Πέμπτη, 15 Νοεμβρίου 2018

Αδικαιολόγητος πλουτισμός, επικουρικότητα, παράλειψη, αδικοπραξία, χρησιδάνειο, αοριστία νομική-ποσοτική- ποιοτική, jura novit curia, αποζημίωση.

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Α1, 449/ 2014.  (Σπουδαία απόφαση, πολλά και δύσκολα νομικά ζητήματα την απασχόλησαν).

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Χρυσικό, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Γεώργιο Γεωργέλλη, Δημήτριο Κράνη, Αντώνιο Ζευγώλη- εισηγητή και Ιωάννη Χαμηλοθώρη Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού - Επικουρικότητα - Αγωγές του κυρίου πράγματος επί μη απόδοσης του χρησιδανεισθέντος - Η παράλειψη ως πηγή αδικοπραξίας -. Είναι οι εξής: α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας.
Η αγωγή αυτή είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσης, και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία (Α.Π. 16/2008). Αν συνεπώς η αγωγή στηρίζεται ως προς τη σωρευόμενη ακόμα και επικουρικά βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό στα ίδια πραγματικά περιστατικά, είναι νομικά αβάσιμη ως προς την αγωγική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό γιατί αφού, κατά τα εκτιθέμενα, υπάρχει σύμβαση ή αδικοπραξία, ο ενάγων μπορεί να ασκήσει τις αξιώσεις του από αυτές, όχι όμως να προσφύγει έστω και επικουρικά στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΠ 2019/07).Η σύμβαση χρησιδανείου έχει ως περιεχόμενο την εκ μέρους του χρήστη παραχώρηση της χρήσεως του κινητού ή ακινήτου πράγματος χωρίς αντάλλαγμα στον χρησάμενο, ο οποίος υποχρεούται να αποδώσει το πράγμα στο χρήστη μετά τη λήξη της σύμβασης που μπορεί να συναφθεί είτε για αόριστο είτε για ορισμένο χρόνο (ΑΠ 1913/08). Ο κύριος πράγματος (κινητού ή ακινήτου) και χρήστης δικαιούται μετά την λήξη του χρησιδανείου να ασκήσει προς απόδοση του πράγματος, τόσο τη διεκδικητική αγωγή, όσο και την ενοχική αγωγή εκ του χρησιδανείου. Επί επιλογής άσκησης της αγωγής από τη σύμβαση χρησιδανείου, στο δικόγραφο αυτής πρέπει να αναφέρεται, η σύμβαση χρησιδανείου και η λήξη αυτής κατά νόμιμο τρόπο, τέτοιος δε είναι επί χρησιδανείου αόριστου χρόνου και η καταγγελία της συμβάσεως, επιδιδόμενη στον αντισυμβαλλόμενο - χρησάμενο (ΟλΑΠ 170/03, ΑΠ 958/04, 757/08). Επί καθυστέρησης επιστροφής του πράγματος ο χρήστης δικαιούται να ζητήσει και αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από την καθυστέρηση, τόσο θετική όσο και διαφυγόντος κέρδους. Αν το πράγμα έχει υποστεί ολική καταστροφή, ώστε να μην έχει καμία χρησιμότητα, η ζημία συνίσταται στην αξία αυτού κατά το χρόνο της πρώτης συζητήσεως της αγωγής, εφόσον όμως αυτή είναι μερική, λόγω των φθορών και βλαβών που υπέστη, η ζημία ισούται με την προκύπτουσα διαφορά, μεταξύ της πριν από τις φθορές και βλάβες αξία του και αυτή την οποία έχει μετά τις τελευταίες, εφόσον η αποζημίωση ζητείται να παρασχεθεί σε χρήμα. Ο χαρακτηρισμός της παράλειψης ως παράνομης συμπεριφοράς προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση της θετικής ενέργειας που παραλείφθηκε. Τέτοια μπορεί να προκύψει, είτε από αδικοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την παρούσα κοινωνική αντίληψη.

