Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2018

Το δικαίωμα της αντίστασης στο πλαίσιο του ισχύοντος ποινικού δικαίου.

Ιωάννης Μανωλεδάκης
3.1.3.   Το δικαίωμα της αντίστασης στο πλαίσιο του ισχύοντος ποινικού δικαίου.

§ Ι. «Εκ πρώτης όψεως» και καταρχήν το «δικαίωμα αντίστασης» στην κρατική εξουσία εμφανίζεται ως έννοια εσωτερικά αντιφατική: Διότι το μεν «δικαίωμα» αποτελεί δυνατότητα παρεχόμενη από τη έννομη τάξη, η δε «αντίσταση» συνιστά αντίδραση - και μάλιστα συχνά δυναμική - στην υλοποίηση των επιταγών της. Σε μια ολοκληρωτική έννομη τάξη, όπου η θέληση των κυβερνώντων ταυτίζεται με τη νομιμότητα, και η κρατική βία αυτονομιμοποιείται από μόνη την ικανότητα επιβολής της, «δικαίωμα αντίστασης» του πολίτη (Δικαίωμα με τη θετική-νομική έννοια του όρου. Διότι, με τη φιλοσοφική έννοια του όρου στο «φυσικό δίκαιο», κατεξοχήν στα ολοκληρωτικά κράτη ανακύπτει το «δικαίωμα αντίστασης».
Δεν πρέπει να συγχέουμε τη νομική έννοια του δικαιώματος - ως αναγνωρισμένης από το ίδιο το δίκαιο εξουσίας στο άτομο για την ικανοποίηση βιοτικού του συμφέροντος - με τη φιλοσοφική (ηθική-πολιτική-μεταφυσική) έννοια ενός «δικαιώματος» (του «φυσικού δικαίου») που μπορεί να αντιστρατεύεται στο θετικό δίκαιο και δεν απορρέει πάντως από αυτό. Ο Λ. Κοτσίρης, Ο νόμος σε κρίση, Τιμ. Τόμ. Σ.τ.Ε. 1979, σ. 511-538, εξετάζει το δικαίωμα αντίστασης από την άποψη του «φυσικού δικαίου») δεν νοείται. Το δικαίωμα αυτό κατ' εξαίρεση μπορεί να ανακύψει εκεί όπου η νομιμότητα θεμελιώνεται σ' ένα αντικειμενικό σύστημα κανόνων δικαίου, προς το οποίο εκάστοτε παραβάλλεται και συγκρίνεται η καθημερινή δραστηριότητα της κρατικής εξουσίας προκειμένου να καταφαθεί η νομιμοποίηση της. Σε μια δημοκρατική και φιλελεύθερη έννομη τάξη, όπου η κρατική εξουσία νομιμοποιείται από τη νομιμότητα της υλοποίησης των επιταγών της, η υποχρέωση του πολίτη να συμμορφωθεί προς αυτές δεν είναι αυτονόητη, αλλά αξιώνεται - ως κανόνας - εφόσον καταφάσκεται η νομιμοποίηση της εξουσίας κατά την άσκηση της. Ως εξαίρεση, συνεπώς, μπορεί να εμφανιστεί - αναγνωρισμένη από την ίδια τη δημοκρατική και φιλελεύθερη έννομη τάξη - η δυνατότητα του πολίτη να αντισταθεί, ακόμα και δυναμικά, στην άσκηση της κρατικής εξουσίας επί του πεδίου επιβολής της, όταν σε συγκεκριμένη περίπτωση εμφανίζεται τούτη ανομιμοποίητη. Πρόκειται ακριβώς για το δικαίωμα αντίστασης.
