Τετάρτη, 14 Νοεμβρίου 2018

Εργολαβία, υπαναχώρηση, ασφαλιστικές εισφορές, αοριστία αγωγής, οριστική απόφαση.

Εφετείο Κρήτης 67/ 1992, Δνη 35 (1994).691.
Πρόεδρος: Κων. Καφαράκης, Εφέτης, Εισηγητής: Δημ. Δαλιάνης, Εφέτης.

Περίληψη. Πολιτική δικονομία. Έκδοση οριστικής απόφασης. Εφεση και απόρριψη των  λόγων αυτής. Εργολαβική σύμβαση. Υπαίτια καθυστέρηση του έργου. Προθεσμία για την παράδοση του έργου. Δικαιώματα του εργοδότη. Αποζημίωση. Υπαναχώρηση και ποινικές ρήτρες για την καθυστέρηση. Αίτημα για απόδοση ασφαλιστικών εισφορών των εργατών.

Από τις ΚΠολΔ 270 παρ. 6, 294 Εδ. β, 308, 309, 321, 513, 539 και 533 συνάγεται ότι οριστική απόφαση, η οποία δεν μπορεί πλέον μετά τη δημοσίευσή της να ανακληθεί από το δικαστήριο που την εξέδωσε, είναι η απόφαση που έχει εξαντλήσει όλες τις δυνατές βαθμίδες δικαστικής αξιολόγησης του αντικειμένου της δίκης, δηλαδή έχει ολοκληρώσει τη διάγνωση του εισαγόμενου προς κρίση αιτήματος ή του επίδικου δικαιώματος (βλ. σχετ. Κεραμέας-, Αστικό δικονομικό δίκαιο, γενικό μέρος, 1986, παρ. 110 σελ. 282-284, Μπέη σε Δ 22, 500, Κονδύλη, Το δεδικασμένο κατά τον ΚΠολΔ, 1983, παρ. 9 σελ. 87).
Σε περίπτωση σώρευσης περισσότερων βάσεων ή αιτημάτων ή συνεκδίκασης περισσότερων αιτημάτων, οπότε και τα αντικείμενα της δίκης είναι περισσότερα, το δικαστήριο μπορεί να εκδώσει οριστική απόφαση για όσα αντικείμενα (βάσεις ή αιτήματα) είναι ήδη ώριμα, αναβάλλοντας να αποφασίσει οριστικά για τα άλλα (ΚΠολΔ 308 παρ. 2). Η απόφαση αυτή, που είναι εν μέρει οριστική και εν μέρει μη οριστική, δεν υπόκειται σε ανάκληση ως προς τις οριστικές της διατάξεις (επιχ. από την ΚΠολΔ 309 εδ. α`, βλ. και Κεραμέα, ο.π., σελ. 284). Απόρροια των διαπιστώσεων αυτών αποτελεί και η παραδοχή ότι είναι εν μέρει οριστική η απόφαση του εφετείου, με την οποία αφενός απορρίπτονται όλοι οι λόγοι έφεσης που στρέφονται κατά της πρωτόδικης απόρριψης ορισμένων από τις συνεκδικαζόμενες αγωγές η ορισμένων αιτημάτων ή βάσεων αυτών και αφετέρου αναβάλλεται η οριστική κρίση για τους υπόλοιπους λόγους που αφορούν άλλη βάση ή αίτημα της ίδιας αγωγής ή άλλη αγωγή, αφού έτσι επέρχεται επικύρωση της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς τις απορριπτικές της διατάξεις, με συνέπεια το εφετείο να μη μπορεί κατά τη νέα συζήτηση να επανέλθει στους απορριφθέντες λόγους και να ανακαλέσει την προηγούμενη απόφασή του, κρίνοντας αυτούς ως βάσιμους με νεότερη απόφαση (βλ. σχετ. ΑΠ 1148/1980 ΝοΒ 29.527, ΑΠ 374/1981 ΝοΒ 29.1545 ΑΠ 920/1977 ΝοΒ 26.723 και ιδίως ΑΠ 57/1976 ΝοΒ 24.598, Κεραμέα, ό.π. σελ. 283 σημ. 10, Κονδύλη ο.π.). Εξ άλλου, η οριστική κρίση του δικαστηρίου συνήθως διατυπώνεται στο διατακτικό της απόφασης αλλά δεν αποκλείεται να περιέχεται και σε μόνο το σκεπτικό, εφ` όσον όμως στην τελευταία περίπτωση το δικαστήριο δεν περιορίζεται να εκφέρει απλώς σκέψεις για τη βασιμότητα ή μη του εξεταζόμενου αιτήματος, αλλά αποφαίνεται με σαφήνεια για την παραδοχή ή απόρριψη αυτού (βλ. ΑΠ 300/1981 ΝοΒ 29.503, ΑΠ 674/1974 ΕΕΝ 1975, 307, ΕφΑΘ 1582/1988 Δ/νη 32.993). Διατακτικό δηλαδή δεν είναι μόνο το τμήμα της απόφασης που ακολουθεί τις λέξεις "δια ταύτα" αλλά και κάθε μέρος της που περιέχει σαφώς και ρητώς τη διάγνωση του κρίσιμου αιτήματος ή δικαιώματος (βλ. Κονδύλη ο.π. σελ. 95).

