Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2018

Αδυναμία πληρωμών, αοριστία, δόλος δανειολήπτης

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Δ', 551/ 2018.

  Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δημητρούλα Υφαντή, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου- εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Υπερχρεωμένα Φυσικά πρόσωπα. Προϋποθέσεις υπαγωγής στην ευνοϊκή ρύθμιση των οφειλών του αιτούντος κατά τον Ν. 3869/2010. Ο πιστωτής δύναται να προβάλλει ένσταση δόλιας υπερχρέωσης του οφειλέτη που βαρύνεται να αποδείξει. Δικαστική ρύθμιση οφειλών του οφειλέτη κατά το άρθρο 8 του ανωτέρω νόμου. Παράγοντες που συνεκτιμώνται από το δικαστήριο για την ύπαρξη ή μη ρευστότητας στο πρόσωπο του οφειλέτη καθώς και το ποσοστό αυτής ως αναγκαίο στοιχείο για την κατάφαση μόνιμης αδυναμίας εξόφλησης των οφειλών του αλλά και δυνατότητας καταβολής δόσεων προς σταδιακή εξόφληση τους.
Για τον καθορισμό του ύψους των ορισθεισών δόσεων από το δικαστήριο  συγκρίνονται αφενός τα εισοδήματα του αιτούντος και του συζύγου του αλλά και η κινητή και ακίνητη περιουσία του πρώτου και αφετέρου οι βιοτικές ανάγκες της οικογένειας του. Ορθώς το εφετείο ακύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που έκρινε διαφορετικά και συνεκτιμώντας το γεγονός πως ο πρώτος αναιρεσίβλητος και η σύζυγος του είναι δημόσιοι υπάλληλοι των οποίων οι μηνιαίες αποδοχές περικόπηκαν σημαντικά λόγω κρίσης, τα τρέχοντα εισοδήματα τους αλλά και ότι έχουν αυξημένες πάγιες μηνιαίες οικογενειακές ανάγκες, δέχθηκε την αίτηση  του. 

 Κατά την διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010 φυσικά πρόσωπα, που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή τους. Την ύπαρξη του δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Κατά την διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 του εν λόγω νόμου, αν το σχέδιο δεν γίνεται δεκτό από τους πιστωτές... το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητουμένων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για την ρύθμιση των οφειλών και την απαλλαγή του οφειλέτη. Επίσης, κατά την διάταξη της παρ. 2 του άρθρου αυτού, αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή, το δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, ιδίως εκείνα από την προσωπική του εργασία, την δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου και σταθμίζοντας αυτά με τις βιοτικές ανάγκες του ιδίου και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, τον υποχρεώνει να καταβάλλει μηνιαίως και για χρονικό διάστημα τεσσάρων ετών ορισμένο ποσό για ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών του, συμμέτρως διανεμόμενο. Από τις προαναφερόμενες διατάξεις, οι οποίες θεσμοθετούν την δυνατότητα του φυσικού προσώπου να απαλλάσσεται από τα χρέη του, όταν δεν έχει ρευστοποιήσιμα περιουσιακά στοιχεία, ούτε επαρκούν τα τρέχοντα και προσδοκώμενα εισοδήματά του για την εξυπηρέτησή τους, ώστε να συνδυάζεται η μεγαλύτερη δυνατή ικανοποίηση των πιστωτών με την ανάκτηση της οικονομικής ελευθερίας του οφειλέτη και την στοιχειώδη διαφύλαξη της προσωπικής αξιοπρέπειας αυτού και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, προκύπτουν τα ακόλουθα: Βασική προϋπόθεση για την υπαγωγή του οφειλέτη στις ρυθμίσεις του ν. 3869/2010 είναι η αποδεδειγμένη και μόνιμη (και όχι απλώς παροδική) περιέλευση αυτού σε αδυναμία πληρωμής των ληξιπροθέσμων χρεών του, άσχετα αν αυτή υπήρχε κατά την ανάληψη των χρεών ή επήλθε μεταγενέστερα, η οποία πάντως δεν πρέπει να οφείλεται σε δόλο του, του οποίου (δόλου) η ύπαρξη προτείνεται από πιστωτή (ΑΠ 65/2017, ΑΠ 1299/ 2015, ΑΠ 1226/2014). Αδυναμία πληρωμών σημαίνει ανικανότητα του