Τετάρτη, 5 Δεκεμβρίου 2018

Ανώνυμες εταιρείες, πρακτορεία, εμπορική εντιπροσωπεία, καταγγελία, διαφυγόν κέρδος.

Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών 2769/ 2017, ΧρΙΔ 2017.747.
 
  Πρόεδρος: Ιω. Χατζάκη, Πρόεδρος Πρωτοδικών, Εισηγήτρια: Μ. Τσακίρη, Πρωτοδίκης.

Περίληψη. Σύμβαση πρακτορείας. Η άκαιρη ή καταχρηστική καταγγελία της σύμβασης δεν είναι ποτέ άκυρη και επιφέρει πάντα τη λύση της. Δικαίωμα εντολοδόχου να ζητήσει αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας. Δεν μπορεί να ζητήσει την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και την εκπλήρωση της σύμβασης καθόσον εκλείπουν οι προϋποθέσεις της σχέσης εμπιστοσύνης που αξιώνει η ως άνω σύμβαση. Σύμβαση πρακτορείας αορίστου χρόνου. Τακτική καταγγελία. Λύση των εν λόγω συμβάσεων. Διαφυγόν κέρδος και η αποκατάστασή του. Στοιχεία ορισμένου για το ανωτέρω κονδύλιο. Το καταστατικό ανώνυμης εταιρίας είναι κανονιστική πράξη. Η σωματειακή δομή της ανώνυμης εταιρίας συνεπάγεται έλλειψη συμβατικών σχέσεων μεταξύ των μετόχων της. Δεν είναι δεσμευτικές οι διατάξεις του καταστατικού που επιβάλλουν σε βάρος των μετόχων υποχρέωση περί μη ανταγωνισμού. Μη υποχρέωση πίστης εκ μέρους των μετόχων. Δυνάμει εξωεταιρικών συμφωνιών μπορεί να συμφωνηθεί υποχρέωση πίστης μεταξύ των μετόχων. Οι εξωεταιρικές συμφωνίες συνιστούν ενοχικής φύσης δεσμεύσεις μεταξύ των μερών.

 Στις σύγχρονες εμπορικές συναλλαγές καθοριστικός εί­ναι ο ρόλος των διαμεσολαβητικών υπηρεσιών, που προσφέ­ρουν ανεξάρτητες επιχειρήσεις στον εντολέα τους ή ευρύτερα στο κοινό, όπως είναι και οι επιχειρήσεις πρακτορείας. Η σχετι­κή με αυτές ρύθμιση στο νόμο είναι εξαιρετικά ελλιπής, αφού, ως γενική διάταξη, υπάρχει μόνο αυτή του άρθρου 2 του υπ` αρ. 2/14.5.1835 βασιλικού διατάγματος «περί αρμοδιότητος Εμποροδικείων», σύμφωνα με την οποία θεωρείται ως πράξη εμπορική και η επιχείρηση πρακτορείας, ενώ ειδικές διατάξεις υπάρχουν μόνο για ορισμένες μορφές πρακτορικής δράσης, ό­πως αυτή του ναυτικού πράκτορα, που ρυθμίζεται από το π.δ. 229/1995 και το τροποποιητικό αυτού π.δ. 427/1995. Σε όλες, πάντως, τις περιπτώσεις, η επιχείρηση πρακτορείας έχει ως αντικείμενο την έναντι ανταλλάγματος παροχή προς το κοινό ιδιωτικών υπηρεσιών κάθε φύσης. Κατά την έννοια αυτή, η σχέ­ση πρακτορείας προσλαμβάνει το χαρακτήρα είτε της εμπορι­κής αντιπροσωπείας προς παροχή υπηρεσιών είτε της παραγ­γελιοδοχικής αντιπροσωπείας, αφού κύριο μεν γνώρισμα του εμπορικού αντιπροσώπου είναι ότι ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, ενώ, αντίθετα, κατά το άρθρο 90 ΕμπΝ, ο παραγγελιοδοχικός αντιπρόσωπος ενεργεί με το δικό του όνομα για λογαριασμό, όμως, του αντιπροσωπευομένου. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, πρόκειται περί έμμεσης αντιπροσωπείας και ο παραγγελιοδοχικός αντιπρόσω­πος γίνεται κύριος του κινητού πράγματος που απέκτησε από την εκτέλεση της εντολής, έχοντας απλώς ενοχική υποχρέωση να το μεταβιβάσει στον εντολέα, η υπ` αυτού, όμως, αθέτηση της ενοχικής αυτής υποχρέωσής του δεν συνιστά υπεξαίρεση (ΑΠ 1309/2016, ΑΠ 339/2005). Συνεπώς, εφόσον η σύμβαση πρακτορείας έχει, σε κάθε περίπτωση, τα στοιχεία εντολής και η ρύθμισή της, μολονότι αναγκαία, είναι ελλιπής, καταλείποντας ακούσιο (γνήσιο) κενό, εφαρμόζονται αναλογικά σε αυτή οι διατάξεις κατ` αρχήν του ΑΚ για την ε­ντολή (άρθρα 713-729), στις οποίες μάλιστα ρητά ως προς τη σύμβαση παραγγελίας παραπέμπει το άρθρο 91 του ΕμπΝ, σε συνδυασμό με το άρθρο του 3 ΕισΝΑΚ, ενώ αναλογικά εφαρ­μόζονται, ολικώς ή μερικώς, με βάση ήδη και τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 του ν. 3577/2007, οι διατάξεις και του π.