Στην προκείμενη περίπτωση με την 841/1990 απόφαση του Εφετείου τούτου α) απορρίφθηκαν ως κατ` ουσίαν αβάσιμοι οι λόγοι έφεσης κατά την αιτίασή τους για εσφαλμένο από το Πρωτοδικείο χαρακτηρισμό ως καταγγελίας -αντί υπαναχώρησης- της από 12.8.1986 εξώδικης δήλωσης της εργοδότριας, β) απορρίφθηκαν ως αβάσιμοι οι λόγοι έφεσης που ψέγουν ως λαθεμένη την πρωτόδικη απόρριψη των ισχυρισμών της εργοδότριας για αοριστία της αγωγής της εργολήπτριας και για αφαίρεση από την εργολαβική αμοιβή της δαπάνης που εξοικονομήθηκε από τη ματαίωση της σύμβασης έργου και γ) τάχθηκαν εμμάρτυρες αποδείξεις για την ένσταση μερικής καταβολής της εργολαβικής αμοιβής. Η απόφαση αυτή, στο διατακτικό της οποίας μάλιστα -χωρίς να γίνεται καθόλου μνεία για μερική παραδοχή της έφεσης και για εξαφάνιση της εκκαλούμενης- αναφέρεται απλως ότι "αναβάλλει ν` αποφανθεί οριστικώς", είναι μη οριστική τόσο κατά τις απορριπτικές της κρίσεις όσο και κατά τη διάταξή της για διεξαγωγή αποδείξεων. Γιατί δεν έχει εξαντλήσει όλες τις βαθμίδες δικαστικής αξιολόγησης των αντικειμένων της δίκης, δεν έχει δηλαδή ολοκληρώσει τη διάγνωση ως προς τη βασιμότητα (νομική και ιδίως πραγματική) των αγωγικών αξιώσεων. Ως προς την απόρριιψη ειδικότερα των λόγων που αφορούν την αγωγή της εργοδότριας, δεν υπάρχει ρητή και σαφής κρίση για την ορθότητα της πρωτόδικης απόρριψης των αγωγικών αιτημάτων, αλλά εκφέρονται απλώς σκέψεις για την ανυπαρξία υπερημερίας της εργολήπτριας και για το χαρακτήρα της πιο πάνω εξώδικης δήλωσης ως καταγγελίας. Άλλωστε, το τέταρτο αίτημα της από 3 12.1986 αγωγής δεν έχει στήριγμα την υπερημερία αλλά την ειδική μ` αυτό συμφωνία των διαδίκων και συνεπώς δεν επηρεάζεται καθόλου από τις σκέψεις της εφετειακής απόφασης. Δεν εμποδίζεται λοιπόν η ανάκληση αυτής κατά την παρούσα συζήτηση και η επανάκριση των απορριφθέντων λόγων.

Από τις ΑΚ 343, 383, 387, 389 παρ. 2 και 686 προκύπτει μεταξύ άλλων ότι ο εργοδότης, στην περίπτωση που ο εργολάβος επιβραδύνει υπαίτια τις εργασίες εκτέλεσης του έργου, με τρόπο που καθιστά ανέφικτη την έγκαιρη περάτωσή του, έχει, μετά την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας που έταξε για τη συνέχιση του έργου, το εκλεκτικό δικαίωμα είτε να ζητήσει πλήρη αποζημίωση για τη ζημία του από την καθυστέρηση του εργολάβου είτε -χωρίς να αναμείνει την επέλευση του συμφωνημένου χρόνου παράδοσης του έργου- να υπαναχωρήσει από τη σύμβαση και να ζητήσει εύλογη (δηλ. μειωμένη) αποζημίωση για την επιβράδυνση εκτέλεσης του έργου (βλ. ΟλΑΠ 568/1975 ΝοΒ 23.1080, Καρδαρά σε Γεωργιάδη - Σταθόπουλου ΑΚ, 686 αρ. 20). Στην τελευταία περίπτωση (υπαναχώρηση) μπορεί να ζητήσει επιπλέον και το χρηματικό ποσό που συμφωνήθηκε ως ποινή (ποινική ρήτρα) για την υπαίτια από τον εργολόβο καθυστέρηση της προόδου των εργασιών εκτέλεσης του έργου (ΑΚ 404, 405 και 407 βλ. σχετ. και ΕφΑΘ 3944/1986 ΕλλΔνη 27.972). Ακόμη έχει το δικαίωμα να ζητήσει και πλήρη αποζημίωση λόγω της καθυστέρησης, αλλά μόνο για τη ζημία που προκλήθηκε σ` αυτόν μέχρι την υπαναχώρηση (βλ. σχετ.  ΕφΑΘ 12913/1988 ΝοΒ  37.1227). Στην περίπτωση άλλωστε που καταγγείλει τη σύμβαση (ΑΚ 700), έχει το ίδιο δικαίωμα για τον μέχρι την καταγγελία χρόνο (βλ. ΕφΑΘ 5564/1989 ΕλλΔνη 32.207, ΕφΑΘ 418/1986 ΕλλΔνη 29.1198). 