§ ΙΙ. Η βασική διάταξη του θετικού μας δικαίου, που κατοχυρώνει το δικαίωμα αντίστασης, με την έννοια που δόθηκε αμέσως πιο πριν, βρίσκεται στο άρθρο 120 § 4 του Συντάγματος. Στο άρθρο αυτό, η αυτονόητη υποχρέωση του πολίτη να σέβεται τους νόμους που συμφωνούν με το Σύνταγμα αναγράφεται στην παράγραφο 2, ενώ η ρητή αναγνώριση του δικαιώματος αντίστασης περιορίζεται στην § 4 μόνο στην περίπτωση κατάλυσης του Συντάγματος, και μάλιστα μόνο αν αυτή επιχειρείται με βία. Ωστόσο, όταν φτάνουμε στη βίαιη κατάλυση του Συντάγματος, η παροχή του δικαιώματος για αντίσταση έρχεται μάλλον αργά. Αν δεν υπάρχει η λεγόμενη «μικρή αντίσταση» στις επιμέρους παραβιάσεις της νομιμότητας κατά την άσκηση της κρατικής εξουσίας και την καθημερινή υλοποίηση της η «μεγάλη αντίσταση», όταν επιχειρείται το μεγάλο βήμα για την οριστική κατάλυση της νομιμότητας, δύσκολα μπορεί να είναι αποτελεσματική. Το δικαίωμα για την καθημερινή «μικρή αντίσταση» δεν κατοχυρώνεται λοιπόν ρητά στο άρθρο 120 παρ. 4 του Συντάγματος, το οποίο περιορίζεται στην πρόβλεψη της «μεγάλης αντίστασης», έμμεσα προκύπτει όμως από διατάξεις της ποινικής νομοθεσίας (Δεν είναι ακριβές το λεγόμενο από τον Α. Kaufmann, ό.α.π., σ. 707 ότι «η θετικοποίηση του δικαιώματος αντιστάσεως αντιφάσκει στον εαυτό της... δεν είναι δυνατή η κρατική ρύθμιση της αντίστασης ενάντια στο κρατικό άδικο», όπως θα φανεί από το κείμενο αμέσως πιο κάτω. - Η έννοια της «μικρής αντίστασης» όπως χρησιμοποιείται στο κείμενο διαφέρει, βέβαια, από τη σύλληψη του Kaufmann (ό.α.π.): Είναι θετικοποιημένη, έμμεσα έστω, με συγκεκριμένες διατάξεις του Ποινικού Κώδικα και δεν αποκλείει ακόμα-και τη χρήση βίας ή την ανοιχτή ανυπακοή. Η «μικρή αντίσταση» κατά τον Kaufmann είναι «υπόθεση του πνεύματος», «υπεύθυνη πολιτική στάση ώριμων πολιτών» και εκδηλώνεται με «έλλειψη εμπιστοσύνης απέναντι στον ισχυρό, θάρρος για ανοιχτή κριτική, ξεσκέπασμα απαράδεκτων καταστάσεων, άρνηση του αδίκου, ιδιαίτερα τότε όταν πηγάζει εκ των άνω ή όταν εμφανίζεται ως κρατούσα γνώμη, άρνηση σύμπραξης σε ενέργειες που θα προκαλέσουν κακό και αδικία, ακόμα κι αν η στάση αυτή επιφέρει την απώλεια συμπαθειών»)
§ III. Το ποινικό δίκαιο, που τυποποιεί το ποινικό φαινόμενο και ρυθμίζει τους όρους της ποινικής καταστολής, δεν είναι δυνατόν σε μια δημοκρατική και φιλελεύθερη έννομη τάξη να αγνοεί το δικαίωμα αντίστασης του πολίτη. Ωστόσο, από τη φύση του δικαίου τούτου, που έχει ως αντικείμενο την τιμωρία των προσβολών των έννομων αγαθών του ατόμου και του συνόλου (και φυσικά την αυτοπροστασία του κράτους), η αναγνώριση δικαιώματος αντίστασης δεν μπορεί να προκύπτει ευθέως και κατ' άμεσο τρόπο από συγκεκριμένη διάταξη, αλλά συνάγεται έμμεσα και με συνδυασμό διατάξεων. Αν, δηλαδή, η προσβολή της κρατικής εξουσίας κατά την υλοποίηση της σε συγκεκριμένη περίπτωση αποτελεί έγκλημα, και αυτό ρυθμίζεται άμεσα στο Ποινικό δίκαιο (βλ. π.χ. άρθρα 167, 169, 171 ΠΚ) η οριοθέτηση του εγκλήματος τούτου - και συνεπώς η οριοθέτηση της ποινικής καταστολής στη συγκεκριμένη αυτή περίπτωση - προδιαγράφει έμμεσα και την έκταση της αξιόποινης προσβολής της κρατικής εξουσίας, κατά την υλοποίηση της στη συγκεκριμένη στιγμή, που συνιστά ακριβώς (και) το δικαίωμα αντίστασης του πολίτη.
Από την αντιπαράθεση λοιπόν - σε επίπεδο αδίκου - της πολιτειακής εξουσίας αφενός (ως προστατευόμενου στο Ποινικό δίκαιο έννομου αγαθού) και της δυνατότητας του πολίτη να την προσβάλλει, όταν η υλοποίηση της δεν είναι νομιμοποιημένη σε συγκεκριμένη περίπτωση, αφετέρου (ως αναγνωριζόμενος λόγος άρσης του αδίκου της προσβολής σ' ένα φιλελεύθερο και δημοκρατικό ποινικό δίκαιο), και τη ρύθμιση της αντιπαράθεσης αυτής με συγκεκριμένες διατάξεις του Ποινικού δικαίου συνάγεται έμμεσα η ύπαρξη και η έκταση του δικαιώματος αντίστασης του πολίτη σύμφωνα με το δίκαιο αυτό.
