Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2018

Δεδικασμένο, νοσηλευτικά ιδρύματα, επιδόματα,

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Β1, 44/ 2001, ΝοΒ 2002.113.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Βελλή, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Γεωργακόπουλο, Εμμανουήλ Δαμάσκο, Χρήστο Παληοκώστα- εισηγητή και Θεόδωρο Αποστολόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Νοσηλευτικά ιδρύματα - Καθαρίστρια - Επίδομα - Δεδικασμένο - Αναίρεση για εσφαλμένη διάγνωση δεδικασμένου -. Με Ε.Σ.Σ.Ε. μεταβλήθηκε το μισθολογικό καθεστώς των εργαζομένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου, πλην των ιατρών, στα δημόσια νοσοκομεία (όπως είναι και το αναιρεσίβλητο), στα πανεπιστημιακά νοσοκομεία και προνοιακά ιδρύματα, ήτοι επεκτάθηκαν στους εργαζομένους αυτούς στο σύνολό τους οι διατάξεις για το ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοικήσεως και καταργήθηκαν οποιαδήποτε επιδόματα του προσωπικού που υπάγεται στη σύμβαση αυτή, ανεξάρτητα από την ονομασία τους και από τον τρόπο που καταβάλλονται, εφόσον δεν διατηρήθηκαν με ρητή διάταξη, ενώ η κατά το άρθρο 9 της ως άνω ΣΣΕ διατήρηση των τυχόν καταβαλλόμενων ήδη υπέρτερων αποδοχών αναφέρεται στο ποσό απλώς των αποδοχών αυτών και όχι στη νομική αιτία τους, που με την εν λόγω ΣΣ μεταβλήθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα, αφού εξέθεσε με την ένδικη αγωγή της ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο νοσηλευτικό ίδρυμα την προσέλαβε βάσει του νόμου 1057/1980 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου ως καθαρίστρια και την απασχόλησε με αυτή την ιδιότητα κατά το επίδικο χρονικό διάστημα, αξίωσε, μεταξύ άλλων, τη διαφορά αποδοχών που προκύπτει από το υπολογισμό της προσαυξήσεως 30% του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 1057/1980 επί του βασικού μισθού της, αντί του κατ' αυτήν ορθού υπολογισμού επί του συνόλου των αποδοχών της, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι περί του δικαιώματός της όπως η εν λόγω προσαύξηση υπολογίζεται επί του συνόλου των αποδοχών της, υπάρχει δεδικασμένο από απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Για δε την περίοδο του επίδικου χρονικού διαστήματος κατά την οποία ίσχυε για την αναιρεσείουσα το ίδιο μισθολογικό καθεστώς, υπάρχει το ως άνω επικαλούμενο δεδικασμένο. Για το επόμενο όμως επίδικο χρονικό διάστημα δεν υπάρχει δεδικασμένο, διότι από την έναρξη της ισχύος της ανωτέρω ΕΣΣΕ μεταβλήθηκε το νομικό καθεστώς και με τη νέα ρύθμιση καταργήθηκε η προσαύξηση 30% του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 1957/1980, αφού αυτή έχει το χαρακτήρα επιδόματος. 

