Πέμπτη, 25 Οκτωβρίου 2018

αστυνομική προανάκριση και προκαταρκτική εξέταση, πολιτικώς ενάγων, αλλοδαποί, ηχορύπανση.

Γνωμοδότηση ΕισΠρωτΚέρκυρας 6/ 2014, ΠοινΧρ 2015.552.

Περίληψη. Ποινική Δικονομία. Ερωτήματα προς την Εισαγγελία. Α) Δικαιώματα πολιτικώς ενάγοντος κατά την αστυνομική προανάκριση και την προκαταρκτική εξέταση. Λήψη αντιγράφων από τον πολιτικώς ενάγοντα. Επί αστυνομικής προανάκρισης ο πολιτικώς ενάγων δικαιούται σε λήψη αντιγράφων από τη στιγμή που θα κληθεί σε απολογία ο «κατηγορούμενος». Επί προκαταρκτικής εξετάσεως το πρόσωπο που έχει δηλώσει δια της εγκλήσεως παράσταση πολιτικής αγωγής δεν προσλαμβάνει την ιδιότητα του διαδίκου και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να ασκήσει το εν λόγω δικαίωμα.
Β) Αλλοδαποί. Αυτόφωρη διαδικασία επί παραβάσεων του ν. 3386/2005 και του ά. 182 ΠΚ. Παράνομη είσοδος και έξοδος από τη χώρα. Επανέλευση στη χώρα αλλοδαπού καταχωρισμένου στον κατάλογο ανεπιθύμητων αλλοδαπών. Παραβίαση απαγόρευσης επιστροφής στη χώρα απελαθέντος σε εκτέλεση δικαστικής απόφασης αλλοδαπού. Υποχρέωση σύλληψης από τους ανακριτικούς υπαλλήλους και τα αστυνομικά όργανα, εφ’ όσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του αυτόφωρου. Επί των διαρκών εγκλημάτων το έγκλημα είναι «εν τω πράττεσθαι» μέχρι την άρση της παράνομης κατάστασης. Οι παραβάσεις του ά. 182 Παρ. 2 ΠΚ, του ά. 82 Παρ. 1, Παρ. 4 και του ά. 83 Παρ. 1 Περ. 1 του ν. 3386/2005 είναι στιγμιαία εγκλήματα. Αντιθέτως η παράβαση του ά. 182 Παρ. 1 ΠΚ (παραβίαση περιορισμών διαμονής) είναι διαρκές έγκλημα. Γ) Αλλοδαποί. Αποχή από την ποινική δίωξη. Αποχή από την ποινική δίωξη για απλές παραβάσεις του ν. 3386/2005, και ιδίως για αλλοδαπούς που στερούνται ταξιδιωτικών εγγράφων. Έγκριση Εισαγγελέως Εφετών. Η αποχή του Εισαγγελέως Πλημμελειοδικών από την άσκηση ποινικής δίωξης, κατ’ άρθρο 83§2 του ν. 3386/2005, φέρει δυνητικό χαρακτήρα και αφορά μόνο στο έγκλημα της παραγράφου 1 του ίδιου άρθρου και εξαρτάται από την έγκριση του Εισαγγελέως Εφετών. Δ) Πλημμελήματα ήσσονος σημασίας αρμοδιότητας μονομελούς πλημμελειοδικείου. Τηρείται η διαδικασία του αυτοφώρου; Ηχορύπανση. Επί επ’ αυτοφώρω καταλαμβανομένων κακουργημάτων ή πλημμελημάτων, ακόμα και ήσσονος σημασίας, καθίσταται υποχρεωτική η σύλληψη και η άμεση παραπομπή στο ακροατήριο του επ’ αυτοφώρω συλληφθέντος. Το αυτό ισχύει και για τον επ’ αυτοφώρω συλληφθέντα για ηχορύπανση λόγω παραβάσεως Υγειονομικής Διατάξεως. Ε) Σύνταξη ή μη έκθεσης εμφάνισης των υπόχρεων προς εμφάνιση προσώπων σε περίπτωση εκπρόθεσμης εκπλήρωσης της υποχρέωσής τους. Τα αρμόδια αστυνομικά όργανα δεν δικαιούνται να αρνηθούν τη σύνταξη εκθέσεως εμφανίσεως υπόχρεου προσώπου.

