Παρασκευή, 14 Δεκεμβρίου 2018

Ελευθερία και Προσωπικότητα.

Μιχάλης Σταθόπουλος
Γράφει ο Καθηγητής Αστικού Δικαίου (και Δάσκαλος μου) στο Ε.Κ.Π.Α κ. Μιχάλης Σταθόπουλος, ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 2-8-1998, σελ· 9.

1. Η δίκη γύρω από το δεύτερο ερμήνευμα της λέξης “Βούλγαρος” στο Λεξικό Μπαμπινιώτη [Βούλγαρος σημαίνει “οπαδός ή παίκτης ομάδας της Θεσσαλονίκης”] και η δικαστική απόφαση που διέταξε την απάλειψη του ερμηνεύματος αυτού προκάλεσαν θύελλα αντιδράσεων. Οι πράξεις των αιτούντων δικαστική προστασία και του δικαστή κοσμήθηκαν με επίθετα όπως “σχιζοφρενείς”, “γελοίες”, “φασιστικές”, “επαίσχυντες”, “κηλίδα για τη Θεσσαλονίκη” κ.λ.π. Η προσοχή συγκεντρώθηκε, εδώ στην Αθήνα, κυρίως στη δίκη, ενώ το ίδιο το επίμαχο λήμμα έμεινε σχεδόν ασχολίαστο. Στο στόχαστρο οι θιγόμενοι Θεσσαλονικείς. Το λήμμα στο απυρόβλητο.

Τα ατομικά δικαιώματα.

2. Συχνά, όσοι κατακρίνουν τη, κακή πράγματι, δικαστικοποίηση της υπόθεσης υποστηρίζουν, γενικεύοντας, ότι η ελευθερία του λόγου, του Τύπου, της έρευνας κ.λ.π. ουδέποτε επιτρέπεται να περιορίζεται. Και όμως, φραγμούς στην άσκηση των ελευθεριών μας μπορεί να θέτουν τα ατομικά δικαιώματα άλλων πολιτών, όταν υπάρχει σύγκρουση τους με τις ελευθερίες μας. Το κυριότερο αγαθό που ορθώνεται απέναντι στον ασκούντα τις ελευθερίες του είναι το δικαίωμα στην προσωπικότητα κάποιου ή κάποιων άλλων, που μπορεί να θίγονται καίρια και επιζήμια από την άσκηση της ελευθερίας και που συχνά είναι οι αδύναμοι στην κοινωνία, δηλ· άξιοι ιδιαίτερης προστασίας. Το δικαίωμα στην προσωπικότητα δεν αναγνωριζόταν αυτοτελώς τον περασμένο αιώνα, αιώνα του απόλυτου φιλελευθερισμού, γιατί, μεταξύ άλλων, πιστευόταν ότι ακριβώς η προστασία του θα περιόριζε ανεπίτρεπτα την ελευθερία των πολιτών. Οι αντιλήψεις όμως έκτοτε άλλαξαν και σήμερα διεθνώς αναγνωρίζεται [με συνταγματική μάλιστα κατοχύρωση] η προστασία της προσωπικότητας και της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Και τούτο συνιστά πρόοδο στον τομέα των ανθρώπινων δικαιωμάτων. Όποιος δεν αποδέχεται τον φραγμό αυτόν στην άσκηση των ελευθεριών μας [η οποία φυσικά πρέπει να διατηρήσει ευρύτατο χώρο δράσης] παραμένει καθηλωμένος στη νοοτροπία του άκρατου φιλελευθερισμού του 19 ου αιώνα. Ο περιορισμός, επομένως, των ελευθεριών μπορεί σε μια συγκεκριμένη περίπτωση να σημαίνει προστασία της προσωπικότητας του άλλου και όχι μέτρο ανελεύθερο. 
3. Ειδικά ο επιστημονικός λόγος έχει εύλογα μεγαλύτερη προστασία, όχι επειδή τυπικά περιλαμβάνεται σε επιστημονικό έργο [που μπορεί άλλωστε να αυτοονομάζεται έτσι], αλλά επειδή είναι τεκμηριωμένος, αιτιολογημένος λόγος και αποβλέπει στην παραγωγή ή μετάδοση γνώσης και όχι στο να θίξει Επομένως, δεν πρέπει να υποχωρήσει επειδή κάποιος μειώνεται από αυτόν. Ο τελευταίος μπορεί να τον αντικρούσει επίσης επιστημονικά ως εσφαλμένο κ.λ.π. Αν όμως υποστηρίξω το επιστημονικό μου έργο αυθαίρετα χωρίς τεκμηρίωση ή αιτιολογία κάτι που θίγει καίρια την προσωπικότητα ενός άλλου προσώπου, μπορεί να επικρατεί η τελευταία, έστω με το επιχείρημα ότι θα πρόκειται για ένα μη επιστημονικό παρέμβλημα σε επιστημονικό έργο. Επίσης δεν καλύπτεται φυσικά από την ελευθερία της έρευνας του ο ερευνητής που στα ερευνητικά δημοσιεύματα του π.χ. συκοφαντεί ή ανεπίτρεπτα αποκαλύπτει ευαίσθητα προσωπικά στοιχεία άλλων προσώπων, τα οποία χρησιμοποίησε στην έρευνα του κ.λ.π. Εξαιρέσεις λοιπόν υπάρχουν.
4. Εξάλλου η μετάδοση μιας υπαρκτής πληροφορίας ή μιας ξένης γνώμης που γίνεται για λόγους ενημέρωσης αποτελεί άσκηση ελευθερίας η οποία πρέπει να επικρατήσει έστω και αν κάποιος θίγεται από αυτήν στην προσωπικότητα του. Και εδώ όμως υπάρχουν εξαιρέσεις, π.χ. αν η μετάδοση είναι ανακριβής και έγινε όχι για λόγους ενημέρωσης αλλά για λόγους μείωσης του θιγόμενου κ.λ.π.
5. Σε τελευταία ανάλυση το θέμα θα κριθεί όχι με προκαταβολικούς αφορισμούς αλλά στη συγκεκριμένη περίπτωση, όπου θα γίνει στάθμιση των συγκρουομένων αγαθών με βάση τις ειδικές συνθήκες και με συνεκτίμηση της βλάβης που μπορεί να προκαλέσει στους φορείς των αγαθών η υποχώρηση του δικαιώματος τους. Κανένας δεν μπορεί να πείσει [ούτε ιδιώτης, ούτε αρχές, ούτε δικαστής] όταν δογματίζει με απόλυτες και άκαμπτες γενικεύσεις.
6. Η αξίωση για προστασία της προσωπικότητας που κατά το φορέα της θίγεται από την άσκηση ελευθεριών κάποιου άλλου είναι κατ΄ αρχήν θεμιτή, έστω και αν όπως θα είναι ο κανόνας πρέπει να υποχωρήσει μπροστά στην ελευθερία του άλλου. Αλλά και όταν η αξίωση κρίνεται αβάσιμη, τούτο δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει και το άλλο αγαθό που πρέπει να υποχωρήσει. Δεν σημαίνει ότι η προβολή της είναι ενέργεια φασιστική, ανελεύθερη κ.λ.π. που δικαιολογεί τη χλεύη και τον στιγματισμό της. Αλλιώς, ποιος θα τολμούσε να προσφύγει στα δικαστήρια ασκώντας το σχετικό συνταγματικό δικαίωμα του για την προστασία της προσωπικότητας του, όταν νομίζει ότι αυτή θίγεται; Χάνουμε [ως συνήθως] κάθε μέτρο όταν δεν βλέπουμε παρά το δίπολο “ή βάσιμη ή φασιστική αξίωση”.
7. Ασφαλώς πρέπει να υπάρχουν–και υπάρχουν–ασφαλιστικές δικλίδες για την αποτροπή εύκολων περιορισμών των ελευθεριών. Μια από αυτές είναι, κατά το Σύνταγμα μας, η απαγόρευση της κατάσχεσης εντύπων [επομένως, έστω και αν περιέχουν παράνομες προσβολές της προσωπικότητας]. Το Σύνταγμα επιτρέπει πάντως την κατάσχεση σε εξαιρετικές περιπτώσεις. Οι προβλεπόμενες εξαιρέσεις είναι αναχρονιστικές σε σχέση και με τα διεθνώς κρατούντα [όπως θα προσπαθήσω να εξηγήσω σε άλλο δημοσίευμα μου]. Η απαγόρευση της κατάσχεσης όμως δεν σημαίνει ότι δεν δίνονται στον προσβληθέντα άλλα έννομα βοηθήματα, όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις [π.χ. χρηματική ικανοποίηση]. Η διεύρυνση της έννοιας της κατάσχεσης έτσι ώστε να συμπεριλάβει και κάθε άλλο μέτρο προστασίας της προσωπικότητας θα θυσίαζε υπερβολικά το ένα αγαθό υπέρ του άλλου.

