Δευτέρα, 1 Οκτωβρίου 2018

Παράνομη βία, απειλή ακόμη κι όταν γίνεται κατάχρηση δικαιώματος.

Άρειος Πάγος, ΠοινΤμήμα ΣΤ', 232/ 2009, ΠοινΧρ Ξ 24.

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Εμμανουήλ Καλούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αιμιλία Λίτινα, Ανδρέα Τσόλια, Ιωάννη Παπουτσή - Εισηγητή και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Παράνομη βία. Σύμφωνα με τη νομολογία η απειλή είναι παράνομη και όταν ο δράστης έχει δικαίωμα να τελέσει το κακό αλλά ενεργεί καθ΄υπέρβαση του ά. 281 ΑΚ, χωρίς να απαιτείται να είναι αξιόποινη, αρκεί να είναι και απλώς ανήθικη ή απρεπής. Πραγματικά περιστατικά. Η κατηγορούμενη, η οποία είχε προσλάβει στην επιχείρησή της την εγκαλούσα, την εξανάγκασε με την απειλή της παράνομης απόλυσης να αναλάβει τη διαχείριση εταιρείας, συμφερόντων της ίδιας κατηγορουμένης. Αποτέλεσμα μάλιστα αυτής της απειλής ήταν η εγκαλούσα να υποστεί τις επιζήμιες συνέπειες της θέσης αυτής, όπως ποινικές διώξεις σε βάρος της για ασφαλιστικές εισφορές προς το ΙΚΑ. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Απορριπτέα η αναίρεση. Ορθή και αιτιολογημένη η απόφαση.