Ο εκ του του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας εφάρμοσε κανόνα ουσιαστικού δικαίου μη εφαρμοστέο ή παρέλειψε την εφαρμογή του εφαρμοστέου ή εφάρμοσε τέτοιο κανόνα εσφαλμένα, προσδίδοντας σ` αυτόν έννοια διαφορετική από εκείνη που πράγματι έχει (Ολ. ΑΠ 7/2006, Ολ. ΑΠ 4/2006). H νομική δε αοριστία της αγωγής που ελέγχεται αυτεπάγγελτα, δηλαδή η συνδεόμενη με τη νομική εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ελέγχεται αναιρετικά, ως παραβίαση από τον αριθ. 1 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ, εάν το δικαστήριο, για το σχηματισμό της κρίσης του για τη νομική επάρκεια και πληρότητα της αγωγής και τη νομική βασιμότητά της σε αναφορά με συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από εκείνα που ορίζει ο κανόνας αυτός για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή αντιθέτως αρκέστηκε σε λιγότερα στοιχεία ή διάφορα από αυτά (Ολ. Α.Π. 18/1998). Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά δηλαδή περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 8 και 14 του ΚΠολΔ, όταν το δικαστήριο αντί να κηρύξει ακυρότητα λόγω της αοριστίας του δικογράφου θεώρησε τα περιλαμβανόμενα περιστατικά στην αγωγή ότι δεν εκτίθενται ή κήρυξε άκυρο το δικόγραφο της αγωγής λόγω αοριστίας καίτοι στο δικόγραφο περιλαμβάνονται όλα τα αναγκαία στοιχεία. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν ή έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στη έκβαση της δίκης. Ως πράγματα νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκούμενου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος. Πράγματα αποτελούν και οι λόγοι εφέσεως, εφόσον περιέχουν αυτοτελή ισχυρισμό. Ο λόγος αυτός στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο της ουσίας κατά την κυριαρχική από εκείνο εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής δεν έλαβε υπόψη αγωγικούς ισχυρισμούς, θεμελιωτικούς της φερόμενης προς διάγνωση αξιώσεως. Δεν στοιχειοθετείται όμως ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αόριστος ή μη νόμιμος και επομένως δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ή λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 111 παρ. 2, 118 αριθ. 4 και 216 παρ. 1α του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που απαιτούνται για τη νομική της θεμελίωση, η έλλειψη δε ή η ανεπαρκής ή ασαφής αναφορά κάποιου από τα γεγονότα αυτά, δηλαδή η αοριστία της αγωγής, συνιστά έλλειψη της με ποινή απαραδέκτου επιβαλλόμενης προδικασίας, η οποία, ως αναγόμενη στη δημόσια τάξη, εξετάζεται από το δικαστήριο και αυτεπαγγέλτως. Η αοριστία αυτή δεν μπορεί να συμπληρωθεί με τις προτάσεις, ούτε με παραπομπή σε άλλα έγγραφα της δίκης, ούτε από την εκτίμηση των αποδείξεων. Η διάταξη του άρθρου 224 εδ. β'του Κ.Πολ.Δ. παρέχει την ευχέρεια στον ενάγοντα να συμπληρώσει, να διευκρινίσει και να διορθώσει τους περιεχόμενους στην αγωγή ισχυρισμούς, όχι όμως και να αναπληρώσει τους ελλείποντες και μάλιστα εκείνους που αποτελούν στοιχεία του αγωγικού δικαιώματος. Μπορεί, δηλαδή, ο ενάγων, βάσει της πιο πάνω διατάξεως (σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 236 Κ.Πολ.Δ), να συμπληρώσει με τις προτάσεις του κατά την πρώτη συζήτηση της υποθέσεως την ατελή έκθεση των πραγματικών ισχυρισμών του, θεραπεύοντας έτσι την ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, που αναφέρεται στην εξειδίκευση των θεμελιωτικών της αγωγής γεγονότων, δεν μπορεί όμως να αναπληρώσει τη νομική αοριστία της αγωγής, η οποία συνίσταται στη μη έκθεση αυτού τούτου του περιστατικού που απαιτείται κατά το νόμο για την παραγωγή του αγωγικού δικαιώματος (ΑΠ 1764/2006, ΑΠ 1122/2005, ΑΠ 263/2005). 
