Τρίτη, 23 Οκτωβρίου 2018

Ανακοπή, απαράδεκτο, έννομο συμφέρον.

Εφετείο Αθηνών 2202/ 1990, Δίκη 1991.523.
  
Δικαστές: Ε. Σεργάκης, Α. Μάρακας, Β. Χασαπογιάννης -εισηγητής. 

Περίληψη. Δικονομία πολιτική. Εκτέλεση. Ανακοπή κατά πράξεων εκτελέσεως. Απαράδεκτη αν οι  συγκεκριμένες πράξεις  έχουν  προσβληθεί  με  προηγούμενες  ανακοπές.  Προσβολή  προγράμματος  πλειστηριασμού  με  ανακοπή.  Έλλειψη  εννόμου συμφέροντος εκ των  υστέρων εάν στο μεταξύ    έγινε ο πλειστηριασμός και κρίθηκε  τελεσίδικα  σε  άλλη  δίκη  το κύρος του, και τούτο ανεξάρτητα αν ο νέος πλειστηριασμός δεν πρόκειται να στηριχθεί στο ίδιο πρόγραμμα.

 Με την από 17.6.1987 ανακόπητης, επι της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, η εκκαλούσα ζήτησε, για  τους αναφερόμενους σ` αυτήν λόγους, να κηρυχθεί άκυρη η διαδικασία της σε βάρος της επισπευδόμενες από την εφεσίβλητη - καθής η ανακοπή και στην ανακοπή προσδιοριζόμενης αναγκαστικής εκτέλεσης. Επί της εν λόγω ανακοπής εκδόθηκε η 1587/1988 οριστική απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε κατ` ουσίαν. Κατά της απόφασης αυτής η ανακόπτουσα παραπονείται με την από 31.7.1989 έφεσή της για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και ζητεί την εξαφάνισήτης, προς το σκοπό παραδοχής της ανακοπής της.

Το άρθρο 935 ΠολΔ ορίζει οτι "λόγοι ανακοπής που είναι γεννημένοι και μπορούν να προταθούν στη δίκη της ανακοπής σύμφωνα με το άρθρο 933, είναι απαράδεκτοι όταν προταθούν σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη δίκη όπου ανακύπτει ζήτημα κύρους της εκτέλεσης". Κατά την ορθή έννοια της διάταξης αυτής, εφόσον ασκήθηκε ανακοπή εναντίον ορισμένης πράξης της διαδικασίας της εκτέλεσης, πρέπει με το δικόγραφο αυτής (ή με το δικόγραφο των πρόσθετων λόγων) να προταθούν όλοι οι λόγοι που έχουν γεννηθεί και μπορούν να προβληθούν. Και αν ακόμη υπάρχει προθεσμία από το άρθρο 934 ΠολΔ για την άσκηση νέας ανακοπής κατά της ίδιας πράξης, δεν είναι δυνατόν να προταθούν μ` αυτήν οι λόγοι που είχαν γεννηθεί και μπορούσαν να προταθούν με την προηγούμενη ανακοπή. Επίσης σε οποιαδήποτε μεταγενέστερη δίκη όπου ανακύπτει θέμα κύρους ορισμένης πράξης της εκτελεστικής διαδικασίας, κατά της οποίας (πράξης) έχει ήδη ασκηθεί ανακοπή του άρθρου 933 ΠολΔ, δεν είναι δυνατόν να προταθούν νέοι λόγοι ακυρότητας, πολύ δε περισσότερο δεν μπορούν με νέα ανακοπή να εισαχθούν λόγοι ακυρότητας της ίδιας πράξης εκτέλεσης, που έχουν εισαχθεί με προηγούμενη ανακοπή του ίδιου ανακόπτοντος και ανεξάρτητα από την περάτωση (τελεσίδικη ή όχι) της δίκης που ανοίχθηκε με την προηγούμενη αυτή ανακοπή. Το απαράδεκτο δε αυτό λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο, γιατί αποβλέπει στην ασφάλεια στην ασφάλεια των συναλλαγών, που ενδιαφέρει και τους τρίτους (Μπρίνια, Αναγκαστική εκτέλεση, εκδ.  Β`, άρθρ. 935 σελ. 478 επ. Φραγκίστα - Φαλτσή, Δίκαιο αναγκαστικής εκτελέσεως εκδ. Β`, παρ. 41 σελ 319. ΕΦΑΘ 2642/ 74 ΝοΒ 23, 54, με σύμφωνα σχόλια Μπρίνια).

