Πέμπτη, 22 Νοεμβρίου 2018

Αδικ. πλουτισμός, αοριστία, ΟΤΑ, Ελεγκτικό Συνέδριο, Παθητική νομιμοποίηση.

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Α1, 1157/ 2017.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, Γεώργιο Λέκκα, Αθανάσιο Καγκάνη, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Παθητική νομιμοποίηση - Αδικαιολόγητος πλουτισμός - Ελεγκτικό Συνέδριο - Προληπτικός έλεγχος δαπανών -. Η εσφαλμένη κρίση περί συνδρομής ή όχι της νομιμοποίησης διαδίκου και του έννομου συμφέροντος ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του άρθρου 559 αριθ. 1 και όχι εκείνον του αριθ. 14. Απόρριψη αναιρετικού λόγου από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Κρίθηκε ότι το Εφετείο δέχθηκε ορθώς την αποδειχθείσα παθητική νομιμοποίηση του αναιρεσείοντος προς καταβολή του τιμήματος των προς αυτό από την αναιρεσίβλητη πωληθέντων δια ακύρων συμβάσεων κινητών πραγμάτων με την παραδοχή ότι στην εξόφληση αυτών, υποχρεούται το ίδιο το αναιρεσείον ως αγοραστής.
Η άρνηση του Ελεγκτικού Συνεδρίου προς έγκριση των σχετικών με τις εν λόγω πωλήσεις ενταλμάτων κρίθηκε ορθώς ως αφορώσα μόνο στον από δημοσιονομικής απόψεως διενεργούμενο από αυτό προληπτικό έλεγχο των δαπανών του Κράτους, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, και όχι στην ιδιωτικού χαρακτήρα ένδικη διαφορά για την οποία άλλωστε δεν θα μπορούσε να γίνει λόγος ούτε για ύπαρξη δεδικασμένου δεσμεύοντας τα πολιτικά δικαστήρια, με αποτέλεσμα η άρνηση αυτή του να μην συνεπάγεται και την άρση της εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού ενοχής του αναιρεσείοντος για τις επίδικες συναλλαγές δια της μεταθέσεως της σχετικής οφειλής στο Ελληνικό Δημόσιο.

Από τη διάταξη του άρθ. 559 αρ.1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόστηκε ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως (Ολ. ΑΠ 10/2011, ΑΠ 191/2013, ΑΠ 486, 568/13). Προς εξεύρεση της παραβιάσεως ελέγχεται ο δικανικός συλλογισμός που διατυπώνεται, έστω και ατελώς, και συγκροτείται από τη μείζονα πρόταση (νομική διάταξη), την ελάσσονα πρόταση (πραγματικές παραδοχές) και το συμπέρασμα. Στην περίπτωση, που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται. (ΑΠ 609/13, ΑΠ 495/13, ΑΠ 1976/2014).
Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68 και 73 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, για την αποτελούσα διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, νομιμοποίηση του διαδίκου αρκεί κατ’ αρχήν ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της καταγομένης προς κρίση εννόμου σχέσεως χωρίς, (κατ’ αρχήν) να ασκεί επιρροή η αλήθεια ή όχι αυτού αφού η έλλειψη συνδρομής της παραπάνω διαδικαστικής προϋποθέσεως συνεπάγεται την απόρριψη της αγωγής ως νομικά μεν αβάσιμης κατά το στάδιο ερεύνης της νομικής βασιμότητας της αγωγής ως ουσιαστικά δε αβάσιμης στην περίπτωση μη αποδείξεως (κατά το στάδιο ερεύνης της ουσιαστικής βασιμότητας) των επικληθέντων προς θεμελίωσή της (ενεργητικής νομιμοποιήσεως) πραγματικών περιστατικών (Ολ. ΑΠ 25/2008, ΑΠ 628/2010 ΑΠ 2402/2007 ΑΠ 1928/2008). Ενόψει δε του ότι η νομιμοποίηση του διαδίκου και το έννομο συμφέρον αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου περί συνδρομής ή όχι των προϋποθέσεων αυτών ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αριθμού 1 του άρθρου 559 και όχι εκείνον του αριθμού 14, ο οποίος ανακύπτει μόνον όταν στο δικόγραφο της αγωγής δεν εκτίθενται τα στοιχεία που θεμελιώνουν τη νομιμοποίηση και δικαιολογούν το έννομο συμφέρον για την άσκηση της (Ολ. ΑΠ 25/2008).
