Παρασκευή, 9 Νοεμβρίου 2018

Παραβίαση δικαστικού απορρήτου, παράβαση καθήκοντος, ηθική αυτουργία

Άρειος Πάγος, ΠοινΤμήμα Ε', 28/ 2012.

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Ζαΐρη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεωργία Λαλούση, Νικόλαο Κωνσταντόπουλο, Ανδρέα Ξένο -Εισηγητή και Αθανάσιο Γεωργόπουλο, Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Παραβίαση δικαστικού απορρήτου. Παράβαση καθήκοντος. Ηθική αυτουργία από κοινού στη διάπραξη των ως άνω πράξεων. Έννοια απορρήτων στοιχείων διαδραματισθέντων κατά τη διάρκεια της διασκέψεως ή της ψηφοφορίας. Αυτά τα οποία δεν επιτρέπεται να γνωστοποιούνται σε τρίτους. Στοιχεία αντικειμενικής και υποκειμενικής υπόστασης. Πραγματικά περιστατικά. Ανακοίνωση από την κατηγορούμενη δικαστικό λειτουργό στους έτερους κατηγορούμενους-ηθικούς αυτουργούς αποτελέσματος διασκέψεως και τρόπου ψηφοφορίας επί υποθέσεως (μειοψηφία κ.λπ.) που αφορούσε σε αναγνωριστική της κυριότητας ακινήτου αγωγή Ιεράς Μονής κατά του Ελληνικού Δημοσίου.
Μη δημοσίευση της αποφάσεως μετά τη διάσκεψη. Ποινική Δικονομία. Αναίρεση. Λόγοι. Έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας. Εσφαλμένη εφαρμογή και ερμηνεία ουσιαστικής ποινικής διάταξης. Γνωστοποίηση στοιχείων διάσκεψης. Τα γνωστοποιηθέντα στοιχεία ανήκουν σε αυτά που υποχρεωτικά περιλαμβάνονται στην απόφαση και δεν συνιστούν απόρρητο. Αιτιώδης σύνδεσμος. Μη διευκρίνιση της αιτιώδους σχέσεως μεταξύ της παραβάσεως καθήκοντος της πρώτης κατηγορουμένης και των πιέσεων των λοιπών κατηγορουμένων. Περιουσιακή βλάβη-ωφέλεια. Μη αιτιολόγηση του αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της μη σύντομης δημοσιεύσεως της αποφάσεως με την προκληθείσα περιουσιακή βλάβη. Απόλυτη ακυρότητα. Μεταβολή της κατηγορίας. Προσθήκη πραγματικών περιστατικών. Αναιρεί την υπ΄αριθμ. 208/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης για τους ως άνω λόγους.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 259 ΠΚ "υπάλληλος που με πρόθεση παραβαίνει τα καθήκοντα της υπηρεσίας του με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο περιουσιακό όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον, τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δυο ετών, αν η πράξη αυτή δεν τιμωρείται με άλλη ποινική διάταξη". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για να στοιχειοθετηθεί το έγκλημα της παράβασης καθήκοντος, δράστης του οποίου είναι υπάλληλος κατά την έννοια του άρθρου 13 εδάφ. α` του Π.Κ. απαιτούνται: α) παραβίαση υπηρεσιακού καθήκοντος το οποίο καθορίζεται με νόμο ή διοικητική πράξη ή με ιδιαίτερες οδηγίες της προϊσταμένης αρχής ή ενυπάρχει στη φύση της υπηρεσίας, β) πρόθεση του δράστη δηλαδή δόλος που περιέχει τη θέληση παραβάσεως του καθήκοντος της υπηρεσίας και γ) σκοπός του δράστη να προσπορίσει στον ίδιο ή σε άλλον παράνομη υλική ή ηθική ωφέλεια ή να επέλθει βλάβη στο κράτος ή σε κάποιον άλλον, χωρίς να απαιτείται και η επίτευξη του εν λόγω σκοπού. Για να συντρέχει δε ο σκοπός αυτός πρέπει όχι μόνον η βούληση του δράστη να κατατείνει προς αυτόν αλλά και η συμπεριφορά του, όπως αναπτύσσεται να μπορεί αντικειμενικά να οδηγήσει στην επίτευξή του. Ο όρος "με σκοπό να προσπορίσει στον εαυτό του ή σε άλλον παράνομο όφελος ή για να βλάψει το κράτος ή κάποιον άλλον", λογικά σημαίνει ότι η πράξη όπως επιχειρείται από τον δράστη δύναται να οδηγήσει στην απαίτηση παράνομο οφέλους ή στην πρόκληση βλάβης τρίτων και επί πλέον ότι η βούληση του δράστη κατευθύνεται στην απόκτηση του οφέλους ή στην πρόκληση της βλάβης. Έτσι μεταξύ της πράξεως και του σκοπού οφέλους ή βλάβης πρέπει να υπάρχει μία τέτοια αιτιώδης σχέση ώστε η πράξη της παραβάσεως καθήκοντος, αν δεν είναι αποκλειστικός τρόπος, πάντως πρέπει να είναι πρόσφορος περιποιήσεως της σκοπουμένης βλάβης ή του σκοπουμένου οφέλους, πράγμα που συμβαίνει όταν το σκοπούμενο όφελος ή η σκοπούμενη βλάβη δεν μπορεί να επιτευχθεί παρά μόνον με την παράβαση του συγκεκριμένου καθήκοντος. Όταν δε ο σκοπός συνίσταται σε βλάβη του κράτους πρέπει να προσδιορίζεται και σε τι συνίσταται η βλάβη αυτή. Υπάλληλοι θεωρούνται και οι κρατικοί λειτουργοί που είναι κατά κανόνα άμεσα όργανα του κράτους επί των οποίων δεν νοείται διάκριση μεταξύ απλού υπαλληλικού και υπηρεσιακού καθήκοντος μεταξύ δε αυτών περιλαμβάνονται και οι δικαστικοί λειτουργού που υπάγονται σε αυτούς που θεωρούνται υπάλληλοι για την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 259 και 13 στοιχ. α` ΠΚ.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 251 παρ.1 Π.Κ. όποιος καλείται κατά το νόμο να εκτελέσει δικαστικά καθήκοντα και γνωστοποιεί σε άλλον απόρρητα της διασκέψεως ή την ψηφοφορία στην οποίο πήρε μέρος τιμωρείται με φυλάκιση δυο ετών. Με τη διάταξη του άρθρου 251 Π.Κ. προστατεύεται ως ειδικότερη έκφανση του υπηρεσιακού απορρήτου το απόρρητο των δικαστικών διασκέψεων και της ψηφοφορίας υπό την έννοια της εξασφαλίσεως της ελευθερίας εκφράσεως της γνώμης των προσώπων που καλούνται κατά το νόμο να εκτελέσουν δικαστικά καθήκοντα και κατά συνέπεια η ορθή λειτουργία και η απονομή της δικαιοσύνης άνευ επηρεασμού της κρίσεως των προσώπων που καλούνται να εκτελέσουν δικαστικά καθήκοντα κατά την διαδικασία εκφοράς της δικαιοδοτικής τους κρίσεως που πρέπει να γίνεται μυστικά, εν όψει της αρχής που καθιερώνεται τόσο από τα άρθρα 20 και 93 του Συντάγματος 1975 όσο και από το άρθρο 6 της ΕΣΔΑ και επιβάλλει την υποχρέωση της αμεροληψίας στο δικαστήριο ως δικαιοδοτικό όργανο και στα μέλη που το συγκροτούν. Απόρρητα της διασκέψεως ή της ψηφοφορίας η γνωστοποίηση των οποίων συνιστά την εγκληματική συμπεριφορά για την οποία προβλέπει η διάταξη της παρ.1 του άρθρου 251 Π.