Εξ άλλου, κατά το άρθρο 904 εδ. α` του Α.Κ. όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια, ενώ κατά το εδ. β` της ίδιας διάταξης περ. α` η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης, δηλαδή εκείνης που επέρχεται χωρίς δόση ανταλλάγματος από το λήπτη και που δεν μπορεί να στηριχθεί σε ισχυρή σύμβαση, δικαιολογούσα τον πλουτισμό, ούτε σε νόμιμη υποχρέωση. Κατά την ως άνω διάταξη, προϋποθέσεις αξίωσης αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι α) ο πλουτισμός του υπόχρεου, β) η επέλευση του πλουτισμού από την περιουσία ή με ζημία του άλλου, γ) αιτιώδης συνάφεια μεταξύ πλουτισμού και ζημίας και δ) η έλλειψη νόμιμης αιτίας. Από την ίδια διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ προκύπτει ότι η αγωγή του αδικαιολόγητου πλουτισμού είναι επιβοηθητικής ουσιαστικά φύσης, και μπορεί να ασκηθεί μόνον όταν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, εκτός εάν θεμελιώνεται σε πραγματικά περιστατικά διαφορετικά ή πρόσθετα από εκείνα στα οποία στηρίζεται η αγωγή από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία, και υπό την ενδοδιαδικαστική αίρεση (επικουρικώς) της απόρριψης της κύριας βάσης της αγωγής από τη σύμβαση ή την αδικοπραξία (Α.Π. 16/2008). Επομένως, εάν η αγωγή στηρίζεται ως προς τη σωρευόμενη ακόμα και επικουρικά βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό στα ίδια πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται και η αγωγή από σύμβαση ή αδικοπραξία, είναι νομικά αβάσιμη ως προς την αγωγική βάση από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό γιατί αφού, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, υπάρχει σύμβαση ή αδικοπραξία ο ενάγων μπορεί να ασκήσει τις αξιώσεις του από αυτές, όχι όμως να προσφύγει έστω και επικουρικά στη βάση του αδικαιολόγητου πλουτισμού (Α.Π. 2019/2007). Εν όψει όμως των οριζομένων από τις διατάξεις των άρθρ. 219 και 106 του ΚΠολΔ σε συνδυασμό με τη γενική δικονομική αρχή "jura novit curia", από τα οποία προκύπτει ότι αρκεί στην αγωγή η πλήρης έκθεση των θεμελιούντων αυτήν πραγματικών γεγονότων όχι όμως και της νομικής βάσης του προβαλλόμενου αιτήματος, παραδεκτά η αγωγή μπορεί να στηριχθεί αποκλειστικά από την αρχή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, εάν κατά τα εκτιθέμενα σ` αυτήν πρόκειται για παροχή αχρεωστήτου και δεν συντρέχουν ούτε εκτίθενται στην αγωγή τα αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωση της συμβατικής ευθύνης ή εκείνης από αδικοπραξία, με την έννοια της διάταξης του αρθρ.914 ΑΚ γιατί ο πλουτισμός του εναγομένου επήλθε χωρίς δόση ανταλλάγματος και δεν μπορεί κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή να στηριχθεί σε ισχυρή (έγκυρη και μη ελαττωματική) θέληση του ενάγοντος, ούτε σε νόμιμη υποχρέωσή του είτε με την έννοια της συμβατικής ενοχής είτε της εξ αδικοπραξίας (ΑΠ 493/2010, ΑΠ 725/2004). 