Με την από 3.12.1986 αγωγή της η εργοδότρια εταιρία, επικαλούμενη υπαναχώρησή της λόγω συνδρομής των προϋποθέσεων των ΑΚ 686 και 383, ζητεί την επιδίκαση αποζημίωσης α) ποσού 22.060.782 δραχμών που μετά την υπαναχώρηση χρειάζεται να δαπανηθεί, επιπλέον της συμφωνημένης αμοιβής της εργολήπτριας (εναγόμενης), για την ολοκλήρωση του έργου και β) ποσού 4.147.200 δραχμών που έχασε και εξακολουθούσε να χάνει εξαιτίας της μη λειτουργίας του υπό ανέγερση ξενοδοχείου της κατά το χρονικό διάστημα από 1.10.1986 έως 31.5.1987, καθώς και την επιδίκαση ποσού 500.000 δραχμών το μήνα από 30.9.1986 έως 31.5.1987 και συνολικά 4.000.000 δραχμών που συμφωνήθηκε ως ποινική ρήτρα για την περίπτωση μη έγκαιρης (δηλ. μέσα στο συμβατικό χρόνο) περάτωσης και παράδοσης έργου. Τα αγωγικά αυτά αιτήματα είναι μη νόμιμα και ως τέτοια πρέπει να απορριφθούν, ανεξάρτητα από το χαρακτήρα της από 12.8.1986 εξώδικης δήλωσης ως υπαναχώρησης ή καταγγελίας. Και τούτο, γιατί , πέρα από το ότι τα αξιούμενα ποσά δεν βρίσκονται σε αιτιώδη σχέση με την επιβράδυνση εκτέλεσης του έργου αλλά με τη μη αποπεράτωση αυτού μέσα στο συμβατικό χρόνο, ούτε την πλήρη αποζημίωση ούτε το ποσό της ποινικής ρήτρας έχει δικαίωμα να αξιώσει η εργολήπτρια για το μετά την υπαναχώρηση ή την καταγγελία χρόνο, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω. Με την αγωγή δεν ζητείται εύλογη αποζημίωση, ούτε άλλωστε μπορεί να θεωρηθεί ότι τέτοιο αίτημα περιέχεται στα παραπάνω δύο πρώτα αγωγικά αιτήματα, αφού με αυτά δεν επιδιώκεται η αποκατάσταση της ζημίας από την επιβράδυνση των εργασιών εκτέλεσης του έργου αλλά από τη μη περάτωση αυτού στον συμβατικά ορισθέντα χρόνο, δηλαδή στις 30.9.1986, πράγμα όμως που δεν υπήρξε η αιτία της κατά την αγωγή υπαναχώρησης πρβλ. σχετ. ΕφΑΘ 3944/1986 ο.π.). Επομένως το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κατά το μέρος που με τη 208/1987 απόφαση - πράξη του απέρριψε ως μη νόμιμο το σχετικό με την ποινική ρήτρα αγωγικό αίτημα ορθά έκρινε, ενώ κατά το μέρος που με τη 232/1989 οριστική του απόφαση απέρριψε τα υπόλοιπα δύο πιο πάνω αιτήματα ως κατ` ουσίαν αβάσιμα, έσφαλε και  πρέπει, στα πλαίσια της αυτεπάγγελτης ερευνας της νομικής βασιμότητας της αγωγής, να εξαφανιστεί η δεύτερη απόφαση προκειμένου να απορριφθούν ως μη νόμιμα τα τελευταία αιτήματα. Οι λόγοι της έφεσης (πρώτος κατά τη σχετική του αιτίαση και δεύτερος του κυρίου δικογράφου και δεύτερος του δικογράφου των πρόσθετων), με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Με την ίδια αγωγή η εργοδότρια ζητεί την επιδίκαση 280.100 και 67.440 δραχμών που κατέβαλε για το χρονικό διάστημα από 1.2.1985 έως 31.3.1986 στο ΙΚΑ και το Επικουρικό Ταμείο Ασφάλισης αντίστοιχα, για την απασχόληση στο επίδικο έργο του εργατοτεχνικού προσωπικού της εργολήπτριας, ως ασφαλιστικές εισφορές, οι οποίες κατά τη σύμβαση βαρύνουν την τελευταία. Το αίτημα αυτό, που βρίσκει στήριγμα στις ΑΚ 361 και. 478 και δεν έχει σχέση με την αναφερόμενη στην αγωγή τυχόν υπερημερία της εργολήπτριας και πάντως αφορά στον πριν από την υπαναχώρηση χρόνο, είναι επαρκώς ορισμένο, αφού περιέχει ευσύνοπτη αλλά σαφή έκθεση των θεμελιωτικών αυτού γεγονότων που δικαιολογούν την άσκηση του, σύμφωνα με την ΚΠολΔ 216 παρ. 1α, χωρίς να είναι αναγκαία για την πληρότητά του και η αναφορά του αριθμού των εργατών, των ημερομίσθιών τους και των ημερών εργασίας τους.  