Κ, είναι όλα εκείνα τα στοιχεία που έλαβαν χώρα κατά τη διάρκεια της διασκέψεως και της ψηφοφορίας και θεωρούνται κατά το νόμο μυστικά και τα οποία δεν επιτρέπεται να γνωστοποιούνται σε τρίτους, πλην εκείνων που κατά το νόμο εκτελούν δικαστικά καθήκοντα και λαμβάνουν μέρος στη διάσκεψη ή ψηφοφορία όπως και εκείνων που λόγω των καθηκόντων τους παρευρίσκονται σε τέτοια διάσκεψη ή ψηφοφορία. Τέτοια απόρρητα στοιχεία είναι τα διαδραματισθέντα κατά τη διάρκεια της διασκέψεως ή της ψηφοφορίας που πρέπει να μείνουν γνωστά και αποκλειστικά μόνον στα πρόσωπα που συμμετείχαν στη διάσκεψη και την ψηφοφορία και να μην εξέλθουν από τον κύκλο αυτών περιερχόμενα σε γνώση κατά οποιοδήποτε τρόπο και οποιοδήποτε μέσο σε τρίτον που δεν συμμετείχε στη διάσκεψη ή ψηφοφορία, όπως το περιεχόμενο της διαλογικής συζητήσεως κατά την μη δημόσια διάσκεψη ιδίως μετά το Σύνταγμα του 1975 κατά το άρθρο 93 παρ.3 εδάφ. γ` και δ` του οποίου "Η γνώμη της μειοψηφίας δημοσιεύεται υποχρεωτικά" και "Νόμος ορίζει τα σχετικά με την καταχώριση στα πρακτικά ενδεχόμενης μειοψηφίας καθώς και τους όρους και τις προϋποθέσεις της δημοσιότητάς της" και το άρθρο 40 του ν. 2172/1993 "Τροποποίηση και αντικατάσταση διατάξεων του Ν. 1756/1988" Κώδικας Οργανισμού Δικαστηρίων και Καταστάσεως Δικαστικών Λειτουργών κ.λ.π. κατά το οποίο στις δικαστικές αποφάσεις και στα βουλεύματα καταχωρίζονται υποχρεωτικά η γνώμη της μειοψηφίας και τα ονόματα των δικαστών που μειοψηφούν. Κατ` ακολουθίαν αυτών δεν συνιστούν απόρρητα της διασκέψεως και της ψηφοφορίας τα στοιχεία που υποχρεωτικά δημοσιοποιούνται με την απόφαση, η δημοσίευση της οποίας σε δημόσια συνεδρίαση όπως ορίζεται και στο άρθρο 304 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., αποτελεί αναγκαίο στάδιο αυτής που επιφέρει την τελείωσή της με την επίσημη έναντι πάντων γνωστοποίησή της.

Όσον αφορά την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος του άρθρου 251 παρ.1 ΠΚ απαιτείται δόλος κάθε βαθμού ο οποίος συνίσταται στη γνώση του δράστη ότι έχει κληθεί να εκτελέσει δικαστικά καθήκοντα και στη γνώση ότι γνωστοποιεί σε τρίτο πρόσωπο απόρρητα στοιχεία της διασκέψεως ή της ψηφοφορίας στην οποία συμμετέχει.

Περαιτέρω κατά τη διάταξη του άρθρου 46 παρ.1α Π.Κ. με την ποινή του αυτουργού τιμωρείται όποιος με πρόθεση προκάλεσε σε άλλον την απόφαση να εκτελέσει την άδικη πράξη που διέπραξε. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι για την ύπαρξη ηθικής αυτουργίας απαιτείται να συντρέχουν αντικειμενικώς α) πρόκληση στον αυτουργό της αποφάσεως να διαπράξει ορισμένη άδικη πράξη, η οποία μπορεί να γίνει με οποιοδήποτε τρόπο ή μέσο, όπως με προτροπές (παρακίνηση, παρόρμηση, ενθάρρυνση) με παραινέσεις (συμβουλές κλπ), με πειθώ, φορτικότητα ή με εκμετάλλευση της επιβολής στον φυσικό αυτουργό, λόγω υπηρεσιακής ή άλλης εξαρτήσεως υποκειμενικώς δε απαιτείται δόλος του ηθικού αυτουργού που περιλαμβάνει α) συνείδηση του ηθικού αυτουργού ότι παρήγαγε στον φυσικό αυτουργό την απόφαση για τη διάπραξη από αυτόν της αντικειμενικής υποστάσεως ορισμένου εγκλήματος, β) συνείδηση της συγκεκριμένης πράξεως στην οποία παρακινεί ο ηθικός αυτουργός.

Εξ άλλου έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, η οποία ιδρύει λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ` Κ.Ποιν.Δ. υπάρχει προκειμένου για καταδικαστική απόφαση όταν δεν αναφέρονται σ` αυτήν με σαφήνεια και πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις με τις οποίες έγινε η υπαγωγή τους στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις. Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας επιτρέπεται η αλληλοσυμπλήρωση του σκεπτικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο ενώ ως προς τις αποδείξεις αρκεί να αναφέρονται κατά το είδος των χωρίς να είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται από ποιο αποδεικτικό μέσο αποδείχθηκε κάθε παραδοχή. Ο δόλος δεν είναι κατ` αρχήν αναγκαίο, να αιτιολογείται ιδιαιτέρως, διότι ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την αντικειμενική υπόσταση της συγκεκριμένης αξιοποίνου πράξεως και εξυπακούεται ότι υπάρχει σε κάθε ειδικότερη τελέσεως εγκλήματος από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών, εκτός αν ο νόμος αξιώνει πρόσθετα στοιχεία για το αξιόποινο, όπως είναι να έχει τελεσθεί η πράξη εν γνώσει ορισμένου περιστατικού ή με πρόσθετο σκοπό ως υποκειμενικό στοιχείο του αδίκου ή να τελέσθηκε με δόλο ενδεχόμενο. Επί πλέον κατά τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Ε` Κ.Ποιν.Δ. λόγο αναιρέσεως της καταδικαστικής αποφάσεως ιδρύει και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο νόμο διαφορετική έννοια από εκείνη την οποία αυτός πράγματι έχει ενώ εσφαλμένη εφαρμογή υπάρχει όταν το δικαστήριο προβαίνει σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχεται ότι αποδείχθηκαν στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη. Εσφαλμένη εφαρμογή του νόμου συντρέχει και στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας παραβίασε ουσιαστική ποινική διάταξη εκ πλαγίου για το λόγο ότι στο πόρισμα της αποφάσεώς του, που περιλαμβάνεται στο σκεπτικό σε συνδυασμό με το διατακτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις και λογικά κενά με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.
Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 27 επ., 43, 49 σε συνδυασμό προς αυτές των άρθρων 57 επ., 246, 250, 321 του Κ.Ποιν.Δ. συνάγεται ότι το δικαστήριο μπορεί να αποφαίνεται μόνο για την πράξη για την οποία ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα ποινική δίωξη και όχι για κάποια άλλη συναφή αλλιώς παράγεται απόλυτη ακυρότητα κατά το άρθρο 171 παρ.1 περ.β` Κ.Ποιν.Δ. λόγω ανεπίτρεπτης μεταβολής της κατηγορίας που υπάρχει και όταν η πράξη για την οποία διώχθηκε και παραπέμφθηκε στο ακροατήριο ο κατηγορούμενος είναι διαφορετική κατά τόπο, χρόνο και λοιπές ιστορικές περιστάσεις τελέσεως από εκείνη για την οποία καταδικάσθηκε αυτός. Απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας κατά το άρθρο 171 παρ.1 εδάφ. β` και δ` Κ.Ποιν.Δ. επιφέρει και η παραδοχή από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο που επιλαμβάνεται εφέσεως του κατηγορουμένου κατά της καταδικαστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου προσθέτων πραγματικών περιστατικών, προκειμένου να θεμελιώσει το βάσιμο κατά το νόμο της κατηγορίας για την αξιόποινη πράξη για την οποία κηρύσσει και αυτό ένοχο τον κατηγορούμενο, παρά το ότι τα περιστατικά αυτά δεν περιέχονται στην κατηγορία για την οποία ασκήθηκε εναντίον του η ποινική δίωξη και για την οποία απολογήθηκε και καταδικάσθηκε πρωτοδίκως ο κατηγορούμενος ή αφορούσαν στη θεμελίωση άλλης πράξεως για την οποία κηρύχθηκε πρωτοδίκως αθώος ο εκκαλών κατηγορούμενος διότι αυτή η διαφοροποίηση αντίκειται στις διατάξεις του άρθρου 6 παρ.1α και παρ.3α`-β` της από 4/5/1950 Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης (ΕΣΔΑ) που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 με το οποίο καθιερώνεται η αρχή της δίκαιης δίκης και της μη προσβολής των υπερασπιστικών δικαιωμάτων του κατηγορουμένου ήτοι της παροχής σ` αυτόν πληροφοριών για το είδος και το λόγος της εναντίον του κατηγορίας και της παροχής σ` αυτόν του χρόνου και των αναγκαίων ευκολιών για προετοιμασία της υπεράσπισής του.

Στην προκείμενη περίπτωση το Πενταμελές Εφετείο Θράκης, που δίκασε κατ` έφεση, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδεικτικών μέσων, τα οποία κατ` είδος προσδιορίζονται σ` αυτήν δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"Ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης, κατά τη δικάσιμο της 5-11-2003 εισήχθη για δικαστική διάγνωση, μετά από αναβολή από την αρχική δικάσιμο 21.5.2003 η με αριθμ. καταθέσεως 141/ΤΠ12/21.1.2003 αγωγή της Ι.Μ. ... κατά του Ελληνικού Δημοσίου η οποία είχε προσδιοριστεί για συζήτηση σε συντομότατο χρονικό διάστημα από την κατάθεσή της από την πρώτη κατηγορουμένη, η οποία είχε μετατεθεί και υπηρετούσε στο Πρωτοδικείο Ροδόπης. Με την αγωγή αυτή η ενάγουσα Ιερά Μονή ζητούσε ν` αναγνωρισθεί κυρία εδαφικής εκτάσεως συνολικής επιφανείας 27.044,5 στρεμμάτων το μεγαλύτερο μέρος της οποίας περιελάμβανε περιμετρικά τη λίμνη ... και το υπόλοιπο νησίδες ή τμήματα αυτών που βρίσκονται στην παραπάνω λίμνη. Πρόεδρος του Δικαστηρίου ήταν η πρώτη κατηγορουμένη και σύνεδροι αυτού οι πρωτοδίκες Γ. Σ. και Μ. Γ.. Η Πρόεδρος του δικαστηρίου όρισε εισηγήτρια την Γ.Σ.. Ήδη δε όπως η ίδια η πρώτη κατηγορουμένη απολογούμενη κατέθεσε, πριν από τη συζήτηση της αγωγής στο ακροατήριο και οπωσδήποτε πριν από τον ορισμό της εισηγήτριας είχε ζητήσει και είχε λάβει αντίγραφα της αγωγής, των προτάσεων και άλλων ορισμένων εγγράφων ώστε να ενημερωθεί για το αντικείμενο της προκείμενης δίκης. Η εισηγήτρια αφού μελέτησε την υπόθεση από νομική και ουσιαστική άποψη, περί τα τέλη Φεβρουαρίου 2004, είχε διαμορφώσει γνώμη και είχε καταλήξει να εισηγηθεί όπως η αγωγή γίνει δεκτή, μόνο κατά ένα μικρό σε σχέση με το διεκδικούμενο από τη Μονή μέρος, 2.044,5 στρεμμάτων, ενώ θα έπρεπε ν` απορριφθεί κατά το μεγαλύτερο μέρος αυτής και ήδη για εδαφική έκταση επιφανείας 25.000 στρεμμάτων περιμετρικά της λίμνης .... Τη γνώμη της δε αυτή, συμμεριζόταν όπως ο ίδιος κατέθεσε και το άλλο μέλος της συνθέσεως ο πρωτοδίκης Μ.