δ/τος 219/1991 «περί εμπορικών αντιπροσώπων», όπως τροποποιή­θηκε μετά π.δ/τα 249/1993,88/1994 και 312/1995, εφόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση η διαμεσολαβητική δραστηριότητα του πράκτορα προσομοιάζει κατά περιεχόμενο με τη λειτουρ­γία της εμπορικής αντιπροσωπείας ή και ταυτίζεται με αυτή κατά τα ουσιώδη στοιχεία της (ΟλΑΠ 15/2013, ΑΠ 1728/2014 ΤΝΠ ΔΣΑ Ισοκράτης). Επομένως, στη σύμβαση πρακτορείας, ενόψει της αναλογικής εφαρμογής των διατάξεων των άρθρων 724 και 725 ΑΚ, λόγω της ιδιαίτερης σχέσης εμπιστοσύνης που διέπει τους συμβαλλόμενους σε αυτήν, η άκαιρη ή καταχρη­στική καταγγελία της εν λόγω σύμβασης δεν είναι ποτέ άκυρη και επιφέρει πάντα τη λύση της, παρέχεται δε στον εντολοδόχο μόνο δικαίωμα να ζητήσει αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας που υπέστη από αυτήν, όχι όμως και να αξιώσει την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και την εκπλήρωση της σύμβασης, καθόσον εκλείπουν πλέον οι προϋποθέσεις της σχέσης εμπιστοσύνης, που αξιώνει η άνω σύμβαση. Επίσης, στην περίπτωση λύσης της αορίστου χρόνου σύμβασης πρακτορείας, ο εντολοδόχος δικαιούται να αξιώσει αποζημίωση κατά τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα. Ειδικότε­ρα, κατά τις διατάξεις των άρθρων 297-298 ΑΚ, ο υπόχρεος σε αποζημίωση οφείλει να την παράσχει σε χρήμα, η αποζημίω­ση δε αυτή περιλαμβάνει τόσο την μείωση της περιουσίας του δανειστή (θετική ζημία) όσο και το διαφυγόν κέρδος, δηλαδή εκείνο που προσδοκά κανείς με πιθανότητα, σύμφωνα με τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις και, ιδίως, τα προπαρασκευαστικά μέτρα που έχουν ληφθεί. Από τις ίδιες διατάξεις του Αστικού Κώδικα προκύπτει ότι δεν αποκαθίσταται όλη η ζημία που προβάλλει ο ζημιωθείς, αλλά μόνο αυτή που βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αιτιατού προς την υπαίτια παράβαση της σύμβασης, δηλαδή κατά τη θεωρία της αιτιώδους συνάφειας, αποκαθίσταται εκείνη η ζημία, την οποία, κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, η υπαίτια παράβαση κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ήταν μόνη της ικανή και μπορεί κατ` αντικειμενική εκτίμηση να επιφέρει. Έτσι, σε περίπτωση που η ζημία του δανειστή προήλθε από περιορι­σμό της επαγγελματικής του δραστηριότητας, λόγω υπαίτιας συμπεριφοράς του οφειλέτη, που είχε ως αποτέλεσμα την πρόωρη λύση ή την παρεμπόδιση της περαιτέρω λειτουργίας μιας διαρκούς σύμβασης, αποκαθίσταται πλήρως η ζημία του με την παροχή αποζημίωσης που να καλύπτει ό,τι αυτός θα είχε, αν δεν μεσολαβούσε η υπαίτια ζημιογόνος συμπεριφορά του οφειλέτη και η σύμβαση εξακολουθούσε να λειτουργεί καθ` ό­λο το συμφωνημένο χρόνο και τίποτε πλέον τούτου.