Από τις παραπάνω ένορκες μαρτυρικές καταθέσεις.... αποδεικνύονται τα εξής:
Με το από 3.12.1985 ιδιωτικό έγγραφο ("συμφωνητικό") που έχει υπογραφεί από τους νόμιμους εκπροσώπους των διαδίκων, καταρτίστηκε μεταξύ τους σύμβαση έργου, με την οποία η εργολήπτρια ομόρρυθμη εταιρία " Αφοί Γ. " ανέλαβε να κατασκευάσει στο οικόπεδο της εργοδότριας ανώνυμης εταιρίας "Ν.Π. Ξενοδοχειακές και Τουριστικές Επιχειρήσεις ΑΕ", ένα ξενοδοχείο Β ` κατηγορίας σύμφωνα με τα προσαρτημένα στο εν λόγω συμφωνητικό και υπογραμμένα από τους ιδιους εκπροσώπους έγγραφα. Με το συμφωνητικό τούτο ορίστηκε ως χρόνος παράδοσης του έργου -έτοιμου προς εκμετάλλευση- η 30.9.1986 και ως εργολαβική αμοιβή το ποσό των 33.000.000 δραχμών. Για την πληρωμή αυτής συμφωνήθηκε ότι μέχρι την αποπεράτωση - παράδοση του έργου η εργολήπτρια θα λάβει ένα μέρος 22.000.000 δραχμών από δάνειο και επιδότηση της ΕΤΒΑ και του Δημοσίου αντίστοιχα προς την εργοδότρια, σύμφωνα με τους όρους και τους ρυθμούς καταβολής αυτών, ενώ ένα μέρος 8.000.000 δραχμών θα καταβληθεί σ` αυτή με συναλλαγματικές αποδοχής της εργοδότριας και έκδοσης της εργολήπτριας σε 24 ισόποσες μηνιαίες δόσεις που θα αρχίσουν να είναι απαιτητές από τις 30. 10.1986. Το υπόλοιπο μέρος των 3.000.000 δραχμών είχε προκαταβληθεί στην εργολήπτρια. Στη συνέχεια καταβλήθηκε έναντι της αμοιβής και το ποσό των 550.000 δραχμών. Το ίδιο συμφωνητικό διαλαμβάνει στον όρο 8γ` ότι "αν το χορηγούμενο ποσό υπολείπεται των 22.000.000 δραχμών, το υπολειπόμενο θα καταβληθεί εξ ιδίων από την εργοδότρια στην εργολήπτρια κατά την παράδοση του έργου" και στον όρο 9 ότι "η εργολήπτρια υποχρεούται να φέρει εξ ιδίων χρημάτων το έργο, τηρουμένων των παραπάνω ρυθμίσεων, σε σημείο ανάληψης της πρώτης δόσης του δανείου". Έτσι, ο χρόνος της σταδιακής μέχρι την παράδοση του έργου (30.9.1986) πληρωμής του ποσού των 22.000.000 δραχμών της αμοιβής δεν καθορίσθηκε ημερολογιακά, αλλά εξαρτήθηκε από τον τρόπο και το ρυθμό καταβολής στην εργοδότρια των δόσεων του δανείου και της επιδότησης. Από τους ίδιους παράγοντες εξαρτήθηκε και το ποσό της κάθε σταδιακής πληρωμής. Δεν καθορίστηκε επίσης το, για την ανάληψη της πρώτης δόσης του δανείου "σημείο", στο οποίο η εργολήπτρια ήταν υποχρεωμένη να φέρει με δικά της χρήματα το έργο. Γίνεται όμως δεκτό και από τις δύο διαδίκους ότι το εν λόγω "σημείο" αφορούσε, κατά την τακτική της ΕΤΒΑ, τμήμα του έργου αξίας τουλάχιστον 17.000.000 δραχμών. Οι ίδιοι όροι είχαν διατυπωθεί και στην προηγούμενη από 24.8.1984 έγγραφη μεταξύ των διαδίκων εργολαβική σύμβαση, με την οποία ως χρόνος παράδοσης του ξενοδοχείου είχε οριστεί η 30.7.1985. Μέχρι την ημερομηνία όμως αυτή η εργολήπτρια είχε κατασκευάσει ένα μικρό μόνο τμήμα του έργου και συγκεκριμένα τις γενικές εκσκαφές και την απομάκρυνση των προϊόντων τους καθώς και τη θεμελίωση με τα υποστηλώματα και τα περιμετρικά τοιχία του υπογείου, ενώ εξ αλλου παρουσίαζε ελλείψεις ως προς τα δομικά στοιχεία και συνακόλουθα τη στατική αντοχή του φέροντος οργανισμού και της θεμελίωσης, όπως αναλυτικά σημειώνεται στην από 19.10.1985 έκθεση πραγματογνωμοσύνης του πολιτικού μηχανικού Ρ.