 Α) Με το πρώτο ερώτημα σας ζητάτε να διευκρινιστεί εάν σε περίπτωση αστυνομικής προανάκρισης ή προκαταρκτικής εξέτασης δικαιούται ο πολιτικώς ενάγων, ύστερα από αίτηση του, να λάβει επικυρωμένα αντίγραφα της δικογραφίας, εφό­σον πρώτα έχει ληφθεί απολογία του κατηγορουμένου κατά την αστυνομική προανάκριση ή ανωμοτί εξέταση του υπόπτου κατά την προκαταρκτική εξέταση.
Επί του ερωτήματος αυτού σας γνωρίζουμε τα εξής: Στο πρώτο σκέλος του ερωτήματος, όταν δηλαδή διενεργείται αστυνομική προανάκριση, η απάντηση προκύπτει από την συνδυασμένη ερμηνεία των άρ. 72, 101, 105 και 108 ΚΠΔ. Α­πό τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι ο πολιτικώς ενάγων δι­καιούται να λάβει αντίγραφα της δικογραφίας, από τη στιγμή που κληθεί σε απολογία ο κατηγορούμενος, δηλαδή «εκείνος στον οποίο αποδίδεται αξιόποινη πράξη» κατά την αστυνομι­κή προανάκριση. Το δεύτερο σκέλος του πρώτου ερωτήματος σας αποτέλεσε αντικείμενο κρίσης της Γνωμοδότησης του Ει­σαγγελέα του ΑΠ (Ν. Μαύρου) 4/2007 (ΠοινΔικ 2007, σελ. 849 = ΠοινΧρ 2008, σελ. 571), σύμφωνα με την οποία: «δεν μπορεί ... να έχει αναλογική εφαρμογή η διάταξη του άρ. 31 παρ. 2 ΚΠΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρ. 5 του Ν. 3346/2005, και για τον πολιτικώς ενάγοντα και να του παρέχεται ειδικότερα το δικαίωμα να λαμβάνει στο στάδιο της προκαταρκτικής εξέτασης αντίγραφα της δικογραφίας, τα οποία μπορεί να εξυπηρετήσουν βεβαιότατα άλλους σκοπούς (ενδεχομένως του διασυρμού του καταμηνυομένου) πριν να διερευνηθεί επαρκώς το καταγγελλόμενο γεγονός και προκύψουν οι επαρκείς ενδείξεις που απαιτούνται για την κίνηση της ποινικής δίωξης». Στην ίδια κατεύθυνση, η ΑΠ 1575/2012 (ΠοινΧρ 2013, σελ. 518 = ΝοΒ 2013, σελ. 767) έκρινε ότι: «ο νο­μότυπα δηλώσας με την έγκληση ή τη μήνυση ή και αργότερα πα­ράσταση πολιτικής αγωγής κατά την προκαταρκτική εξέταση δεν καθίσταται διάδικος και δεν έχει τα ίδια δικαιώματα, ύστερα από την κλήση του υπόπτου προς παροχή εξηγήσεων, που έχει ο πο­λιτικώς ενάγων, όταν ενεργείται προανάκριση ή κυρία ανάκριση, διότι τότε υπάρχει κατηγορούμενος».