 Συνεπώς, ο πράκτορας - εντολοδόχος δικαιούται την αποζη­μίωση του κοινού δικαίου, η οποία προϋποθέτει όχι μόνο να έχει λάβει χώρα υπαίτια και παράνομη (αντισυμβατική) συμπε­ριφορά εκ μέρους του εντολέα, αλλά πρέπει, επιπροσθέτως, η συμπεριφορά του αυτή να έχει προκαλέσει και ζημία στον εντολοδόχο. Η ζημία αυτή, όταν αφορά διαφυγόν κέρδος, συνίσταται στις κάθε φύσεως προμήθειες και αμοιβές που θα εισέπραττε ο εντολοδόχος κατά τη συνήθη πορεία των πραγ­μάτων στο υπόλοιπο χρονικό διάστημα, μέχρι δηλαδή να συ­μπληρωθεί ο συμβατικά καθορισμένος χρόνος διάρκειας της σύμβασης. Στην περίπτωση που δεν υπάρχει συμβατικά καθο­ρισμένος χρόνος διάρκειας της σύμβασης, δηλαδή στην περί­πτωση της σύμβασης αόριστης διάρκειας, η προς ανόρθωση ζημία περιλαμβάνει τα διαφυγόντα κέρδη που με πιθανότητα και κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων θα αποκέρδαινε ο εντολοδόχος - πράκτορας από τις πωλήσεις, μέχρι να συμπλη­ρωθεί η κατά περίπτωση προθεσμία που έπρεπε να τηρηθεί για την καταγγελία της, σύμφωνα με τους όρους της συναφθείσας σύμβασης (ΑΠ 804/2015, ΑΠ 852/2015, ΑΠ 165/2015, ΑΠ 455/2014).
 Με αυτό το περιεχόμενο και αιτήματα, η αγωγή, κατά τη συζήτηση της οποίας ο παρασταθείς πληρεξούσιος δικηγό­ρος της ενάγουσας προσκόμισε, κατ` άρθρο 237 παρ. 1 εδ. β` ΚΠολΔ, το υπ` αρ. 21.11.2016 ιδιωτικό πληρεξούσιο έγγραφο, καθώς και το με αριθμό [,..]/22.11.2016 γραμμάτιο προκατα­βολής εισφορών του ΔΣΑ, ενώ ο παρασταθείς πληρεξούσιος δικηγόρος των εναγομένων προσκόμισε, αντιστοίχως, τα υπ` αρ. [,..]/27.10.2016, [...1/27.10.2016 και [...1/27.10.2016 συμ­βολαιογραφικά πληρεξούσια έγγραφα (3) του Συμβολαιογρά­φου Αθηνών, [...], τα από 17.11.2016 ιδιωτικά πληρεξούσια έγγραφα (4), καθώς και το με αριθμό [...1/2016 γραμμάτιο προκαταβολής εισφορών του ΔΣΑ, για το παραδεκτό της κα­τάθεσης προτάσεων και της παράστασής τους, σύμφωνα με το άρθρο 61 παρ. 4 του ν. 4194/2013 (όπως αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο 7 παρ. 8 περ. γ` του ν.4205/2013), αρμοδίως εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου (άρθρα 18, 22, 37 παρ. 1 ΚΠολΔ) κατά την τακτική διαδικασία, κρίνεται, ωστόσο, ως προς το επιμέρους αιτούμενο κονδύλιο αποζημίωσης λόγω διαφυγόντων κερδών, ύψους 3.407.875,84 ευρώ, απορριπτέα ως μη νόμιμη. Και τούτο, διότι τόσο η περιγραφόμενη στο κρινόμενο δικόγραφο από 29.3.2013 σύμβα­ση αόριστης διάρκειας, καταρτισθείσα μεταξύ της ενάγουσας και της