Σάββατο, 15 Δεκεμβρίου 2018

Η καταπολέμηση της τρομοκρατίας και το Κράτος Δικαίου.

Άννα Ψαρούδα- Μπενάκη
Γράφει η κ. Άννα Ψαρούδα- Μπενάκη. ΤΟ ΒΗΜΑ, 18-06-2000.

Το τελευταίο τρομοκρατικό χτύπημα της «17 Νοέμβρη» με όλες τις οδυνηρές συνέπειές του ­ ανθρώπινες, πολιτικές, διεθνείς, εθνικές ­ έφερε για πολλοστή φορά στο προσκήνιο το πρόβλημα της τεχνικής αλλά κυρίως της θεσμικής θωράκισης της χώρας απέναντι στην τρομοκρατία. Παρόμοιες συζητήσεις είχαν τροφοδοτήσει και τα τραγικά συμβάντα των ομηρειών και απαγωγών από αλλοδαπούς πριν από το καλοκαίρι, όταν και πάλι είχε διαπιστωθεί πόσο ανυπεράσπιστοι είμαστε απέναντι στο οργανωμένο έγκλημα. Οι αρμόδιοι υπουργοί Δημόσιας Τάξης και Δικαιοσύνης είχαν και τότε διακηρύξει τις προθέσεις τους για αναδιοργάνωση της Αστυνομίας και βελτιωτικές επεμβάσεις στο νομοθετικό πλαίσιο, αλλά φυσικά όλα έμειναν στις προθέσεις.
Μόνη αντίδραση τότε και τώρα παραμένει ο σταθερός εφησυχασμός ότι επαρκεί απολύτως το υπάρχον νομικό και θεσμικό πλαίσιο, άρα μπορούμε υπερήφανα να αποκρούουμε τους κακούς Αμερικανούς και όποιον υστερόβουλα μας προσάπτει ότι αδρανούμε απέναντι στις σύγχρονες μορφές εγκληματικότητας και ιδιαίτερα απέναντι στην τρομοκρατία. Επειδή ωστόσο το τελευταίο χτύπημα είχε πολλαπλές επιπτώσεις στη διεθνή εικόνα της χώρας και ιδίως σε συσχετισμό με τους Ολυμπιακούς Αγώνες, τα πράγματα φαίνεται πως δυσκόλεψαν αρκετά και ήδη γίνονται από την κυβέρνηση δειλές αναφορές για «βελτιωτικές επεμβάσεις» στο υπάρχον και ­ όπως λέγεται ­ «επαρκές» νομοθετικό πλαίσιο.
Συζητείται, π.χ., η αλλαγή της σύνθεσης των δικαστηρίων, να μη δικάζουν δηλαδή ένορκοι πράξεις τρομοκρατίας, η μη δημοσίευση των ονομάτων πλειοψηφίας και μειοψηφίας των δικαστών, η προστασία μαρτύρων. Συζητείται με άλλα λόγια το επιστέγασμα (δηλαδή το κερασάκι στην τούρτα) και δεν συζητείται ο κορμός, δηλαδή πώς θα κατορθώσει η πολιτεία να διεισδύσει και να εξαρθρώσει τις τρομοκρατικές ομάδες, να συλλάβει επίδοξους ή εκδηλωμένους τρομοκράτες, να συλλέξει και να διασφαλίσει το αποδεικτικό υλικό και τελικά να τους προσαγάγει στο δικαστήριο. Ολα αυτά τα τελευταία πολύ σημαντικά καλύπτονται με τον ομιχλώδη όρο «αναδιοργάνωση και αποτελεσματικότητα της Αστυνομίας», κάτι που θα έπρεπε να μας ανησυχεί πολύ πιο πολύ από ό,τι το φάντασμα ενός πολυδυσφημισμένου «τρομονόμου». Είναι άραγε καλύτερα να δίνονται ειδικές διωκτικές και ανακριτικές εξουσίες στην Αστυνομία με μυστικά μνημόνια και ανεξέλεγκτες εσωτερικές εντολές, από το να είναι θεσμοθετημένες οι ειδικές εξουσίες της και να τελούν μάλιστα υπό δικαστικό έλεγχο; Και εξηγούμαι: 