Β) Με το δεύτερο ερώτημα σας ζητάτε διευκρινίσεις για την τήρηση της αυτόφωρης διαδικασίας στις παραβάσεις του Ν. 3386/2005 και του άρ. 182 ΠΚπου αφορούν αλλοδαπούς.
Επί του ερωτήματος αυτού σας γνωρίζουμε τα εξής: α) η παράνομη είσοδος στη χώρα και η παράνομη έξοδος από αυτή (άρ. 83 παρ. Ια του Ν. 3386/2005), β) η επανέλευση του αλλοδαπού που είναι καταχωρημένος στον κατάλογο ανεπι­θύμητων αλλοδαπών (άρ. 82 παρ. 1 και 4 του Ν. 3386/2005), και γ) η παραβίαση της απαγόρευσης επιστροφής στη χώρα του απελαθέντος σε εκτέλεση δικαστικής απόφασης του άρ. 182 παρ. 2 ΠΚ αποτελούν στιγμιαία εγκλήματα κι όχι διαρκή, όπως προκύπτει από την ίδια τη διατύπωση του νόμου. Η χωρίς νόμιμα ταξιδιωτικά έγγραφα παραμονή στην Ελλάδα υπηκόου τρίτης χώρας δεν αποτελεί κατ` αρχήν αξιόποινη πράξη. Αντί­θετα η παραβίαση των περιορισμών διαμονής της παρ. 1 του άρ. 182 Π Κ μπορεί, κατά περίπτωση, ανάλογα με τη φύση του περιορισμού που έχει τεθεί, ν` αποτελέσει στιγμιαίο ή διαρκές έγκλημα. Η σύλληψη επ`αυτοφώρω του δράστη πλημμελήμα­τος ή κακουργήματος κατ`άρ. 275 παρ. 1 ΚΠΔ και η εφαρμογή της αυτόφωρης διαδικασίας στα πλημμελήματα κατ` άρ. 417 επ. ΚΠΔ εξαρτώνται από τη συνδρομή των προϋποθέσεων του αυτόφωρου εγκλήματος, όπως αυτό ορίζεται στο άρ. 242 ΚΠΔ. Επί των διαρκών εγκλημάτων το έγκλημα είναι "εν τω πράττεσθαι" μέχρι την άρση της παράνομης κατάστασης.

Γ) Με το τρίτο ερώτημα ερωτάται αν η Εισαγγελία Πρωτο­δικών απέχει της ποινικής δίωξης για απλές περιπτώσεις παρά­βασης του Ν. 3386/2005 και ιδίως για αλλοδαπούς που απλώς στερούνται ταξιδιωτικών εγγράφων.
Επί του ερωτήματος αυτού σας γνωρίζουμε τα εξής: Η δυ­νατότητα αποχής από την ποινική δίωξη παρέχεται στον Ει­σαγγελέα Πλημμελειοδικών από την παρ. 2 του άρ. 83 του Ν. 3386/2005 μόνο για το αδίκημα της παρ. 1 του ίδιου άρθρου. Η αποχή από την ποινική δίωξη είναι δυνητική κι επομένως εφαρμόζεται κατά περίπτωση και προϋποθέτει την έγκριση του κ. Εισαγγελέα Εφετών.

