Δευτέρα, 17 Δεκεμβρίου 2018

Υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, αοριστία αίτησης, αναίρεση,νομική αοριστία.

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Α1',  213/ 2018.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Πέππα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεράσιμου Φουρλάνου), Γεώργιο Λέκκα, Ιωάννη Μπαλιτσάρη, Αγγελική Τζαβάρα- εισηγήτρια και Θωμά Γκατζογιάννη, Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα. Προϋποθέσεις υπαγωγής φυσικού προσώπου στην ευνοϊκή ρύθμιση των οφειλών του στα πλαίσια υποβολής αιτήσεως κατά τον Ν. 3869/2010.
Απαραίτητα στοιχεία που πρέπει να αναφέρονται επί της εν λόγω αιτήσεως για το ορισμένο αυτής. Δεν απαιτείται προς τούτο η αναφορά της αιτίας για την οποία περιήλθε ο οφειλέτης σε πάγια και μόνιμη αδυναμία αποπληρωμής του συνόλου των ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών του ούτε οι επιμέρους δόσεις που όφειλε να καταβάλλει μηνιαίως στους πιστωτές του. Σφάλμα του πρωτοδικείου, δικάζοντος ως εφετείου, που εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που έκρινε διαφορετικά και απέρριψε ως αόριστη την αίτηση της αναιρεσείουσας αν και αυτή περιείχε όλα τα απαιτούμενα από τον νόμο στοιχεία και ήταν απόλυτα ορισμένη. Αναιρεί την 1865/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά. 

Από τις διατάξεις των άρθρ. 108, 110 § 2, 498 § 1, 568 και 576 § § 1-3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει με τον προσήκοντα τρόπο σ’ αυτή κάποιος διάδικος, το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επέσπευσε τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και αν μεν τη συζήτησή της επέσπευσε εγκύρως ο απολειπόμενος διάδικος κλητεύοντας νόμιμα και εμπρόθεσμα τους λοιπούς ή κλητεύθηκε ο ίδιος νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον επισπεύδοντα τη συζήτηση άλλο διάδικο, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, διαφορετικά, αν δηλαδή δεν προκύπτει έγκυρη επίσπευση της συζήτησής της ή δεν μπορεί να διαπιστωθεί ποιος διάδικος επέσπευσε τη συζήτησή της, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη. Εξ άλλου κατά τις διατάξεις του άρθρ. 226 § 4 εδ. γ’ και δ’ ΚΠολΔ, που εφαρμόζονται και στην αναιρετική δίκη (άρθρ. 575 § 1 εδ. β’ ΚΠολΔ), αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίσθηκε, κατά την οποία δεν χρειάζεται νέα κλήση του διαδίκου προς εμφάνιση και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Ωστόσο κατά την έννοια των τελευταίων αυτών διατάξεων, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων για τη δικάσιμο αυτή και επομένως δεν χρειάζεται νέα κλήση του απολειπόμενου κατ’ αυτή διαδίκου, εφόσον αυτός είτε είχε επισπεύσει ο ίδιος τη συζήτηση της υπόθεσης κατά την αρχική δικάσιμο είτε είχε νόμιμα κλητευθεί να παραστεί κατ’ αυτή, οπότε με τη νόμιμη παράστασή του, χωρίς εναντίωσή του, καλύφθηκε η τυχόν ακυρότητα της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο. Διαφορετικά, η αναβολή της υπόθεσης και η αναγραφή της στο πινάκιο του δικαστηρίου για τη μετ’ αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευση του απολειπόμενου κατ’ αυτή διαδίκου (ΑΠ 716/2012, ΑΠ 1507/2017). 
Στη συγκεκριμένη περίπτωση προκύπτει από τις προσκομιζόμενες από την αναιρεσείουσα υπ’ αριθμ. .../23-4-2015 και .../27-4-2015 εκθέσεις του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών …, ότι αυτή (αναιρεσείουσα) επέσπευσε τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης για αναίρεση της υπ’ αριθ. 1865/2013 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, πρώτη και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων ακριβές αντίγραφο του δικογράφου της αίτησης αναίρεσης με πράξη κατάθεσής της στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου και προσδιορισμένο χρόνο συζήτησης της στο Α1’ Τμήμα του Αρείου Πάγου με αριθμό ... τη δικάσιμο της 16-11-2015, κατά την οποία αυτές κλήθηκαν να παραστούν (άρθρ. 122 § 1, 123, 126 § 1δ’ , 230 § 2, 498, 568 § 4 ΚΠολΔ). Κατά την εν λόγω δικάσιμο η υπόθεση αναβλήθηκε διαδοχικά για τη δικάσιμο της 18-4-2016 και στη συνέχεια για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας απόφασης δικάσιμο της 6-3-2017, (υπ ‘ αριθμ. ...), κατά την οποία όφειλαν να παραστούν χωρίς άλλη κλήση, αφού η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο, με δεδομένο ότι είχαν νόμιμα κλητευθεί κατά την αρχική δικάσιμο, επέχει θέση κλήτευσής τους για τη νέα δικάσιμο. Οι ανωτέρω όμως αναιρεσίβλητες δεν παρέστησαν κατά τη δικάσιμο αυτή στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε στη σειρά της από το πινάκιο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου, γι’ αυτό πρέπει να δικασθούν ερήμην, αλλά να προχωρήσει η συζήτηση σαν να ήταν και αυτές παρούσες (άρθρ. 576§2 ΚΠολΔ). Κατά το άρθρο 1 πρ. 1 του ν. 3869/2010 "ρύθμιση οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων", όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 85 παρ. 1 ν. 3996/2011, φυσικά πρόσωπα, που δεν έχουν πτωχευτική ικανότητα και έχουν περιέλθει, δίχως δόλο, σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους (εφεξής οφειλέτες), δικαιούνται να υποβάλλουν στο αρμόδιο δικαστήριο την αίτηση που προβλέπεται στην παράγραφο 1 του άρθρου 4 για τη ρύθμιση των οφειλών τους και απαλλαγή. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του ίδιου νόμου, για την έναρξη της διαδικασίας, ο οφειλέτης καταθέτει αίτηση στο γραμματέα του αρμοδίου δικαστηρίου. Η αίτηση πρέπει να περιέχει: α) κατάσταση της περιουσίας του οφειλέτη και των κάθε φύσης εισοδημάτων του ιδίου και του συζύγου του, β) κατάσταση των πιστωτών του και των απαιτήσεων τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα και γ) σχέδιο διευθέτησης οφειλών, που να λαμβάνει υπόψη με εύλογο τρόπο και συσχέτιση, τόσο τα συμφέροντα των πιστωτών, όσο και την περιουσία, τα εισοδήματα και την οικογενειακή κατάσταση του οφειλέτη.

Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο 1) αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο Ελληνικό ή ξένο εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (Ολ. ΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013). Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης. Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ. ΑΠ 20/2005). Προκειμένου δε περί αοριστίας της αγωγής, ελέγχεται, στο πλαίσιο του συγκεκριμένου λόγου, μόνο η "νομική αοριστία", δηλαδή εκείνη, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, ουσιαστικού δικαίου, η οποία υπάρχει στην περίπτωση που το δικαστήριο, για να σχηματίσει την κρίση του, αξίωσε περισσότερα ή αντίθετα αρκέστηκε σε ολιγότερα των απαιτούμενων από το νόμο στοιχείων για τη θεμελίωση του επίδικου δικαιώματος (ΑΠ 220/2012). 
Στην κρινόμενη υπόθεση με τον περιεχόμενο στην υπό κρίση αίτηση μοναδικό λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, που δίκασε ως Εφετείο, παρά το νόμο απέρριψε, ως αόριστη, την από 12-8-2011 αίτηση του άρθρου 4 ν. 3869/2010, επειδή, κατά τις παραδοχές της, η αναιρεσείουσα δεν ανέφερε το λόγο, για τον οποίο επήλθε η οικονομική αδυναμία της, καθώς και τις δόσεις που έπρεπε να καταβάλει μηνιαίως στους πιστωτές της, αν και τα στοιχεία αυτά δεν απαιτούνται από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 4 παρ. 1 του ν.3869/2010, ενώ στο δικόγραφο της αίτησης της αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των ως άνω κανόνων δικαίου, στους οποίους στηρίζεται το αίτημά της για τη ρύθμιση των οφειλών της και την απαλλαγή της από αυτές, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.3869/2010, το δε δικαστήριο ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα ο νόμος απαιτεί, για την κρίση του περί του ορισμένου της ένδικης αίτησής της.