πρώτης εναγομένης, όσο και η από 1.4.2013 σύμβαση αόριστης διάρκειας, καταρτισθείσα μεταξύ της ενάγουσας και της δεύτερης εναγομένης, συνιστούν συμβάσεις πρακτορείας, στις οποίες, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην ως άνω μείζονα σκέψη, εφαρμόζονται αναλογικά οι διατάξεις περί εντολής (άρθρα 714 επ. ΑΚ). Συνεπώς, οι από 3.12.2015 τακτικές καταγ­γελίες των προαναφερόμενων συμβάσεων (άρθρο 724 ΑΚ), που κοινοποιήθηκαν στην ενάγουσα στις 4.12.2015, ακόμη κι αν θεωρηθούν άκαιρες ή καταχρηστικές, δεν είναι άκυρες, ε­πέφεραν δε τη λύση των εν λόγω συμβάσεων, μετά την πάρο­δο της προθεσμίας προειδοποίησης, ήτοι στις 5.1.2016, λόγω της ιδιαίτερης σχέσης εμπιστοσύνης, που διέπει τους εν λόγω συμβαλλόμενους. Ως απόρροια της λύσης των επίδικων συμ­βάσεων, η ενάγουσα-εντολοδόχος δικαιούται μεν να αξιώσει, επικαλούμενη την υπαίτια συμπεριφορά των εντολέων της, την αποκατάσταση της ζημίας που υπέστη από την πρόωρη λύση των επίδικων συμβάσεων, ήτοι αποζημίωση ισόποση με το ποσό που θα είχε αν δεν μεσολαβούσε η υπαίτια ζημιογόνος συμπεριφορά των εντολέων της, το διαφυγόν, όμως, αυτό κέρ­δος, στις συμβάσεις πρακτορείας αόριστης διάρκειας, όπως εν προκειμένω, αφορά, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην ως άνω μείζονα σκέψη, μόνο στο χρονικό διάστημα μέχρι τη συ­μπλήρωση της συμφωνηθείσας προθεσμίας προειδοποίησης. Επομένως, η ενάγουσα δύναται, εν προκειμένω, να αξιώσει δι­αφυγόντα κέρδη μόνο για το χρονικό διάστημα από 5.12.2015 έως και 5.1.2016, και όχι για το επικαλούμενο εκ μέρους της χρονικό διάστημα από 2.1.2016 έως 30.9.2016, εφόσον επικα­λεστεί τις απαιτούμενες προϋποθέσεις του άρθρου 298 ΑΚ, τις οποίες, όμως, δεν επικαλείται εν προκειμένω, αφού δεν αναφέ­ρει στο κρινόμενο δικόγραφο ότι οι πρώτη και δεύτερη των εναγομένων θα εξέδιδαν, ως εκδοτικές επιχειρήσεις, την επίδικη περίοδο του έτους 2016, τον ίδιο αριθμό φύλλων, με αυτά που πράγματι εξέδωσαν την αντίστοιχη χρονική περίοδο του έτους 2015. Η εν λόγω δε αναφορά κρίνεται αναγκαία για το ορισμέ­νο του ανωτέρω κονδυλίου, καθόσον, υπό τα εκτιθέμενα στο κρινόμενο δικόγραφο, η ενάγουσα αμείβεται από τις πρώτη και δεύτερη των εναγομένων με προμήθεια, που αποτελεί ποσο­στό επί της ονομαστικής αξίας των πωλούμενων εντύπων, έτσι ώστε το πιθανό της κέρδος να είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το ύψος των πωλήσεων των προϊόντων των προαναφερόμε­νων αντισυμβαλλόμενών της.