οφειλέτη να εξοφλήσει τους πιστωτές του, εξαιτίας ελλείψεως ρευστότητας, δηλαδή ελλείψεως όσων χρημάτων απαιτούνται για να μπορεί ο οφειλέτης να ανταποκρίνεται στα ληξιπρόθεσμα χρέη του, έστω και αν έχει ακίνητη ή άλλη περιουσία, η οποία, όμως, δεν μπορεί να ρευστοποιηθεί αμέσως. Για τον προσδιορισμό της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη το εισόδημα του οφειλέτη. Ως βασικά κριτήρια για τον καθορισμό του καταβλητέου μηνιαίου ποσού τάσσονται από το ένα μέρος τα εισοδήματα του οφειλέτη από οποιαδήποτε πηγή και ιδίως από την εργασία του και η δυνατότητα συνεισφοράς του συζύγου στα βάρη της (υπαρκτής και ενεργού) έγγαμης συμβιώσεως και από το άλλο μέρος οι βιοτικές ανάγκες (όχι απλώς οι στοιχειώδεις) του οφειλέτη και των προστατευομένων μελών της οικογενείας του, ώστε να καλύπτεται ένα επίπεδο αξιοπρεπούς διαβιώσεως αυτών, για την εξασφάλιση του οποίου να μην είναι απολύτως αναγκαίο το ποσό που ορίζεται ως καταβλητέα μηνιαία καταβολή για την εξόφληση των χρεών. Αν η σχέση αυτή είναι αρνητική, με την έννοια ότι η ρευστότητά του δεν του επιτρέπει να ανταποκριθεί στον όγκο των οφειλών του και στην κάλυψη των βιοτικών αναγκών του, υπάρχει μόνιμη αδυναμία πληρωμής. Για τον προσδιορισμό δε της ρευστότητας λαμβάνεται υπόψη όχι μόνο το εισόδημα του οφειλέτη, αλλά και η λοιπή περιουσία του κινητή και ακίνητη, η οποία μπορεί να ρευστοποιηθεί, ώστε να ικανοποιήσει τους πιστωτές. Για την αξιολόγηση της σχέσεως ρευστότητας, ληξιπρόθεσμων οφειλών και βιοτικών αναγκών λαμβάνεται υπόψη τόσο η παρούσα κατάσταση ρευστότητας του οφειλέτη, όσο και αυτή που διαμορφώνεται σε βαθμό πιθανολογούμενης βεβαιότητας. Περαιτέρω, η μόνιμη αδυναμία πληρωμής του οφειλέτη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρονικό σημείο της καταθέσεως της αιτήσεως και η κατάσταση αυτή να διατηρείται μέχρι και την συζήτηση στο ακροατήριο, μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια, όπως απόλυση από την εργασία, μείωση μισθού ή συντάξεως, σοβαρό πρόβλημα υγείας κ.λπ. Η αδυναμία πληρωμής, κατά κανόνα, είναι πραγματικό ζήτημα, το οποίο δύναται να κριθεί από την συνολική κατάσταση του οφειλέτη, από την συνολική συμπεριφορά των πιστωτών του στο κρίσιμο χρονικό σημείο και την αναμενόμενη εξέλιξη στο μέλλον (ΑΠ 951/2015). Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρ. 560 αριθμ. 1 εδ. α’ του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε τόσο πριν όσο και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών... Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 31/2009, ΑΠ 757/2015,). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται αυτός ο λόγος αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν φανερή την παραβίαση. Με τον λόγο αυτόν δεν επιτρέπεται να πλήττεται η προσβαλλομένη απόφαση κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση ότι αυτή παραβίασε κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. (ΑΠ 849/2007). Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δικ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 1-1-2016, μεταξύ των άλλων, και για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από την ημερομηνία αυτή (άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια του λόγου αυτού αναιρέσεως, που δεν προβλεπόταν μεταξύ των περιοριστικά αναφερόμενων στο πιο πάνω άρθρο λόγων, όπως τούτο ίσχυε πριν αντικατασταθεί με το ν. 4335/2015, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. Ειδικότερα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα. Δεν υπάρχει, επομένως, ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και, επομένως, αιτιολογία της αποφάσεως, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1361/2013, 1266/2011).
  Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης, που δίκασε ως Εφετείο, με την προσβαλλομένη 76/2016 απόφασή του, που εκδόθηκε κατά την διαδικασία της εκουσίας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδ. β’ του ν. 3869/2010, 739 επ. του Κ.Πολ.Δικ.), δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:
"Η αιτούσα και ήδη εκκαλούσα, είναι 52 ετών, έγγαμη μητέρα δύο ενηλίκων τέκνων, φοιτητριών. Δεν έχει εμπορική ιδιότητα, είναι καθηγήτρια φυσικής αγωγής και οι μηνιαίες της αποδοχές ανέρχονται στο ποσό των 1.210,12 ευρώ μηνιαίως, ενώ ο σύζυγός της είναι επίσης καθηγητής φυσικής αγωγής και λαμβάνει μηνιαίες αποδοχές, που ανέρχονται στο ποσό των 1.440,77 ευρώ. Συνεπώς, οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές τους ανέρχονται σήμερα στο ποσό των 2.650,89 ευρώ, ενώ οι μηνιαίες βιοτικές τους ανάγκες αγγίζουν τα 1.800 ευρώ. Η αιτούσα και ήδη εκκαλούσα καθώς και ο σύζυγός της, λόγω της οικονομικής κρίσης και των περικοπών των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων από το 2010 και εντεύθεν, έχουν υποστεί σημαντική μείωση των εισοδημάτων τους, αφού το έτος 2010 λάμβαναν συνολικά 4.367 ευρώ μηνιαίως και το 2011 3.518 ευρώ μηνιαίως. Εν όψει αυτής της μείωσης και του ύψους των βιοτικών τους αναγκών, αλλά και του γεγονότος ότι τα τέκνα τους είναι φοιτήτριες με αυξημένα έξοδα, η αιτούσα και ήδη εκκαλούσα περιήλθε σε γενική και μόνιμη αδυναμία εξυπηρέτησης των χρεών της άνευ δόλου, καθώς μέχρι το 2012 κατόρθωνε να ανταποκρίνεται τόσο η ίδια, όσο και ο σύζυγός της στην εξυπηρέτηση των δανείων (για κάποια εκ των οποίων είναι και συνοφειλέτες), με καταβολή περίπου 1.600 ευρώ μηνιαίως σε τοκοχρεωλυτικές δόσεις. Οι οφειλές της προς τις καθ’ ων και ήδη εφεσίβλητες, ανέρχονται, σύμφωνα με τις σχετικές βεβαιώσεις των πιστωτικών ιδρυμάτων (έτους 2012) στο συνολικό ποσό των 435.685,38 ευρώ και ειδικότερα α) οφειλή 362.177,26 ευρώ προς την .. από την υπ’ αριθ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου, β) οφειλή 58.796,12 ευρώ προς την .. από την υπ’ αριθ. ... σύμβαση στεγαστικού δανείου, γ) οφειλή 2.176,43 ευρώ προς την .. (ήδη ..) από την υπ’ αριθ. .. σύμβαση καταναλωτικού δανείου, δ) οφειλή 2.763,84 ευρώ προς το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο (ήδη ..) από την χρήση της υπ’ αριθ. ... πιστωτικής κάρτας, ε) οφειλή 2.841,82 ευρώ προς το Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο (ήδη ..) από τη χρήση της υπ’ αριθ. ... πιστωτικής κάρτας και στ) οφειλή 6.929,91 ευρώ προς την .. από την υπ’ αριθ. ... σύμβαση. Εν όψει του τωρινού μηνιαίου εισοδήματος της αιτούσας και ήδη εκκαλούσας σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο σύζυγός της ... είναι συνοφειλέτης των (εξασφαλισμένων με προσημείωση υποθήκης) δανείων υπό στοιχεία α’ και β’ προς την … και τις βιοτικές ανάγκες αυτής και της οικογενείας της, προκύπτει ότι η ίδια έχει τη δυνατότητα να καταβάλει προς εξυπηρέτηση των ως άνω δανείων το ποσό των 350 ευρώ συνολικά σε μηνιαία βάση για 48 μήνες. Από τις καταβολές αυτές, θα προκύψει συνολική πληρωμή 16.800 ευρώ, και απομένει υπόλοιπο 418.885,38 ευρώ. Η κύρια κατοικία της αιτούσας και ήδη εκκαλούσας, είναι μια μονοκατοικία επιφανείας 201,62 τ.