Τέλος, στο άρθρο 17 παρ. 1 εδ. β’ του Οργανισμού του Ελεγκτικού Συνεδρίου (π.δ. 774Λ98ο, Φ.Ε.Κ. Α’ 189) ορίζεται ότι το Ελεγκτικό Συνέδριο "Ασκεί κατά το άρθρο 98 του Συντάγματος έλεγχον των δαπανών του Κράτους, ως και των δια ειδικών νόμων εις τον έλεγχον αυτού υπαγομένων Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοικήσεως ή άλλων Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου επί τω τέλει της βεβαιώσεως ότι υπάρχει δια ταύτας νομίμως κεχορηγημένη πίστωσις και ότι κατά την πραγματοποίησιν τούτων ετηρήθησαν αι διατάξεις του κωδικός "περί δημοσίου λογιστικού" και παντός άλλου νόμου ή διατάγματος ή κανονιστικής αποφάσεως". Στο δε άρθρο 21 του ιδίου ως άνω Οργανισμού ορίζονται τα εξής: "1. Εάν εκ του διενεργηθέντος ελέγχου διαπιστωθή ότι δια διαπάνην τινά δεν συντρέχουν εν άλω ή εν μέρει αι προϋποθέσεις της παραγράφου ι εδ. β’ του άρθρου ιγ του παρόντος ο αρμόδιος Πάρεδρος ή Επίτροπος αρνείται δια ητιολογημένης πράξεως του την θεώρησιν του εντάλματος, όπερ επιστρέφει προς την αποστείλασαν αρχήν μετ’ αντιγράφου της πράξεως του. Υποβαλλομένου εκ νέου του εντάλματος προς θεώρησιν ο Πάρεδρος ή ο Επίτροπος ή θεωρεί τούτο εφόσον ήρθησαν οι λόγοι της μη θεωρήσεως ή υποβάλλει τούτο δια εκθέσεως τους εις το οικείον Τμήμα του Συνεδρίου αποφαινόμενον δια πράξεώς του ή περί της θεωρήσεως, εις ην τοιαύτη περιπτώσει υποχρεούται να προβή ο Πάρεδρος ή ο Επίτροπος ή περί της μη θεωρήσεως του εντάλματος. Το αρμόδιον Τμήμα του Ελεγκτικού Συνεδρίου επιλαμβανομένον της κατά το προηγούμενον εδάφιον υποθέσεως δύναται λόγω της μείζονος σπουδαιότητος του προκύψαντος θέματος ή ως έχοντος τούτου γενικωτέραν σημασίαν να παραπέμψη την υπόθεσιν εις την Ολομέλειαν του Ελεγκτικού Συνεδρίου δια πρακτικού επέχοντος θέσιν εισηγήσεως την οποία αναπτύσσει ενώπιον αυτής ο οριζόμενος δια τούτου εισηγητής. Η Ολομέλεια εκφέρουσα γνώμην επί της παραπεμφθείσης υποθέσεως αναπέμπει ταύτην εις το Τμήμα δια την περαιτέρω εξέτασιν της. Η γνώμη. Η γνώμη αυτή είναι υποχρεωτική δια το Τμήμα. 2. Εν περιπτώσει μη θεωρήσεως εντάλματος ο αρμόδιος Υπουργός δύναται να αιτήσηται την υπ’ ευθύνην του θεώρησιν τούτου παρά του Ελεγκτικού Συνεδρίου, την τούτο αποδέχεται εντελλόμενον τω αρμοδίω Παρέδρω ή Επιτραπώ την θεώρησιν τούτου. Θεωρουμένου του εντάλματος υπ’ ευθύνην του Υπουργού, υποβάλλεται αυθημερόν υπό του Γενικού Επιτρόπου της Επικρατείας παρά τω Ελεγκτικό Συνεδρίω πίναξ εις τον Υπουργόν των Οικονομικών, το Υπουργικόν Συμβούλων και την Βουλήν, εν ω αναγράφεται η αιτιολογία της μη θεωρήσεως. Εις περίπτωσιν καθ’ ην η Βουλή εντός της πρώτης συνόδου αυτής, από της υποβολής του πίνακος, δεν ήθελε εγκρίνει το ως άνω θεωρηθέν ένταλμα το Συνέδριον διά πράξεως της Ολομελείας καταλογίζει το ποσόν του εντάλματος εις βάρος του υπευθύνου Υπουργού.