 Περαιτέρω, αναφορικά με την ευθύνη των εναγομένων λό­γω παραβίασης των αναφερόμενων στο κρινόμενο δικόγραφο διατάξεων του καταστατικού της ενάγουσας, επισημαίνεται ότι το καταστατικό ανώνυμης εταιρίας, το οποίο δεν συνιστά απλή σύμβαση, αλλά κανονιστική πράξη, καθόσον εμπεριέχει ρυθμίσεις, που δεσμεύουν κάθε μελλοντικό μέλος της εταιρί­ας (βλ. Μ. Βαρελά, σε: Ευ. Περάκη, Κατ` άρθρο ερμηνεία του ν. 2190/1920, Νομ. Βιβλιοθήκη, Γ Έκδοση, Τόμ. 1, άρθρο 2 αρ. 3), δεν δύναται να περιέχει διάταξη που επιβάλλει υποχρέωση μη ανταγωνισμού στους μετόχους. Και τούτο, διότι μια τέτοια καταστατική διάταξη εισάγει προσωπικό στοιχείο στην κεφα­λαιουχική μορφή της ανώνυμης εταιρίας, το οποίο αντίκειται στον κεφαλαιουχικό της τύπο. Αυτή η απαγόρευση θέσπισης απαγόρευσης ανταγωνισμού απορρέει από τις βασικές αρχές του δικαίου της ανώνυμης εταιρίας, οι οποίες προσδιορίζουν την φύση της και την οικονομική της λειτουργία στην κεφαλαι­αγορά, ήτοι από την αναγκαστικού δικαίου αρχή της ελεύθε­ρης μεταβίβασης των μετοχών και από τον περιορισμό της ευ­θύνης του μετόχου στην υποχρέωση καταβολής της εισφοράς του (βλ. Η. Σταματάκη, Νομ. Βιβλιοθήκη 2014, σελ. 237-238). Επιχείρημα δε εξ αντιδιαστολής για την απαγόρευση θέσπισης τέτοιων καταστατικών διατάξεων αντλείται από τη διάταξη του άρθρου 36 του ν. 3190/1955 περί ΕΠΕ, όπου ρητώς προβλέπεται, εν αντιθέσει με το ν. 2190/1920 περί ΑΕ, η δυνατότητα επι­βολής υποχρέωσης καταβολής συμπληρωματικών εισφορών, με την περίληψη αντίστοιχης καταστατικής διάταξης στο κατα­στατικό της ΕΠΕ (βλ. Μ. Μαρίνο, Απαγορεύσεις Ανταγωνισμού, Εκδ. Σάκκουλα 1997, σελ. 324-327). Από τα παραπάνω συνά­γεται ότι οι επικαλούμενες εκ μέρους της ενάγουσας διατάξεις των άρθρων 8 παρ. 9 και 17 παρ. 3 του καταστατικού της είναι άκυρες, εφόσον επιβάλλουν σε βάρος των μετόχων της υπο­χρέωση περί μη ανταγωνισμού, ενώ σε καμία περίπτωση οι εν λόγω καταστατικές διατάξεις δεν δύναται να είναι δεσμευτικές για τρίτους, μη συμβαλλόμενους, όπως, εν προκειμένω, η πρώ­τη και η δεύτερη των εναγομένων, οι οποίες δεν φέρουν την ι­διότητα του μετόχου της ενάγουσας ανώνυμης εταιρίας, καθώς το καταστατικό ανώνυμης εταιρίας ρυθμίζει μόνο τις σχέσεις των μετόχων με την τελευταία. Συνεπώς, η παραβίαση των εν λόγω καταστατικών διατάξεων δεν γεννά οποιαδήποτε ευθύνη στο πρόσωπο των εναγομένων. Εξάλλου, η σωματειακή δομή της ανώνυμης εταιρίας συνεπάγεται την έλλειψη συμβατικών σχέσεων μεταξύ των μετόχων της, έτσι ώστε να υφίστανται μό­νο κάθετες σχέσεις μεταξύ της εταιρίας και των μετόχων, και όχι οριζόντιες μεταξύ των τελευταίων, όπως συμβαίνει στην ε­ταιρία του ΑΚ (άρθρα 741 επ.). Η έλλειψη αυτή του νομικού δε­σμού μεταξύ των μετόχων καθιστά αδύνατη τη θεμελίωση της υποχρέωσης πίστης στο πρόσωπό τους, χωρίς να είναι δυνατή, εν προκειμένω, η εφαρμογή της επικαλούμενης εκ μέρους της