μ. μετά υπογείου επιφανείας 156,74 τ.μ., στον συνοικισμό "... της οποίας η αιτούσα και ήδη εκκαλούσα είναι συγκύρια κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου, του λοιπού ποσοστού ανήκοντος στο σύζυγό της ..., επ’ αυτής δε της οικίας έχουν εγγραφεί προσημειώσεις υποθήκης για τη λήψη των στεγαστικών δανείων υπό στοιχεία α’ και β’ , με τα οποία και αγοράστηκε το ακίνητο. Η αντικειμενική αξία του ακινήτου ανέρχεται στο ποσό των 170.000 ευρώ σήμερα και η αξία του ποσοστού της αιτούσας και ήδη εκκαλούσας σε 85.000 ευρώ. Για την διάσωσή της πρέπει να καταβληθεί το 70% (βλ. άρθρο 17 παρ. 1 του Ν. 4161/2013, που τροποποίησε το άρθρο 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, όπως ίσχυε κατά την ημέρα συζήτησης της αίτησης σε πρώτο βαθμό) της αξίας, ήτοι 59.500 ευρώ, εκ των οποίων θα απομένουν 43.158,88 ευρώ μετά την καταβολή της τετραετίας συνολικού ύψους (340,44 χ 48 =) 16.341,12 ευρώ. Το ποσό αυτό θα καταβληθεί σε 240 μηνιαίες δόσεις των 179,82 ευρώ, μετά το πέρας της τετραετίας καταβολής των 350 ευρώ μηνιαίως. Η εξυπηρέτηση της οφειλής θα γίνεται με το μέσο επιτόκιο στεγαστικού δανείου με κυμαινόμενο επιτόκιο που ίσχυε σύμφωνα με το στατιστικό δελτίο της ….κατά τον τελευταίο μήνα για τον οποίο υφίσταται μέτρηση, αναπροσαρμοζόμενο με επιτόκιο αναφοράς αυτό των Πράξεων Κύριας Αναχρηματοδότησης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και χωρίς ανατοκισμό. Όσον αφορά το Ι.Χ.Ε. της αιτούσας και ήδη εκκαλούσας, ήτοι το 1/2 εξ αδιαιρέτου σε ένα .. του 2003, λόγω της παλαιότητάς του, δεν κρίνεται πρόσφορο για εκποίηση, αφού είναι μικρής αξίας, λαμβανομένων υπ’ όψη και των εξόδων εκποιήσεως και δεν πρόκειται να προκαλέσει αγοραστικό ενδιαφέρον. Η απαλλαγή της αιτούσας και ήδη εκκαλούσας από κάθε υφιστάμενο υπόλοιπο χρεών έναντι των καθ’ ων και ήδη εφεσιβλήτων θα επέλθει κατά νόμο μετά την εκτέλεση των υποχρεώσεων που της επιβάλλονται και με την επιφύλαξη τυχόν τροποποίησης της ρύθμισης. Αντίθετα και, συνεπώς, εσφαλμένα έκρινε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, απορρίπτοντας την αίτηση στο σύνολό της ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη, επειδή δεν συνέτρεχε στο πρόσωπο της αιτούσας και ήδη εκκαλούσας το στοιχείο της γενικότητας της παύσης πληρωμών και της μονιμότητας της αδυναμίας πληρωμής, ενώ εάν έκρινε ορθά και εκτιμούσε σωστά τις αποδείξεις, θα έπρεπε να κάνει δεκτή την αίτηση κατά τα ανωτέρω και να ορίσει μηνιαίες δόσεις προς εξυπηρέτηση των δανείων και απαλλαγή της από τα υπόλοιπα ποσά". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το παραπάνω δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη την από 29.10.2014 έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά της πρωτόδικης 8/2014 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Σπάρτης, με την οποία είχε απορριφθεί ως αβάσιμη κατ’ ουσίαν η ένδικη από 10.12.2012 αίτησή της και μετά την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως, την διακράτηση της υποθέσεως και την εκδίκαση αυτής κατ’ ουσίαν, δέχθηκε την αίτηση ως και κατ’ ουσίαν βάσιμη, ρύθμισε τα χρέη της πρώτης αναιρεσίβλητης και εξαίρεσε από την εκποίηση την κύρια κατοικία της.