§ IV. Κατά τη γενική διάταξη του άρθρου 20 του Ποινικού Κώδικα «ο άδικος χαρακτήρας της πράξης αποκλείεται και όταν η πράξη αυτή αποτελεί ενάσκηση δικαιώματος». Επομένως, όταν υπάρχει δικαίωμα αντίστασης του πολίτη κατά της εξουσίας του κράτους, η προσβολή της με την ενάσκηση αυτού του δικαιώματος δεν είναι άδικη και δεν τιμωρείται ως έγκλημα. Το πότε υπάρχει αυτό το δικαίωμα δεν ορίζεται βέβαια ρητά, όπως ήδη είπαμε, στο Ποινικό δίκαιο. Συνάγεται ωστόσο έμμεσα, αλλά με σαφήνεια, από ειδικές διατάξεις του. Και αυτές είναι οι διατάξεις που τυποποιούν ακριβώς την αξιόποινη αντίσταση κατά της εξουσίας, οριοθετώντας το άδικο και υποδεικνύοντας έμμεσα τι δεν είναι άδικο, συνεπώς τι συνιστά δικαίωμα αντίστασης.
Στο Ποινικό δίκαιο η αντίσταση διακρίνεται σε ενεργητική, όταν εκδηλώνεται με συγκεκριμένη βίαιη ενέργεια, και σε παθητική, που εκφράζεται ως ανυπακοή του πολίτη σε συγκεκριμένη κρατική επιταγή χωρίς άσκηση βίας κατά του οργάνου που την επιβάλλει.
Στην πρώτη περίπτωση (της ενεργητικής αντίστασης) το δικαίωμα οριοθετείται «εξ αντιδιαστολής» (έμμεσα) στο άρθρο 167 ΠΚ, όπου τιμωρείται η αδικαιολόγητη αντίσταση [Και, κατ' επέκταση, στο άρθρο 170 ΠΚ (στάση)]. Κατά το άρθρο τούτο, η αντίσταση αποτελεί έγκλημα - και αυτό ορίζεται άμεσα στο Ποινικό δίκαιο - όταν προβάλλεται κατά υπαλλήλου που αρμοδίως προβαίνει σε νόμιμη ενέργεια (επιβολής κρατικής εξουσίας). Ο Ποινικός Κώδικας ξεκινά, συνεπώς, από την προστασία της κρατικής εξουσίας που υλοποιείται σε συγκεκριμένη περίπτωση και όχι (αντίστροφα) από την προστασία του δικαιώματος αντίστασης του πολίτη.
Οριοθετώντας όμως την προστασία της εξουσίας, - ορίζοντας, δηλαδή, πότε προστατεύεται η άσκηση της εξουσίας, ή, με άλλα λόγια, πότε προσβάλλεται αυτή ώστε η ενέργεια του πολίτη να συνιστά το έγκλημα της αντίστασης - προσδιορίζει και τα όρια της θεμιτής αντίστασης, όπου ακριβώς τούτη δεν αποτελεί πια έγκλημα αλλά συνιστά δικαίωμα, που οδηγεί -και σύμφωνα με το άρθρο 20 ΠΚ - σε άρση του άδικου χαρακτήρα της βλάβης της κρατικής εξουσίας από την ενάσκηση του. Έτσι, από το ίδιο το άρθρο 167 ΠΚ συνάγεται ότι υπάρχει δικαίωμα αντίστασης όταν το κρατικό όργανο δεν ενεργεί μέσα στα πλαίσια της αρμοδιότητας του ή όταν αυτό δεν ενεργεί νομίμως, έστω και όταν κινείται μέσα στα πλαίσια αυτά.
Ως προς την αρμοδιότητα - η έλλειψη της οποίας αυτονόητα στερεί την ποινική προστασία από το κρατικό όργανο που ενεργεί, αφού η κρατική θέληση εκφράζεται μόνο μέσα από την αρμοδιότητα - ζήτημα υπάρχει αν περιορίζεται στην υλική («καθ' ύλην») ή μήπως περιλαμβάνει και την τοπική σφαίρα ενέργειας («κατά τόπον»). Ορθότερο, σ' αυτή την περίπτωση, είναι να δεχτούμε ότι επεκτείνεται και στην τοπική εφόσον είναι συνυφασμένη με την άσκηση τοπικής εξουσίας (όπως στην περίπτωση του νομάρχη, ή των δημοτικών και κοινοτικών αρχών). Αντίθετα, όταν η τοπική αρμοδιότητα θεσπίζεται μόνο για την καλύτερη κατανομή της υπαλληλικής εργασίας και για την ευχερέστερη διεξαγωγή της, τότε, και αν λείπει, δεν παύει το όργανο να εκφράζει κρατική θέληση εφόσον κατά τα λοιπά κινείται μέσα στα όρια της υλικής του αρμοδιότητας.