Μ., που ορίστηκε πραγματογνώμονας από το Τεχνικό Επιμελητήριο. Εν όψει αυτού οι διάδικοι κατάρτισαν τη δεύτερη από 3.12.1985 εργολαβική σύμβαση με χρόνο παράδοσης του έργου την 30.9.1986. Το έργο αφορούσε την κατασκευή ενός ξενοδοχείου, αποτελούμενου από υπόγειο, ισόγειο με ανεξάρτητο κατάστημα, ημιόροφο, πρώτο, δεύτερο και τρίτο ορόφους, κλιμακοστάσια και οροφή του δώματος της απόληξης του κλιμακοστασίου. Η εργολήπτρια όμως μέχρι το Μάίο 1986 είχε εκτελέσει τις εκσκαφές και... έκτοτε (Μάϊος 1986) η εργολήπτρια διέκοψε κάθε εργασία εκτέλεσης του έργου και παρά τις προφορικές διαμαρτυρίες του εκπρόσωπου και του επιβλέποντος μηχανικού της εργοδότριας, αρνιόταν να τις συνεχίσει. Κατά τη διακοπή αυτή παρέμεινε ανεκτέλεστο το μεγαλύτερο μέρος του έργου. Ειδικότερα, η εργολήπτρια ήταν υποχρεωμένη να εκτελέσει, για την ολοκήρωση του έργου, τις ακόλουθες εργασίες.. Μετά τη διακοπή των εργασιών η εργοδότρια επέδωσε στις 4.7.1986 στην εργολήπτρια το από 30.6.1986 εξώδικο εγγραφό της (βλ. την 4011/4.7.86 έκθεση της δικ. επιμελητρίας Ε.Α.), με το οποίο την καλούσε σε άμεση ("εντός της αύριον") συνέχιση των εργασιών, δηλώνοντας συνάμα ότι, αλλιώς, την καθιστά υπερήμερη και υπεύθυνη για κάθε ζημία αυτής (εργοδότριας) και ότι θα ενεργήσει εναντίον της "κάθε νόμιμο". Στις 18.7.1986 η εργολήπτρια κοινοποίησε στην αντίδικό της το από 14.7.1986 εξώδικο έγγραφο (βλ. τη 10.201β/18.7.86 έκθεση του αρμόδιου δικ. επιμελητή Ν.Π.), το οποίο, αφού αναφέρει ότι το τμήμα του έργου που έχει εκτελέσει με δικά της χρήματα βρίσκεται σε σημείο ανάληψης της πρώτης δόσης του δανείου και ότι η εργοδότρια από αμέλεια δεν έχει περατώσει τη διαδικασία λήψης του δανείου, της έταξε τριήμερη προθεσμία για να αποδείξει ότι έχει υπογραφεί το σχετικό δανειστικό συμβόλαιο και ότι αιτία της μη λήψης του δανείου είναι η ανεπάρκεια του σταδίου εκτέλεσης του έργου, δηλώνοντας συγχρόνως ότι μετά την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας αυτής θα αναγκαστεί να ασκήσει όλα τα δικαιώματά της με νέα δήλωσή της. Κατόπιν αυτού η εργοδότρια με το από 12.8. 1986 εξώδικο έγγραφο, που κοινοποίησε στις 20.8. 1986 στην εργολήπτρια (βλ. την 6636/20.8.1986 έκθεση της αρμόδιας δικ. επιμελήτριας Β.Γ.), της έταξε προθεσμία τριών ημερών από την επίδοσή του για τη συνέχιση εκτέλεσης του έργου, δηλώνοντας συνάμα ότι μετά την πάροδο άπρακτης προθεσμίας.... καταγγέλλω την μεταξύ μας υπάρχουσα εργολαβική σύμβαση, την οποία θα θεωρήσω λελυμένη λόγω παραβάσεως εκ μέρους σας των εν γένει συμβατικών σας υποχρεώσεων και επιφυλάσσομαι να προσφύγω στο αρμόδιο δικαστήριο και να ζητήσω να υποχρεωθήτε να αποκαταστήσετε κάθε θετική και αποθετική ζημία μου, ως και να μου καταβάλετε τις συμφωνημένες