιόρισε την όποια ζημία της σε ποσοστό 20% μόνο και μάλιστα με αφετηρία το χρόνο άσκησης της ένδικης αγωγής, αν και η ίδια (μισθώτρια) ανέλαβε τον κίνδυνο συνομολόγησης του αρχικού μισθώματος κατά το χρόνο κατάρτισης της ένδικης σύμβασης μίσθωσης, η οποία αποτέλεσε και τη βάση για τον συμβατικό προσδιορισμό των μετέπειτα σταδιακών αναπροσαρμογών, ενώ, παρά το νόμο και εσφαλμένα, συγχέει το χρόνο έναρξης της υποχρέωσης αυτής (μισθώτριας) για καταβολή του αναπροσαρμοσμένου (μειωμένου) μισθώματος που, κατά την κρίση του, ανταποκρίνεται στο "ελεύθερο" με τον κατά 10 έτη προγενέστερο χρόνο ανάληψης από αυτήν του επιχειρηματικού κινδύνου, 2) ενώ δέχθηκε ότι, κατά την περίοδο της οικονομικής κρίσης μέχρι την άσκηση της υπό κρίση αγωγής, όλα τα ειδικά μακροοικονομικά και μικροοικονομικά μεγέθη που επηρεάζουν την πορεία και τα οικονομικά αποτελέσματα της επιχείρησής της κινήθηκαν πτωτικά με μείωση που κυμάνθηκε μεταξύ 25% και 54,90%, εντούτοις, χωρίς καμία ειδικότερη αιτιολογία, μείωσε το κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής καθαρό συμφωνημένο μίσθωμα των 81.953,61 ευρώ κατά ποσοστό 20% μόνο, 3) αν και δέχεται ότι, μετά τη διακοπή των εργασιών του καταστήματος "..." που λειτουργούσε στην περιοχή, κοντά στο επίδικο μίσθιο και την παύση της λειτουργίας του καταστήματος αυτού το φθινόπωρο του έτους 2011 και, συνακόλουθα, την αυτονόητη απορρόφηση της πελατείας του από το επίδικο, ο κύκλος εργασιών του τελευταίου εξακολούθησε να μειώνεται κατά ποσοστό 40% περίπου σε σχέση με τη χρήση 2008-2009, δεν συνεκτίμησε ότι οι παραδοχές αυτές, κατά λογική αναγκαιότητα, οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η πτώση του κύκλου εργασιών του επίδικου καταστήματός της θα ήταν ακόμα μεγαλύτερη, αν δεν είχε λάβει χώρα η διακοπή της λειτουργίας του παραπάνω καταστήματος, 4) δέχθηκε, αντιφατικά, ότι το μίσθωμα πρέπει να μειωθεί κατά ποσοστό 20% μόνο, ενώ, κατά τις προηγούμενες παραδοχές της απόφασης, ο κύκλος εργασιών του καταστήματός της κατά τη χρήση 2012-2013 έχει μειωθεί κατά 40% σε σχέση με τη χρήση 2008-2009 και ο κύκλος εργασιών του κλάδου "..." έχει σημειώσει κάμψη 54,90%, 5) μολονότι δέχθηκε ότι οι νέες μισθώσεις, κυρίως μεγάλων ακινήτων, είναι περιορισμένες με συμφωνημένα μισθώματα χαμηλότερα κατά 20%-35% σε σύγκριση με τα μισθώματα πριν από το έτος 2011, δεν κατέληξε σε ένα συγκεκριμένο πόρισμα αναφορικά με το μηνιαίο μίσθωμα που μπορούσε να επιτευχθεί συμβατικά υπό καθεστώς ελεύθερης μίσθωσης, 6) αν και διέλαβε ότι "...το ένδικο μίσθιο βρίσκεται... προσαρμοσμένο στις ανάγκες και απαιτήσεις της μισθώτριας...", δεν αιτιολογεί γιατί το κριτήριο αυτό είναι αναγκαίο για την εκτίμηση αν υφίστατο ουσιώδης απόκλιση μεταξύ του εύλογου μισθώματος που επιβάλλεται από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και του καταβαλλόμενου και για το αν συντρέχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της μεταβολής των συνθηκών και της ουσιώδους απόκλισης του μισθώματος, 7) διέλαβε αντιφατικές αιτιολογίες, δεχόμενο, αρχικά, ότι στην ευρύτερη περιοχή δεν υπάρχουν ακίνητα με αντίστοιχες προδιαγραφές, ενώ, στη συνέχεια, σε άλλο σημείο γίνεται δεκτό ότι υπάρχει ελεύθερο επαγγελματικό ακίνητο με εμβαδόν και προδιαγραφές που αντιστοιχούν στο επίδικο μίσθιο, ήτοι εκείνο που κατασκευάστηκε από την εταιρία "..." για τη λειτουργία του καταστήματος της "...ΑΕ" και 8) διέλαβε ελλιπείς αιτιολογίες, δεχόμενη ότι το ένδικο κατάστημα παρουσίασε τα καλύτερα οικονομικά αποτελέσματα σε σχέση με τα υπόλοιπα καταστήματα του ομίλου "....", χωρίς, κατ’ αρχάς, να αιτιολογεί την παραδοχή της αυτή με συγκριτική αναφορά στα οικονομικά αποτελέσματα των λοιπών καταστημάτων και, περαιτέρω, χωρίς να αιτιολογεί γιατί το κριτήριο αυτό είναι αναγκαίο για την εκτίμηση αν υφίστατο ουσιώδης απόκλιση μεταξύ του εύλογου μισθώματος που επιβάλλεται από την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη και του καταβαλλόμενου και για το αν συντρέχει αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της μεταβολής των συνθηκών και της ουσιώδους απόκλισης του μισθώματος. Όπως, όμως, προαναφέρθηκε (κατά την εξέταση των αντίστοιχων λόγων των αναιρέσεων της "... ΑΕ" και της "......