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 810, 816 και 817 ΑΚ προκύπτει ότι η σύμβαση χρησιδανείου έχει ως περιεχόμενο την εκ μέρους του χρήστη παραχώρηση της χρήσεως του κινητού ή ακινήτου πράγματος χωρίς αντάλλαγμα στον χρησάμενο, ο οποίος υποχρεούται να αποδώσει το πράγμα στο χρήστη μετά τη λήξη της συμβάσεως, που μπορεί να συναφθεί είτε για αόριστο είτε για ορισμένο χρόνο ( ΑΠ 1913/2008). Επίσης, από τις διατάξεις των άρθρων 1094 και 1095 του ΑΚ για τη διεκδικητική αγωγή, συνδυαζόμενες με εκείνες των άρθρων 810 μέχρι 819 του ίδιου Κώδικα για το χρησιδάνειο, προκύπτει ότι ο κύριος πράγματος (κινητού ή ακινήτου) και χρήστης, σε περίπτωση που έχει αυτό δοθεί ως χρησιδάνειο δικαιούται μετά την λήξη του χρησιδανείου να ασκήσει προς απόδοση του πράγματος, τόσο τη διεκδικητική αγωγή, όσο και την ενοχική αγωγή εκ του χρησιδανείου. Σε περίπτωση δε επιλογής ασκήσεως της αγωγής από τη σύμβαση χρησιδανείου, στο δικόγραφο αυτής πρέπει να αναφέρεται, η σύμβαση χρησιδανείου και η λήξη αυτής κατά νόμιμο τρόπο, τέτοιος δε είναι επί χρησιδανείου αόριστου χρόνου και η καταγγελία της συμβάσεως, επιδιδόμενη στον αντισυμβαλλόμενο-χρησάμενο (ΟλΑΠ 170/2003, ΑΠ 958/2004, ΑΠ 757/2008). Εξάλλου, σε περίπτωση μη επιστροφής του πράγματος κατά την ορισθείσα ημέρα λήξης του χρησιδανείου ή επιστροφής αυτού καθυστερημένα, ο χρησάμενος καθίσταται υπερήμερος και ο χρήστης δικαιούται να ζητήσει εκτός από την παροχή, δηλαδή την επιστροφή του πράγματος, και αποζημίωση για τη ζημία που υπέστη από την καθυστέρηση κατά τα άρθρα 341 παρ. 1 και 343 παρ. 1 ΑΚ. Η αποζημίωση δε αυτή είναι δυνατό να συνίσταται σε αποκατάσταση τόσο της θετικής ζημίας, όσο και του διαφυγόντος κέρδους του χρήστη. Όπως δε προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 298 του ΑΚ, η αποζημίωση που οφείλεται, είτε από αδικοπραξία είτε από τη σύμβαση, περιλαμβάνει τόσο τη μείωση της υπάρχουσας περιουσίας του δικαιούχου (θετική ζημία) όσο και το διαφυγόν κέρδος (αποθετική ζημία).Στην περίπτωση δε της θετικής ζημίας η αντιστοιχούσα αποζημίωση υπολογίζεται με βάση την αξία του πράγματος ως παλαιού και όχι αναλόγως της δαπάνης η οποία απαιτείται για την απόκτηση καινούργιου πράγματος, διότι άλλως ο ζημιωθείς θα αποκόμιζε ωφέλεια, πράγμα το οποίο θα ήταν αντίθετο προς την έννοια της αποζημιώσεως και την διέπουσαν αυτήν γενική αρχή της αποκαταστάσεως του ζημιωθέντος στην προ του ζημιογόνου γεγονότος περιουσιακή κατάσταση (ΑΠ 1006/1977). Έτσι, αν μεν το πράγμα έχει υποστεί ολική καταστροφή, ώστε να μην έχει καμία χρησιμότητα, η ζημία συνίσταται στην αξία αυτού κατά το χρόνο της πρώτης συζητήσεως της αγωγής, εφόσον όμως αυτή είναι μερική, λόγω των φθορών και βλαβών που υπέστη, η ζημία ισούται με την προκύπτουσα διαφορά, μεταξύ της πριν από τις φθορές και βλάβες αξία του και αυτή την οποία έχει μετά τις τελευταίες, εφόσον η αποζημίωση ζητείται να παρασχεθεί σε χρήμα, κατά τα οριζόμενα στο εδ. α'του άρθρου 297 ΑΚ. Σύμφωνα, όμως, με τις ως άνω διατάξεις, τα περιστατικά που προσδιορίζουν τη ζημία αυτή, πρέπει, κατά το άρθρο 216 παρ.1 ΚΠολΔ, να εκτίθενται στην αγωγή. 