ποινικές ρήτρες...". Η προθεσμία αυτή πέρασε άπρακτη και η εργοδότρια άσκησε κατά της εργολήπτριας ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ρεθύμνης και στη συνέχεια ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνης τις από 2.9.1986 και 26.9.1986 αντίστοιχα αιτήσεις, με τις οποίες, αφού αναφέρει στην πρώτη ότι με το παραπάνω εξώδικο έγγραφο κατάγγειλε τη σύμβαση λόγω της διακοπής των εργασιών από την εργολήπτρια και στη δεύτερη ότι με το έγγραφο τούτο κατάγγειλε τη σύμβαση και υπαναχώρησε απ` αυτή κατ` άρθρο 686 ΑΚ για τον ίδιο λόγο, και ότι. εξαιτίας της καταγγελίας και υπαναχώρησης, διαλύθηκε για το μέλλον η σύμβαση, ζήτησε με λήψη ασφαλιστικών μέτρων να υποχρεωθεί η εργολήπτρια να απομακρύνει την οικοδομική ξυλεία και τα εργαλεία της από το χώρο της ανεγειρόμενης οικοδομής. Με το προαναφερόμενο από 8.10.1986 έγγραφ, που υπογράφουν οι διάδικοι, οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους και οι μηχανικοί τους, η εργολήπτρια συμφώνησε στην απομάκρυνση των πραγμάτων αυτών, τα οποία τελικά και απομάκρυνε. Στη συνέχεια η εργοδότρια ανέθεσε σε άλλον εργολάβο την αποπεράτωση του ξενοδοχείου της. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να γίνει δεκτό ότι η από 12.8.1986 εξώδικη δήλωση της εργοδότριας, παρά τη χρησιμοποίηση του ορου "καταγγέλω", έχει το χαρακτήρα της νόμιμης υπαναχώρησης των ΑΚ 686 και 383 και όχι της καταγγελίας της ΑΚ 700. Και τούτο, γιατί ο ορισμός με αυτή της τριήμερης προθεσμίας και της απόκρουσης της παροχής μετά την πάροδο της προθεσμίας καθώς και η ρητή αναφορά του λόγου (δηλ. της υπαίτιας διακοπής των εργασιών από την εργολήπτρια) για τον οποίο έγινε η δήλωση, αποτελούν χαρακτηριστικά στοιχεία και προϋποθέσεις του κύρους της υπαναχώρησης (βλ. σχετ. Σταθόπουλο σε Γεωργιάδη - Σταθόπουλου ΑΚ, 383-385 αρ. 3 και 5, Καρδαρά ό.π. 686 αρ. 14, Καυκά ΕνοχΔ 1965 άρθρο 686 σελ. 819). Αντίθετα, η καταγγελία είναι αναιτιώδης, δηλαδή το κύρος της δεν εξαρτάται από ορισμένο λόγο ή από οποιαδήποτε προϋπόθεση και μπορεί να γίνει οποτεδήποτε και για οποιοδήποτε λόγο (βλ. Καρδρά ό.π. 700 αρ. 3). `Ετσι, αν το παραπάνω εξώδικο έγγραφο περιείχε καταγγελία, δεν θα υπήρχε καμιά ανάγκη αναφοράς των προμνημονευόμενων στοιχείων. Ενδεχόμενη δε άποψη ότι η αναφορά αυτή αποτελεί περιττολογία, που δεν ασκεί επιρροή στο σαφή χαρακτηρισμό της δήλωσης ως καταγγελίας, δεν μπορεί να γίνει δεκτή, αφού, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο του εξώδικου εγγράφου, η αντισυμβατική συμπεριφορά της εργολήπτριας υπήρξε η μοναδική αιτία για την οποία η εργοδότρια προκάλεσε με τη δήλωσή της τη λύση της σύμβασης, πράγμα που δεν θα έκανε αν η εργολήπτρια συνέχιζε την εκτέλεση του έργου. Τούτο ενισχύεται και από τη διατυπωθείσα στο ίδιο έγγραφο επιφύλαξη της εργοδότριας για αποζημίωσή της, η οποία, κατά την εύλογη κρίση του δικαστηρίου, μπορεί να επιδικαστεί (ΑΚ 387 παρ. 1) μόνο σε περίπτωση υπαναχώρησης για τον μετά την υπαναχώρηση χρόνο και όχι σε περίπτωση καταγγελίας για τον μετά απ` αυτή χρόνο. Με βάση λοιπόν τα πιο πάνω αντικειμενικά κριτήρια και τις ειδικές συνθήκες κάτω από τις οποίες δηλώθηκε η βούληση της εργοδότριας, ο ορθός νομικός χαρακτηρισμός της κρίσιμης δήλωσης, παρά τη χρήση από την εργοδότρια του όρου "καταγγέλλω", είναι αυτός της υπαναχώρησης. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο χαρακτηρισμός μιας δικαιοπραξίας (μονομερούς ή σύμβασης) ή η χρησιμοποίηση μιας ορολογίας από μέρη δεν δεσμεύουν το δικαστήριο (βλ. σχετ. Σημαντήρα, Γενικές αρχές αστικού δικαίου, έκδ. δ` σελ. 614- 615 και ιδίως σημ. 12). Ανεξάρτητα όμως απ` αυτό, στο ίδιο αποτέλεσμα καταλήγει το Εφετείο και με την ερμηνευτική αξιολόγηση (ΑΚ 173 και 200) της επίμαχης δήλωσης, η οποία, ενόψει της περιεχομένης στο εξώδικο έγγραφο σύνδεσης του ορου "καταγγέλλω" με τις προϋποθέσεις της υπαναχώρησης δημιουργεί ασάφεια και αμφιβολία για το περιεχόμενό της και συνεπώς υπόκειται σε ερμηνεία (βλ. σχετ. ΑΠ 264/1989 ΕλλΔνη 31.526), αν και υποστηρίζεται ότι σε ερμηνεία υπόκεινται και οι σαφείς δηλώσεις βούλησης (βλ. Σταθόπουλο σε Γεωργιάδη - Σταθόπουλου ΑΚ 200 αρ. 5, Σημαντήρα ό.π. σελ. 610). `Ετσι, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη την καλή πίστη και τους συνηθισμένους τρόπους ενέργειας, σε τέτοιου είδους συναλλαγές, αλλά και την κατάσταση συμφερόντων των διαδίκων, καθως και το δικαιοπρακτικό σκοπό της δήλωσης, κρίνει ότι το αληθινό νόημα της δηλωθείσας βούλησης, όπως η εργοδότρια το αντιλήφθηκε και η εργολήπτρια όφειλε και μπορούσε να το αντιληφθεί, είναι η υπαναχώρηση από την εργολαβική σύμβαση. Την ερμηνευτική αυτή εκδοχή υπαγορεύει η συναλλακτική ευθύτητα και εντιμότητα, δεδομένου κυρίως του γεγονότος ότι η μη εκτέλεση του μεγαλύτερου τμήματος του έργου οφείλεται, όπως θα εκτεθεί παρακάτω, σε υπαιτιότητα της εργολήπτριας, η οποία, με την απόδοση στην εξώδικη δήλωση της έννοιας της καταγγελίας, θα αποκόμιζε ωφέλεια από δική της αντισυμβατική συμπεριφορά, δηλαδή θα είχει δικαίωμα να αξιώσει ολόκληρη την εργολαβική αμοιβή, παρόλο που είχε αφήσει ανεκτέλεστο το μεγαλύτερο τμήμα του έργου. Ακόμη, την αξιολόγηση αυτή επιβάλλουν και τα συναλλακτικά ήθη που κρατούν σε παρόμοιες περιπτώσεις. Ειδικότερα, σε περιπτώσεις υπαίτιας παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων του εργολάβου και πιο συγκεκριμένα όταν αυτός επιβραδύνει τις εργασίες εκτέλεσης του έργου με τρόπο που καθιστά αδύνατη την έγκαιρη περάτωσή του, ο εργοδότης κάνει συνήθως χρήση του δικαιώματος της υπαναχώρησης, που ειδικά για την περίπτωση αυτή του παρέχει η ΑΚ 686. ` Ετσι και, ενόψει μάλιστα της αναφοράς των προϋποθέσεων της υπαναχώρησης στην επίμαχη δήλωση, πολύ δύσκολα θα μπορούσε να γίνει δεκτό ότι η εργολήπτρια δεν ήταν σε θέση να αντιληφθεί το αληθινό τούτο νόημα της δήλωσης. Επίσης, η έλλειψη οποιασδήποτε μνείας στην εν λόγω