Γ.. Σε προφορική και ανεπίσημη συζήτηση που είχε η εισηγήτρια με την πρώτη κατηγορουμένη όταν της ανακοίνωσε δεδομένης της πολυπλοκότητας των νομικών ζητημάτων ότι είχε ήδη επεξεργασθεί την προκειμένη υπόθεση και ήταν έτοιμη για διάσκεψη, η κατηγορουμένη της είπε ότι είχε διαφορετική γνώμη, και ότι η αγωγή θα έπρεπε να γίνει δεκτή ενόλω. Περί τα τέλη Φεβρουαρίου 2004 η εισηγήτρια συνέταξε γραπτώς την εισήγησή της και την παρέδωσε στην πρώτη κατηγορουμένη Πρόεδρο, όπως η ίδια ομολογεί προκειμένου αυτή να την μελετήσει, επειδή εμφάνιζε νομικές δυσχέρειες και μετά να επακολουθήσει διάσκεψη. Τούτο έγινε προς διευκόλυνση όλων, επειδή υπήρχε διάσταση απόψεων σχετικά με τα νομικά ζητήματα, που ανεφύοντο. Η παράδοση της εισηγήσεως έγινε αποκλειστικά και μόνο στην Πρόεδρο, επομένως όσα σχετικά κατατέθηκαν ότι ήδη ακόμη και προ του Φεβρουαρίου 2001 κυκλοφορούσαν "φήμες" περί της τύχης της δίκης και ότι την υπόθεση θα έχανε η ενάγουσα Μονή αποτελούν όπως χαρακτηριστικά κατέθεσαν όλοι οι μάρτυρες "φήμες", χωρίς να έχουν επιβεβαιωθεί ή να διαψευσθούν από κανέναν, πολύ δε περισσότερα από τα μέλη του Δικαστηρίου. Οπωσδήποτε δε δεν συνιστούν παραβίαση απορρήτου κατά την έννοια της προμνησθείσας διατάξεως αφού η διάσκεψη των μελών του δικαστηρίου δεν είχε γίνει ακόμη. Τελικώς, την 21.4.2004 και ενώ είχε παρέλθει ήδη τετράμηνο από τη συζήτηση της αγωγής και η εισηγήτρια εμφανιζόταν στους πίνακες καθυστέρησης εκδόσεως αποφάσεων ως έχουσα υπερβεί το τετράμηνο, όπως προβλεπόταν από τις σχετικές διατάξεις επέμενε να γίνει διάσκεψη ώστε να δημοσιευθεί η απόφαση και να μην εμφανίζεται σε εκκρεμότητα. Πραγματικά την ημέρα αυτή, μολονότι η πρώτη κατηγορουμένη αρνήθηκε, μετά από πιέσεις της εισηγήτριας η οποία μάλιστα ζήτησε και την παρουσία Γραμματέα κατά τη διάσκεψη, προκειμένου να συνταχθεί το κατά το άρθρο 302 παρ.1 πρακτικό της διάσκεψης, αίτημα, το οποίο δεν ικανοποιήθηκε αλλά φανερώνει την αγωνία της να μην εμφανίζεται εκπρόθεσμη στους πίνακες καθυστερήσεως, έλαβε χώρα διάσκεψη του δικαστηρίου, για την οποία τα μέλη είχαν προετοιμασθεί άριστα, όπως συνάγεται από το γεγονός ότι αυτή διήρκεσε ελάχιστα (βλ. καταθέσεις μαρτύρων δικαστών) οπότε και κρίθηκε ότι η αγωγή θα έπρεπε να γίνει εν μέρει δεκτή κατά ένα μικρό μέρος, 2.044,5 στρεμμάτων σύμφωνα και με την γνώμη της εισηγήτριας, κατά πλειοψηφία, που σχηματίσθηκε από αυτή και τον Μ.Γ., ενώ μειοψήφισε η πρώτη κατηγορουμένη που είχε την άποψη ότι έπρεπε να γίνει εν όλω δεκτή η αγωγή, ήτοι για τη διεκδικούμενη από τη Μονή έκταση των 27044,5 στρεμμάτων, όπως ήδη προαναφέρθηκε. Εν τω μεταξύ, όπως ήδη κατέθεσαν οι περισσότεροι μάρτυρες υπήρχε διάχυτη η φήμη, στηριζόμενη σε εικασίες ότι το αποτέλεσμα της δίκης θα ήταν υπέρ του δημοσίου, γεγονός το οποίο περιήλθε σε γνώση μεταξύ άλλων και των λοιπών κατηγορουμένων οι οποίοι είναι ο μεν δεύτερος … της Μονής ..., ενάγουσας της ανωτέρω αγωγής ο δε τρίτος … στην ίδια μονή, στον οποίο είχε ανατεθεί το διακόνημα της οικονομικής διευθύνσεως αυτής. Έτσι αυτοί, την ίδια ημέρα αλλά μετά την διάσκεψη της 21.4.2004 επικοινώνησαν, με την πρώτη κατηγορουμένη, με το πρόσχημα, όπως οι ίδιοι ισχυρίζονται, των διάχυτων, φημών και με διαρκείς παραινέσεις και προτροπές και ιδιαίτερη φορτικότητα και πειθώ εκμεταλλευόμενοι και το γεγονός ότι η πρώτη κατηγορουμένη ήταν άτομο με βαθύ και έντονο θρησκευτικό συναίσθημα και επικαλούμενοι ιδίως, το θεάρεστο κοινωνικό και φιλανθρωπικό έργο της Ιεράς Μονής ..., την έπεισαν να τους γνωστοποιήσει τον τρόπο ψηφοφορίας τις διεργασίες του σχηματισμού της γνώμης των δικαστών την ύπαρξη μειοψηφίας και το αποτέλεσμα της τελικής διασκέψεως που προμνημονεύτηκε. Η κατηγορουμένη στην παραπάνω ανακοίνωση προέβη με σκοπό να τους ευνοήσει προκειμένου, όπως αυτοί την έπεισαν, να λάβουν τα μέτρα τους πριν από τη δημοσίευση σε δημόσια συνεδρίαση της ως άνω αποφάσεως ώστε να αποτρέψουν το δυσμενέστατο σε βάρος τους αποτέλεσμα, πράγμα το οποίο και επέτυχαν όπως θα εκτεθεί παρακάτω. Το γεγονός της τηλεφωνικής επικοινωνίας της πρώτης κατηγορουμένης με τους μοναχούς αποδεικνύεται από α) από την ομολογία των κατηγορουμένων μοναχών την οποία επιβεβαιώνει και η πρώτη κατηγορουμένη, ότι επικοινώνησαν, όπως οι ίδιοι ισχυρίζονται μόνον μία φορά, χωρίς να προσδιορίσουν τον χρόνο ( ο οποίος όμως αποδείχθηκε ότι είναι αυτός που αναφέρθηκε), προκειμένου να διευκρινίσουν και να εξηγήσουν στην πρόεδρο τα νομικά τους επιχειρήματα (ενέργεια που δύναται να γίνει μόνο μέσω των πληρεξουσίων δικηγόρων τους και μόνον διά των νομίμως κατατεθέντων δικογράφων π.