Δ) Με το τέταρτο ερώτημα σας τίθεται το ζήτημα αν δικαι­ούται ο αστυνομικός για πλημμελήματα ήσσονος σημασίας αρμοδιότητας μονομελούς πλημμελειοδικείου να μην τηρεί την αυτόφωρη διαδικασία, αλλά να υποβάλλει απλώς τακτική μήνυση.
Επί του ερωτήματος αυτού σας γνωρίζουμε τα εξής: Στα αυτόφωρα κακουργήματα ή πλημμελήματα οι γενικοί και ειδι­κοί προανακριτικοί υπάλληλοι και όλα τα αστυνομικά όργανα έχουν υποχρέωση κατ` άρ. 275 παρ. 1 ΚΠΔ να συλλάβουν το δράστη. Για τη σύλληψη δεν απαιτείται οποιαδήποτε έγκριση ή άδεια οποιουδήποτε, ούτε και του Εισαγγελέα ο οποίος δεν δικαιούται ν`αποτρέψει τη σύλληψη στην περίπτωση αυτή με παραγγελία του, παρά το γεγονός ότι διευθύνει την αστυνομική προανάκριση κατ`άρ. 34 ΚΠΔ (Εγκύκλιος Εισαγγελέα Εφετών Α­θηνών 2/1999, ΠοινΧρ 1999, σελ. 778 = ΠοινΔικ 1999, σελ. 843 = Υπέρ 2000, σελ. 185). Η περίπτωση της ηχορρύπανσης (άρ. 10 της Υγειονομικής Διάταξης Α5/3010/1985, όπως αντικατα­στάθηκε με το άρ. 37 παρ. 3 του Ν. 4055/2012) για την οποία γίνεται λόγος στο σχετικό έγγραφο σας, δεν διαφέρει κατά τη δικονομική της μεταχείριση από τα υπόλοιπα πλημμελήματα όσον αφορά την υποχρέωση σύλληψης του δράστη, αλλά στην περίπτωση αυτή είναι υποχρεωτική η παραπομπή του συλλη­φθέντος στο Δικαστήριο κατά την αυτόφωρη διαδικασία (βλ. την εγκύκλιο του Εισαγγελέα του ΑΠ (Δ. Δασούλα) με αριθμό 6/4.6.2013, ΠοινΧρ 2013, σελ. 478 = ΠοινΔικ 2013, σελ. 735).

Ε) Με το τέταρτο ερώτημα σας ερωτάτε αν υποχρεούνται τα αστυνομικά όργανα να βεβαιώνουν εκπρόθεσμα την εμφά­νιση ενώπιον τους των ατόμων στα οποία έχει επιβληθεί ο πε­ριοριστικός όρος της εμφάνισης σε συγκεκριμένη ημερομηνία.
Επί του ερωτήματος αυτού σας γνωρίζουμε τα εξής: Ό­πως συμβαίνει και στις περιπτώσεις εκπρόθεσμης άσκησης ενδίκων μέσων κατ` άρ. 474 ΚΠΔ, ο δημόσιος υπάλληλος που συντάσσει έκθεση κατά τις διατάξεις των άρ. 148 επ. ΚΠΔ, δεν δικαιούται ν` αρνηθεί να συντάξει έκθεση εμφάνισης για το λόγο ότι ο υπόχρεος σε εμφάνιση εμφανίστηκε ενώπιον του εκπρόθεσμα, παραβιάζοντας τη σχετική υποχρέωση (άρ. 106 παρ. 2 ΠΚ) ή τον περιοριστικό όρο (άρ. 282 παρ. 1 και 2 ΠΚ) που του τέθηκε με βούλευμα του αρμόδιου Συμβουλίου ή διάταξη του αρμόδιου Ανακριτή. Τούτο διότι οι έννομες συνέπειες από το εκπρόθεσμο ή μη της εκπλήρωσης της υποχρέωσης ή του όρου που του τέθηκε, όπως αυτό προκύπτει από τη σχετική έκθεση του αρμοδίου οργάνου, δεν κρίνονται από το αρμόδιο για τη σύνταξη της έκθεσης αστυνομικό όργανο, αλλά από το αρμόδιο Συμβούλιο στα πλαίσια της (δυνητικής) ανάκλησης της υφ`όρον απόλυσης κατ`άρ. 107 παρ. 1 ΠΚ και τον Ανακριτή και το αρμόδιο Συμβούλιο στα πλαίσια της (δυνητικής) αντικα­τάστασης των περιοριστικών όρων με προσωρινή κράτηση, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρ. 282 παρ. 4, 285 παρ. 1, 286 παρ. 3,298 περ. γ`, 307 περ. ε` και 315 ΚΠΔ, που ενημερώνονται διά του Εισαγγελέα από το ανωτέρω αστυνομικό όργανο κι ε­ξετάζουν αν συντρέχει περίπτωση απείθειας.

Χρήστος Δ. Νάϊντος
Αντεισαγγελεύς Πρωτοδικών
Δημοσίευση σχολίου