Με τον πρώτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από το αναιρεσείον η, από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι, η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των, ουσιαστικού δικαίου, διατάξεων των άρθρων 68 και 73 ΚΠολΔ, δέχθηκε κατ’ ουσίαν την παθητική του νομιμοποίηση στην κατ’ αυτού από την αναιρεσίβλητη ασκηθείσα εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού αγωγή προς απόδοση της ωφελείας την οποία τούτο απέκτησε εκ της προς αυτό πωλήσεως από την αναιρεσίβλητη, δια ακύρων συμβάσεων, των αναφερόμενων σ’ αυτήν κινητών πραγμάτων , παρά τη μη ουσιαστική συνδρομή της προϋποθέσεως αυτής ενόψει της κρίσεως του Ελεγκτικού Συνεδρίου "ότι τα επίμαχα τιμολόγια που ενταλματοποιήθηκαν δεν μπορεί να πληρωθούν καθότι η δαπάνη είναι μη νόμιμη, η οποία καθιστά αδύνατη την εξόφληση των εκδοθέντων τιμολογίων". Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή (αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, αυτά, μετ’ εκτίμηση των προσκομισθεισών από τους διαδίκους αποδείξεων, δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα, τα ακόλουθα: "Τέλος, με τον δεύτερο λόγο της έφεσης το εκκαλούν (εναγόμενο, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου) ισχυρίζεται ότι δεν νομιμοποιείται παθητικώς το ίδιο για την καταβολή των οφειλομένων από τις επίδικες συναλλαγές καθότι το ίδιο ουδέποτε αρνήθηκε την πληρωμή τους, αλλά νομιμοποιείται παθητικά το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο δια του Ελεγκτικού Συνεδρίου, αρνήθηκε τη θεώρηση των ενταλμάτων προς πληρωμή. Ο λόγος αυτός τυγχάνει απορριπτέος ως μη νόμιμος καθόσον αφενός μεν το εναγόμενο έχει αυτοτελή νομική προσωπικότητα και την αυτοδιαχείριση της περιουσίας του, ανεξαρτήτως της τυχόν χρηματοδότησης του από το Ελληνικό Δημόσιο (βλ. Ν. 1404/1983 και 3794/2009), αφετέρου δε η συμμετοχή του Ελεγκτικού Συνεδρίου στην θεώρηση των ενταλμάτων αφορά στον δημοσιονομικό έλεγχο των δαπανών του εναγόμενου, χωρίς αυτό να μεταθέτει την ανάληψη των μη εγκριθέντων από το Ε. Σ. υποχρεώσεων εκάστου ΝΠΔΔ στο Δημόσιο,, όπως αντίθετα ισχυρίζεται το εκκαλούν, και ως εκ τούτου μόνη η μη θεώρηση των τιμολογίων των επιδίκων άκυρων συμβάσεων πωλήσεως από τον οικείο επίτροπο δεν αίρει την ευθύνη του εναγομένου ως οφειλέτου κατά τις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις των άρθρων 904 επ. ΑΚ.". Έτσι που ενέκρινε το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση δεν υπέπεσε στην αποδιδομένη με τον παραπάνω αναιρετικό λόγο πλημμέλεια καθόσον δέχθηκε ορθώς την αποδειχθείσα παθητική νομιμοποίηση του αναιρεσείοντος προς καταβολή του τιμήματος των προς αυτό από την αναιρεσίβλητη πωληθέντων δια ακύρων συμβάσεων κινητών πραγμάτων (επίπλων κ.λ.π.) με την παραδοχή ότι στην εξόφληση αυτών, υποχρεούται το ίδιο το αναιρεσείον ως αγοραστής, κατά τη διάταξη του άρθρου 513 ΚΠολΔ, της αρνήσεως του Ελεγκτικού Συνεδρίου (Ε.Σ.) προς έγκριση των σχετικών με τις εν λόγω πωλήσεις ενταλμάτων, κριθείσης, ορθώς, ως αφορώσης μόνο στον από δημοσιονομικής απόψεως διενεργούμενο από αυτό (ΕΣ) κατά τις αναφερόμενες στη σχετική μείζονα σκέψη, διατάξεις προληπτικό έλεγχο των δαπανών του Κράτους, των ΟΤΑ και των ΝΠΔΔ, και όχι στην ιδιωτικού χαρακτήρα ένδικη διαφορά για την οποία άλλωστε δεν θα μπορούσε να γίνει λόγος ούτε για ύπαρξη δεδικασμένου δεσμεύοντας τα πολιτικά δικαστήρια (ΑΕΔ 18/ 2005 Ολ ΑΠ 39/ 88, ΑΠ 302/ 2011), με αποτέλεσμα η άρνηση αυτή του (ΕΣ) να μην συνεπάγεται και την άρση της εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού ενοχής του αναιρεσείοντος για τις επίδικες συναλλαγές δια της μεταθέσεως της σχετικής οφειλής στο Ελληνικό Δημόσιο, όπως αβασίμως επικαλείται το αναιρεσείον.