Η δίκη.

8. Στην περίπτωση της δίκης για το επίμαχο λήμμα το αγαθό που κατά τους θιγέντες προσβάλλεται [με δημιουργία σχετικής σύγχυσης] δεν είναι η τιμή ή η ιδιωτική τους σφαίρα, αλλά μια άλλη έκφανση της προσωπικότητας τους, η ταυτότητα τους, στοιχεία της οποίας είναι η βιολογική καταγωγή [π.χ. από τον Α πατέρα, τη Β μητέρα κ.λ.π.], η εθνική ταυτότητα, το όνομα κ.λ.π. Δεν επικαλούνται οι θιγέντες τον ισχυρισμό [που φυσικά, θα ήταν ρατσιστικός], ότι οι Βούλγαροι είναι κατώτερη φυλή, όπως τους προσάπτουν ορισμένοι επικριτές τους, αλλά απλά ότι οι ίδιοι δεν είναι Βούλγαροι, ούτε Γάλλοι, ούτε Σουηδοί. Άλλο, το ότι μόνο ανιστόρητοι και αγεωγράφητοι αγνοούν ότι η συσχέτιση με τους γείτονες Βούλγαρους διαφέρει από τη συσχέτιση με τους Σουηδούς για πολλούς γεωγραφικούς και ιστορικούς λόγους και διαφοροποιεί σημαντικά το ενδεχόμενο πρόκλησης σύγχυσης χωρίς ανάγκη αναγωγής σε ρατσιστικές αντιλήψεις ανώτερης ή κατώτερης φυλής [οι οποίες πάντως, ασφαλώς δεν λείπουν από πολλούς έλληνες]. Δικαίωμα στην ταυτότητα μου σημαίνει να μην μου αμφισβητείς αυτό που πράγματι είμαι και θέλω να είμαι. Άλλοι ίσως αδιαφορούν για τα στοιχεία της ταυτότητας τους και για τις ρίζες τους, αλλά ο νόμος προστατεύει αυτόν που θέλει να διατηρήσει και να γίνονται σεβαστά τα στοιχεία του αυτά
9. Στη συγκεκριμένη περίπτωση του επίμαχου λήμματος ο λεξικογράφος κατέγραψε μια πραγματικότητα. Ασκεί στο σημείο αυτό περισσότερο την ελευθερία της πληροφόρησης ως προς την πραγματικότητα αυτή, παρά την ελευθερία της έρευνας, επιλέγοντας την καταχώριση του β΄ ερμηνεύματος. Εκπληρώνει σκοπούς ενημέρωσης χωρίς προφανώς διάθεση καταφρόνησης [αφού μάλιστα γράφει ότι είναι υβριστική η χρήση της λέξης με αυτή την έννοια]. Στη στάθμιση των συγκρουόμενων αγαθών είναι επομένως φυσικό, σύμφωνα με όσα λέχθηκαν παραπάνω [υπό 4 και 5] να επικρατήσει η ελευθερία της ενημέρωσης και να απορριφθεί ως αβάσιμη η αίτηση των θιγομένων, πολύ περισσότερο που υπάρχει αρκετός υποκειμενισμός και ευθιξία στην ενόχληση τους. Η χρήση της λέξης “Βούλγαρος” με την επιλήψιμη έννοια είναι λιγότερο ύβρις και περισσότερο “πείραγμα”, που ένας ψυχραιμότερος δέκτης θα μπορούσε ίσως να το αντιπαρέλθει και με περιφρόνηση. [Αποτελεί διαστρέβλωση των σκέψεων μου σε άρθρο μου στην “Ελευθεροτυπία” της 15-6-1998 το ότι ο συνάδελφος της Νομικής Θράκης μου απέδωσε πως δήθεν υποστήριξα τη βασιμότητα της αίτησης]. Το ότι πρέπει να υποχωρήσει το όποιο συμφέρον των αιτούντων δεν σημαίνει όμως ότι δεν υπάρχει το συμφέρον αυτό, ότι δεν υπάρχει καν πρόβλημα. Πιστεύω ότι τα υποκείμενα του εδώ υποδεέστερου συμφέροντος δεν αξίζουν να υποστούν λοιδορίες και να θεωρηθούν ως εθνικιστές ή ρατσιστές. Εδώ υπήρξε, κατά τη γνώμη μου, όχι μόνο έκδηλη μονομέρεια από τους τρίτους κριτές, αλλά και έλλειψη κάποιας ευαισθησίας.
10. Ας έλθουμε τώρα στο ίδιο το λήμμα. Το ότι ο λεξικογράφος είχε δικαίωμα να επιλέξει την καταχώρηση του αμφισβητούμενου ερμηνεύματος δεν σημαίνει ότι τούτο είναι ανεπίληπτο. Κριτική μπορεί να κάνει ο καθένας. Άλλωστε, δική μας είναι η γλώσσα. Τη δική μας γλώσσα λένε ότι καταγράφουν οι λεξικογράφοι. Και αν κάνουμε λάθος στην κριτική μας, ας μας απαντήσουν οι ειδικοί με επιχειρήματα και όχι μόνο με επίκληση της αυθεντίας τους [κάτι που θα ανήκε σε άλλες εποχές].
11. Ένα σοβαρό λεξικό όλης της ελληνικής γλώσσας το θέλουμε να παρουσιάζει την κοινή στους Έλληνες γλώσσα τους [φυσικά και τις υβριστικές λέξεις] και όχι ιδιωματικά–συνθηματικά λεξιλόγια ειδικών χώρων της ελληνικής κοινωνίας. Για όσους ενδιαφέρονται για τα λεξιλόγια αυτά, υπάρχει η δυνατότητα για εδικές εκδόσεις, δηλ· για λεξικά ειδικού τύπου ή έστω, για παραρτήματα στο τέλος του κοινού λεξικού, ώστε να γίνεται σαφής ο διαχωρισμός. Την μάλλον αυτονόητη αρχή αυτή διακηρύσσει ρητά ο ίδιος ο λεξικογράφος στην Εισαγωγή του λεξικού του [σελ· 28]. Επιλέξαμε τις λέξεις, λέει, που ανήκουν στην “Κοινή Νέα Ελληνική”. Γι αυτό, διευκρινίζει πάλι ο ίδιος ο λεξικογράφος, μένουν εκτός λεξικού λέξεις ξένες προς τον ομιλητή της Κοινής Νέας Ελληνικής, όπως ιδιωματικές ορισμένης γεωγραφικής περιοχής ή συνθηματικές χρησιμοποιούμενες από ορισμένες μόνο ομάδες, εκτός αν αυτές πέρασαν στην κοινή γλώσσα. Ποιος μπορεί να αμφισβητήσει ότι η επίμαχη έννοια του λήμματος είναι συνθηματική, χρησιμοποιούμενη μόνο στα γήπεδα από μια ομάδα φανατικών ποδοσφαιρόφιλων και μάλιστα σε ορισμένη μόνο γεωγραφική περιοχή της χώρας, άρα ότι είναι διπλά αποκλειστέα, κατά τον ίδιο τον λεξικογράφο; Ή ποιος θα υποστηρίξει ότι το σύνθημα αυτό πέρασε από τα γήπεδα στην κοινή γλώσσα, όταν εμείς οι άλλοι ποδοσφαιρόφιλοι της ίδιας περιοχής ή οι ποδοσφαιρόφιλοι άλλων περιοχών της χώρας ή οι μη ποδοσφαιρόφιλοι απεχθανόμαστε να το χρησιμοποιούμε για τους ποδοσφαιρόφιλους του Βορρά; Και όμως η συνθηματική αυτή λέξη των γηπέδων εντάχθηκε στο λεξικό. Η αντίφαση είναι προφανής. Και όχι μόνο αυτό: διερωτάται κανείς μήπως η καταχώρηση αυτή είναι που κάνει την έννοια της λέξης κοινή, την πολιτογραφεί και την καθιερώνει σαν να αφορά όλους τους Έλληνες.
12. Αλλά υπάρχει και παραπέρα ασυνέπεια: στο λεξικό δεν καταχωρίθηκαν πολλές όμοιες συνθηματικές λέξεις των γηπέδων του λεκανοπεδίου ή των γηπέδων άλλων περιοχών της χώρας [την ελληνική γλωσσική πραγματικότητα δεν πρέπει να αναζητεί κανείς μόνο στο λεκανοπέδιο]. Άρα στις σχετικές επιλογές επικράτησε πολλή αυθαιρεσία [με άλλα λόγια: δυο μέτρα και δυο σταθμά], χωρίς πάντως, πιστεύω, κακές προθέσεις
13. Το ερμήνευμα είναι και πολιτικά ανεπιτυχές. [Το δόγμα ότι η επιστήμη είναι τελείως ουδέτερη, μακριά από τα κοινωνικά προβλήματα, εγκλείει και αυτό μια ιδεολογία, την υπερσυντηρητική]. Ένα λεξικό καταγράφει μεν, αλλά και διδάσκει. Το ίδιο το λεξικό έχει υπότιτλο “με σχόλια για τη σωστή χρήση των λέξεων”. Στο επίμαχο λήμμα, σε αντίθεση με πολλά άλλα λήμματα, αποφεύγεται το διδακτικό σχόλιο. Έγινε μόνο η ψυχρή καταγραφή που “διαπαιδαγωγεί ένα ολόκληρο λαό στην απαράδεκτη έννοια του Βούλγαρου” [έκφραση σε άλλο συσχετισμό ενός εκπροσώπου πολιτικού κόμματος–ΤΑ ΝΕΑ 15-7-1998, σελ· 12]. Άραγε αποκλείουμε να σκεφθεί ένας αθώος αναγνώστης που συμβουλεύεται το λεξικό, ότι “για να λέγεται και να καταγράφεται αυτό, κάτι μπορεί να υπάρχει”; Είναι δικαίωμα έστω, του επιστήμονα να αγνοεί, αν θέλει, τον κοινωνικό περίγυρο. Αλλά είναι δικαίωμα και του τελευταίου να αποδοκιμάζει επιστημονικές επιλογές, όταν μάλιστα έγκυρα λεξικά [ανάμεσα τους και αυτό του κορυφαίου Εμμ· Κριαρά] δεν περιέλαβαν ένα τέτοιο ερμήνευμα, χωρίς βέβαια να αγνοούν την περιθωριακή χρήση του. Πρόκειται για μια επιλογή, που μόνο το λεξικό Μπαμπινιώτη έκανε, μια επιλογή που, ενώ μάλλον δεν προσφέρει τίποτε στη γλώσσα μας και τον πλούτο της [που πράγματι τον αναδεικνύει το, κατά τα λοιπά, πολύτιμο λεξικό] μόνο προβλήματα δημιουργεί. 
14. Ύστερα από αυτά, δικαιούμεθα να ρωτήσουμε: όσοι, ασχολούμενοι με το θέμα, διαμαρτύρονται για τη δικαστική επέμβαση στην ελευθερία του επιστήμονα, αλλά σιωπούν ως προς το λήμμα, είναι ευχαριστημένοι μ΄ αυτό; Θα ήθελαν να μείνει; Ας μην πουν ότι δεν τους πέφτει λόγος. Γιατί πρόκειται για λεξικό που απευθύνεται και σ΄ αυτούς. Πρόκειται για τη γλώσσα που αυτοί χρησιμοποιούν, αλλά και τη συνδιαμορφώνουν. Δεν λέμε υπέρ του λεξικού, ότι καταγράφει την πράγματι χρησιμοποιούμενη γλώσσα; Από ποιους; Φυσικά από εμάς, από τον ελληνικό λαό. Καθένας μας συμμετέχει στη διαμόρφωση της γλωσσικής πραγματικότητας. Γιατί “νίπτομε τας χείρας μας;”. Αν εμείς σιωπούμε, αφήνουμε να διαμορφώνεται η γλώσσα μας από τους χούλιγκανς, αφήνουμε την έννοια της λέξης να ριζώσει. Το θέλουμε; 