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298, 299,330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι: α) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), β) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, γ) υπαιτιότητα, που περιλαμβάνει το δόλο και την αμέλεια και δ) πρόσφορος αιτιώδης συνάφεια μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς και αποτελέσματος, δηλαδή της ζημίας. Ο χαρακτηρισμός της παράλειψης ως παράνομης συμπεριφοράς προϋποθέτει την ύπαρξη νομικής υποχρέωσης για επιχείρηση της θετικής ενέργειας που παραλείφθηκε. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από αδικοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ, ήτοι την αρχή της καλής πίστης, όπως αυτή διαμορφώνεται κατά την παρούσα κοινωνική αντίληψη. Παράνομη πράξη συνιστά και η αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης που προβλέπεται στην διάταξη του άρθρου 375 του ΠΚ. Τέλος, η αθέτηση της συμβάσεως καθ` εαυτήν δεν συνιστά άνευ εταίρου αδικοπραξία. Βέβαια, αποτελεί πράξη παράνομη, όμως οι έννομες συνέπειες της παραβάσεως ρυθμίζονται όχι από τις περί αδικοπραξιών διατάξεις, αλλά από τις διατάξεις για τη μη εκπλήρωση της παροχής ή την αθέτηση ενοχής εν γένει. Μερικές φορές, όμως, είναι δυνατό ένα και το αυτό βιοτικό γεγονός να συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις, τόσο της αθετήσεως της συμβάσεως, όσο και της αδικοπραξίας. Αυτό συμβαίνει όταν το βιοτικό γεγονός και χωρίς τη συμβατική σχέση που προϋπάρχει θα ήταν παράνομο ως αντίθετο προς το γενικό καθήκον που επιβάλει το άρθρο 914 ΑΚ να μην προκαλεί κανένας σε άλλον υπαίτια ζημία (βλ. ΑΠ 214/ 2006), ή εφόσον θα ήταν καθαυτό αντίθετο στα χρηστά ήθη κατ` αρ. 919 ΑΚ ( ΟλΑΠ 967/ 1973). Για τη θεμελίωση όμως και της πρωτογενούς αδικοπρακτικής ευθύνης, ο ενάγων θα πρέπει στο δικόγραφο της αγωγής να περιλαμβάνει, κατ' άρθρο 216 ΚΠολΔ, όλα εκείνα τα στοιχεία που αποτελούν τις προϋποθέσεις της αποζημιώσεως και κυρίως την παράνομη ενέργεια του υπόχρεου, την υπαιτιότητα αυτού, τη ζημία και τον αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς (νομίμου λόγου ευθύνης) και της ζημίας. Κατά συνέπεια, όταν το πταίσμα που επέφερε τη ζημία ταυτίζεται κατά το πραγματικό αυτού περιεχόμενο προς την παραβίαση της σύμβασης και τη δημιουργία της παρανομίας δεν μπορούν να έχουν εφαρμογή οι διατάξεις περί αδικοπραξίας (ΑΠ 212/2000). 

Στην προκειμένη περίπτωση, με την ένδικη από 11-2-2009 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, η εδρεύουσα στη ΒΙ.ΠΕ Κομοτηνής ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "...", που δραστηριοποιείται στο χώρο της παραγωγής και εμπορίας βιομηχανικών αερίων, εξέθετε, κατά τη δέουσα εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής της, ότι δυνάμει συμβάσεως πωλήσεως που καταρτίσθηκε στην Αθήνα την 13-10-1986 μεταξύ αυτής και της εδρεύουσας στον Ασπρόπυργο Αττικής Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...A.E." (ήδη αναιρεσίβλητη) συμφώνησε την πώληση στην τελευταία πρωτοξειδίου του αζώτου και Δ. ασετυλίνης. Ότι με την ίδια σύμβαση, προκειμένου να λειτουργήσει και ευοδωθεί η συνεργασία τους και για τις ανάγκες εκτέλεσης της συμβάσεως πωλήσεως, καταρτίσθηκε μεταξύ τους σύμβαση χρησιδανείου με την παραχώρηση από την ενάγουσα χωρίς αντάλλαγμα και λόγω χρησιδανείου στην εναγομένη καθ' όλο το χρονικό διάστημα της συνεργασίας τους, το σύνολο των φιαλών αποκλειστικής κυριότητας και νομής της, μετά τη διενέργεια απογραφής αυτών και συνολικά τις αναφερόμενες λεπτομερώς στην αγωγή, κατά μέγεθος και χρήση 5.675 φιάλες και ένα εμφιαλωτήριο μάρκας "..." ιδιοκτησίας της, τις οποίες η εναγομένη, σύμφωνα με σχετικό συμβατικό όρο, έπρεπε να της αποδώσει κατά τη λήξη της σύμβασης, μέσα σε εύλογο χρόνο 8 έως 12 μηνών από την ημέρα λύσης αυτής. Ότι η λύση της συνεργασίας τους επήλθε