δήλωση για προσφορά της εργολαβικής αμοιβής, αν και δεν αποτελεί προϋπόθεση του κύρους της καταγγελίας, ενισχύει την κρίση ότι ο δικαιοπρακτικός σκοπός της εργοδότριας ήταν η απόσβεση της υποχρέωσής της για πληρωμή αμοιβής στην εργολήπτρια, πράγμα που δεν μπορεί να γίνει με την καταγγελία (βλ. ΑΚ 700 εδ. β`) αλλά μόνο με την υπαναχώρηση (βλ. ΑΚ 389 παρ. 2). Τέλος, και η στάθμιση των συμφερόντων των διαδίκων οδηγεί στην ίδια πιο πάνω ερμηνευτική αποσαφήνιση της κρίσιμης δήλωσης, αφού με την υπαναχώρηση, η οποία επιφέρει την απόσβεση των υποχρεώσεων για παροχή και -σε περίπτωση εκπλήρωσης αυτών επιβάλλει την επιστροφή των παροχών κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΚ 389 παρ. 2), εξισορροπούνται σε ανεκτά σχετικως όρια οι δυσμενείς για τους διαδίκους επιπτώσεις από τη διάλυση της επίδικης σύμβασης. Αντίθετα, η καταγγελία, ενόψει μάλιστα της υπαιτιότητας της εργολήπτριας και της εκτέλεσης απ` αυτή του μικρότερου τμήματος έργου, θα επέφερε στην εργοδότρια ζημία (πληρωμή ολόκληρης της αμοιβής, περάτωση του έργου με άλλο εργολάβο) δυσανάλογα μεγαλύτερη από εκείνη που ενδεχομένως (λ.χ. ματαίωση ανάληψης άλλου έργου) θα επέφερε στην εργολήπτρια, η οποία θα μπορούσε να καλύψει τη ζημία της και πάντως να την περιορίσει σημαντικά με την είσπραξη της αμοιβής της. Εξάλλου, από τα ίδια αποδεικτικά στοιχεία αποδεικνύεται ότι, κατά το χρόνο άσκησης του δικαιώματος υπαναχώρησης (20.8.1986), συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της. Συγκεκριμένα, οι προαναφερόμενες εργασίες που παρέμεναν ανεκτέλεστες ήταν αδύνατο να ολοκληρωθούν μέχρι το συμβατικό χρόνο (30.9.1986) περάτωσης του έργου, όπως και αυτός ακόμη ο μάρτυρας της εργολήπτριας Κων/νος Μ. καταθέτει, σημειώνοντας μάλιστα ότι θα χρειόιζονταν 4-6 μήνες εντατικής εργασίας για την αποπεράτωση του έργου. Η εργολήπτρια ισχυρίζεται ότι η διακοπή εκ μέρους της των εργασιών οφείλεται σε υπαιτιότητα της εργοδότριας, η οποία, μολονότι η αξία του τμήματος του εργου που είχε εκτελέσει ξεπερνούσε το ποσό των 17.000.000 δραχμών, παρέλειψε να φροντίσει για την είσπραξη από την Ε.Τ.Β.Α. της πρώτης δόσης του δανείου που έπρεπε να καταβληθεί σ` αυτή (εργολήπτρια) έναντι της αμοιβής της. Ο ισχυρισμός όμως αυτός, πού διαμορφώνεται δικονομικά ως ένσταση (ΑΚ 342), πρέπει να απορριφθεί ως κατ ` ουσίαν αβάσιμος. Γιατί, εκτός του ότι από το περιεχόμενο της εργολαβικής σύμβασης δεν προκύπτει ότι η λήψη από την εργοδότρια της πρώτης δόσης του δανείου και η καταβολή αυτής στην εργολήπτρια αποτελούσε προϋπόθεση της συνέχισης των εργασιών εκτέλεσης του έργου από την τελευταία, δεν αποδεικνύεται ότι μέχρι το Μάϊο 1986 είχε εκτελεστεί με χρήματα της εργολήπτριας τμήμα του έργου αξίας 17.000.000 δραχμών, το οποίο, όπως και οι δύο διάδικοι δέχονται, ήταν απαραίτητο για τη λήψη του δανείου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γραφή σχολίων σε greeklish σημαίνει διαγραφή τους!