ΑΕ") και προκύπτει από το περιεχόμενο της πληττόμενης απόφασης που προπαρατέθηκε, αυτή έχει νόμιμη βάση και δεν στερείται των απαιτούμενων αιτιολογιών, ως προς το κρίσιμο ζήτημα της αναπροσαρμογής του μισθώματος, κατ’ άρθρ. 288 ΑΚ, γιατί καλύπτεται, χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό του εφαρμοστέου εδώ πιο πάνω κανόνα ουσιαστικού δικαίου, τον οποίο η απόφαση αυτή δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση άλλων. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, από τον αριθμ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα-μισθώτρια προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, ως προς το παραπάνω ουσιώδες ζήτημα, είναι αβάσιμος. Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, κατά το μέρος που με αυτόν η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, το συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και για τη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το προεκτιθέμενο σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα, είναι, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στην αρχή της παρούσας σκέψης, απαράδεκτος. Σημειώνεται ότι στο αναιρετήριο (στη σελίδα 8) αναγράφεται ως αναιρετικός λόγος και ο προβλεπόμενος στον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, χωρίς, όμως, να αναφέρονται θεμελιωτικοί τούτου ισχυρισμοί και, συνεπώς, δεν στοιχειοθετείται τέτοιος λόγος, αφού η αναιρεσείουσα περιορίστηκε στην ενάριθμη μόνο επίκληση του αναιρετικού αυτού λόγου (άρθρ. 566 παρ. 1 και 118 εδάφ. 4 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, δεν κρίνεται αναγκαίο να αναβληθεί-ανασταλεί η συζήτηση της υπόθεσης, σύμφωνα με το άρθρο 249 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται, σε οριακές, πάντως, περιπτώσεις, και στην κατ’ αναίρεση δίκη (ΑΠ 896/2008, ΑΠ 941/1992-βλ., όμως, για το άρθρο 250 του ΑΚ, ΑΠ 529/2011, ΑΠ 18/2003), εωσότου εκδοθεί απόφαση από το παρόν Δικαστήριο επί των εκκρεμών, ενώπιον τούτου, δύο αντίθετων αναιρέσεων α) της προαναφερόμενης "...." και β) της εδώ αναιρεσείουσας, σχετικά με το ζήτημα του νομικού χαρακτηρισμού της επίδικης σύμβασης ως μισθωτικής ή μικτής, μετά και από όσα αναπτύχθηκαν προηγουμένως, αναφορικά με το ζήτημα αυτό και, συνεπώς, το συναφές αίτημα της πρώτης αναιρεσίβλητης-εκμισθώτριας "....... ΑΕ", που υπέβαλε με τις από 12-1-2016 έγγραφες προτάσεις της, είναι απορριπτέο ως ουσιαστικά αβάσιμο. Δ) Κατόπιν όλων αυτών, οι κρινόμενες αιτήσεις αναίρεσης πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή των παραβόλων, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείουσες, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδάφ. ε’ του ΚΠολΔ, όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ’ άρθρ. 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα, από 1-1-2016, ένδικα μέσα). Τέλος, οι αναιρεσείουσες που νικήθηκαν στη δίκη πρέπει να καταδικαστούν στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων, που κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά τους (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό, χωρίς να γίνεται λόγος για τη δεύτερη αναιρεσίβλητη "... ΑΕ" της ...2015 αίτησης αναιρέσεως, αφού αυτή ερημοδίκησε και, φυσικά, δεν υπέβαλε σχετικό αίτημα.

 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 Συνεκδικάζει τις από 14-5-2015, 25-5-2015 και 9-6-2015 και με αύξοντες αριθμούς κατάθεσης ...14-5-2015, ...26-5-2015 και ...15-6-2015, αντίστοιχα, αιτήσεις αναίρεσης των "... ΑΕ", ήδη "... ΑΕ", "... ΑΕ" και "... ΑΕ", αντίστοιχα, για αναίρεση της 511/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, διαδικασίας μισθωτικών διαφορών.
 Απορρίπτει τις αιτήσεις αυτές.
 Διατάζει την εισαγωγή των παραβόλων, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείουσες, στο δημόσιο ταμείο.
 Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των παριστάμενων αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για την κάθε αναίρεση.

1 σχόλιο:

  1. Για μισθώσεις για κατοικία ή για επαγγελματικό χώρο καλύτερα είναι να συμβουλευόμαστε ένα δικηγόρο για να μας ενημερώνει για τις πιο πρόσφατες αλλαγές επάνω στην μίσθωση ακινήτου

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Γραφή σχολίων σε greeklish σημαίνει διαγραφή τους!