στις 20-12-2002, οπότε και έληξε αντίστοιχα και η σύμβαση χρησιδανείου, όταν με την από 20-11-2002 επιστολή της προς την εναγομένη κατήγγειλε τη μεταξύ τους σύμβαση και κάλεσε αυτήν να της επιστρέψει τις άνω φιάλες και το εμφιαλωτήριο, τα οποία βρίσκονταν στην κατοχή της, η τελευταία όμως της επέστρεψε μόνο 574 φιάλες. Ότι, παρά την επίδοση σ' αυτήν σχετικής από 8-11-2004, εξώδικης οχλήσεως με την οποία κάλεσε εκ νέου αυτήν να της επιστρέψει τις υπόλοιπες 5.101 φιάλες συνολικής αξίας 1.090.450 ευρώ, καθώς και το άνω εμφιαλωτήριο, αξίας 44.000 ευρώ, αυτή ουδεμία έδωσε απάντηση στις οχλήσεις της και δεν παρέδωσε τα ως άνω κινητά πράγματα, όπως αυτά μνημονεύονται στην αγωγή. Ότι, "επειδή δεν έχει πλέον συμφέρον στην αυτούσια παράδοση σ' αυτήν των ανωτέρω κινητών πραγμάτων (φιαλών-εμφιαλωτηρίου), λόγω της πολυετούς χρήσεως αυτών από την εναγομένη και της φθοράς που έχουν αυτά τα κινητά πράγματα υποστεί, αλλά και της απώλειας της πελατείας της εκ των ενεργειών της εναγομένης και της πολυετούς αδράνειας των μηχανημάτων της παραγωγής οξυγόνου, ασετυλίνης και πρωτοξειδίου του αζώτου, που καθιστά αυτά άχρηστα για παραγωγή, αλλά και επειδή εκ της παρανόμου και αδίκου συμπεριφοράς της εναγομένης εκ της όλης, ως άνω, αντισυμβατικής συμπεριφοράς αυτής ζημιώθηκε κατά το συνολικό ποσό των 1.134.450 ευρώ (1.090.450+44.000 ευρώ), ποσό κατά το οποίο η εναγομένη κατέστη πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία, άλλως από αιτία παράνομη, εις βάρος της περιουσίας της και επί ζημία της, έχει κατ' άρθρο 904 επ. ΑΚ την υποχρέωση να της αποδώσει την ωφέλεια". Ζήτησε δε ακολούθως, μετά τον παραδεκτό, με τις πρωτόδικες προτάσεις της, περιορισμό του αιτήματός της από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, να αναγνωρισθεί ότι η εναγομένη υποχρεούται να της καταβάλει το άνω συνολικό ποσό για την παραπάνω αιτία με το νόμιμο τόκο. Το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του κρίνοντας επί της ως άνω αγωγής δέχθηκε, "ότι με βάση το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημά της, ρητώς ζητείται, η αναγνώριση της υποχρέωσης της εναγομένης προς απόδοση στην ενάγουσα του αναφερόμενου στην αγωγή χρηματικού ποσού, σύμφωνα με τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, το οποίο αποτελεί ωφέλεια αυτής στα πλαίσια αθέτησης από την εναγομένη της προϋπάρχουσας μεταξύ τους σύμβασης χρησιδανείου. Η βάση όμως αυτή της αγωγής είναι μη νόμιμη και απορριπτέα λόγω της επιβοηθητικής φύσεως της αγωγικής αξίωσης εκ του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Με το άνω δε περιεχόμενο και αίτημα η αγωγή, δεν σωρεύει και βάση α) αξίωσης από τη σύμβαση του χρησιδανείου ή β) από αδικοπραξία, λόγω υπεξαίρεσης των κινητών από την χρησαμένη εναγομένη, καθόσον δεν γίνεται αναφορά στο σχετικό δικόγραφο, ότι η επικαλούμενη σύμβαση χρησιδανείου μεταξύ των διαδίκων είναι άκυρη ή ανίσχυρη για οποιοδήποτε λόγο, ούτε και τα περιστατικά τα οποία συνεπάγονται την ακυρότητα ή το ανίσχυρο αυτής, ή τα περιστατικά, σύμφωνα με τα οποία έχει αυτή καταστεί ανίσχυρη, ή έχουν ανατραπεί τα δικαιοπρακτικά της αποτελέσματα για οποιοδήποτε λόγο, ούτε αν το αναφερόμενο ποσό αποτελεί το ισάξιο των κινητών κατά το χρόνο καταρτίσεως της συμβάσεως ή κατά το χρόνο καταγγελίας αυτής ή της συζητήσεως της αγωγής ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, ούτε τα συγκροτούντα αδικοπρακτική συμπεριφορά της εναγομένης περιστατικά, ενώ δεν αρκεί, για το ορισμένο αυτής, μόνο η αναφορά ότι η ενάγουσα δεν έχει πλέον συμφέρον στην απόδοση των κινητών ή ότι η εναγομένη δεν απέδωσε αυτά μετά την καταγγελία της συμβάσεως χρησιδανείου, χωρίς την κατά τα άνω αναγκαία αναφορά των συγκροτούντων τις βάσεις αυτές πραγματικών περιστατικών και την υποβολή συγκεκριμένου αιτήματος με βάση αυτές ασκούμενο, τυχόν, διαζευκτικώς ή επικουρικώς μεταξύ τους.... Κατά το μέρος δε που με τους ασκηθέντες πρόσθετους λόγους επιχειρείται, κατ' εκτίμηση, συμπλήρωση των ελλειπόντων ουσιωδών αγωγικών ισχυρισμών, και μάλιστα εκείνων που συνιστούν θεμελιώδη στοιχεία του αγωγικού δικαιώματος και του αιτήματος της αγωγής με τον ισχυρισμό ότι αυτή εμπεριέχει και τις ως άνω κύριες βάσεις (χρησιδάνειο, αδικοπραξία) και τα σ' αυτές σχετικά αιτήματα, η συμπλήρωση αυτή πρέπει, να απορριφθεί ως απαράδεκτη και οι πρόσθετοι λόγοι ως ουσιαστικά αβάσιμοι". Ακολούθως δε απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας και τους πρόσθετους λόγους αυτής, επικυρώνοντας έτσι την ομοίως κρίνασα απόφαση του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου. 
Με τους πρώτο, και τρίτο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγους αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους προταθέντες με το δικόγραφο των προσθέτων λόγων εφέσεως της ήδη αναιρεσείουσας, λόγους εφέσεως, με τους οποίους είχε υποστηρίξει ότι η φερόμενη προς διάγνωση αξίωσή της (αναιρεσείουσας) κατά της αναιρεσίβλητης, θεμελιώνεται, αφενός μεν στη σύμβαση χρησιδανείου και αφετέρου σε αδικοπραξία, συνισταμένη στην αξιόποινη πράξη της υπεξαίρεσης, επικουρικώς δε στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις. Από το ιστορούμενο όμως πιο πάνω περιεχόμενο της αγωγής αβίαστα προκύπτει, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμησή του, ότι και κατά τις σύμφωνες παραδοχές της προσβαλλόμενης δεν διαλαμβάνει πραγματικά περιστατικά θεμελιωτικά αξίωσης από σύμβαση χρησιδανείου ή αδικοπραξία, συνισταμένη σε υπεξαίρεση, στηρίζοντας από τις αξιώσεις αυτές συγκεκριμένο αίτημα, αλλ' αντιθέτως, ρητώς επιδιώκει την επιστροφή της ωφέλειας που απέκτησε η εναγομένη από την περιουσία της ή επί ζημία της, κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, υπό την έννοια δε αυτή, οι σχετικοί λόγοι εφέσεως, του δικογράφου των προσθέτων λόγων δεν ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, σε κάθε δε περίπτωση οι πιο πάνω λόγοι εφέσεως ερευνήθηκαν και ευθέως απορρίφθηκαν από το Εφετείο, ως ουσιαστικά αβάσιμοι. Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως, είναι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Αλλά και υπό την εκδοχή, ότι με τους παραπάνω λόγους αναιρέσεως επιχειρείται να θεμελιωθεί πλημμέλεια από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή η ένδικη αγωγή είναι νόμιμη, στηρίζοντας σωρευτικά βάσεις και αντίστοιχα αιτήματα από σύμβαση χρησιδανείου και αδικοπραξία (υπεξαίρεση), οι λόγοι αυτοί είναι και πάλι αβάσιμοι και απορριπτέοι. Και τούτο διότι, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, η ενάγουσα δεν ασκεί την πρωτογενή ενδοσυμβατική αξίωσή της, ως χρήστης, για αυτούσια απόδοση των προαναφερόμενων κινητών πραγμάτων, ούτε όμως και την δευτερογενή ενοχική αξίωση του άρθρου 343 παρ. 2 ΑΚ για αποζημίωση μη εκπλήρωσης, με αναφορά των θεμελιούντων την αγωγή αυτή στοιχείων, και αντίστοιχο προς τις αξιώσεις αυτές αίτημα, κατά τα αναφερόμενα ειδικότερα στην αρχή της παρούσης, αλλ' αντιθέτως ρητώς επιδιώκει την επιστροφή της ωφέλειας που απέκτησε η εναγομένη από την περιουσία της ή επί ζημία της, επικαλούμενη πλουτισμό της εναγομένης από την μη επιστροφή των προρρηθέντων πραγμάτων, τον οποίο επιδιώκει κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ως προερχόμενο από μη νόμιμη αιτία ή αιτία παράνομη. Ούτε, όμως, και βάση από αδικοπραξία (υπεξαίρεση) θα μπορούσε να στηρίξει το περιεχόμενο της ένδικης αγωγής, αφού σύμφωνα με το τελευταίο, η μοναδική επίκληση που γίνεται προς τούτο, είναι η αθέτηση της συμβατικής υποχρεώσεως της εναγομένης να επιστρέψει στην ενάγουσα, μετά την λήξη του χρησιδανείου τα ως άνω κινητά πράγματα, όπως όμως αναφέρεται στην αρχή της παρούσης σκέψεως, μόνη η αθέτηση προϋφισταμένης ενοχής δεν συνιστά αφ' εαυτή αδικοπραξία.