1. Πρώτα απ' όλα θα πρέπει να απαλλαγούμε κάποτε από τα «ρίγη δημοκρατικής συγκινήσεως» που προκαλεί η σχετλιαστική λέξη «τρομονόμος». Η ατυχής σύνδεση του Ν. 1916/1990 με τη δίωξη εκδοτών για τη δημοσίευση τρομοκρατικών προκηρύξεων έχει φαίνεται σφραγίσει ανεξίτηλα και μοιραία κάθε προσπάθεια αλλαγής του νομοθετικού πλαισίου. Καλό είναι πάντως να γνωρίζουμε ότι χωρίς ένα νομοθέτημα που θα τροποποιεί και θα συμπληρώνει κάποιες ισχύουσες ουσιαστικές και δικονομικές διατάξεις ως προς ορισμένες μορφές εγκληματικότητας (τρομοκρατία, οργανωμένο έγκλημα) τίποτε σωστό δεν μπορεί να γίνει, αν θέλουμε βέβαια να γίνονται όλα όπως επιβάλλει το κράτος δικαίου και όχι «από την πίσω πόρτα». 
2. Μια άλλη επίσης αναγκαία παραδοχή είναι ότι η εξάρθρωση της τρομοκρατίας και του οργανωμένου εγκλήματος δεν γίνεται χωρίς περιορισμό ατομικών δικαιωμάτων και ελευθεριών. Αλλά εδώ ακριβώς βρίσκεται το κομβικό σημείο: Ο περιορισμός αυτός πρέπει να είναι ελεγχόμενος τόσο ως προς την κατάστρωσή του όσο και κατά την εφαρμογή του. Συνεπώς χωρίς σαφές νομοθετικό πλαίσιο κάτι τέτοιο δεν γίνεται, αν θέλουμε βέβαια να είμαστε σοβαροί και εναρμονισμένοι με τη δημοκρατική βάση του Συντάγματός μας. 
3. Ας δούμε τώρα από κοντά τι εννοούμε: 
Όταν «Το Βήμα» προ καιρού (5.5.2000) δημοσίευσε το πολύ ενδιαφέρον άρθρο του εισαγγελέα Ι. Διώτη και ρεπορτάζ (7.5.2000) για βελτιωτικές αλλαγές στον νόμο περί τρομοκρατίας ο υπουργός Δικαιοσύνης έσπευσε να το διαψεύσει και σε επίκαιρη ερώτησή μου στη Βουλή διέρρηξε τα ιμάτιά του ισχυριζόμενος ότι το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο είναι επαρκές. Τώρα βέβαια τα πράγματα έχουν αλλάξει. 
Εκείνο εν πάση περιπτώσει που επιβάλλεται επειγόντως είναι να ενδυναμωθεί τεχνικά και νομοθετικά το διωκτικό σκέλος, δηλαδή να δοθεί η δυνατότητα στην Αστυνομία υπό εισαγγελική επίβλεψη να εφαρμόζει ­ «με τον νόμο» και όχι κατ' ανοχήν ­ νέες μεθόδους ανίχνευσης του εγκλήματος. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσονται π.χ.: 
α. Η αστυνομική διείσδυση (αστυνομικοί που υποκρίνονται τους «εγκληματίες» για να διεισδύσουν στην οργάνωση και ενδεχομένως να συμπράξουν στην προετοιμασία εγκληματικών πράξεων) και η αστυνομική επιτήρηση των υπόπτων με τεχνικά (οπτικά ή ακουστικά) και άλλα μέσα. 