Από τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι το Δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε, μεταξύ άλλων, και τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: Ότι τόσον η πρώτη αναιρεσίβλητη, όσο και ο σύζυγός της είναι καθηγητές φυσικής αγωγής και οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές τους ανέρχονται στο ποσό των 2.650,89 ευρώ. Ότι οι μηνιαίες βιοτικές ανάγκες αυτών και των δύο ενηλίκων τέκνων τους (φοιτητριών) ανέρχονται στο ποσό των 1.800 ευρώ. Ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη και ο σύζυγός της, λόγω της οικονομικής κρίσεως και των, συνεπεία αυτής, περικοπών των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων από το έτος 2010 και εντεύθεν, έχουν υποστεί σημαντική μείωση των εισοδημάτων τους, αφού οι συνολικές μηνιαίες αποδοχές τους ανήρχοντο το μεν έτος 2010 στο ποσό των 4.367 ευρώ, το δε έτος 2011 στο ποσό των 3.518 ευρώ. Ότι μέχρι το 2012 τόσον η πρώτη αναιρεσίβλητη, όσο και ο σύζυγός της κατόρθωναν να ανταποκρίνονται στην εξυπηρέτηση των ληξιπροθέσμων χρεών τους, με καταβολή περίπου 1.600 ευρώ μηνιαίως σε τοκοχρεωλυτικές δόσεις και ότι εξ αιτίας, αφ’ ενός μεν της μειώσεως των μισθών τους, αφ’ ετέρου δε του ύψους των βιοτικών αναγκών τους, αλλά και του γεγονότος ότι τα τέκνα τους είναι φοιτήτριες με αυξημένα έξοδα, η πρώτη αναιρεσίβλητη περιήλθε, άνευ δόλου, σε μόνιμη και γενική αδυναμία εξυπηρετήσεως των ληξιπροθέσμων χρεών της, ανερχομένων στο συνολικό ποσό των 435.685,38 ευρώ. Υπό τις ως άνω παραδοχές συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής των προαναφερομένων ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 1 παρ. 1 και 8 παρ. 2 του ν. 3869/2010 και το δικαστήριο της ουσίας, δεχόμενο ότι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής τους και προχωρώντας στην ρύθμιση των χρεών της πρώτης αναιρεσίβλητης, δεν παραβίασε τις εν λόγω διατάξεις, τις οποίες ερμήνευσε και εφάρμοσε ορθώς. Εξ άλλου, το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην προαναφερθείσα κρίση του, δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθ’ όσον διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς λογικά κενά αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο της ορθότητας των διατάξεων που εφαρμόστηκαν και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί χωρίς αμφιβολία η συνδρομή της γενικής και μόνιμης αδυναμίας πληρωμής εκ μέρους της πρώτης αναιρεσίβλητης των χρηματικών της οφειλών, αλλά και η ανυπαρξία του δόλου της. Επομένως, το Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης, που δίκασε ως Εφετείο, δεν υπέπεσε στις από το άρθρο 560 αριθμ. 1 και 6 του Κ.Πολ.