Ι.-Επειδή, από τα άρθρα 321, 322, και 324 ΚΠολΔ προκύπτει ότι δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση παράγεται και όταν το αντικείμενο της δίκης, που διεξάγεται μεταξύ των ίδιων προσώπων, είναι διαφορετικό εκείνου της δίκης, που προηγήθηκε, έχει όμως ως αναγκαία προϋπόθεση την ύπαρξη του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη εκείνη. Ο κανόνας αυτός δεν ισχύει, αν κατά τον κρίσιμο για τη μεταγενέστερη δίκη χρόνο έχει επέλθει μεταβολή του νομικού καθεστώτος ή των πραγματικών περιστατικών στα οποία στηρίζεται το δικαίωμα, αφού τότε υπάρχει μεταβολή της νομικής ή ιστορικής αιτίας του, ενώ ισχύει, αν η μεταβολή αυτή είχε χωρήσει ήδη κατά το χρονικό διάστημα που ήταν κρίσιμο στην προηγούμενη δίκη, οπότε η κριθείσα έννομη σχέση καλύπτεται από το δεδικασμένο, το οποίο, παράγεται και από εσφαλμένη κατά το νομικό ή πραγματικό μέρος της δικαστική απόφαση.
Εξάλλου, με την από 22-12-1988 Ε.Σ.Σ.Ε. "περί των όρων αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου στα δημόσια νοσοκομεία της χώρας", που κηρύχθηκε υποχρεωτική με την 17853/1989 απόφαση του Υπουργού Εργασίας (ΦΕΚ Β' 741/1989), μεταβλήθηκε το μισθολογικό καθεστώς των εργαζομένων με σχέση ιδιωτικού δικαίου, πλην των ιατρών, στα δημόσια νοσοκομεία του ν.δ. 2592/1953 (όπως είναι και το αναιρεσίβλητο), στα πανεπιστημιακά νοσοκομεία και προνοιακά ιδρύματα, ήτοι επεκτάθηκαν στους εργαζομένους αυτούς στο σύνολό τους οι διατάξεις του Ν. 1505/1984, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 1810/1988 (άρθρο 3 παρ.1 ΕΣΣΕ), για το ενιαίο μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοικήσεως και καταργήθηκαν οποιαδήποτε επιδόματα του προσωπικού που υπάγεται στη σύμβαση αυτή, ανεξάρτητα από την ονομασία τους και από τον τρόπο που καταβάλλονται, εφόσον δεν διατηρήθηκαν με ρητή διάταξη του ν. 1505/1984 ή της ίδιας από 22.12.1986 ΕΣΣΕ, ενώ η κατά το άρθρο 9 της ως άνω ΣΣΕ διατήρηση των τυχόν καταβαλλόμενων ήδη υπέρτερων αποδοχών αναφέρεται στο ποσό απλώς των αποδοχών αυτών και όχι στη νομική αιτία τους, που με την εν λόγω ΣΣ μεταβλήθηκε.
Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα, αφού εξέθεσε με την ένδικη αγωγή της ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο νοσηλευτικό ίδρυμα την προσέλαβε στις 17-9-1980 βάσει του νόμου 1057/1980 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου ως καθαρίστρια και την απασχόλησε με αυτή την ιδιότητα κατά το από 1-6-1987 έως 30-6-1992 επίδικο χρονικό διάστημα, αξίωσε, μεταξύ άλλων, τη διαφορά αποδοχών που προκύπτει από το υπολογισμό της προσαυξήσεως 30% του άρθρου 2 παρ. 3 του ν. 1057/1980 επί του βασικού μισθού της, αντί του κατ' αυτήν ορθού υπολογισμού επί του συνόλου των αποδοχών της. Με τις προτάσεις της δε που υπέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προέβαλε τον ισχυρισμό ότι περί του δικαιώματός της όπως η εν λόγω προσαύξηση υπολογίζεται επί του συνόλου των αποδοχών της, υπάρχει δεδικασμένο από την 767/1989 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία, εκδοθείσα μεταξύ των και ήδη διαδίκων, έτσι έκρινε με βάση την ίδια εργασιακή σχέση για το αμέσως προηγούμενο χρονικό διάστημα από 1-1-1984 μέχρι 31-5-1987. Πράγματι δε το Εφετείο Αθηνών έτσι έκρινε με την ως άνω 767/1989 απόφασή του. Επομένως για την περίοδο του επίδικου χρονικού διαστήματος από 1-6-1987 έως 30-6-1988, κατά την οποία ίσχυε για την αναιρεσείουσα το ίδιο μισθολογικό καθεστώς, υπάρχει το ως άνω επικαλούμενο δεδικασμένο. Για το επίδικο όμως χρονικό διάστημα από 1-7-1988 μέχρι 30-6-1992, δεν υπάρχει δεδικασμένο, διότι από την κατά την 1-7-1988 έναρξη της ισχύος της ανωτέρω από 22-12-1988 ΕΣΣΕ μεταβλήθηκε το νομικό καθεστώς και με τη νέα ρύθμιση καταργήθηκε η προσαύξηση 30% του άρθρου 2 παρ. 3 του Ν. 1957/1980, αφού αυτή έχει το χαρακτήρα επιδόματος. Το δε Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, απέρριψε τον εν λόγω ισχυρισμό, τον οποίο η αναιρεσείουσα επανέφερε ενώπιόν του με λόγο εφέσεως, κρίνοντας ότι δεν υπάρχει το επικαλούμενο δεδικασμένο. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παρά το νόμο δεν δέχθηκε ότι υπάρχει το ως αν δεδικασμένο καθόσον αφορά το επίδικο χρονικό διάστημα από 1-6-1987 μέχρι 30-6-1988.
Δημοσίευση σχολίου