χ. προτάσεων αντικρούσεων, γνωμοδοτήσεων κ.λ.π) και β) από την απολογία της κατηγορουμένης σε συνδυασμό με το απολογητικό της υπόμνημα, και στις εκεί αναφερόμενες εξηγήσεις της, όπου όποιες (εννοεί ομοίως) ομολογεί ότι είχε τηλεφωνικές επικοινωνίες μία φορά με τον δεύτερο κατηγορούμενο και κατ` επανάληψη με τον τρίτο εξ αυτών, πριν και μετά την εκδίκαση της υποθέσεως. Βεβαίως η ίδια καθώς και οι λοιποί κατηγορούμενοι ισχυρίστηκαν ότι τα τηλεφωνήματα αυτά έγιναν προς διευκρίνιση των νομικών δυσχερειών της υποθέσεως, πλην όμως, όπως προέκυψε από την όλη διαδικασία διά του τρόπου αυτού, είχαν σκοπό και το πέτυχαν με τις διαρκείς τους πιέσεις και παραινέσεις να τους ανακοινώσει τελικώς, την 21.4.2004 το αποτέλεσμα της διασκέψεως και τον τρόπο της ψηφοφορίας. Επομένως εφόσον η πρώτη κατηγορουμένη γνωστοποίησε σε άλλον από δόλο απόρρητα από τη διάσκεψη και την ψηφοφορία στην οποία πήρε μέρος πρέπει να κηρυχθεί ένοχη της παραβάσεως του άρθρου 251 παρ. 1 Π.Κ και οι λοιποί κατηγορούμενοι της ηθικής αυτουργίας σε αυτήν. Στη συνέχεια η πρώτη των κατηγορουμένων, αφού όπως η ίδια παραδέχθηκε δεχόταν τηλεφωνήματα και πριν και μετά την διάσκεψη από τους λοιπούς κατηγορούμενους, οι οποίοι με τους ίδιους παραπάνω τρόπους, ήτοι με διαρκείς προτροπές και παραινέσεις, με ιδιαίτερη φορτικότητα και πειθώ, εκμεταλλευόμενοι και το γεγονός ότι η πρώτη κατηγορουμένη ήταν άτομο με βαθύ και έντονο θρησκευτικό συναίσθημα και επικαλούμενοι ιδίως το θεάρεστο κοινωνικό και φιλανθρωπικό έργο της Ιεράς Μονής ... και γνωρίζοντας πλέον το αποτέλεσμα της διασκέψεως και το γεγονός ότι αν δημοσιευόταν η απόφαση, δεν θα αναγνωριζόταν η Μονή κυρία των 25000 παραλιμνίων της ... στρεμμάτων και δεν μπορούσε να επικαλείται δικαιώματα κυριότητας επ` αυτών ούτε να ενεργεί πράξεις νομής και κατοχής επ` αυτών επικαλούμενη τα δικαιώματα αυτά, την έπεισαν να μην προβεί σε δημοσίευση της σε βάρος της Μονής, κατά το μέγιστο μέρος αποφάσεως, προκειμένου να οργανώσουν τις κινήσεις τους. Έτσι αυτή καθυστέρησε για διάστημα δύο και πλέον μηνών τη σύνταξη του σκεπτικού μειοψηφίας, που αυτή είχε εκφέρει κατά τη διάσκεψη και κατά συνέπεια τη μη δημοσίευση της αποφάσεως ως συνόλου, με τη νόμιμη διαδικασία και την καταχώρησή της στα βιβλία δημοσιεύσεως της αποφάσεως του Πρωτοδικείου Ροδόπης. Η καθυστέρηση αυτή, ήταν τελείως αδικαιολόγητη διότι α) η κατηγορουμένη ήταν έμπειρη δικαστής που υπηρετούσε στο δικαστικό σώμα από το 1982, β) η υπόθεση είχε συζητηθεί τον Νοέμβριο του 2003 και ήδη, όπως η ίδια κατέθεσε ενώπιον του ακροατηρίου είχε λάβει φωτοαντίγραφα της δικογραφίας πριν από τη συζήτηση της αγωγής αλλά και πριν την ανάθεσή της στην Εισηγήτρια προκειμένου να την μελετήσει β) ήδη από τον Φεβρουάριο του 2004 η εισηγήτρια της είχε παραδώσει έγγραφη την εισήγηση της προκειμένου να την μελετήσει και προετοιμαζόταν και αυτή όπως και τα λοιπά μέλη της συνθέσεως για την διάσκεψή της και συνεπώς κατά την διάσκεψη, την 21.4.2004 είχαν ήδη άπαντες διαμορφώσει γνώμη, αφού αυτή (διάσκεψη) διήρκεσε ελάχιστα. Επομένως, αφού είχε εκφράσει αντίθετη άποψη, είχε μελετήσει όλα τα νομικά επιχειρήματα και ερευνήσει τα πραγματικά περιστατικά και δεν απέμεινε παρά μόνο η σύνταξη του σκεπτικού της μειοψηφίας. Εδώ πρέπει να αναφερθεί ότι το σκεπτικό της μειοψηφίας κατά το άρθρο 302 παρ. 1 του ΚΠολΔ πρέπει να καταχωρίζεται στο αιτιολογικό της απόφασης με τον τύπο της αμφιβολίας ενώ κατά τη διατύπωση της γνώμης της μειοψηφίας δεν πρέπει ο δικαστής να επιτρέπεται σε υπερβολική ανάλυση των απόψεών του. Ο ισχυρισμός της πρώτης κατηγορουμένης τον οποίο το πρώτο προέβαλε ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου χωρίς να τον αναφέρει ούτε κατά το στάδιο της προκαταρκτικής εξετάσεώς της ούτε κατά την απολογία της (βλ. σχετικό απολογητικό υπόμνημα) ότι αυτή ήταν ασθενής, με πρόβλημα στο χέρι, γι` αυτό και δεν μπόρεσε να συντάξει το σκεπτικό της μειοψηφίας και να δημοσιεύσει ακολούθως την απόφαση, δεν αποδείχθηκε, αφού όπως η ίδια κατέθεσε δεν πήρε αναρρωτική άδεια ούτε έλαβε, κατά τον χρόνο εκείνο, κάποια βεβαίωση από νοσοκομείο. Οι ιατρικές βεβαιώσεις που προσκόμισε και αναγνώσθηκαν, εκδόθηκαν τον Ιούνιο του 2009 και τον Δεκέμβριο του 2010 και δεν αφορούν το χρονικό διάστημα για το οποίο επικαλείται ότι είχε πρόβλημα στο χέρι της.