Το λήμμα “Βούλγαρος”.

15. Τελείως αυθαίρετο είναι επίσης το ότι θεωρούμε πως διαμαρτύρονται κατά του λήμματος μόνο οι εθνικιστές και εκείνοι που το εκμεταλλεύονται πολιτικά. Πιστεύω ότι αντιπροσωπευτικότερος ως προς τη στάση του μέσου Θεσσαλονικέα είναι ο λόγος του προέδρου του Δ.Σ. Θεσσαλονίκης, που αποδοκιμάζει μεν τη δικαστική δίωξη, αλλά τονίζει ότι “προσωπικά θίγομαι από τη συγκεκριμένη επεξήγηση του λήμματος και όχι μόνον” [ΤΑ ΝΕΑ, όπ· πάρ·]. Μήπως είναι και αυτός εθνικιστής; Σπάνιες είναι οι φωνές κατανόησης όπως αυτή ενός πολιτικού κόμματος που τόνισε ότι “δεν μπορούμε να ρίξουμε στον Καιάδα όσους θεώρησαν εαυτούς θιγόμενους από το επίμαχο λήμμα” και ότι δεν πρέπει “υπερασπιζόμενοι το ιερό δικαίωμα έκφρασης να καταστρατηγούμε το επίσης ιερό δικαίωμα διαφωνίας”.
16. Συμπερασματικά η γνώμη μου είναι ότι: αυτοί που προσέφυγαν στη δικαιοσύνη κατά του λήμματος ήσκησαν συνταγματικό τους δικαίωμα. Η απόφαση του πρωτοδικείου, παρά ορισμένες σωστές σκέψεις στο σκεπτικό της, έπρεπε να απορρίψει την αίτηση. Το επίμαχο λήμμα δεν είναι φυσικά, παράνομο. Αλλά εκτός του ότι είναι πολιτικά άστοχο, ενέχει μια επιστημονικά εσφαλμένη επιλογή. Αν πράγματι είναι έτσι, η οικειοθελής επανόρθωση δεν θα ήταν “δήλωση μετανοίας” όπως κακώς λέγεται, αλλά επιβεβαίωση της σωστής επιστημονικής δεοντολογίας, ότι ένας επιστήμονας δεν πρέπει να εμποδίζεται από πείσματα και εγωισμούς να διορθώνει τα αστοχήματα του, αναπόφευκτα άλλωστε σε κάθε επιστημονικό έργο [όπως και το ίδιο το λεξικό παραδέχεται, Πρόλογος, σελ· 14].
-----
Η απόφαση της Ολομέλειας του Ακυρωτικού μας για το Λεξικό Μπαμπινιώτη επί του συγκεκριμένου ζητήματος:

Άρειος Πάγος, πλήρης Ολομέλεια, 13/ 1999.