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, προκύπτει ότι η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` ΚΠοινΔ λόγον αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σ` αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα προκύψαντα από την ακροαματική διαδικασία πραγματικά περιστατικά, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο, αρκεί δε να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα γενικώς και κατά το είδος τους και χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τί προέκυψε από το καθένα χωριστά και να γίνεται αξιολογική συσχέτιση αυτών, αρκεί να συνάγεται ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα ανεξαιρέτως και όχι μόνο μερικά.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από το σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό της προσβαλλόμενης υπ` αρ. 13.385/2007 απόφασης, τα οποία ως ενιαίο σύνολο παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Θεσσαλονίκης, μετά από συνεκτίμηση όλων των αποδεικτικών μέσων που, κατ` είδος, μνημονεύει, εκήρυξε την αναιρεσείουσα ένοχη παράνομης βίας και της επέβαλε ποινή φυλάκισης δώδεκα (12) μηνών, την οποία ανέστειλε επί τριετία, δεχθέν ειδικότερα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "ότι η κατηγορουμένη διέπραξε την αξιόποινη πράξη της παράνομης βίας που αποδίδεται σ` αυτήν με το κατηγορητήριο, γιατί προέκυψε ότι στη .... τον Οκτώβριο του έτους 2001, με πρόθεση χρησιμοποιώντας απειλή παράνομης πράξης, εξανάγκασε άλλο σε πράξη για την οποία ο παθών δεν είχε υποχρέωση. Ειδικότερα με την απειλή της παράνομης απόλυσης από την επιχείρηση της, με την επωνυμία "..." στην οποία εργαζόταν η εγκαλούσα .... με σύμβαση εξηρτημένης εργασίας ως βοηθός λογιστή από το Σεπτέμβριο του έτους 1999, εξανάγκασε την εγκαλούσα να δεχθεί να αναλάβει τη διαχείριση της εταιρίας με την επωνυμία "... συμφερόντων της ίδιας (κατηγορουμένης) και εντεύθεν όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τη θέση του διαχειριστή και ιδίως τις ασφαλιστικές οφειλές προς το ΙΚΑ, ενώ τέτοια υποχρέωση η εγκαλούσα όντας απλή υπάλληλος δεν είχε. Η κατηγορουμένη εκδήλωσε ενδιαφέρον να εισαγάγει την εταιρία ".." στο χρηματιστήριο και έπρεπε να μην φαίνεται και ότι και στην εταιρία "...", που παρουσίαζε οφειλές στο Δημόσιο και το ΙΚΑ, λόγω δε του ότι τον Οκτώβριο του έτους 2001 ήρθε σε ρήξη με το συνεταίρο της και προηγούμενο διαχειριστή της "...", πρότεινε στην εγκαλούσα να αναλάβει τυπικά τη διαχείριση της εν λόγω εταιρίας, ενώ την ουσιαστική διαχείριση θα εξακολουθούσε να ασκεί η ίδια. Επειδή δε η εγκαλούσα αρνήθηκε την απείλησε πως θα την απολύσει και κάτω από την απειλή αυτή δέχθηκε η εγκαλούσα να εμφανιστεί ως τυπική διαχειρίστρια της εταιρίας, η οποία ας σημειωθεί εκείνο το χρονικό διάστημα αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα, λόγω του ότι μετά τον επισυμβάντα τον Ιανουάριο του έτους 2001 θάνατο του πατέρα της ανέλαβε τη δαπάνη διατροφής και της μη εργαζόμενης μητέρας της. Η ανάληψη της διαχείρισης εκ μέρους της εγκαλούσας είχε ως συνέπεια να ασκηθούν σε βάρος της ποινικές διώξεις για τις ασφαλιστικές οφειλές προς το ΙΚΑ που άγγιζαν το ποσό 280.000 ευρώ και να καταδικασθεί αυτή σε πρώτο βαθμό με τις υπ. αριθμ. 30.677/2006 και 30.675/2006 αποφάσεις του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, σε δεύτερο δε βαθμό να αθωωθεί με τις, υπ. αριθμ. 6869/2007 και 6867/2007 αποφάσεις του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης, δεχόμενο το Δικαστήριο στις τελευταίες δύο αποφάσεις, πως εν τοις πράγμασι διαχειρίστρια της εταιρίας "..", ήταν η κατηγορουμένη η οποία και εξανάγκασε με την απειλή της παράνομης απόλυσης την εγκαλούσα να εμφανισθεί ως διαχειρίστρια της εταιρίας. Χαρακτηριστικό της συμπεριφοράς της κατηγορουμένης είναι και το γεγονός, ότι ενώ μαζί με την απειλή προς την εγκαλούσα της έδωσε και την υπόσχεση πως τα χρέη της "...", θα τα αναλάβει η ίδια, εν τούτοις το έτος 2004, βλέποντας πως οι επιχειρήσεις της ήταν ζημιογόνες εξαφανίστηκε και εγκαταστάθηκε στην ....., αδιαφορώντας τελείως για τις οφειλές προς το ΙΚΑ που τη βάρυναν και για τις οποίες θα καλούνταν να τις καταβάλει η εγκαλούσα, παρότι ουσιαστική ευθύνη δεν έφερε. Για την απειλή που δέχθηκε η εγκαλούσα σαφείς και πειστικές υπήρξαν οι καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας, ενώ το Δικαστήριο με βάση τη σχέση του μέσου που χρησιμοποιήθηκε προς τον επιδιωκόμενο σκοπό, κρίνει ότι η απειλή αυτή είναι και παράνομη, αφού η απειλούμενη πράξη, απόλυση της εγκαλούσας χωρίς λόγο, είναι αντίθετη προς επιτακτικό κανόνα δικαίου και καταχρηστική. Άλλωστε σύμφωνα και με τη νομολογία η απειλή είναι παράνομη και όταν ο δράστης έχει το δικαίωμα να τελέσει το κακό, αλλά ενεργεί καθ` υπέρβαση του άρθρου 281 ΑΚ (ΑΠ 618/1988 ΠΧ ΛΗ 737, και ΑΠ 1545/86 ΠΧ ΛΖ 370, ΑΠ 1347/84 ΠΧ ΛΕ 358, Μαγκάκης 532), χωρίς να απαιτείται να είναι αξιόποινη, αρκεί να είναι και απλώς ανήθικη ή απρεπής (Μπουρόπουλος β` 563) και γενικά να αποδοκιμάζεται από την κοινωνική ηθική.  Μετά τις παραπάνω παραδοχές, η κατηγορουμένης πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της πράξης που της αποδίδεται". 
Με αυτά που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, διέλαβε την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τις διατάξεις και τους νομικούς συλλογισμούς, με βάση τους οποίους υπήγαγε τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1α, 27 παρ. 1 και 330 Π.Κ., τις οποίες εφάρμοσε. Αβασίμως υποστηρίζεται ότι το σκεπτικό και το διατακτικό είναι απλή επανάληψη του κατηγορητηρίου, καθόσον ειδικά στο σκεπτικό της προσβαλλομένης, διελαμβάνονταν πραγματικά περιστατικά πέραν των αναφερομένων στο κατηγορητήριο, επιπρόσθετα αναφέρονται και αναλύονται με σαφήνεια πραγματικά περιστατικά από τα οποία προκύπτει ότι η κατηγορουμένη, η οποία είχε προσλάβει στην επιχείρησή της, με την επωνυμία "...", την εγκαλούσα ...., με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και συγκεκριμένα ως βοηθό λογιστή, την εξανάγκασε, με την απειλή της παράνομης απόλυσης, να αναλάβει τη διαχείριση της εταιρείας με την επωνυμία "...", συμφερόντων της ίδιας της κατηγορουμένης και αιτιολογείται πλήρως γιατί το έκανε αυτό, καθώς και ότι, σαν αποτέλεσμα αυτής της απειλής, η εγκαλούσα εξαναγκάσθηκε να αναλάβει τη διαχείριση αυτή και να υποστεί της επιζήμιες συνέπειες της θέσης αυτής όπως ποινικές διώξεις σε βάρος της για ασφαλιστικές εισφορές προς το Ι.Κ.Α. της ως άνω εταιρείας.

 Οι λοιπές αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, γιατί πλήττουν την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας. Επομένως, ο μοναδικός, εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` Κ.Π.Δ., λόγος της ένδικης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλονται αντίθετες αιτιάσεις, είναι αβάσιμος. Πρέπει, λοιπόν, η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρ. 583 παρ. 1 Κ.Π.Δ.).

                           ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 Απορρίπτει την υπ` αρ. 43/2008 αίτηση της ...., για αναίρεση της υπ` αρ. 13.385/2007 απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Θεσσαλονίκης.
 Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα εκ διακοσίων είκοσι (220) ευρώ.
Δημοσίευση σχολίου