Συνεπώς είχε τον χρόνο να συντάξει τη γνώμη της μειοψηφίας έστω και περιληπτικώς και να δημοσιεύσει την απόφαση. Εξάλλου το όριο που έθετε ο νόμος (άρθρ. 91 του οργανισμού δικαστηρίων) όπως αυτός ίσχυε κατά το χρόνο συζητήσεως της επίδικης αγωγής (παρ. 4 του άρθρου 5 του ν. 2207/1994), για τη δημοσίευση των αγωγών που έχουν συζητηθεί (ήτοι το τετράμηνο) αφορούν τον εισηγητή και όχι τη δημοσίευση της αποφάσεως από τον Πρόεδρο, διότι τότε θα ίσχυε το άτοπο, να επιτρέπεται η δημοσίευση των αποφάσεων μετά το 8μηνο από τη συζήτηση. Το γεγονός ότι η καθυστέρηση ήταν αδικαιολόγητη επιβεβαιώνεται από το ότι, όταν την 29/10/2008 έλαβε παραγγελία από τον Προϊστάμενο της Επιθεωρήσεως των Δικαστηρίων να συντάξει το σκεπτικό της μειοψηφίας συνέταξε τούτο και μάλιστα εκτεταμένο, όπως αυτό εμφανίζεται στην τελικώς δημοσιευθείσα, από άλλη σύνθεση με αριθμό 87/2008 απόφαση του Εφετείου Θράκης (εννοεί του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κομοτηνής επί της οποίας κατόπιν εφέσεως εξεδόθη η μη οριστική 660/2009 απόφαση του Εφετείου Θράκης) εντός 4 ημερών και χωρίς να διαθέτει έγγραφα όπως η ίδια κατέθεσε, αλλά από τις σημειώσεις της και από αντίγραφα που είχε κρατήσει της δικογραφίας. Μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων του Προέδρου Πρωτοδικών είναι και η δημοσίευση των αποφάσεων του Πολυμελούς Πρωτοδικείου. Επομένως, με την από πρόθεση εκ μέρους της πρώτης κατηγορουμένης, Προέδρου Πρωτοδικών, μη δημοσίευση της αποφάσεως αυτής, της οποίας η δημοσίευση μετά την περάτωση της διασκέψεως και την σύνταξη του σχεδίου της απόφασης από την ως άνω εισηγήτρια, σαφώς ανάγονταν στις υπηρεσιακές της υποχρεώσεις ήτοι στο υπηρεσιακό της καθήκον, έβλαψε ευθέως το Δημόσιο, διότι αν η απόφαση δημοσιευόταν η Μονή θα αναγνωριζόταν κυρία μόνον επί 2.044,50 στρεμμάτων ενώ θα απορριπτόταν η αγωγή για τα 25.000 στρέμματα παραλίμνιες εκτάσεις που ζητούσε. Στη συνέχεια οι δεύτερος και τρίτος των κατηγορουμένων, που είχαν πείσει την πρώτη με τους ίδιους τρόπους που προαναφέρθηκε στην αρχή του σκεπτικού αυτού, να καθυστερήσει τη δημοσίευση της αποφάσεως, επωφελήθηκαν της καθυστερήσεως αυτής και έκαναν αίτηση προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους (το οποίο αγνοούσε την υπέρ αυτού έκβαση της δίκης) με την οποία ζητούσαν να συναινέσει τούτο στην μη έκδοση αποφάσεως προκειμένου να επέλθει φιλική συμβιβαστική επίλυση της διαφοράς. Πράγματι, το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους αγνοώντας τα αποτελέσματα της διασκέψεως που ήταν θετικό κατά το μέγιστο μέρος της αγωγής για το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, με το υπ` αριθμό 3058 πρακτικό της από 17/6/2004 συνεδριάσεως, αποφάσισε, κατά πλειοψηφία, την αποδοχή του αιτήματος της Μονής. Τελικά, την 25/6/2004 κατατέθηκε δήλωση των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων, με την οποία δήλωναν ότι δεν επιθυμούν την έκδοση αποφάσεως επί της πιο πάνω αγωγής της Μονής .... Στο σημείο αυτό πρέπει να λεχθεί ότι η πρακτική αυτή (παραιτήσεως του Δημοσίου από δίκες στις οποίες είτε είναι ενάγον είτε εναγόμενο), σύμφωνα με όσα κατέθεσαν οι μάρτυρες είναι σπάνια ακόμη και σε υποθέσεις ήσσονος σημασίας, γι` αυτό και δεν θα μπορούσε ποτέ να επιτευχθεί αν είχε δημοσιευτεί η ένδικη απόφαση. Έτσι, δια της μη δημοσιεύσεως της αποφάσεως που αποτελεί την παράβαση του καθήκοντος της πρώτης κατηγορουμένης, προκλήθηκε ευθέως περιουσιακή βλάβη του δημοσίου (αναφορικά με την αξία της έκτασης των 25000 στρεμμάτων περιμετρικά της λίμνης ..., όπως προεκτέθηκε), με αντίστοιχη αθέμιτη ωφέλεια της Μονής ..., διότι, στη συνέχεια η Μονή αντάλλαξε την έκταση αυτή, της οποίας αν είχε δημοσιευτεί η απόφαση δεν θα είχε αναγνωριστεί κυρία, με άλλα οικόπεδα κυριότητας του Δημοσίου. Οι πράξεις αυτές, είναι μεταγενέστερες της παραβάσεως του καθήκοντος της πρώτης κατηγορουμένης από το οποίο είχε ήδη επέλθει, όπως προεκτέθηκε παραπάνω ζημία του Δημοσίου πλην όμως δεν θα μπορούσαν να πραγματωθούν αν δεν είχε προηγηθεί αυτή. Επομένως, οι κατηγορούμενοι πρέπει να κηρυχθούν ένοχοι η μεν πρώτη κατηγορούμενη της παραβάσεως καθήκοντος οι δε λοιποί της ηθικής αυτουργίας σε αυτήν, για τις οποίες κατηγορούνται, πλην όμως πρέπει να τους αναγνωριστεί και το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2α του Π.Κ όπως και πρωτοδίκως". Ακολούθως, το Πενταμελές Εφετείο κήρυξε ενόχους τους αναιρεσείοντες κατηγορουμένους και δη, την μεν πρώτη ως αυτουργό παραβίασης του δικαστικού απορρήτου και παράβασης καθήκοντος, τους δε λοιπούς ως ηθικούς αυτουργούς από κοινού στη διάπραξη από την πρώτη ως άνω πράξεων και επέβαλε σε καθένα των κατηγορουμένων συνολική ποινή φυλακίσεως δέκα μηνών, ανασταλείσα για τρία έτη.