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της πλήρους Ολομέλειας Στέφανο Ματθία, Πρόεδρο, Αγησίλαο Μπακόπουλο, Γεώργιο Βελλή, Θεόδωρο Τόλια, Διονύσιο Κατσιρέα, Χαράλαμπο Μυρσινιά, Πολύβιο Μαντζιάρα, Ευάγγελο Κρουσταλάκη, Κωνσταντίνο Λυμπερόπουλο, Κωνσταντίνο Παπαλάκη, Αντιπροέδρους, Εμμανουήλ Χαριτάκη, Γεώργιο Σταθέα, Γεώργιο Αρβανίτη, Ευάγγελο Περλίγκα, Θεόδωρο Πρασουλίδη, Ιωάννη Τέτοκα, Μιχαήλ Καρατζά, Γεώργιο Μπούτσικο, Ανδρέα Κατράκη, Αναστάσιο Καραγεώργη-Εισηγητή, Χαράλαμπο Γεωργακόπουλο, Κωνσταντίνο Τζένο, Γεώργιο Βρέττα, Γεώργιο Κρασσά, Αριστείδη Κρομμύδα, Γεώργιο Νικολόπουλο, Εμμανουήλ Αντωνίου, Κωνσταντίνο Κωστήρη, Ηλία Βλάσση, Πέτρο Κακκαλή, Σπυρίδωνα Γκιάφη, Γεώργιο Κάπο, Κωνσταντίνο Τσαμαδό, Παύλο Μεϊδάνη, Γεώργιο Ρήγο, Αρχοντή Ντόβα, Γρηγόριο Φιλιππάτο, Στυλιανό Μοσχολέα, Παναγιώτη Φιλιππόπουλο, Αντώνιο Τωμαδάκη, Δημήτριο Ζέρβα, Δαμιανό Παπαθανάση, Δημήτριο Σουλτανιά, Δημήτριο Λινό, Θεόδωρο Λαφαζάνο, Λουκά Λυμπερόπουλο, Λέανδρο Ρακιντζή, Θεόδωρο Μπάκα, Γεώργιο Χριστόφιλο και Γεράσιμο Φρούντζο, Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Αναίρεση υπέρ του νόμου - Ασφαλιστικά μέτρα -. Σε αναίρεση υπέρ του νόμου υπόκεινται και οι αποφάσεις που εκδόθηκαν κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, οι οποίες δεν υπόκεινται σε ανακοπή ή έφεση και έχουν ισχύ έστω και προσωρινή. Με τον ν. 958/71 καταργήθηκε μόνο η εκ μέρους των διαδίκων άσκηση αναίρεσης κατά αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων. (Αντίθετη μειοψηφία). Κατά τη σύνταξη γλωσσικού λεξικού, που είναι συγχρόνως και επιστημονικό έργο, ο λεξικογράφος, αναζητώντας συστηματικά και μεθοδικά την αλήθεια, καταγράφει τις ποικίλες σημασίες ή χρήσεις ορισμένων λέξεων ή φράσεων, που θεωρούνται μειωτικές ή υβριστικές για ορισμένα πρόσωπα ή μέλη ευρύτερων κοινωνικών ομάδων, εφόσον ο ίδιος δεν τις υιοθετεί, ούτε αποδέχεται την σημασία αυτών, δεν θίγει τη συνταγματικώς κατοχυρωμένη προστασία της προσωπικότητας. Η καταχώριση από τον καθηγητή Μπαμπινιώτη στο "λεξικό της νέας ελληνικής γλώσσας" της λέξης "βούλγαρος" που χρησιμοποιείται καταχρηστικά ως εξυβριστική ονομασία φιλάθλων, δεν ενέχει αποδοχή του χαρακτηρισμού από τον συντάκτη, έγινε στα πλαίσια της συνταγματικά κατοχυρωμένης ελευθερίας του τύπου και της επιστήμης και δεν συνεπάγεται παράνομη προσβολή της προσωπικότητας. Η καταγραφή της λέξης αυτής, αποτελεί απλή ουδέτερη καταγραφή.

Α) Ως προς το παραδεκτό

Επειδή κατά το άρθρο 557 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. "ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση υπέρ του νόμου κάθε απόφασης, ακόμη και αν δεν μπορούν να ασκήσουν αναίρεση κατά της απόφασης αυτής οι διάδικοι, για κάθε λόγο και χωρίς περιορισμό προθεσμίας". Από την αδιάστικτη διατύπωση της ως άνω διάταξης και τον επιδιωκόμενο με αυτή σκοπό, που συνίσταται στην εξασφάλιση, για λόγους δημόσιου συμφέροντος, πάγιας και ομοιόμορφης ερμηνείας των νόμων, προκύπτει ότι σε αναίρεση υπέρ του νόμου υπόκεινται και οι αποφάσεις που εκδόθηκαν κατά τη διαδικασία των άρθρων 682 επ. του Κ.Πολ.Δ., οι οποίες δεν υπόκεινται σε ανακοπή ή έφεση και έχουν ισχύ, έστω και προσωρινή, συντρέχει δε και ως προς αυτές ο ως άνω δικαιολογητικός λόγος για τον οποίο θεσπίζεται το ειδικό ένδικο μέσο της υπέρ του νόμου αναίρεσης. Η διάταξη του άρθρου 699 του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι " αποφάσεις που δέχονται ή απορρίπτουν αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων ή αιτήσεις για ανάκληση ή για μεταρρύθμιση των μέτρων αυτών δεν προσβάλλονται με κανένα ένδικο μέσο εκτός αν ορίζεται διαφορετικά", δεν καθιστά απαράδεκτη την αναίρεση υπέρ του νόμου, αφού με την ειδικότερη ως άνω διάταξη του άρθρου 557 παρ. 1 του ίδιου κώδικα ρητώς προβλέπεται ότι αυτή επιτρέπεται κατά "κάθε απόφασης", η ρύθμιση δε αυτή υπαγορεύεται ακριβώς από την ως άνω αποστολή του εξαιρετικού αυτού ένδικου μέσου, το οποίο άλλωστε δεν έχει επιπτώσεις στους διαδίκους (άρθρο 557 εδ. β΄ περ. α΄ Κ.Πολ.Δ.). Επιπλέον η υπέρ του νόμου αναίρεση έχει λόγο ύπαρξης κυρίως κατά των αποφάσεων που δεν υπόκεινται σε αναίρεση από τους διαδίκους, αφού στις λοιπές περιπτώσεις παρέχεται η δυνατότητα στους διαδίκους να φέρουν το ζήτημα ενώπιον του ακυρωτικού. Εξάλλου η επίλυση του νομικού ζητήματος από το προς τούτο ακριβώς τεταγμένο ανώτατο δικαστήριο δεν είναι νοητό να εκλαμβάνεται ως επέμβασή του στο δικαιοδοτικό έργο των δικαστηρίων της ουσίας αλλ' αποτελεί την κατ' εξοχήν αποστολή του, η εκπλήρωση της οποίας είναι πληρέστερη όσο είναι εγκαιρότερη. Η νομοθετική αυτή σκέψη υπαγόρευσε την καθιέρωση του "προδικαστικού ερωτήματος" προς το Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, η οποία, μάλιστα, έχει ήδη βρει απήχηση σε εθνικές δικονομίες ευρωπαϊκών χωρών, με τις οποίες θεσπίστηκε δυνατότητα του δικάζοντος δικαστηρίου της ουσίας να απευθύνει στο ακυρωτικό παρεμπίπτον ερώτημα σχετικά με την ερμηνεία επίμαχης διάταξης από την οποία εξαρτάται η επίλυση της ενώπιόν του εκκρεμούς διαφοράς. Τέλος, με τη δικονομική μεταρρύθμιση του έτους 1971 (ν.δ. 958/71) καταργήθηκε μόνο η εκ μέρους των διαδίκων άσκηση αναίρεσης κατά αποφάσεων ασφαλιστικών μέτρων, χωρίς να θιγεί η διάταξη που προβλέπει το επιτρεπτό της υπέρ του νόμου αναίρεσης κατά "κάθε απόφασης, ακόμη και αν δεν μπορούν να ασκήσουν αναίρεση κατά της απόφασης αυτής οι διάδικοι". Από την τελευταία αυτή φράση εναργώς προκύπτει η αντιδιαστολή, η οποία ενισχύει και επιβεβαιώνει το παραδεκτό της υπέρ του νόμου αναίρεσης και κατά των, αποφάσεων που εκδόθηκαν με τη διαδικασία ασφαλιστικών μέτρων (Ολομ. ΑΠ 305/1915, Ολομ. ΑΠ. 66/1916, Ολομ. ΑΠ 161/1933, Ολομ. ΑΠ 259/1941). Συνεπώς η κρινόμενη αίτηση για αναίρεση υπέρ του νόμου της προσβαλλόμενης απόφασης, που διέταξε ασφαλιστικό μέτρο κατά τη διαδικασία των άρθρων 682 επ. του Κ.Πολ.Δ., είναι παραδεκτή.

