Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2018

Συμψηφισμός και καταλογισμός.

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Β1, 1067/ 2017, Δ.Ε.Ν 74 (2018).1136.

Πρόεδρος Χρυσούλα Παρασκευά, Εισηγητής Χρ. Κοσμίδης.

Περίληψη. Έννοια συμψηφισμού και αποτελέσματα κατ’ άρθρ. 440 ΑΚ – Πότε απαγορεύεται ο συμψηφισμός – Έννοια «καταλογισμού» ήδη καταβληθέντος ποσού σε οφειλόμενες μισθολογικές παροχές – Ο καταλογισμός λειτουργεί ως μηχανισμός αποτροπής της διπλής πληρωμής για τις ίδιες μισθολογικές παροχέςΕπιτρέπεται πάντοτε, χωρίς να προσκρούη στην απαγόρευση του άρθρου 664 ΑΚ.

1. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 440 ΑΚ, «Ο συμψηφισμός επιφέρει απόσβεση των μεταξύ δύο προσώπων αμοιβαίων απαιτήσεων, όσο καλύπτονται, αν είναι ομοειδείς κατά το αντικείμενο και ληξιπρόθεσμες». Και σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 664 ΑΚ, «Ο εργοδότης δεν μπορεί να συμψηφίσει οφειλόμενο μισθό σε απαίτησή του κατά του εργαζομένου, εφόσον ο μισθός αυτός είναι απολύτως αναγκαίος για τη διατροφή του εργαζομένου και της οικογένειάς του. Η απαγόρευση αυτή δεν ισχύει για το συμψηφισμό με απαίτηση που έχει ο εργοδότης λόγω ζημίας που του προξένησε ο εργαζόμενος με δόλο κατά την εκτέλεση της σύμβασης εργασίας». Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι είναι δυνατή η απόσβεση ομοειδών, ληξιπροθέσμων απαιτήσεων δύο προσώπων στην έκταση που καλύπτονται η μία με την άλλη, εφ' όσον το ένα πρόσωπο δηλώσει στο έτερο τη βούλησή του για το σκοπό αυτό. Ο κανόνας κάμπτεται, κατ' εξαίρεση, όταν πρόκειται για απαιτήσεις μισθολογικών παροχών. Τότε, ο συμψηφισμός τους με ανταπαίτηση του εργοδότη απαγορεύεται. Η απαγόρευση, όμως, ισχύει μόνο για το μέρος, ως προς το οποίο οι μισθολογικές παροχές ήθελε θεωρηθούν, σε συγκεκριμένη περίπτωση, απολύτως αναγκαίες για τη διατροφή του εργαζομένου και της οικογένειάς του. Πλήρης επαναφορά στον κανόνα επέρχεται όταν η ανταπαίτηση του εργοδότη απορρέει από ζημία, που του προξένησε δολίως ο εργαζόμενος κατά την παροχή της εργασίας. Πέραν τούτων, η απαγόρευση του συμψηφισμού δεν ισχύει και όταν πρόκειται για απαιτήσεις του εργαζομένου που δημιουργούνται μεν στο πλαίσιο λειτουργίας της συμβάσεως εργασίας, αλλά δεν είναι μισθολογικής φύσεως. Τέτοιες απαιτήσεις θεωρούνται εκείνες που έχουν χαρακτήρα αποκατάστασης, όπως η αποζημίωση που οφείλεται λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας (ΑΠ 943/10) ή λόγω μη αυτούσιας χορήγησης της ετήσιας άδειας αναπαύσεως (άρθρο 5 του ΑΝ 539/45).(παρ. 14).
Περαιτέρω, δεν συνιστά συμψηφισμό ο εκ μέρους του εργοδότη καταλογισμός ενός ήδη καταβληθέντος ποσού σε εισέτι οφειλόμενες μισθολογικές παροχές. Ειδικότερα, ως καταλογισμός νοείται η αφαίρεση από τον οφειλόμενο μισθό, οποιουδήποτε ποσού το οποίο έχει καταβληθεί ήδη στον εργαζόμενο είτε ως προκαταβολή των αποδοχών του είτε χωρίς νόμιμη αιτία (π.χ. από παραδρομή). Ο καταλογισμός λειτουργεί ως μηχανισμός αποτροπής της διπλής πληρωμής των ίδιων μισθολογικών παροχών και επιτρέπεται πάντοτε για λόγους ουσιαστικής δικαιοσύνης, χωρίς να προσκρούει στην απαγόρευση της ΑΚ 664 (ΑΠ 764/10).

2. Στην προκείμενη περίπτωση, απαντώντας το Μονομελές Εφετείο Αθηνών στον τρίτο λόγο έφεσης της εναγομένης, εκεί εκκαλούσας και ήδη αναιρεσείουσας, δέχθηκε τα ακόλουθα: Ότι η εναγομένη είχε προβάλει παραδεκτώς, με συνοπτική καταχώρηση στα πρακτικά της δημόσιας συνεδρίασης ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και ανάπτυξη στις προτάσεις της, τον ισχυρισμό ότι είχε καταβάλει προς τον ενάγοντα, εκεί εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο, το ποσό των 2.189,09 ευρώ, ως αποζημίωση για μη χορηγηθείσα άδεια αναπαύσεως των ετών 2011 και 2012, ενώ η άδεια αυτή είχε χορηγηθεί αυτουσίως. Ότι, κατά τον ισχυρισμό της εναγομένης, η εν λόγω καταβολή είχε γίνει εκ παραδρομής, ήτοι αχρεωστήτως, με συνέπεια αυτή να δικαιούται την αναζήτηση του ως άνω ποσού. Ότι τη σχετική ανταπαίτησή της, η εναγομένη την είχε προβάλει σε συμψηφισμό προς τις ένδικες απαιτήσεις του ενάγοντος για αποζημίωση (με προσαύξηση 100%) από μη χορηγηθείσα άδεια των ως άνω ετών (και του έτους 2013, εντός του οποίου λύθηκε η σύμβαση εργασίας). Ότι ο ισχυρισμός περί συμψηφισμού είναι μη νόμιμος, διότι οι μεν ένδικες απαιτήσεις του ενάγοντος αφορούν σε παροχές μισθολογικού χαρακτήρα, η δε ανταπαίτηση της εναγομένης δεν συνδέεται με ζημία την οποία ο ενάγων προκάλεσε σ' αυτήν δολίως κατά την παροχή της εργασίας. Κατόπιν αυτών, το Μονομελές Εφετείο έκρινε αβάσιμο τον τότε εξεταζόμενο λόγο έφεσης. Με την κρίση αυτή το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε και εφάρμοσε εσφαλμένα τις ουσιαστικές διατάξεις του άρθρου 664 ΑΚ, καθ’ όσον απέκλεισε άνευ ετέρου τη δυνατότητα συμψηφισμού των δύο απαιτήσεων, την οποία εξάρτησε μόνο από το ενδεχόμενο προελεύσεως της ανταπαίτησης του εργοδότη από δόλια και ζημιογόνο συμπεριφορά του εργαζομένου, παραβλέποντας το γεγονός ότι στη συγκεκριμένη περίπτωση η απαίτηση του ενάγοντος είχε αποζημιωτικό και όχι μισθολογικό χαρακτήρα και παραλείποντας να διερευνήσει κατά πόσο η ικανοποίηση της απαίτησης αυτής (εάν ήθελε θεωρηθεί ότι ήταν μισθολογική) ήταν απολύτως αναγκαία για τη συντήρηση αυτού και της οικογένειάς του. Επομένως, σύμφωνα με τα όσα έχουν ήδη εκτεθεί στην προηγούμενη σκέψη της παρούσας, ο τρίτος από τους λόγους της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνεται το σφάλμα αυτό και προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

3. Με τον πρώτο από τους λόγους της αιτήσεως προβάλλεται το παράπονο ότι το Μονομελές Εφετείο Αθηνών επιδίκασε στον ενάγοντα, εκεί εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσίβλητο, το ποσό των 1.232,79 ευρώ (μικτά) ως επίδομα αδείας του έτους 2013, παρά το γεγονός ότι η εναγομένη, εκεί εκκαλούσα και ήδη αναιρεσείουσα, είχε ισχυρισθεί ότι κατέβαλε προσηκόντως το οφειλόμενο για την αιτία αυτή ποσό στον τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντος και προς απόδειξη του ισχυρισμού της είχε επικαλεσθεί με τις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της τα συναφή παραστατικά, στα οποία υπήρχε ανάλυση ότι επί του ως άνω ποσού είχαν γίνει νόμιμες κρατήσεις (203,41+196,20+21,91 ευρώ) και είχε κατατεθεί το καθαρό υπόλοιπο (811,27 ευρώ). Και ότι εξ αυτού δημιουργείται ισχυρή αμφιβολία ως προς το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπ' όψη τα επικληθέντα αποδεικτικά στοιχεία. Ο εξεταζόμενος λόγος βρίσκει έρεισμα στη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ και είναι βάσιμος.

Παρατήρηση.  Σε πρόσφατη αίτηση αναστολής (2015) κατά ειρηνοδικειακής απόφασης, δυσμενούς για τον εντολέα μου, επί της οποίας έγινε δεκτή η αιτηθείσα από εμένα ανασταλτική της εκτελεστότητας προσωρινή διαταγή και η αίτηση αναστολής,  είχα επικαλεσθεί τα επόμενα: "Σύμφωνα με την νμλγ του Ακυρωτικού μας (βλ∙ ΑΠ 764/ 2010. Σε κανένα έργο της Επιστήμης δεν είναι καταχωρημένη η νμλγ αυτή!), «… Η ρύθμιση της διατάξεως του άρθρου 664 ΑΚ εισάγει μια μερική εξαίρεση (αναφέρεται στο άρθρο 440 ΑΚ, εξήγηση γράφοντος) απαγορεύοντας τον συμψηφισμό απαιτήσεων μισθού με ανταπαίτηση του μισθωτή, στο βαθμό που ο μισθός θεωρηθεί αναγκαίος για τη διατροφή του εκμισθωτή και της οικογένειας του. Με τον ως άνω συμψηφισμό όμως, δεν πρέπει να συγχέεται ο καταλογισμός ενός ποσού στο μισθό. Ειδικότερα, καταλογισμός είναι η έκπτωση από το μισθό ορισμένου μέρους του ή και ολοκλήρου του ποσού του, κατά το μέτρο που το ποσό αυτό εισπράχθηκε από τον εργαζόμενο. Πρόκειται δηλαδή για ένα μηχανισμό αποτροπής της διπλής πληρωμής του ποσού που καταλογίζεται στο μισθό, πράγμα που σημαίνει ότι το ποσό αυτό το έχει ήδη εισπράξει ο εργαζόμενος». Φυσικά! στο Εφετείο δεν έγινε δεκτός!! Σιγά μη τους πει ο Άρειος Πάγος πως να δικάζουν! Στις τραπεζικές διαφορές να δείτε τι γίνεται! Τα εφετεία και τα πρωτοδικεία έχουν περισσότερο κύρος και βαρύτητα από τον Άρειο Πάγο. Ουδεμία έκπληξη, στην Ελλάδα ζούμε.
Δημοσίευση σχολίου