Η πρώτη αντίδραση σε αυτό είναι βεβαία: «Μα αυτό γίνεται ήδη». Κακώς όμως γίνεται σε κάθε περίπτωση, διότι δεν προβλέπεται από τον νόμο, και πάντως όπου «νόμιμα» γίνεται (ναρκωτικά, ΣΔΟΕ, υπηρεσία εσωτερικών υποθέσεων) εξαντλείται στα όρια του agent provocateur, δηλαδή φθάνει μόνο μέχρι την επ' αυτοφώρω σύλληψη ενός δράστη και δεν εκτείνεται σε όλη τη διάρκεια και το βάθος λειτουργίας μιας εγκληματικής οργάνωσης
β. Η ηλεκτρονική διασταύρωση στοιχείων ως ανακριτική μέθοδος για τη σύνθεση των λεγόμενων ηλεκτρονικών πορτρέτων. Η διασταύρωση αυτή συνεπάγεται τη διείσδυση σε δημόσια ή και ιδιωτικά ηλεκτρονικά αρχεία με σκοπό τη σύγκριση προσωπικών δεδομένων, πράγμα που πρέπει βεβαίως να γίνεται με δικαστική εποπτεία και παρέμβαση της Αρχής Προσωπικών Δεδομένων
γ. Η άρση του απορρήτου των επιστολών και τηλεπικοινωνιών σε πιο προωθημένη μορφή από αυτήν που ισχύει. 
δ. Η συλλογή και ανάλυση βιολογικού υλικού (DNA). Η ανακριτική αυτή μέθοδος προφανώς εφαρμόζεται και στην Ελλάδα, αλλά διερωτώμαι με ποιο νομοθετικό πλαίσιο και ποιες προϋποθέσεις. Ενώ, π.χ., στη Γερμανία αφιερώνονται τρεις αναλυτικότατες διατάξεις για τη συλλογή, ανάλυση, φύλαξη, σύγκριση κτλ. του DNA, εδώ φαίνεται το θέμα να είναι μόνο... αντικείμενο διαπραγμάτευσης με τους... Αμερικανούς!!! Οι παραπάνω όπως και άλλες ειδικές ανακριτικές πράξεις έχουν θεσμοθετηθεί εδώ και χρόνια στις ευρωπαϊκές νομοθεσίες και εφαρμόζονται ιδίως για την εξιχνίαση της τρομοκρατίας και του οργανωμένου εγκλήματος. Επειδή μάλιστα συνιστούν συρρίκνωση των ατομικών εγγυήσεων και ελευθεριών περιγράφονται λεπτομερώς στον νόμο και διενεργούνται μεν μυστικά από την Αστυνομία, διατάσσονται όμως και εποπτεύονται είτε από δικαστή είτε από εισαγγελέα. Μετά πάροδο μάλιστα ορισμένου χρόνου και εφόσον δεν οδηγήσουν στην ποινική δίωξη γνωστοποιούνται και στον ίδιο τον ύποπτο ή σε εξ επαγγέλματος διοριζόμενο συνήγορό του. Αν οι ειδικές ανακριτικές πράξεις θεσμοθετούνταν, όπως θα έπρεπε, και στη χώρα μας, δεν θα έπρεπε πάντως να διενεργούνται στο πλαίσιο της λεγόμενης «αστυνομικής προανάκρισης», η οποία κανονικά πρέπει να είναι σύντομη και να περιορίζεται στα απολύτως αναγκαία (άλλο βέβαια τι γίνεται στην πράξη). Θα χρειαζόταν μια επιπλέον επέμβαση στην ποινική μας δικονομία για τη θεσμοθέτηση μιας νέας ας την πούμε «διαγνωστικής διαδικασίας». Η