(Μειοψηφία) Δέκα οκτώ όμως μέλη του Δικαστηρίου, ήτοι ο Αντιπρόεδρος Πολύβιος Μαντζιάρας και οι αρεοπαγίτες Γεώργιος Σταθέας, Ευάγγελος Περλίγκας, Θεόδωρος Πρασουλίδης, Ιωάννης Τέτοκας, Γεώργιος Μπούτσικος, Ανδρέας Κατράκης, Αναστάσιος Καραγεώργης, Γεώργιος Βρέττας, Αριστείδης Κρομμύδας, Γεώργιος Νικολόπουλος, Κωνσταντίνος Κωστήρης, Πέτρος Κακκαλής, Σπυρίδων Γκιάφης, Λουκάς Λυμπερόπουλος, Λέανδρος Ρακιντζής, Θεόδωρος Μπάκας και Γεώργιος Χριστόφιλος έχουν τη γνώμη ότι κατά των αποφάσεων που διατάσσουν ασφαλιστικά μέτρα δεν συγχωρείται αναίρεση υπέρ του νόμου (Ολομ.ΑΠ 47/1990). Ειδικότερα, τα άρθρα 557 και 553 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. ορίζουν το μεν πρώτο ότι ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου δικαιούται να ζητήσει την αναίρεση υπέρ του νόμου κάθε απόφασης ακόμη και αν δεν μπορούν να ασκήσουν αναίρεση κατά της απόφασης αυτής οι διάδικοι για κάθε λόγο και χωρίς περιορισμό προθεσμίας. Η απόφαση που εκδίδεται για την αναίρεση αυτή δεν παράγει αποτελέσματα για τους διαδίκους, εκτός αν στηρίζεται σε υπέρβαση δικαιοδοσίας ή έλλειψη καθύλην αρμοδιότητας", το δε δεύτερο ότι "αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση α) εκείνων που παραπέμπουν την υπόθεση στο αρμόδιο δικαστήριο και β) των οριστικών αποφάσεων που περατώνουν όλη τη δίκη ...". Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η αίτηση αναίρεσης υπέρ του νόμου, ως θεσμός που αποβλέπει στην εξασφάλιση για λόγους δημοσίου συμφέροντος πάγιας και ομοιόμορφης εφαρμογής των νόμων, παρέχεται κατά των οριστικών και τελεσίδικων αποφάσεων και όταν δεν μπορούν να ασκήσουν κατ΄ αυτών αναίρεση οι διάδικοι είτε διότι εξεδόθησαν αμετακλήτως είτε διότι παραιτήθηκαν από την αναίρεση είτε διότι παρήλθε η προθεσμία της αναίρεσης (κ.ο.κ.) όχι όμως και κατά των αποφάσεων που δεν έχουν καταστεί οριστικές και τελεσίδικες. Διότι ο προεκτεθείς σκοπός της αναίρεσης υπέρ του νόμου δεν συντρέχει και η προσφυγή στην Ολομέλεια δεν είναι αναγκαία όταν η απόφαση μπορεί να ανακληθεί από το δικαστήριο που την εξέδωσε ή να εξαφανιστεί με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση, επί πλέον δε αντίθετη εκδοχή θα οδηγούσε σε ασυμβίβαστη προς την οικονομία του ισχύοντος δικονομικού συστήματος επέμβαση του Αρείου Πάγου στο έργο των κατώτερων δικαστηρίων, αφού ουσιαστικά με τον τρόπο αυτό το ανώτατο δικαστήριο θα εδέσμευε το δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί η υπόθεση, αντιθέτως μάλιστα προς το πνεύμα και το σκοπό του δεύτερου εδαφίου της ως άνω διάταξης στο οποίο ρητώς ορίζεται ότι η αναίρεση αυτή "δεν παράγει αποτελέσματα για τους διαδίκους". Για το λόγο αυτό άλλωστε θεωρείται ανεπίτρεπτη κατά πάγια πρακτική η γνωμοδότηση του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου επί ζητήματος σχετικού προς εκκρεμή δίκη. Ουσιώδης συνεπώς προϋπόθεση του παραδεκτού της αναίρεσης υπέρ του νόμου, όπως κάθε αναίρεσης είναι ότι η απόφαση κατά της οποίας στρέφεται είναι οριστική και τελεσίδικη. Περαιτέρω κατά το άρθρο 591 του Κ.Πολ.Δ. "τα άρθρα 1-590 του κώδικα αυτού", μεταξύ των οποίων είναι και το προβλέπον την αναίρεση υπέρ του νόμου άρθρο 557", εφαρμόζονται και στις ειδικές διαδικασίες, εκτός αν αντιβαίνουν προς τις ειδικές διατάξεις των διαδικασιών αυτών". Ο αποκλεισμός της εφαρμογής των ως άνω γενικών διατάξεων δεν είναι ανάγκη να προβλέπεται ειδικώς. Αρκεί ότι είναι ασυμβίβαστες προς τη φύση, το σκοπό και τη γενικότερη δομή και διάρθρωση των διατάξεων που διέπουν τις επιμέρους ειδικές διαδικασίες και των σύμφωνα με αυτές εκδιδόμενων αποφάσεων. Οι κατά τις διατάξεις εξάλλου των άρθρων 682 επ. του Κ.Πολ.Δ. εκδιδόμενες αποφάσεις περί ασφαλιστικών μέτρων είναι προσωρινής ισχύος και μπορεί να ανακληθούν λόγω μεταβολής των πραγμάτων ή χωρίς τη μεταβολή αυτή, κατά τα άρθρα 696, 697, 698 του Κ.Πολ.Δ. από το δικαστήριο που τις εξέδωκε ή από το δικαστήριο της κύριας δίκης, η αίτηση δε ανακλήσεως αυτών κατά το άρθρο 697 από λειτουργική άποψη επέχει χαρακτήρα ένδικου μέσου. ΄Ετσι στερούνται του στοιχείου της οριστικότητας, δεν είναι ικανές καθαυτές να εμπνεύσουν τη νομολογία και ακόμη είναι στενότατα συνδεδεμένες με την κύρια (τακτική) διαφορά η οποία είτε είναι εκκρεμής είτε κατά τη συνήθη δυναμική πρόκειται να επακολουθήσει. Συνεπώς για την ταυτότητα του λόγου, όπως και επί των μη οριστικών ή τελεσίδικων αποφάσεων της τακτικής διαδικασίας, πρέπει να γίνει δεκτό ότι δεν υπόκεινται σε αναίρεση υπέρ του νόμου, αφού και εδώ πρόκειται για ανακλητές (μη οριστικές) ως προς την εσώτερη ουσία τους αποφάσεις η τυχόν αναίρεση των οποίων, μολονότι δεν είναι δεσμευτική για τους διαδίκους, συνιστά αποδοκιμαστέα, για τους λόγους που αναφέρθηκαν, επέμβαση του ανώτατου δικαστηρίου επί συγκεκριμένης (τακτικής) διαφοράς μεταξύ ορισμένων διαδίκων που είναι ή πρόκειται να καταστεί εκκρεμής ενώπιον των κατώτερων δικαστηρίων. Η δυνατότητα να μην επακολουθήσει κυρία δίκη δεν παρέχει αποφασιστικό επιχείρημα για αντίθετη κρίση ανάλογο δε φαινόμενο μπορεί να εμφανιστεί και όταν μετά την έκδοση της μη οριστικής απόφασης οι διάδικοι αδρανούν. Το ανεπίτρεπτο της αναίρεσης υπέρ του νόμου στην εξεταζόμενη περίπτωση δεν επιβάλλεται μόνο από το χαρακτήρα και τη φύση της προσβαλλόμενης απόφασης αλλά καθιερώνεται και με τη διάταξη του άρθρου 699 του Κ.Πολ.Δ. Προηγουμένως το άρθρο 743 του Κ.Πολ.Δ. όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το ν.δ. 958/1971, όριζε ότι " αποφάσεις δεχόμεναι ή απορρίπτουσαι αιτήσεις περί ασφαλιστικών μέτρων ή αιτήσεις περί ανακλήσεως ή μεταρρυθμίσεως αυτών δεν υπόκεινται εις ανακοπήν ερημοδικίας, έφεσιν και αναψηλάφησιν, συγχωρείται όμως κατ΄ αυτών αναίρεσις δια τους εν άρθρω 578 λόγους". Υπό το καθεστώς αυτό βεβαίως, εφόσον, έστω για περιορισμένους λόγους, επιτρεπόταν η αναίρεση στους διαδίκους, ασφαλώς ήταν γενικώς επιτρεπτή και η αναίρεση υπέρ του νόμου. Η διάταξη όμως αυτή τροποποιήθηκε με το ως άνω ν.δ. και ήδη το προαναφερθέν άρθρο 699 του Κ.Πολ.Δ. ορίζει ότι "αποφάσεις που δέχονται ή απορρίπτουν αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων ή αιτήσεις για ανάκληση ή για μεταρρύθμιση των μέτρων αυτών δεν προσβάλλονται με κανένα ένδικο μέσο εκτός αν ορίζεται διαφορετικά". Στη σχετική αιτιολογική έκθεση αναφέρεται ότι "δια της γενομένης τροποποιήσεως απεκλείσθη η άσκηση αναίρεσης κατ΄ αποφάσεων περί ασφαλιστικών μέτρων, συνεπαγόμενη σημαντική επιβάρυνση του Αρείου Πάγου αλλά και μη δικαιολογούμενη εκ του χαρακτήρος των αποφάσεων τούτων". Η αναίρεση υπέρ του νόμου, όταν δεν παράγει αποτελέσματα έναντι των διαδίκων, δεν αποτελεί πράγματι ένδικο μέσο με τη συνήθη (στενή) έννοια, παραμένει όμως και στην περίπτωση αυτή ιδιόρρυθμο (με ευρεία έννοια) ένδικο μέσο, αφού κατατάσσεται στα ένδικα μέσα από τον ίδιο το νομοθέτη, δικάζεται από ανώτερο δικαστήριο με ορισμένη, όπως κι η αναίρεση των διαδίκων, διαδικασία, αφορά συγκεκριμένη απόφαση και συνεπάγεται την αναίρεση της ( Ολομ. Α.Π. 36/1929 Θέμις 323). Για το λόγο αυτό το ζήτημα εντοπίζεται στο αν με την παραπάνω διάταξη ο νομοθέτης απέβλεψε στον αποκλεισμό μόνο της "τακτικής" αναίρεσης ή και της αναίρεσης υπέρ του νόμου. Η ενόψει του χαρακτήρα των προαναφερόμενων αποφάσεων επιβαλλόμενη τελολογική ερμηνεία, προς την οποία συμπορεύεται το αδιάστικτο της διατύπωσης του νόμου και η ως άνω αιτιολογική έκθεση, δικαιολογεί πλήρως τη θέση ότι στο πεδίο εφαρμογής της διάταξης υπάγεται και η αναίρεση υπέρ του νόμου. Η άποψη δε ότι η τελευταία είναι επιτρεπτή και διότι το άρθρο 577 του Κ.Πολ.Δ. "ορίζει διαφορετικά" είναι έωλη. Συνεπώς η κρινόμενη αίτηση έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Β) Ως προς τη βασιμότητα.