Δικ. προβλεπόμενες πλημμέλειες, οι οποίες, κατ’ εκτίμηση, αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση με τον μοναδικό λόγο της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως, ο οποίος, συνεπώς, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Οι επικαλούμενες από την αναιρεσείουσα αιτιάσεις ότι δεν εκτίθενται στην προσβαλλομένη απόφαση: α) ο χρόνος που καταρτίστηκαν τα δάνεια και ανελήφθησαν οι υποχρεώσεις από τις πιστωτικές κάρτες και τα καταναλωτικά δάνεια, β) το ύψος καθενός από τα δάνεια και το ύψος καθεμιάς δόσεως που είχε συμφωνηθεί για την αποπληρωμή τους, γ) η κίνηση καθεμιάς πιστωτικής κάρτας από τότε που συνήφθησαν οι σχετικές συμβάσεις και το ποσό που ήταν υποχρεωμένη η πρώτη αναιρεσίβλητη να καταβάλει κατά μέσο όρο κάθε μήνα, ενόψει των δαπανών που πραγματοποιούσε με την χρήση των πιστωτικών καρτών, δ) τα εισοδήματα της πρώτης αναιρεσίβλητης σε όλη την περίοδο από τότε που καταρτίστηκε η πρώτη από τις επίμαχες συμβάσεις και μέχρις ότου συνήφθη και η τελευταία και αν αυτή ήταν σε θέση να καλύπτει κάθε μήνα τις οφειλές της, εξοφλώντας εμπρόθεσμα και προσηκόντως τις μηνιαίες υποχρεώσεις της προς τις τράπεζες μέχρι τότε που έλαβε χώρα η μείωση των εισοδημάτων αυτής και του συζύγου της, ε) το ύψος της δαπάνης που ήταν αναγκαία για την κάλυψη των βιοτικών αναγκών της πρώτης αναιρεσίβλητης από τότε που καθεμία σύμβαση καταρτίστηκε και μέχρι την άσκηση της αιτήσεως και ποιες οι επί μέρους δαπάνες διαβιώσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης και της οικογένειάς της και στ) το ύψος της δαπάνης που ήταν αναγκαία για την εν γένει διατροφή των δύο θυγατέρων της, η ηλικία των θυγατέρων της, ο τόπος και η διάρκεια των σπουδών τους, ανάγονται σε επιχειρήματα αυτής (αναιρεσείουσας) προς επιστήριξη της προβληθείσας από αυτήν εκδοχής περί της δόλιας περιελεύσεως της πρώτης αναιρεσίβλητης σε αδυναμία πληρωμής των χρηματικών οφειλών της, η οποία δεν έγινε δεκτή από το Δικαστήριο της ουσίας, το οποίο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που η αναιρεσείουσα θεωρεί ορθό. Σε κάθε περίπτωση, οι παραπάνω αναφερόμενες αιτιάσεις είναι απαράδεκτες, διότι με αυτές, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δικ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ.), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στην σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα. Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε’ του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ’ άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1.1.2016), χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 του Κ.Πολ.Δικ., έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρο 3 εδάφ. β’ του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β’ του πιο πάνω ν. 3869/2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 951/2015).

 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 Απορρίπτει την από 9.6.2016 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ... αίτηση για αναίρεση της 76/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σπάρτης.

 Και

 Διατάζει την εισαγωγή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα, στο δημόσιο ταμείο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γραφή σχολίων σε greeklish σημαίνει διαγραφή τους!