Από την παραδεκτή, κατ’ άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το δικάσαν, ως Εφετείο (με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας), Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά την από 4-12- 2012 έφεση της πρώτης αναιρεσίβλητης κατά της 88/2012 οριστικής απόφασης του Ειρηνοδικείου Νίκαιας, ερευνώντας τη νομική βασιμότητα της ένδικης αίτησης, επί της οποίας εκδόθηκε η εκ καλούμενη απόφαση, δέχτηκε τα εξής: "Στην προκειμένη περίπτωση, με την ενώπιον του Ειρηνοδικείου Νίκαιας αίτησή της, η εδώ εφεσίβλητη αναφέρει ότι τυγχάνει ιδιωτική υπάλληλος, εργαζόμενη στην εταιρία .... και το μέσο μηνιαίο ατομικό εισόδημά της ανέρχεται στο ποσό των 2.350 ευρώ. Ότι τα εισοδήματά της αυτά ανήλθαν για το οικονομικό έτος 2010 στο ποσό των 40.496,66 ευρώ και το εισόδημα του συζύγου της ανέρχεται σε 350 ευρώ μηνιαίως. Ότι είναι έγγαμη, μητέρα δύο τέκνων ενηλίκων τα οποία είναι φοιτητές στην Κρήτη και δεν εργάζονται. Ότι το συνολικό μηνιαίο εισόδημα του νοικοκυριού της είναι ανεπαρκές για να καλύψει τις υπέρογκες δαπάνες που ανακύπτουν, απαιτούμενου του ποσού των 2.540 ευρώ, στο οποίο δεν περιλαμβάνεται το ποσό που απαιτείται για να καλύψει τα δάνεια που έχει λάβει από πιστωτικά ιδρύματα. Ότι στην πλήρη κυριότητά της ανήκει μία ισόγεια κατοικία στη Νίκαια, κατασκευής 1954, 88 τ.μ., που αποτελεί την μοναδική και κύρια κατοικία της. Ότι επίσης διαθέτει το 50% ενός οικοπέδου στους .... Ότι η ίδια χωρίς δόλο έχει περιέλθει σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, οι οποίες ανέρχονται στο συνολικό ποσό των 121.091 ευρώ και προέρχονται από επτά (7) πιστωτικές κάρτες και τέσσερα (4) δάνεια, εκ των οποίων το ένα στεγαστικό και τα υπόλοιπα τρία (3) καταναλωτικά. Με βάση το ιστορικό αυτό και επικαλούμενη μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων οφειλών της προς τις ανωτέρω τράπεζες, καθώς, κατά τους ισχυρισμούς της, το μηνιαίο οικογενειακό εισόδημα των 2.700 ευρώ δεν επαρκεί, ζητούσε να γίνει δεκτή η αίτησή της και να ρυθμιστούν τα χρέη της, με εξαίρεση της κύριας κατοικίας της, κατά τις διατάξεις του νόμου 3869/2010, με σκοπό την απαλλαγή της από αυτά. Με τέτοιο περιεχόμενο η αίτηση είναι απορριπτέα ως αόριστη, διότι η αιτούσα δεν αναφέρει σε τι συνίσταται η μόνιμη και γενική οικονομική της αδυναμία προς εξόφληση των οφειλών της, την οποία απαιτεί ο νόμος, δηλαδή δεν αναλύει το λόγο για τον οποίο επήλθε οικονομική αδυναμία, ούτε επικαλείται κάποιο έκτακτο γεγονός ή κάποια δραστική και ουσιώδη μεταβολή των οικονομικών δεδομένων της ίδιας και του συζύγου της, η οποία να μεσολάβησε και να κατέστησε την αιτούσα σε μόνιμη και γενική αδυναμία προς εξόφληση των αναληφθέντων χρεών της. Αλλά ούτε και αναφέρει τις δόσεις που καλείται να καταβάλει μηνιαίως για την κάθε δανειακή σύμβαση, αλλά αρκείται στην απλή αναφορά των οφειλομένων ποσών. Συνεπώς, έσφαλε η εκκαλουμένη που δέχθηκε τα αντίθετα και έκρινε ορισμένη την αίτηση, ενώ έπρεπε να την απορρίψει ως αόριστη. Πρέπει, επομένως, να γίνει δεκτή η έφεση, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη υπό τον αριθμό 88/2012 απόφαση του Ειρηνοδικείου Νίκαιας και ακολούθως να απορριφθεί η από 12-8-2011 αίτηση ως αόριστη".
 Έτσι όμως που έκρινε το δικάσαν ως Εφετείο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιά, αξιώνοντας για τη νομική θεμελίωση της ένδικης αίτησης της αναιρεσείουσας περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί προς τούτο ο νόμος, παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, αφού, ενόψει του περιεχομένου των διατάξεων του άρθρου αυτού και εκείνων του άρθρου 4 παρ. 1 του ίδιου νόμου, που προαναφέρθηκαν, για το ορισμένο της αίτησης υπαγωγής του οφειλέτη στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 δεν απαιτείται να αναφέρονται στο δικόγραφό της τα παραπάνω στοιχεία, ούτε αυτά συνιστούν προαπαιτούμενα της δικαστικής διάγνωσης ως προς την εφαρμογή ή όχι του συστήματος του συγκεκριμένου νόμου (άρθρο 1 ν. 3869/2010, και άρα δεν ήταν αναγκαίο να μνημονεύονται στην ως άνω αίτηση της αναιρεσείουσας. Επομένως, ο προαναφερόμενος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 560 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος. Συνακόλουθα τούτων, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 του ν. 4139/2013. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από αυτή με τα παράβολα του Δημοσίου και του ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ., όπως αυτά αναφέρονται στην υπ’ αριθμ. ...2015 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης, που συντάχθηκε από τη γραμματεία του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς. Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος των αναιρεσιβλήτων λόγω της ήττας τους κατά το σχετικό περί τούτου νόμιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 180 παρ. 1, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 1865/2013 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από αυτή.
Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γραφή σχολίων σε greeklish σημαίνει διαγραφή τους!