Κατά το άρθρο 57 εδαφ. α του Α.Κ. "όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον". Η προσωπικότητα περιλαμβάνει κάθε αγαθό που συνδέεται στενά με το πρόσωπο, ως ύπαρξη φυσική, ηθική, κοινωνική και πνευματική, όπως είναι η τιμή, η υπόληψη, η ελευθερία, η εθνικότητα ως στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας του ατόμου κ.α. Περαιτέρω το άρθρο 16 παρ. 1 του Συντάγματος καθιερώνει την ελευθερία της επιστήμης και της έρευνας, ενώ οι διατάξεις του άρθρου 14 παρ. 1,2 και 3 αυτού προστατεύουν την ελευθερία εκφράσεως και διαδόσεως των στοχασμών και απαγορεύουν την κατάσχεση, τη λογοκρισία ή κάθε άλλο ισοδύναμο προληπτικό μέτρο σε βάρος του τύπου που και ρητώς ανακηρύσσεται ελεύθερος. Η προστασία των ως άνω ελευθεριών, επειδή αποσκοπεί στη διαφύλαξη ύψιστων κοινωνικών αγαθών, καλύπτει (νομιμοποιεί) και προσβολές του δικαιώματος της προσωπικότητας που τυχόν ενυπάρχουν στην ενάσκησή τους, οι οποίες έτσι, εφόσον δεν προσβάλλεται η αξία του ανθρώπου, δεν είναι παράνομες διότι η προσωπικότητα, και αν θίγεται, έχει στη συγκεκριμένη περίπτωση υποδεέστερη σημασία σε σχέση με το αγαθό των ως άνω ελευθεριών. Αυτό συμβαίνει και όταν κατά τη σύνταξη γλωσσικού λεξικού, που είναι συγχρόνως επιστημονικό έργο, ο λεξικογράφος αναζητώντας συστηματικά και μεθοδικά την αλήθεια, καταγράφει τις ποικίλες σημασίες ή χρήσεις ορισμένων λέξεων ή φράσεων που θεωρούνται μειωτικές ή εξυβριστικές για ορισμένα πρόσωπα ή μέλη ευρύτερων κοινωνικών ομάδων, εφόσον ο ίδιος δεν υιοθετεί ούτε αποδέχεται τη σημασία αυτή. 
Στην προκείμενη υπόθεση το Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, δικάζοντας κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, δέχτηκε, κατά πιθανολο\όγηση, τα εξής περιστατικά: Ο Γεώργιος Μπαμπινιώτης, ως τακτικός καθηγητής της γλωσσολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και Σύμβουλος του Υπουργείου Παιδείας, με επιτελείο βοηθών, συνέταξε ελληνικό λεξικό (ερμηνευτικό, ορθογραφικό και ετυμολογικό) με τίτλο "ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ", το οποίο εξέδωσε και έθεσε σε κυκλοφορία το νομικό πρόσωπο με την επωνυμία "ΚΕΝΤΡΟ ΛΕΞΙΚΟΛΟΓΙΑΣ". Στο λεξικό αυτό και στο λήμμα-λέξη Βούλγαρος αναφέρεται: "Βούλγαρος 1. αυτός που γεννήθηκε στη Βουλγαρία ή κατάγεται από εκεί, 2. (κατχρ. υβρισ.) ο οπαδός ή παίκτης ομάδας της Θεσσαλονίκης (κυρίως του ΠΑΟΚ)". Η λέξη "Βούλγαρος" (συνεχίζει το Πρωτοδικείο) με την ως άνω εξυβριστική έννοια χρησιμοποιείται από ασήμαντη μερίδα ποδοσφαιρόφιλων του νότου, σαν σύνθημα μάλλον παρά σαν έννοια της λέξης, μεμονωμένα, σποραδικά και χωρίς κάποια διάρκεια. Γι΄ αυτό και δεν αποτελεί "λήμμα που μπορούσε να έχει καταχωρηθεί σε λεξικό", η δε απάλειψή της από το συγκεκριμένο λεξικό "ουδόλως θα αναιρούσε την επιστημονικότητα του η οποία είναι δεδομένη".
"Βάσει των παραδοχών αυτών έκρινε ότι η καταγραφή και διάδοση μέσω αυτής του ως άνω χαρακτηρισμού προσβάλλει την προσωπικότητα του αιτούντος και των υπέρ αυτού παρεμβάντων, κατοίκων Θεσσαλονίκης, οπαδών των άνω ομάδων, διότι ενέχει αμφισβήτηση και σύγχυση ως προς την εθνική τους ταυτότητα, περαιτέρω δε διέταξε την απάλειψη της έννοιας αυτής του λήμματος Βούλγαρος με την ως άνω δεύτερη σημασία του από κάθε μελλοντική ανατύπωση ή έκδοση του λεξικού καθώς και από όσα αντίτυπα δεν έχουν διατεθεί στο αναγνωστικό κοινό ή βρίσκονται στα χέρια του Γεωργίου Μπαμπινιώτη και του Κέντρου Λεξικογραφίας. 
Όμως η υπό τα ως άνω δεδομένα "προσβολή" της προσωπικότητας δεν είναι παράνομη, αφού η απλή αναφορά-καταγραφή στο λεξικό ότι η λέξη "Βούλγαρος" χρησιμοποιείται καταχρηστικώς ως εξυβριστική ονομασία κατηγορίας φιλάθλων και αθλητών (παικτών) δεν ενέχει αποδοχή του χαρακτηρισμού αυτού από το συντάκτη, έγινε δε στα πλαίσια της συνταγματικώς κατοχυρωμένης και αξιολογικώς υπέρτερης ελευθερίας του τύπου και της επιστήμης. Πράγματι η ως άνω καταχώριση έγινε με την επιστημονική πεποίθηση του συντάκτη, ότι η ως άνω σημασία της λέξης "Βούλγαρος", έστω και αν αυτή χρησιμοποιείται μεμονωμένα, σποραδικά, παροδικά και από ασήμαντη μερίδα φιλάθλων του νότου, αποτελούσε "έννοια" της άνω λέξης και έπρεπε να καταγραφεί ως τέτοια, με τη διευκρίνιση μάλιστα, ότι η έννοια αυτή ήταν "καταχρηστική-υβριστική", η προσβολή δε, υπό τις προαναφερόμενες περιστάσεις της προσωπικότητας των ανωτέρω, δεν θίγει κατ΄ αντικειμενική κρίση, την ανθρώπινη "αξία" τους. 