Με αυτά που δέχθηκε το Πενταμελές Εφετείο Θράκης δεν διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη κατά τα προαναφερθέντα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία όσον αφορά τις αποδιδόμενες στους αναιρεσείοντες ανωτέρω αξιόποινες πράξεις για τις οποίες τους καταδίκασε, αλλά περιέχει παραδοχές ασαφείς και με λογικά κενά που δεν επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθής ή μη εφαρμογής των ουσιαστικών ποινικών διατάξεων από τις οποίες προβλέπονται και τιμωρούνται οι ως άνω πράξεις για τις οποίες κήρυξε το δικαστήριο της ουσίας ενόχους τους ήδη αναιρεσείοντες. Ειδικότερα, το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς την πράξη της παραβιάσεως του δικαστικού απορρήτου δέχεται στο σκεπτικό της και στο διατακτικό της ότι ο δεύτερος και τρίτος των αναιρεσειόντων έπεισαν την πρώτη αυτών που συμμετείχε ως δικαστική λειτουργός με το βαθμό της Προέδρου Πρωτοδικών στη σύνθεση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης ενώπιον του οποίου συνεζητήθη στις 5.11.2003 η από 21.3.2003 αγωγή της Ιεράς Μονής ... κατά του ελληνικού δημοσίου και τους ανακοίνωσε στις 21.4.2011 μετά τη διάσκεψη που έγινε για την υπόθεση αυτή με τα άλλα δύο μέλη της συνθέσεως του ως άνω Πολυμελούς Πρωτοδικείου το απόρρητο της διασκέψεως και το αποτέλεσμά της καθώς και τον τρόπο ψηφοφορίας και ότι η αγωγή γινόταν κατά πλειοψηφία εν μέρει δεκτή απορριπτόμενη κατά το μέρος που αφορούσε την αναγνώριση της Ιεράς Μονής κυρίας 25000 στρεμμάτων περιμετρικά της λίμνης ... και μειοψηφούσης της πρώτης των αναιρεσειόντων που είχε τη γνώμη ότι έπρεπε να γίνει καθ` ολοκληρία δεκτή. Τα στοιχεία όμως αυτά σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, αφότου ίσχυσε η διάταξη του άρθρου 40 του ν. 2172/1993 δηλαδή το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας κατά την διάσκεψη και η γνώμη του μέλους του δικαστηρίου που συμμετείχε σ` αυτή και μειοψήφησε ανήκουν σε αυτά που υποχρεωτικά περιλαμβάνονται στην απόφαση του δικαστηρίου και δεν συνιστούν απόρρητο κατά την έννοια του άρθρου 251 παρ. 1 ΠΚ, αφού δεν θα παρέμεναν γνωστά περιοριστικώς και αποκλειστικά μόνον στα πρόσωπα των ασκούντων δικαστικά καθήκοντα και συμμετείχαν στη διάσκεψη αλλά περιέχονται υποχρεωτικά στην εκδοθείσα απόφαση που πρόκειται επισήμως να γνωστοποιηθεί με την δημοσίευση αυτής που θα επακολουθήσει. Επί πλέον παρατηρείται όσον αφορά τα διαλαμβανόμενα στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως ότι η πρώτη των ανιρεσειόντων γνωστοποίησε στους δεύτερο και τρίτο αυτών εκτός από το αποτέλεσμα της διασκέψεως και τον τρόπο της ψηφοφορίας και τις διεργασίες του σχηματισμού της γνώμης των δικαστών δεν παρατίθενται ποιες ήταν αυτές πέραν της γνώμης που επικράτησε και εκείνης της μειοψηφούσης δικαστή εν όψει και της παραδοχής ότι διήρκεσε ελάχιστα η διάσκεψη. Επί πλέον στην πράξη της παραβίασης απορρήτου διασκέψεως για την οποία ασκήθηκε ποινική δίωξη και απολογήθηκαν η πρώτη των ήδη αναιρεσειόντων ως αυτουργός και ο δεύτερος και τρίτος αυτών ως ηθικοί αυτουργοί και για την οποία καταδικάσθηκαν πρωτοδίκως με την 1059/2009 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης το απόρρητο της από 21.4.2004 μυστικής διασκέψεως της ενδίκου υποθέσεως και η ψηφοφορία επ` αυτής που φέρεται ότι γνωστοποίησε η πρώτη στους δύο άλλους αναιρεσείοντες ήταν ότι η ένδικη αγωγή με την οποία η ενάγουσα Ιερά Μονή ζητούσε να αναγνωρισθεί κυρία ακινήτου συνολικής εκτάσεως 27044,50 στρεμμάτων από τα οποία τα 25000 στρέμματα βρίσκονταν περιμετρικά της λίμνης ..., ενώ τα λοιπά 2044,50 αφορούσα τμήματα της χερσονήσου και της νησίδος ... και άλλες δύο νησίδες, γινόταν εν μέρει δεκτή κατά πλειοψηφία, μειοψηφούσας της κατηγορουμένης που είχε την άποψη ότι έπρεπε η αγωγή να γίνει καθ` ολοκληρία δεκτή και απερρίπτετο η αγωγή κατά πλειοψηφία για το κεφάλαιο που αφορούσε την αναγνώριση της κυριότητας της ενάγουσας Μονής επί των 25000 στρεμμάτων περιμετρικά της λίμνης ... και περιλαμβανόταν ως στοιχείο της ανωτέρω αξιοποίνου πράξεως η γνωστοποίηση των διεργασιών σχηματισμού της γνώμης των δικαστών κατά την ως άνω διάσκεψη, έτσι ώστε να επάγεται αυτή η προσθήκη και απόλυτη ακυρότητα λόγω παραβιάσεως των υπερασπιστικών δικαιωμάτων των κατηγορουμένων και του άρθρου 6 παρ. 1 και 3 ΕΣΔΑ κατά τα προαναφερθέντα. Επομένως το Πενταμελές Εφετείο χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία κατ` απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο δέχθηκε για την θεμελίωση τελέσεως της πράξεως παραβιάσεως απορρήτου διάσκεψης ότι όσα διαμείφθηκαν κατά τη διάσκεψη του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης επί της από 5.11.2003 συζητηθείσης ενώπιον αυτού, ως άνω αγωγής της Ιεράς Μονής ... κατά του Ελληνικού Δημοσίου και ειδικότερα οι διεργασίες προς σχηματισμό της γνώμης των δικαστών επί της εν λόγω υποθέσεως πριν από τη δημοσίευσή της. Επίσης όσον αφορά την πράξη της παραβάσεως καθήκοντος δεν διευκρινίζεται στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως με πληρότητα και σαφήνεια η ύπαρξη αιτιωδούς σχέσεως μεταξύ της παραβάσεως του καθήκοντος της πρώτης αναιρεσείουσας με την κατόπιν των αναφερομένων πιέσεων και παραινέσεων καθώς και προτροπών εκ μέρους των δεύτερου και τρίτου αυτών παράλειψής της να προβεί ως Πρόεδρος Πρωτοδικών του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος στη δημοσίευση της αποφάσεως επί της ως άνω αναγνωριστικής της κυριότητας αγωγής της Ιεράς Μονής ... κατά του Ελληνικού Δημοσίου μετά την διάσκεψη της 21.4.2004 και ο σκοπός οφέλους της Ιεράς Μονής ... ή και της βλάβης του Ελληνικού Δημοσίου κατά τρόπο ώστε η δια της παραλείψεως αυτής διάπραξη της αξιοποίνου πράξεως της παραβάσεως καθήκοντος να είναι είτε ο αποκλειστικός είτε ο προφορικός τρόπος επελεύσεως του σκοπούμενου οφέλους ή της σκοπούμενης βλάβης. Η παραδοχή στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι με τη μη δημοσίευση της επίμαχης αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ροδόπης κατά το μέρος που απέρριπτε την από 21.1.2003 αγωγή της Ιεράς Μονής ... κατά του Ελληνικού Δημοσίου θα προσποριζόταν παράνομο περιουσιακό όφελος στην Μονή ... συνιστάμενο στο ότι θα εξακολουθούσε αυτή να φέρεται κυρία των εκτάσεων 25000 στρεμμάτων περιμετρικά