διαγνωστική αυτή διαδικασία διεξάγεται πριν από την άσκηση της ποινικής δίωξης, αφού αποβλέπει στην εξιχνίαση, συλλογή και εξασφάλιση αποδεικτικού υλικού για ενδεχόμενη ποινική δίωξη (είναι δηλαδή ένα είδος προκαταρκτικής εξέτασης, που όμως κινείται με βάση την αρχή της σκοπιμότητας), διενεργείται από ειδικά κατηρτισμένα όργανα της Αστυνομίας και εποπτεύεται από εισαγγελέα που διατάσσει και τις ανακριτικές πράξεις, τις οποίες παρακολουθεί. Κοινό χαρακτηριστικό των παραπάνω ανακριτικών πράξεων και της σχετικής διαγνωστικής διαδικασίας είναι ότι δεν αποβλέπουν μόνο στην καταστολή του εγκλήματος αλλά και στην πρόληψή του, διότι δεν αναμένουν την τέλεσή του αλλά επεμβαίνουν και νωρίτερα κατά το στάδιο της επώασής του. Γι' αυτό ενδείκνυνται ειδικά για την εξάρθρωση των πάσης φύσεως εγκληματικών οργανώσεων (τρομοκρατία, καρτέλ όπλων ή ναρκωτικών κτλ.), αφού επεμβαίνουν χωρίς αναγκαστικά να αναμένουν το πρώτο ή το επόμενο χτύπημα
Απαραίτητο συμπλήρωμα αυτής της ανακριτικής δραστηριότητας είναι να προβλέπονται στον Ποινικό Κώδικα οι κατάλληλες διατάξεις που θα τιμωρούν αυστηρά τη σύσταση εγκληματικών οργανώσεων ανεξάρτητα από την πραγματοποίηση της δράσης τους. Σχετικά είναι στον ελληνικό Ποινικό Κώδικα τα πλημμελήματα της σύστασης και συμμορίας (άρθρ. 187) και ο καταρτισμός ένοπλης ομάδας (άρθρ. 195), τα οποία στο πνεύμα του συνήθους εφησυχασμού της κυβέρνησης θεωρούνται «υπερεπαρκή». Επαρκείς ασφαλώς δεν μπορεί να είναι διατάξεις που χρονολογούνται από το 1951 (ενδιάμεσες τροποποιήσεις τους επί το αυστηρότερο καταργήθηκαν συλλήβδην μαζί με καθετί το «αντιτρομοκρατικόν» το 1994) αλλά τέλος πάντων θα μπορούσαμε και με αυτές να προχωρήσουμε, αν ήταν έτσι να ξεπεράσουμε ιδεοληψίες του παρελθόντος που ακόμη επιβιώνουν. Πέρα βέβαια από την παραπάνω διαγνωστική δράση, που μπορεί να οδηγήσει στην εξασφάλιση αποδείξεων ικανών για την άσκηση ποινικής δίωξης, επιβάλλονται και άλλες νομοθετικές επεμβάσεις, τις οποίες φαίνεται να συζητεί πλέον σοβαρά η κυβέρνηση, πιεζόμενη από τα πράγματα, όπως η προστασία μαρτύρων, η εκδίκαση από τακτικούς δικαστές, η απάλειψη της ονομαστικής αναφοράς της ψήφου των δικαστών, η κατάργηση αποδεικτικών περιορισμών (όπως ότι δεν λαμβάνεται υπ' όψιν η κατάθεση του συγκατηγορουμένου!) και άλλων ακατανόητων επεμβάσεων που έγιναν κυρίως το 1994. 