Τα μέλη του δικαστηρίου Στέφανος Ματθίας (Πρόεδρος), Γεώργιος Βελλής, Χαράλαμπος Μυρσινιάς, Κων.Παπαλάκης (Αντιπρόεδροι) και Αρεοπαγίτες Εμμανουήλ Χαριτάκης, Αναστάσιος Καραγεώργης, Κωνσταντίνος Τζένος, Ηλίας Βλάσσης, Γεώργιος Κάππος, Γεώργιος Ρήγος, Γρηγόριος Φιλιππάτος, Αντώνιος Τωμαδάκης, Δημήτριος Σουλτανιάς, Δημήτριος Λινός, Θεόδωρος Λαφαζάνος και Γεράσιμος Φρούντζος (Αρεοπαγίτες) έχουν ειδικότερα τη γνώμη ότι ο λεξικογράφος δεν προσδίδει νόημα στις λέξεις ούτε τις χρησιμοποιεί με το όποιο νόημα έχουν προσλάβει από τη χρήση τους. Απλώς καταγράφει τις λέξεις με το γνωστό και δεδομένο νόημά τους, άσχετα αν η χρήση τους είναι συνήθης ή σπάνια, ανεξαρτήτως δε αν πρόκειται για κυριολεκτική ή καταχρηστική χρήση. Η καταγραφή, ενόψει τούτου, της λέξης "Βούλγαρος" υπό την επίμαχη έννοια στο προαναφερόμενο λεξικό, δεν ενέχει χρησιμοποίησή της ούτε υιοθέτησή της ούτε διάδοσή της ή οποιαδήποτε χρήση της, αλλ' αποτελεί απλή, ουδέτερη καταγραφή, η οποία μπορεί να είναι επιστημονικά ορθή ή μη, πάντως όμως είναι αξιολογικά άχρωμη. Επομένως δεν μπορεί να συνιστά προσβολή υπό την έννοια του άρθρου 57 ΑΚ, πολύ δε περισσότερο όταν στην καταχώριση η χρήση της λέξης χαρακτηρίζεται ως "καταχρηστική-υβριστική". Συνεπώς το δικαστήριο της ουσίας, που δέχτηκε ότι υπάρχει παράνομη προσβολή της προσωπικότητας και για το λόγο αυτό διέταξε, ως ασφαλιστικό μέτρο, την απάλειψη της προαναφερόμενης φράσης, κατά μεν τη μείζονα ως άνω γνώμη παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 57 του ΑΚ και 16 παρ. 1 εδ. α΄, 14 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά δε την ελάσσονα ως άνω γνώμη του άρθρου 57 του ΑΚ. Πρέπει συνεπώς να αναιρεθεί υπέρ του νόμου η ως άνω απόφαση. Ακολούθως παρέλκει η εξέταση των παρεπόμενων αιτιάσεων του αναιρετηρίου, οι οποίες αφορούν παραβίαση των διατάξεων των παρ. 2 και 3 του άρθρου 14 του Συντάγματος, ως συνέπεια του σφάλματος του δικαστηρίου της ουσίας σε σχέση με την ύπαρξη παράνομης προσβολής της προσωπικότητας.
(Μειοψηφία) Εξάλλου πέντε μέλη, ήτοι οι Ιωάννης Τέτοκας, Ανδρέας Κατράκης, Κωνσταντίνος Κωστήρης, Πέτρος Κακκαλής και Γεώργιος Χριστόφιλος (Αρεοπαγίτες) έχουν τη γνώμη ότι η προσβαλλόμενη απόφαση θα έπρεπε να αναιρεθεί κατ΄ άρθρο 559 αριθ. 19 Κ.Πολ.Δ., λόγω ελλείψεως νόμιμης βάσεως, για τον ακόλουθο λόγο: Σε περίπτωση συγκρούσεως των συνταγματικώς προστατευόμενων έννομων αγαθών της ελευθερίας εκφράσεως των στοχασμών (άρθρο 14 παρ. 1 Συντ.) και της ελευθερίας της επιστήμης και της τέχνης (άρθρο 16 παρ. 1 Συντ.) με το επίσης συνταγματικώς προστατευόμενο έννομο αγαθό της προσωπικότητας (άρθρο. 5 παρ. 1-2 Συντ.), έκφανση της οποίας αποτελεί η τιμή και υπόληψη κάθε προσώπου, εφόσον η εναρμόνισή τους είναι ανέφικτη, πρέπει να σταθμίζεται η αξία της επιδιωκόμενης με την πρώτη ελευθερία πληροφορήσεως του κοινού και της μέσω αυτής διακινδυνεύσεως του έννομου αγαθού της προσωπικότητας. Κατά τη στάθμιση δε αυτή θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι το δικαίωμα της προσωπικότητας είναι δικαίωμα-πλαίσιο, χαρακτηριζόμενο από την ενότητα της γενικής ρήτρας με την οποία κατοχυρώνεται από την έννομη τάξη. Οσάκις δε το αγαθό της προσωπικότητας έλθει σε σύγκρουση με την ελευθερία εκφράσεως των στοχασμών και την ελευθερία της επιστήμης και της τέχνης, επιβάλλεται η στάθμιση του αγαθού αυτού με το εύλογο δικαίωμα του κοινού για πληροφόρηση μέσω των δύο άλλων ελευθεριών, αρκεί να μην πλήττεται ο πυρήνας του δικαιώματος της προσωπικότητας, δηλαδή η αξία του ανθρώπου. 
Στην προκειμένη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο, μολονότι είχε προ αυτού, με τα όσα παραπάνω δέχτηκε, σύγκρουση του δικαιώματος του καθ΄ ου η αίτηση, καθηγητή της γλωσσολογίας, να εκφράζει ελευθέρως τους στοχασμούς του και να ασκεί ελεύθερα την επιστήμη του με το δικαίωμα της προσωπικότητας του αιτούντος ..., έκρινε ότι τα όσα παραπάνω ο πρώτος αναφέρει στο "Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας" που συνέταξε, υπό το λήμμα-λέξη "Βούλγαρος", είναι υβριστικά για τον αιτούντα και αποτελούν παράνομη προσβολή της προσωπικότητάς του, χωρίς όμως να προβεί προηγουμένως, όπως όφειλε, στη στάθμιση των συγκρουόμενων ενταύθα ως άνω έννομων αγαθών που προστατεύονται συνταγματικώς, και, μέσω της σταθμίσεως αυτής, στη διαπίστωση αν ενταύθα προστατευτέο ήταν ως υπέρτερο αγαθό το της προσωπικότητας του αιτούντος. ΄Ετσι, όμως, διέλαβε στην απόφασή του ελλειπείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, σε σχέση με το ουσιώδες για την έκβαση της δίκης ζήτημα αυτό, και τη στέρησε από τη νόμιμη βάση της, επομένως έπρεπε να αναιρεθεί για το λόγο αυτό.