Εξάλλου από το συνδυασμό των άρθρων 68, 262 παρ. 2 και 933 παρ. 1 ΠολΔ, συνάγεται ότι για την άσκηση ανακοπής κατά της εκτέλεσης απαιτείται να έχει ο ανακόπτων και έννομο συμφέρον, που υπάρχει όταν με την αναγκαστική εκτέλεση που επισπεύδεται επηρεάζεται η θέση και γενικότερα συγκεκριμένο συμφέρον του ανακόπτοντος (Μπρίνιας, ο.π. άρθρ. 933 παρ. 155, σελ 426 Πρβλ. ΑΠ 337/ 55 ΕΕΝ 22, 733. ΕφΑΘ 899/ 72 Αρμ. 26,635 = ΑρχΝ ΚΓ`, 469). Αν το έννομο συμφέρον, που τυχόν υπάρχει κατά την άσκηση της ανακοπής, εκλείψει κατά τη διάρκεια της εκκρεμοδικίας αυτής, απορρίπτεται η ανακοπή ως απαράδεκτη (Μπέη, Η ανίσχυρος διαδικαστική πράξις παρ. 6 ΙΙ 2 ιε`σελ 250. Του ίδιου, ΠολΔ 68 ΙV 9 σελ· 374. ΑΠ 716/54 ΝοΒ 3,16).

Στην προκειμένη περίπτωση η απο 17.6.1987 ανακοπή με αριθ. κατάθεσης 6924/22.6.1987, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, στρέφεται κατά των πράξεων της αναγκαστικής εκτέλεσης που κατά τα άρθρα 1294, 1295 ΑΚ και 993 παρ. 1 ΠολΔ επισπεύδεται από την εφεσίβλητη - καθής τράπεζα σε βάρος της εκκαλούσας - ανακόπτουσας, ως μη προσωπικώς ενεχόμενης τρίτης που νέμεται όμως με νόμιμο τίτλο το σ` αυτήν αναφερόμενο και με προσημείωση υπόθηκης βαρυνόμενο ακίνητο, για την ικανοποίηση εμπραγμάτως ασφαλισμένης χρηματικής απαίτησης της πρώτης κατά της (αρχικής κυρίας του εν λόγω ακινήτου και δικαιοπαρόχου ως προ αυτό της ανακόπτουσας) οφειλέτιδας Κ.Σ., δηλαδή στρέφεται κατά α) της κοινοποιηθείσας και στην εκκαλούσα κατά τα άρθρα 1295 ΑΚ και 993 παρ. 1 β`ΠολΔ από 24.2.1987 επιταγής της εφεσίβλητης προς εκτέλεσης της 10607/1985 διαταγής πληρωμής του δικαστή του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, β) της 3686/6.3.1987 έκθεσης κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Σ.Α. γ) του 3687/11.3.1987 προγράμματος πλειστηριασμού του ίδιου δικαστικού επιμελητή και δ) του 3709/2.6.1987 Α` επαναληπτικού προγράμματος του αυτού δικαστικού επιμελητή.