Δυσχερέστερο είναι το ζήτημα της νομιμότητας της ενέργειας του κρατικού οργάνου, που όταν λείπει δημιουργεί δικαίωμα αντίστασης για τον πολίτη κατά του οποίου στρέφεται η παράνομη ενέργεια. Αν πρόκειται για καθαρώς «εκτελεστικές» πράξεις (επιβολής της κρατικής θέλησης) - όπου υπάγονται οι πράξεις δικαστικής εκτέλεσης, διοικητικού καταναγκασμού και οι υλικές διοικητικές ενέργειες - η νομιμότητα τους αναφέρεται στην ύπαρξη νόμιμου τίτλου (τον οποίο εκτελούν) και στην καθόλα νόμιμη εκτέλεση τούτου. Αν οι πράξεις αυτές στηρίζονται σε ανυπόστατο ή απολύτως άκυρο τίτλο, και αν ακόμα καθεαυτές ακολουθούν τους νόμιμους τύπους, δεν είναι νόμιμες και δεν υπάρχει υποχρέωση του πολίτη να τις υποστεί. Αν ο τίτλος είναι απλώς ελαττωματικός και ακυρώσιμος, η «εκτελεστική» πράξη θα κριθεί από τη δική της συμφωνία με τη νομιμότητα, αφού ο τίτλος έχει σ' αυτές τις περιπτώσεις υπέρ αυτού το τεκμήριο νομιμότητας. Αν πρόκειται όχι για «εκτελεστικές» πράξεις, αλλά για «αποφάνσεις» του κρατικού οργάνου, ισχύει σχετικά ό,τι και για τους τίτλους: Εφόσον δεν είναι ανυπόστατες ή απολύτως άκυρες, καλύπτονται από το τεκμήριο της νομιμότητας και θεωρούνται νόμιμες ώσπου να ανακληθούν ή ακυρωθούν. Κατά των πράξεων αυτών δεν υπάρχει συνεπώς δικαίωμα αντίστασης του πολίτη. Η  διαφορετική  μεταχείριση των καθαρά «εκτελεστικών» πράξεων σε σχέση με τις «αποφάνσεις» επιβάλλεται γιατί με τις πρώτες επέρχεται άμεση υλική μεταβολή στην κατάσταση πραγμάτων που υπάρχει, ενώ οι δεύτερες στερούνται το στοιχείο της αμεσότητας και υπάρχει κατά κανόνα ο χρόνος να διορθωθούν ή να ανατραπούν με τις νόμιμες διαδικασίες πριν φθάσουν στον πολίτη και μεταβάλουν [υλικά την υπάρχουσα πραγματικότητα.
Αλλά και στην περίπτωση της παθητικής αντίστασης, όταν αυτή τυποποιείται ως αξιόποινη πράξη (- παράλειψη) όπως στα άρθρα 169 (απείθεια) και 171 § 2 ΠΚ (θρασύτητα κατά της αρχής), η έλλειψη νομιμότητας στην ενέργεια του κρατικού οργάνου που καλεί τον πολίτη σε υπακοή - τόσο αναφορικά με την ενέργεια καθεαυτήν όσο και αναφορικά με την ίδια την πρόσκληση σε υπακοή - δημιουργεί αντίστοιχο δικαίωμα του τελευταίου να αντισταθεί παθητικά [Δικαίωμα αντίστασης υπάρχει και με τη μορφή της διέγερσης σε#-πείθεια κατά των παράνομων διαταγών της αρχής (άρθρο 183 ΠΚ)].