Από το άρθρο 904 ΑΚ, που ορίζει ότι όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, προκύπτει ότι στοιχείο του πραγματικού κάθε απαίτησης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι εκτός των άλλων και η ανυπαρξία ή η ελαττωματικότητα της αίτιας, με βάση την οποία έγινε η περιουσιακή μετακίνηση και επήλθε ο πλουτισμός του λήπτη. Αν λείπει το στοιχείο αυτό, αν δηλαδή η αιτία δεν είναι ανύπαρκτη ή ελαττωματική, δεν στοιχειοθετείται απαίτηση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό. Τέτοια έλλειψη υπάρχει και όταν η αίτια της παροχής είναι παράνομη, εξαιτίας απαγορευτικής διατάξεως νόμου. Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί αγωγή, με την οποία αναζητείται ευθέως από τον ενάγοντα ο πλουτισμός (ωφέλεια) του εναγομένου, εξαιτίας της ακυρότητας της συμβάσεως, για να είναι ορισμένη η αγωγή θα πρέπει να αναφέρονται στο δικόγραφο αυτής, σύμφωνα με το άρθρο 216 παρ. 1α’ του ΚΠολΔ, τα περιστατικά που συνεπάγονται την ακυρότητα της συμβάσεως και συνιστούν το λόγο για τον οποίο η αιτία της εντεύθεν ωφέλειας του εναγομένου δεν είναι νόμιμη. Αν όμως η βάση της αγωγής από αδικαιολόγητο πλουτισμό σωρεύεται, κατά δικονομική επικουρικότητα (άρθρο 219 ΚΠολΔ), υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση της απορρίψεως της κύριας βάσης αυτής από τη σύμβαση, αρκεί για την πληρότητα της πιο πάνω επικουρικής βάσης να γίνεται απλή επίκληση της ακυρότητας της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται να αναφέρονται και οι λόγοι στους οποίους οφείλεται η ακυρότητα. Και τούτο διότι, στην τελευταία περίπτωση, η επικουρική βάση της αγωγής θα εξετασθεί μόνον αν η στηριζόμενη στην έγκυρη σύμβαση κύρια βάση της αγωγής απορριφθεί μετά από παραδοχή της ακυρότητας της σύμβασης για συγκεκριμένο λόγο, ο οποίος, είτε κατ’ αυτεπάγγελτη έρευνα, είτε κατ’ ένσταση του εναγομένου, αποτέλεσε ήδη αντικείμενο της δίκης. Έτσι πληρούται με τον τρόπο αυτόν ο σκοπός της διατάξεως του άρθρου 216 ΚΠολΔ, η οποία απαιτεί σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή [Ολ ΑΠ 22/2003, ΑΠ Ολ ΑΠ 23/2003, ΑΠ 456/ 2010, ΑΠ 749/2008, ΑΠ 725/2004.
Περαιτέρω γίνεται δεκτό ότι η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που εκτίθενται στην αγωγή σε σχέση μ’ αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωση της, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος .Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή, αξιώνοντας για τη θεμελίωση της περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του επίδικου δικαιώματος (Ολ ΑΠ 18/1998). Αντίθετα, η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν κατ’ αρχήν το ασκούμενο με την αγωγή ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής, και ελέγχεται αναιρετικά με το λόγο από τον αριθ. 14 του αρθρ. 559 ΠολΔ (Ολ. ΑΠ1573/1981, ΑΠ 697/2012, ΑΠ1495/2009).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθμ. 4 και 566 παρ.1ΚΠολΔ, προκύπτει ότι, το αναιρετήριο δικόγραφο πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή και ορισμένο το λόγο αναιρέσεως, ώστε όχι μόνο να εξάγεται από αυτόν σε ποιον από τους περιοριστικά στο άρθρο 559 ίδιου Κώδικα αναφερομένους αναιρετικούς λόγους υπάγεται, αλλά και να καθορίζονται σ’ αυτόν τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, κατά τον αναιρεσείοντα, στοιχειοθετούν την πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση με βάση, όπου χρειάζεται, τις παραδοχές της, οι οποίες πρέπει επίσης να καθορίζονται στο αναιρετήριο. Ειδικότερα, για το ορισμένο της από το άρθρο 559 αρ.14 ΚΠολΔ προβλεπομένης αιτιάσεως συνισταμένης στην παρά το νόμο, μη κήρυξη από το δικαστήριο του απαραδέκτου του αγωγικού δικογράφου λόγω αοριστίας, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) το ακριβές περιεχόμενο της αγωγής, β) οι σχετικές με το ορισμένο αυτού (δικογράφου) παραδοχές του δικαστηρίου και γ) επίκληση ότι ο σχετικός περί αοριστίας ισχυρισμός, που θεμελιώνει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί στο εφετείο με λόγο εφέσεως (ΑΠ 579/2015, ΑΠ 765/2008).