ενάγουσας διάταξης του άρθρου 747 ΑΚ. Η έλλειψη δε αυτής της υποχρέωσης πίστης απορρέει από την προαναφερόμενη αναγκαστικού δικαίου αρχή της περιορισμένης ευθύνης των μελών της ανώνυμης εταιρίας και την αρχή της ελεύθερης με­ταβίβασης της μετοχικής σχέσης, σε συνδυασμό με την αρχή της μη αναγωγής της εξουσίας διαχείρισης και εκπροσώπησης σε μετοχικό δικαίωμα (βλ. Ε. Καραμανάκου, Η υποχρέωση πί­στης των μετόχων, Εκδ. Νομ. Βιβλιοθήκη 2013, σελ. 38-42). Αντιθέτως, είναι δυνατόν, δυνάμει εξωεταιρικών συμφωνιών, να συμφωνηθεί μεταξύ των μετόχων η υποχρέωση πίστης τους, καθώς και να ρυθμισθούν εν γένει οι μεταξύ τους σχέσεις. Οι εν λόγω δε συμφωνίες συνιστούν ενοχικής φύσης δεσμεύσεις, με τις οποίες επιδιώκεται η οργάνωση ή τήρηση ορισμένης θε­τικής ή αποθετικής, μονομερούς ή συνηθέστερα πολυμερούς συμπεριφοράς, παράλληλα ή κατ` απόκλιση από τα οριζόμενα στο καταστατικό της ανώνυμης εταιρίας, περιβάλλονται δε δι­άφορες νομικές μορφές, όπως αυτήν της αστικής εταιρίας, που επιτρέπεται η καταγγελία της για σπουδαίο λόγο, και θεμελιώ­νονται στην αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ), δεσμεύοντας μόνο τους εμπλεκόμενους μετόχους, και όχι τρίτους ή τη μη εμπλεκόμενη εταιρία, υπόκεινται δε στους πε­ριορισμούς που θέτουν οι διατάξεις περί χρηστών ηθών (άρ­θρα 178, 179 ΑΚ), περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος (άρθρο 281 ΑΚ), καθώς και οι διατάξεις αναγκαστικού δικαίου του ν. 2190/1920 ή του καταστατικού, όπως και οι διατάξεις δημόσιας τάξης, που ρυθμίζουν ζητήματα εταιρικού δικαίου, που αφορούν σε ορισμένους τύπους ΑΕ (βλ. Ά.-`Ο. Μήτσου, σε: Β. Αντωνόπουλο/Σπ. Μούζουλα, Ανώνυμες Εταιρίες, Εκδ. Σάκ­κουλα 2013, Τόμ. I, άρθρο 2, αρ. 38-49, Μ. Βαρελά, ό.π., άρθρο 2 αρ. 14-16).

 Εν προκειμένω, η ενάγουσα, προς περαιτέρω θεμελίω­ση της αξίωσής της περί διαφυγόντων κερδών έναντι απά­ντων των εναγομένων, επικαλείται το προαναφερόμενο από 24.2.1999 σύμφωνο μετόχων, που συνιστά πράγματι εξωεταιρική συμφωνία, στην οποία όμως μόνος συμβαλλόμενος εκ μέρους των εναγομένων τυγχάνει η τρίτη εναγόμενη, μέτοχος της ενάγουσας, έτσι ώστε η εν λόγω συμφωνία να μην είναι δε­σμευτική για τρίτους μη συμβαλλόμενους, ήτοι για τις πρώτη και δεύτερη των εναγομένων, οι οποίες, αν και αποτελούν θυ­γατρικές επιχειρήσεις της τρίτης εναγόμενης, δεν στερούνται της νομικής τους αυτοτέλειας (βλ. ΕφΚερκ 238/2010). Ωστόσο, ευθύνη από την εν λόγω συμφωνία δεν δύναται να θεμελιωθεί ούτε στο πρόσωπο της τρίτης των εναγομένων, καθώς, ακόμη και αν θεωρηθεί έγκυρη και ισχυρή η εν λόγω συμφωνία, το αιτούμενο κονδύλιο διαφυγόντων κερδών που αξιώνει η ενάγουσα αφορά μόνο στα κέρδη που θα αποκτούσε η ίδια από τη διανομή των εντύπων της πρώτης και δεύτερης των εναγομένων, και όχι από τη διανομή των εντύπων της τρί­της εναγόμενης εκδοτικής επιχείρησης.
Δημοσίευση σχολίου