§ V. Το παραπάνω δικαίωμα αντίστασης (ενεργητικής και παθητικής) απορρέει στο Ποινικό δίκαιο από τις ίδιες τις διατάξεις (άρθρα 167, 169, 171 ΠΚ) που τυποποιούν (και τυποποιώντας οριοθετούν) την ενεργητική και παθητική αντίσταση ως έγκλημα κατά της πολιτειακής εξουσίας. Ό,τι δεν συνιστά ή δικαιολογείται ως προσβολή αυτής της εξουσίας αποτελεί παράλληλα (εφόσον βέβαια φέρει καταρχήν τα στοιχεία της αντίθεσης στην κρατική επιβολή) δικαίωμα αντίστασης του πολίτη. Ωστόσο υπάρχουν στον Ποινικό Κώδικα διατάξεις που τυποποιούν εγκλήματα κατά της πολιτειακής εξουσίας (π.χ. αρ. 172, 173, 179 ΠΚ) χωρίς να περιλαμβάνουν στη διατύπωση του αξιοποίνου την προϋπόθεση της νομιμότητας της κρατικής ενέργειας, δίνοντας έτσι την εντύπωση ότι στις περιπτώσεις που   ρυθμίζουν (λ.χ.  ελευθέρωση  φυλακισμένου, απόδραση κρατουμένου, παραβίαση φύλαξης της αρχής) δεν υπάρχει δικαίωμα αντίστασης του πολίτη ούτε όταν η επιβολή της κρατικής εξουσίας είναι παράνομη. Κατά την ορθότερη ερμηνευτική εκδοχή - που υποστήριξα στη διδακτορική μου διατριβή ήδη από το 1967 - και όταν ακόμα δεν αναφέρεται ρητά στον ποινικό νόμο, η προϋπόθεση της νομιμότητας των ενεργειών της αρχής για την ποινική προστασία της συνάγεται ερμηνευτικά - συστηματικά, αφού το ποινικό δίκαιο δεν μπορεί, σ' ένα κράτος δικαίου, να αγνοεί την υπεροχή της αρχής της νομιμότητας απέναντι σε οποιαδήποτε προστατευτική σκοπιμότητα. Ο κανόνας συνεπώς είναι πως σε κάθε περίπτωση παράνομης επιβολής της κρατικής βούλησης (κατά τις παραπάνω στο στοιχείο IV διακρίσεις) η προσβολή της από τον πολίτη δεν είναι άδικη και συνεπώς θεμελιώνεται γι' αυτόν δικαίωμα αντίστασης. Το δικαίωμα αυτό είναι ευρύτερο από την άμυνα (ως λόγο άρσης του αδίκου κατ' αρ. 22 ΠΚ) αφού δεν προϋποθέτει η παράνομη ενέργεια του κρατικού οργάνου να έχει τη μορφή της άδικης επίθεσης κατά του πολίτη.
Συμπερασματικά: Το Ποινικό δίκαιο, ως το κατεξοχήν δίκαιο της κρατικής καταστολής, οριοθετώντας σε μια δημοκρατική και φιλελεύθερη έννομη τάξη την ποινική αξίωση της πολιτείας, δείχνει και τα όρια του δικαιώματος αντίστασης του πολίτη κατά της επιβολής της εξουσίας του κράτους. Η οριοθέτηση αυτή απορρέει από την αυτονόητη σε μια τέτοια έννομη τάξη υποταγή της εξουσίας στην «πρωταρχία του δικαίου» (Rule of Law), που της παρέχει και την αναγκαία νομιμοποίηση. Ό,τι αφαιρείται ως παράνομο από την εξουσία της πολιτείας προστίθεται στο δικαίωμα αντίστασης κατ' αυτής του πολίτη (Η αντίσταση του πολίτη καθίσταται έτσι όχι στοιχείο ανατροπής της έννομης τάξης, αλλά παράγοντας επιβολής της νομιμότητας. Απορρέει από το θετικό και όχι από το «φυσικό» δίκαιο και συνιστά θετικοποιημένο δικαίωμα του πολίτη, η άσκηση ή κατάχρηση του οποίου θα κριθεί από το δικαστήριο σε συγκεκριμένη περίπτωση. Από την Ιστορία αξίζει να αναφέρουμε το θετικοποιημένο δικαίωμα αντίστασης.που παρείχε το φερμάνι του Αμπντούλ Χαμίτ Α' (1781) στους υποτελείς της περιοχής του Πηλίου κατά των αυθαίρετων ενεργειών των αξιωματούχων του κράτους). Η κρίση γι' αυτή την οριοθέτηση σε συγκεκριμένη περίπτωση ανατίθεται, βέβαια, στην ποινική δικαιοσύνη. Γι' αυτό και η ανεξαρτησία των φορέων της ανακύπτει ως πρωταρχικό αίτημα σε μια φιλελεύθερη και δημοκρατική πολιτεία.

Ιωάννης Μανωλεδάκης, Μελέτες για εμβάθυνση στο ποινικό δίκαιο [έκδοση τέταρτη, 2000, σελίδες 363-372]. Οι περισσότερες, ξενόγλωσσες, υποσημειώσεις έχουν παραλειφθεί.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γραφή σχολίων σε greeklish σημαίνει διαγραφή τους!