Κατ’ ακολουθίαν αυτών ο δεύτερος λόγος της αναιρέσεως με το οποίο προβάλλεται από το αναιρεσείον η, κατ’ ορθή εκτίμηση των προς θεμελιωσή του εκτιθεμένων, από το άρθρο 559 αρ. 14 (και όχι 1 ή 9) ΚΠοΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση δεν απέρριψε (κήρυξε), ως απαράδεκτη, την κατ’ αυτού εγερθείσα ένδικη αγωγή της αναιρεσιβλήτου λόγω αοριστίας απορρέουσας από την έλλειψη εξειδίκευσης των προσδιοριστικών στοιχείων του επικαλουμένου ως αδικαιολογήτως προσκτηθέντος από το ίδιο πλουτισμού κρίνεται απορριπτέος, ανεξαρτήτως της ουσιαστικής αβασιμότητάς του, αφού από την επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου προκύπτει ότι διαλαμβάνονται σ’ αυτό όλα τα από τις διατάξεις των άρθρων 216 ΚΠολΔ 904 ΑΚ απαιτούμενα και στη σχετική μείζονα σκέψη εκείνη αναφερόμενα για την πληρότητά του στοιχεία και ειδικότερα α) το ακριβές περιεχόμενο των μεταξύ των διαδίκων καταρτισθεισών ατύπως συμβάσεως πωλήσεως, β) η ακυρότητα αυτών λόγω αντίθεσής τους στις διατάξεις των άρθρων 40, 41 ΝΔ 496/74 και ν. 2286/95 και γ) ο εκ του λόγου αυτού (ακυρότητας) πρόσκτηση στο αναιρεσείον αδικαιολογήτου πλουτισμού σε βάρος της περιουσίας της πωλήτριας αναιρεσίβλητης, ισόποσου προς την αξία των πωληθέντων, προεχόντως (κρίνεται απορριπτέος) ως ενδεής της επικλήσεως των απαιτούμενων για την πληρότητα της προβαλλόμενης (από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ) αιτιάσεως στοιχείων και ειδικότερα της αναφοράς του ακριβούς, ως προς το κτίσιμο ως άνω ζήτημα, περιεχομένου του αγωγικού δικογράφου με αποτέλεσμα να καθίσταται, εξαιτίας της παραπάνω ελλείψεως, ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος αναφορικά με την προβαλλόμενη πλημμέλεια. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, για το ορισμένο του από το άρθρο 559 αρ. 19 του ιδίου Κώδικα προβλεπομένου αναιρετικού λόγου πρέπει να καθορίζονται, μεταξύ άλλων, στο αναιρετήριο δικόγραφο, εκτός από τη συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε, και α) οι, αναφορικά με τα, ως αποδεχθέντα, γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, παραδοχές υπό τις οποίες φέρεται ότι συντελέστηκε η προβαλλομένη μ’ αυτόν (αναιρετικό λόγο) παραβίαση της παραπάνω διατάξεως και β) ο προσδιορισμός του σφάλματος του δικαστηρίου το οποίο, αν συνίσταται σε ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών, πρέπει να συνοδεύεται, από την παράθεση στην μεν πρώτη περίπτωση (της ανεπαρησίας) των επιπλέον απαιτουμένων να διαληφθούν στην προσβαλλομένη απόφαση (αιτιολογιών), στη δε δεύτερη (της αντιφάσεως) των φερομένων ως αντιφατικών παραδοχών, (ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 739/2011).