της λίμνης ... συνεχίζοντας να επικαλείται την αδιαμφισβήτητη κυριότητα έναντι του Ελληνικού Δημοσίου κάνοντας διακατοχικές πράξεις με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη επί της κινητής και ακίνητης περιουσίας του ελληνικού δημοσίου δεν αιτιολογεί επαρκώς ότι η παράλειψη δημοσίευσης της αποφάσεως ήταν πρόσφορη αντικειμενικώς και κατά τον σκοπό των αναιρεσειόντων και σε περίπτωση που δημοσιευόταν με τέτοια απορριπτική διάταξη προς την αναγνώριση της κυριότητας των 25000 στρεμμάτων παραλίμνιων εκτάσεων δεν θα συνέχιζε η Μονή ... να αντιτάσσει την κυριότητά της επί των εν λόγω εκτάσεων και να προβαίνει σε διακατοχικές επ` αυτών πράξεις αφού ως προς το κεφάλαιο αυτό που απορρίπτετο κατά την επικρατήσασα στο Πολυμελές Πρωτοδικείο γνώμη η ως άνω απόφαση θα ήταν μόνο οριστική και θα εδικαιούτο η ενάγουσα Ιερά Μονή επικαλουμένη το δικαίωμα κυριότητάς της επί αυτών των εκτάσεων να ασκήσει ένδικα μέσα κατά τέτοιας αποφάσεως μετά τη δημοσίευσή της. Εξ άλλου οι παραδοχές που διαλαμβάνονται στο σκεπτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά τις οποίες συνδέεται η καθυστέρηση της δημοσίευσης της αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου με μεταγενέστερες ενέργειες της Μονής και του Ελληνικού Δημοσίου που οδήγησαν σε υποβολή κοινής δηλώσεως την 25.6.2004 από τους πληρεξουσίους αυτών ότι δεν επιθυμούν την έκδοση αποφάσεως επί της ως άνω αγωγής της Μονής ... και ακολούθως στην ανταλλαγή των εκτάσεων που αφορούσε η πιο πάνω αναγνωριστική αγωγή με άλλα ακίνητα του Ελληνικού δημοσίου αφορούν σε αυτοτελείς ενέργειες τρίτων συνεπεία των οποίων επήλθαν τα άνω αποτελέσματα από τα οποία δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι προκλήθηκε περιουσιακή ωφέλεια της Μονής με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη του Δημοσίου ως προς την αξία της εκτάσεως των 25000 στρεμμάτων περιμετρικά της λίμνης .... Εμπεριέχει ως εκ τούτου λογικά κενά και ασάφειες η αιτιολογία της προσβαλλομένης αποφάσεως κατά το μέρος που οι παραδοχές του δικάσαντος δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ως προς την τέλεση της αξιοποίνου πράξεως της παραβάσεως καθήκοντος από την πρώτη αναιρεσείουσα και την ηθική αυτουργία σ` αυτήν των δεύτερου και τρίτου των αναιρεσειόντων κατά το μέρος κατά το οποίο στηρίζεται σε μεταγενέστερες διακριτές πράξεις τρίτων που αποκόπτουν τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της μη δημοσιεύσεως της εν λόγω αποφάσεως από την πρώτη αναιρεσείουσα ως Πρόεδρο του Πολυμελούς Πρωτοδικείου που είχε δικάσει την επ` αυτής αγωγή και των μεταγενεστέρων πράξεων του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους των πληρεξουσίων δικηγόρων των διαδίκων κατά τη συζήτηση εκείνης της αγωγής και των εκπροσωπούντων τη Μονή ... και το Ελληνικό Δημόσιο κατά τη σύμβαση ανταλλαγής από τις οποίες γίνεται δεκτό από το Εφετείο ότι προκλήθηκε περιουσιακή βλάβη στο Δημόσιο ως προς την αξία των 25000 στρεμμάτων περιμετρικά της λίμνης ... (η οποία (αξία) επίσης όπως και εκείνη των ακινήτων με τα οποία έγινε η ανταλλαγή των δεν προσδιορίζεται), με αντίστοιχη αθέμιτη ωφέλεια της Μονής .... Οι ελλείψεις αυτές δεν αίρονται από την παραδοχή ότι αν δεν είχε προηγηθεί η μη δημοσίευση της ανωτέρω αποφάσεως μετά τη διάσκεψη της 21/4/2004 από την πρώτη αναιρεσείουσα δεν θα μπορούσαν να πραγματοποιηθούν οι αναφερόμενες παραπάνω μεταγενέστερες πράξεις, ούτε από την παραδοχή ότι οι δεύτερος και τρίτος των αναιρεσειόντων έπεισαν την πρώτη αυτών να παραλείψει δημοσίευση της πιο πάνω αποφάσεως προκειμένου να οργανώσουν τις κινήσεις τους διότι δεν δέχεται η προσβαλλόμενη απόφαση ότι η πρώτη αναιρεσείουσα καθυστέρησε τη δημοσίευση της επί της από 21.1.2003 αγωγής της Μονής ... κατά του Ελληνικού Δημοσίου προς επίτευξη συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων ώστε να ζητήσουν να μην εκδοθεί απόφαση και να επιτύχουν την εξώδικη λύση της διαφοράς με ανταλλαγή των εκτάσεων περιμετρικώς της λίμνης ... των οποίων ζητούσε η ενάγουσα να αναγνωρισθεί κυρία με άλλα ακίνητα του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και δεν παρατίθενται στην απόφαση του δικάσαντος Πενταμελούς Εφετείου σαφώς δηλωτικά της προσφορότητας της συμπεριφοράς της πρώτης αναιρεσείουσας ως δικαστικής λειτουργού να επιφέρει με τη συγκεκριμένη παράλειψη δημοσίευσης μετά τη διάσκεψη της αποφάσεως επί της συζητηθείσης ως άνω αγωγής την παράνομη ωφέλεια υπέρ της Μονής ... με αντίστοιχη περιουσιακή βλάβη του δημοσίου αλλά και της γνώσεως από τους αναιρεσείοντες την προσφορότητα της παραλείψεως της πρώτης αυτών να οδηγήσει σε τέτοια αποτελέσματα. Εξ αιτίας των ως άνω ελλείψεων και ασαφειών στην αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως δεν διέλαβε την απαιτούμενη κατά το Σύνταγμα και τον Κ.Ποιν.Δ. αιτιολογία και παραβίασε εκ πλαγίου τις διατάξεις των άρθρων 251 παρ. 1 και 259 Π.Κ. . Επομένως οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ` και Ε` Κ.Ποιν.Δ. λόγοι αναιρέσεως των αιτήσεων των αναιρεσειόντων περί ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας και εσφαλμένης εφαρμογής του νόμου και οι σχετικοί με τις πλημμέλειες αυτές των δικογράφων των προσθέτων λόγων αναιρέσεως αυτών καθώς και ο πρόσθετος λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Α`Κ.Ποιν.Δ. σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ. 1 εδαφ. β`και δ`αυτού καθώς και με το άρθρο 6 παρ. 1,3 της ΕΣΔΑ για απόλυτη ακυρότητα που περιέχεται στο δικόγραφο των από 20/9/2011 προσθέτων λόγων αναιρέσεως της πρώτης των αναιρεσειόντων είναι βάσιμοι ενώ παρέλκει ως αλυσιτελής η έρευνα των λοιπών λόγων.
    Επομένως, πρέπει να αναιρεθεί στο σύνολό της η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του ίδιου δικαστηρίου το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 519 Κ.Ποιν.Δ.) .

                                           ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 208/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Θράκης.
Και
Παραπέμπει την υπόθεση για νέα συζήτηση ενώπιον του ως άνω δικαστηρίου, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές εκτός εκείνων που δίκασαν προηγουμένως.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γραφή σχολίων σε greeklish σημαίνει διαγραφή τους!