Από τα επικαλούμενα όπως και νομίμως προσκομιζόμενα απ` τους διαδίκους έγγραφα και από όσα αυτοί συνομολογούν προκύπτει ότι η ανακόπτουσα, προβάλλοντος του ίδιους ακριβώς με εκείνους που περιέχονται στην ένδικη ανακοπή ακυρωτικούς λόγους, είχε ασκήσει προηγούμενως κατά μεν της παραπάνω επιταγής προς πληρωμής την από 10.3.1987 και με αριθ. κατάθεσης 2762/10.3.1987 ανακοπή, επι της οποίας εκδόθηκε η απορριπτική αυτής 6509/1987 οριστική απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών και μετά από έφεση της ανακόπτουσας κατ` αυτής η 4108/1988 απόφαση του εφετείου Αθηνών, με την οποία εξαφανίστηκε η εν λόγω πρωτόδικη απόφαση και διατάχθηκε κατ` άρθρ. 245 παρ. 1 ΠολΔ η αυτοπρόσωπη εμφάνιση των διαδίκων στο ακροατήριο του εφετείου για την υποβολή ερωτήσεων και την παραχή σχετικών διασαφήσεων και η κατά τη νέα συζήτηση της υπόθεσης προσκομιδή αναφερόμενων σ` αυτήν εγγράφων κατά δε των λοιπών πιο πάνω πράξεων εκτέλεσης (εκτός από το 3709/1987 πρόγραμμα πλειστηριασμού) την από 10.5.1987 και με αριθ. κατάθεσης 5545/18.5.1987 ανακοπή, επί της οποίας έχει εκδοθεί η απορριπτική αυτής 1585/1988 οριστική απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν προκύπτει αν έχει γίνει τελεσίδικη. Μετά δε την άσκηση της ένδικης ανακοπής η εκκαλούσα άσκησε και την από 9.7.1987 και με αριθ. κατάθεσης 7870/10.7.1987 ανακοπή της κατά του με βάση το 3709/1987 επαναληπτικό πρόγραμμα διενεργηθέντος την 1.7.1987 πλειστηριασμού του επιδίκου ακινήτου της, για τον οποίο συντάχθηκε η 31347/1.7.1987 πλειστηριασμού του επιδίκου ακινήτου της, για τον οποίο συντάχθηκε η 31347/1.7.1987 έκθεση της υπαλλήλου του πλειστηριασμού συμβολαιογράφου Κ.Κ. και κατά τον οποίο αναδείχθηκε υπερθεματίστρια η εφεσίβλητη επισπεύδουσα τράπεζα, που μετέγραψε νομίμως στις 5.2.1988 στα οικεία βιβλία του υποθηκοφυλακείου Αθηνών τη σχετική 32666/2.2.1988 περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης. Επί της τελευταίας αυτής ανακοπής εκδόθηκε η 10783/1987 απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, που την απέρριψε και, μετά από άσκηση έφεσης κατά της τελευταίας απόφασης εκ μέρους της ήδη εφεσίβλητης, η 14542/1988 απόφαση του παρόντος εφετείου, η οποία εξαφάνισε την απόφαση αυτή του πιο πάνω μονομελούς πρωτοδικείου και, δικάζοντας επί της ανακοπής, απέρριψε αυτήν.
Κατά της εν λόγω εφετειακής απόφασης έχει ασκηθεί από την ήδη εκκαλούσα αναίρεση στον Άρειο Πάγο, που παραμένει εκκρεμής. Κατά συνέπεια και ανεξάρτητα 1) από το κατ`άρθρ. 934 παρ. 1 εδάφ. α` ΠολΔ εμπρόθεσμο ή μη της ένδικης με αριθ. 6924/22.6.1987 ανακοπής αναφορικά με την προσβαλλόμενη (και) μ` αυτήν πιο πάνω επιταγή προς πληρωμή και 2) από την περάτωση (τελεσίδικη ή όχι) των δικών που ανοίχθηκαν με τις δύο προηγούμενες με αριθ. 2762/10.3.1987 και 5545/18.5.1987 ανακοπές άρθρου 933 ΠολΔ της εκκαλούσας, η με τους ίδιους ακριβώς λόγους ανακοπή, επί της οποία εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, ήταν κατ` άρθρ. 935 ΠολΔ απαράδεκτη όσον αφορά τις μ` αυτήν προσβαλλόμενες και προηγούμενες του 3709/1987 Α`επαναληπτικού προγράμματος πράξεις εκτέλεσης, εφόσον οι πράξεις αυτές είχαν κατά τα προεκτεθέντα προσβληθεί για τους ίδιους λόγους ακυρότητας με τις πιο πάνω δύο προηγούμενες ανακοπές. Η ίδια με αριθ. 6924/1987 ανακοπή ήταν απαράδεκτη και καθόσον αφορά το ανακοπτόμενο μ` αυτήν επαναληπτικό  πρόγραμμα με αριθ. 3709/1987, για έλλειψη εννόμου συμφέροντος της ανακόπτουσας, α) διότι η ενδεχόμενη ακύρωση του προγράμματος αυτού δεν προκαλεί αυτοδικαίως (και χωρίς εμπρόθεσμη άσκηση νέας ανακοπής κατά του πλειστηριασμού ) ακυρότητα του επακολουθήσαντος εδώ πλειστηριασμού, ο οποίος άλλωστε επικυρώθηκε ήδη με την πιο πάνω 14542/1988 απόφαση του εφετείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε τελεσιδίκως η κατ` αυτού (πλειστηριασμού) ανακοπή της εκκαλούσας, ενώ δεν είναι πλέον δυνατή η εμπρόθεσμη και παραδεκτή κατά τα άρθρα 934 παρ. 1 εδάφ. γ`και 935 ΠολΔ άσκηση νέας κατ` αυτού ανακοπής και β) διότι σε κάθε περίπτωση ο νέος πλειστηριασμός που ενδεχομένως θα διενεργηθεί στο μέλλον (άν τυχόν αναιρεθεί η τελευταία εφετειακή απόφαση και στη συνέχεια απορριφθεί η σχετική έφεση και επικυρωθεί η πρωτόβαθμη απόφαση με την οποία έγινε δεκτή η οικεία ανακοπή), δεν πρόκειται πια να στηριχθεί στο προσβαλλόμενο 3709/1987 επαναληπτικό πρόγραμμα, αλλά θα γίνει με βάση άλλο πρόγραμμα που μελλοντικά θα συνταχθεί.
Με αυτά τα δεδομένα πρέπει, με αυτεπάγγελτη ενέργεια του δικαστηρίου τούτου, να εξαφανιστεί η εκκαλούμενη απόφαση και ν` απορριφθεί ως απαράδεκτη η ένδικη ανακοπή, για την κατ` ουσίαν απόρριψη της οποίας παραπονείται η εκκαλούσα, εφόσον 1) δεν επιτρέπεται εδώ η κατά το άρθρο 534 ΠολΔ αντικατάσταση των αιτιολογιών της εκκαλούμενης, επειδή άγει σε διαφορετικό αποτέλεσμα ως προς το διατακτικό και 2) η παρούσα απόφαση είναι για την εκκαλούσα επωφελέστερη από την εκκαλούμενη (ΑΠ 3,4/76 ΝΟΒ 24,536. ΑΠ 657/76 ΝΟΒ 25,29. ΑΠ 1190/74 ΝΟΒ 23,729 κα) Η μεταξύ των διαδίκων δικαστική δαπάνη και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας πρέπει  να συμψηφιστεί ολικά, λόγω εύλογης αμφιβολίας αυτών ως προς την έκβαση της δίκης (άρθρ. 179, 183 ΠολΔ).
Δημοσίευση σχολίου