Με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται από το αναιρεσείον ΝΠΔΔ, η από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση ότι η προσβαλλομένη απόφαση έκανε δεκτή, επικυρώνοντας των ομοίως αποφηναμένη πρωτόδικη απόφαση (17148/2013 Μον. Πρωτ.Θ), την κατ’ αυτού ασκηθείσα αγωγή της αναιρεσιβλήτου εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού δεχθείσα, με ελλιπή αιτιολογία της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού που αναφέρεται στο πραγματικό (μείζονα πρόταση) του εφαρμοσθέντος κανόνα δικαίου (90 ΑΚ), τη συνδρομή της, προς θεμελίωση της κατασχεθείσης προς κρίση συναφούς αξιώσεως, προϋποθέσεως (της) προσκτήσεως από τον ίδιο (αναιρεσείον) αδικαιολογήτου πλουτισμού σε βάρος της περιουσίας της τελευταίας (αναιρεσίβλητης). Η αιτίαση αυτή κρίνεται απορριπτέα λόγω αοριστίας απορρέουσας από την έλλειψη αναφοράς στο αναιρετήριο δικόγραφο, αφενός των, αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ζήτημα της υπάρξεως ή μη αδικαιολογήτου πλουτισμού, ακριβών παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως και αφετέρου της επί πλέον απαιτουμένης να διαληφθεί στην τελευταία (προσβαλλομένη απόφαση) για την πληρότητα της ελάσσονος προτάσεως, αιτιολογίας, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος αναφορικά με την επικαλουμένη αιτίαση της εκ πλαγίου παραβιάσεως της διατάξεως του άρθρου 904 ΑΚ, στον οποίο δεν δύναται να χωρίσει το δικαστήριο εξαιτίας της ελλείψεως αναφοράς τόσο των ως προς το θέμα αυτό ακριβών παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως όσο και της επί πλέον απαιτούμενης αιτιολογίας ενόψει του ότι η κατ’ το αναιρεσείον παραδοχή της προσβαλλομένης (όπως αυτή αποδίδεται από το ίδιο), "ότι ο αδικαιολόγητος πλουτισμός συνίσταται (ανέρχεται) στην τιμολογηθείσα αξία των πωληθέντων προς αυτό (αναιρεσείον) από την αναιρεσίβλητη κινητών", δεν καλύπτει, κατά την προσβαλλόμενη αιτίαση, του εφαρμοσθέντα ως άνω κανόνα δικαίου.

Κατ’ ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλους αναιρετικού λόγου προς έρευνας, πρέπει ν’ απορριφθεί στο, σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την, (από 16.6.2016 και με αριθμ. καταθε. ...2016) αίτηση αναιρέσεως της από 616/2016 τελεσίδικου αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Παρατήρηση. Η ΑΠ 449/ 2014 (την οποία βλ εδώ) δέχεται για τις προϋποθέσεις της επικουρικότητας του αδικ. πλουτισμού, "...η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσης, και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία (Α.Π. 16/2008). Επομένως, εάν η αγωγή στηρίζεται ως προς τη σωρευόμενη ακόμα και επικουρικά βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό στα ίδια πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται και η αγωγή από σύμβαση ή αδικοπραξία, είναι νομικά αβάσιμη ως προς την αγωγική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό γιατί αφού, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, υπάρχει σύμβαση ή αδικοπραξία ο ενάγων μπορεί να ασκήσει τις αξιώσεις του από αυτές, όχι όμως να προσφύγει έστω και επικουρικά στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού (Α.Π. 2019/2007). Εν όψει όμως των οριζομένων από τις διατάξεις των άρθρ. 219 και 106 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τη γενική δικονομική αρχή "jura novit curia", από τα οποία προκύπτει ότι αρκεί στην αγωγή η πλήρης έκθεση των θεμελιούντων αυτήν πραγματικών γεγονότων όχι όμως και της νομικής βάσης του προβαλλόμενου αιτήματος, παραδεκτά η αγωγή μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά από την αρχή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, εάν κατά τα εκτιθέμενα σ` αυτήν πρόκειται για παροχή αχρεωστήτου και δεν συντρέχουν ούτε εκτίθενται στην αγωγή τα αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωση της συμβατικής ευθύνης ή εκείνης από αδικοπραξία, με την έννοια της διάταξης του αρθρο 914 ΑΚ γιατί ο πλουτισμός του εναγομένου επήλθε χωρίς δόση ανταλλάγματος και δεν μπορεί κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή να στηριχθεί σε ισχυρή (έγκυρη και μη ελαττωματική) θέληση του ενάγοντος, ούτε σε νόμιμη υποχρέωσή του είτε με την έννοια της συμβατικής ενοχής είτε της εξ αδικοπραξίας (ΑΠ 493/2010, ΑΠ 725/2004)".

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γραφή σχολίων σε greeklish σημαίνει διαγραφή τους!