(Μειοψηφία) Εντεκα όμως μέλη της Ολομέλειας, ήτοι οι Θεόδωρος Τόλιας, Κωνσταντίνος Λυμπερόπουλος (Αντιπρόεδροι) και Γεώργιος Σταθέας, Μιχαήλ Καρατζάς, Γεώργιος Μπούτσικος, Χαράλαμπος Γεωργακόπουλος, Αριστείδης Κρομμύδας, Γεώργιος Νικολόπουλος, Λουκάς Λυμπερόπουλος, Λέανδρος Ρακιντζής και Θεόδωρος Μπάκας (Αρεοπαγίτες) έχουν τη γνώμη ότι η κατά το άρθρο 57 του Α.Κ. προσβολή της προσωπικότητας μπορεί να αναφέρεται σε οποιοδήποτε στοιχείο προσδιοριστικό της ταυτότητας του ανθρώπου, όπως εκείνο της εθνικής καταγωγής του και της βάσει αυτής εντάξεώς του σε συγκεκριμένη εθνότητα. Υπό τις άνω συνεπώς περιστάσεις υπάρχει προσβολή της προσωπικότητας των αναιρεσιβλήτων και είναι παράνομη, όπως ορθώς έκρινε η προσβαλλομένη, γι' αυτό και έπρεπε να απορριφθεί ως αβάσιμος ο μοναδικός λόγος αναίρεσης (άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ.) που αναφέρεται σε παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 57 ΑΚ, 16 παρ. 1 εδ. α΄ και 14 παρ. 1-3 του Συντάγματος. Ειδικότερα, εφόσον, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, η χρησιμοποίηση της λέξεως "Βούλγαρος" με την ως άνω υβριστική έννοια γινόταν από περιορισμένη μερίδα ποδοσφαιρόφιλων του νότου και μάλιστα "μεμονωμένα, σποραδικά και χωρίς κάποια διάρκεια", δεν ανταποκρινόταν η καταχώριση στην επιδίωξη του λεξικογράφου Γεωργίου Μπαμπινιώτη να παρουσιάσει στο κοινό την κοινή γλώσσα των Ελλήνων. Αντιθέτως με την καταχώριση αυτή επισημοποιείτο και μονιμοποιείτο μια κατάσταση "περιθωριακή" πράγματι, για την οποία όμως παρεχόταν με την καταχώριση η πεπλανημένη εντύπωση, ότι νομίμως χρησιμοποιείτο η προσβλητική λέξη. Συνεπώς η ως άνω καταχώριση αποτελεί προσβολή και δεν συγχωρείται βάσει δικαιώματος του Γεωργίου Μπαμπινιώτη παρεχόμενου σ΄ αυτόν στα πλαίσια της ελευθερίας της επιστήμης (άρθρο 16 παρ. 1 Συντάγματος) και της ελευθερίας εκφράσεως (άρθρο 14 παρ. 1 Συντάγματος). Τα παρεχόμενα με τις διατάξεις αυτές δικαιώματα ισχύουν μόνο στη σχέση μεταξύ κράτους και ατόμου και όχι οριζοντίως, δηλ. στη σχέση ατόμου προς άτομο, χωρίς μάλιστα να υπάρχει μεταξύ τους σχέση εξουσιάσεως υπό οποιαδήποτε μορφή. Σε κάθε περίπτωση όμως τα δικαιώματα αυτά δεν λειτουργούν χωρίς περιορισμούς και σχετικοποιούνται. ΄Ετσι σε περίπτωση σύγκρουσης αυτών προς δικαιώματα προστατευόμενα από άλλες συνταγματικές διατάξεις, όπως εκείνες των άρθρων 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 που αναφέρονται στην προστασία της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της ελεύθερης ανάπτυξης του ανθρώπου, η ελευθερία της επιστήμης δεν έχει κανένα προβάδισμα, διότι η Πολιτεία δεν αναγορεύει το δικαίωμα της επιστημονικής ελευθερίας σε απόλυτη ελευθερία. Η ελευθερία της επιστήμης δεν δίδει στον επιστήμονα το δικαίωμα να διαπράττει εγκλήματα, όπως εκείνο της προσβολής της τιμής άλλου (άρθρα 361 επ. ΠΚ). Στην περίπτωση αυτή, ενόψει και των ισχυουσών στο χώρο του ιδιωτικού δικαίου γενικών ρητρών, όπως εκείνη της απαγορεύσεως της καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ), η σύγκρουση μεταξύ των αντιπαραβαλλόμενων ατομικών δικαιωμάτων αίρεται με τη στάθμιση, κατά περίπτωση, των εκατέρωθεν συμφερόντων. Τα ατομικά δικαιώματα που θεμελιώνονται στις διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος, δηλαδή εκείνα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας και της ελεύθερης ανάπτυξης του ανθρώπου, ως αναφερόμενα στην ανθρώπινη προσωπικότητα και στην κεντρική θέση του ανθρώπου μέσα στην κοινωνία, πρέπει να θεωρούνται, κατ΄ αρχήν, επικρατέστερα. Σε κάθε όμως περίπτωση ο καθορισμός της προτεραιότητας μεταξύ των συγκρουόμενων δικαιωμάτων είναι ζήτημα πραγματικό και στην κρινόμενη περίπτωση το Μονομελές Πρωτοδικείο σιωπηρώς και ανελέγκτως έδωσε την προτεραιότητα στο δικαίωμα προστασίας της προσωπικότητας του αναιρεσιβλήτου ... και των υπέρ αυτού παρεμβάντων. Εξάλλου περίπτωση εφαρμογής της διατάξεως του άρθρου 367 ΠΚ, κατά την οποία αίρεται ο άδικος χαρακτήρας της πράξεως στις απαριθμούμενες σ΄ αυτή περιπτώσεις, δεν συντρέχει εν προκειμένω, αφού, κατά το αναιρετήριο, δεν φέρεται η διάταξη αυτή ως παραβιασθείσα και επομένως δεν υπάρχει σχετικός αναιρετικός λόγος, αλλ΄ ούτε και πρόκειται για νόμιμη άσκηση δικαιώματος κατά τα άρθρα 14 παρ. 1 και 16 παρ. 1 του Συντάγματος, αφού προτεραιότητα είχαν οι διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 1 και 5 παρ. 1 του Συντάγματος, στις οποίες και δόθηκε.
Δημοσίευση σχολίου