 Όμως, η αγωγή, υπό το προεκτεθέν περιεχόμενο και αίτημά της ως προς την μοναδική βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, θεμελίωνε την νομική βασιμότητα της αξίωσης της ενάγουσας στην διάταξη του άρθρου 904 του ΑΚ, αφού με σαφήνεια και πληρότητα εκτίθενται σ' αυτήν, η ύπαρξη του πλουτισμού της αναιρεσίβλητης εναγομένης, η επέλευση αυτού σε βάρος της περιουσίας της αναιρεσείουσας ενάγουσας, ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ του πλουτισμού και της ζημίας της και η έλλειψη νόμιμης αιτίας, ειδικότερα δε αναφέρεται ότι η ωφέλεια που απέκτησε η εναγομένη από τη μη απόδοση στην ενάγουσα των άνω κινητών πραγμάτων, συνεπεία της οποίας κατέστη πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία, συνίστατο στην αξία των πραγμάτων αυτών που δεν της αποδόθηκαν, την οποία ζήτησε να της επιδικασθεί αναγνωριστικά. Δεν αποτελούσαν δε στοιχεία της ένδικης από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό αγωγής, η επίκληση της ακυρότητας ή του ανίσχυρου της επικαλούμενης σύμβασης χρησιδανείου, ούτε απέκλειαν την άσκησή της τα επικαλούμενα στην αγωγή περιστατικά που δεν μπορούσαν να στηρίξουν βάση από αδικοπραξία, αλλά αρκούσε η αναφορά των παραπάνω στοιχείων για την θεμελίωσή της, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η αγωγή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό είναι επικουρικού χαρακτήρα, αφού, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη μείζονα σκέψη, παραδεκτά μπορούσε να στηριχθεί αποκλειστικά από την αρχή στις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, εφόσον κατά τα εκτιθέμενα σ' αυτήν η επιδιωκόμενη αξίωση συνιστούσε παροχή αχρεωστήτη και δεν συντρέχαν ούτε εξετίθεντο σ'αυτήν τα αναγκαία στοιχεία για τη θεμελίωση της συμβατικής ευθύνης της εναγομένης από τη σύμβαση χρησιδανείου ή εκείνης από την αδικοπραξία, και ο πλουτισμός της εναγομένης επήλθε χωρίς δόση ανταλλάγματος και δεν μπορούσε να στηριχθεί σε ισχυρή (έγκυρη και μη ελαττωματική) θέληση της ενάγουσας, ούτε σε νόμιμη υποχρέωσή της. Επομένως, τα όσα υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τους δεύτερο και τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται, στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κατ' ορθή εκτίμηση, κρίνονται βάσιμα, όπως και οι αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, μετά την παραδοχή των παραπάνω λόγων αναίρεσης, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. υπ' αριθ. 4057/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 680 παρ. 3 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 παρ. 1 του ν. 4139/2013), να διαταχθεί δε η απόδοση στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος παραβόλου (άρθρο 12 παρ. 2 του Ν. 4055/2012) και να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. υπ' αριθ. 4057/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο πιο πάνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Διατάσσει την απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γραφή σχολίων σε greeklish σημαίνει διαγραφή τους!