Ένα τέτοιο συνολικό πλέγμα νομοθετικών προβλέψεων, συνδυαζόμενο με την απαραίτητη τεχνική και ανθρώπινη συγκρότηση των υπηρεσιών δίωξης, θα μας βοηθούσε: 
α) να θεσμοθετήσουμε την προστασία των λεγομένων «συνήθων υπόπτων», που αυτή τη στιγμή μη όντας αθώοι ούτε και κατηγορούμενοι βρίσκονται εκτός προστασίας κατά την αστυνομική προανάκριση· 
β) να προχωρήσουμε αυτοδύναμα και αποτελεσματικά στην πάταξη της τρομοκρατίας και του οργανωμένου εγκλήματος δίνοντας και προς τα έξω την ανάλογη εικόνα· 
γ) να συνεργασθούμε ευπρόσωπα με ξένες υπηρεσίες που διαθέτουν αυξημένη τεχνογνωσία και πληροφορίες. Σκοπός είναι να πετυχαίνουμε την αξιοποίηση των αλλοδαπών πηγών, χρησιμοποιώντας το δικό μας νομικό και τεχνικό οπλοστάσιο και όχι μεταφέροντας αυτούσιο το ξένο. Προϋπόθεση είναι βέβαια να διαθέτουμε το οπλοστάσιο αυτό και σε αυτό αποβλέπουν τα παραπάνω. 
Και κάτι τελευταίο που αξίζει να προταχθεί ως πρώτο και κύριο: Κάθε μεταρρύθμιση προς αυτή την παραπάνω κατεύθυνση προϋποθέτει ότι η κυβέρνηση ελέγχει τις υπηρεσίες της, ότι δηλαδή μπορούμε να εμπιστευόμαστε πως λειτουργεί το κράτος δικαίου. Αν πίσω από την αναπτυσσόμενη κινδυνολογία περί των ανθρωπίνων δικαιωμάτων κρύβεται αυτή η αμφιβολία, έχει χρέος η κυβέρνηση να τη διαλύσει με έργα και όχι μόνο με διακηρύξεις του κυβερνητικού εκπροσώπου.

Παρατήρηση.
 Η Ένωση Γάλλων Δικαστών εξ αφορμής την επιβολή της "Δημοκρατικής" δικτατορίας κάποιου Φρ. Ολλάντ (που, πρωτοφανές!, δεν τόλμησε να θέσει δεύτερη φορά υποψηφιότητα για Πρόεδρος της Γαλλίας) μετά την σφαγή στο Μπατακλάν εξέδωσε μια εκπληκτική-σε περιεχόμενο προστασίας και σεβασμού των ατομικών ελευθεριών και του Κράτους Δικαίου- ανακοίνωση το περιεχόμενο της οποίας θυμίζω και πάλι:
"Την Παρασκευή το βράδυ, φονικές επιθέσεις έπληξαν τη Γαλλία στην καρδιά αφήνοντας περισσότερους από εκατόν είκοσι νεκρούς και αρκετές εκατοντάδες τραυματίες σε μια αίθουσα συναυλιών, σε μπαρ ή στο δρόμο.
Η Ένωση Δικαστών υποστηρίζει πλήρως και εκφράζει την αλληλεγγύη της προς τα θύματα και τους συγγενείς τους καθώς και σε πολλούς επαγγελματίες που κινητοποιήθηκαν στους τομείς τους μετά από τις επιθέσεις.
Αυτές οι εγκληματικές πράξεις απόλυτης βαρβαρότητας απαιτούν προφανώς σημαντικά μέσα ώστε να βρεθούν και να τιμωρηθούν οι δράστες καθώς και στο μέτρο του δυνατού να προβλέπονται και να αποτρέπονται.
Αλλά τα δικαστικά και διοικητικά μέτρα που θα ληφθούν θα προσθέσουν μόνο κακό για το κακό αν αποκλίνουν από τις δημοκρατικές αρχές μας. Αυτή είναι η αιτία που ο πολεμικός λόγος που υιοθέτησε η εκτελεστική εξουσία και η νομική απόκλιση που τη χρίζει σε καθεστώς έκτακτης ανάγκης το οποίο κήρυξε βάσει του νόμου της 3ης Απριλίου 1955 δεν μπορεί παρά να προκαλέσει ανησυχία.
Η κατάσταση έκτακτης ανάγκης μεταβάλει επικίνδυνα την φύση και την έκταση των αστυνομικών αρμοδιοτήτων εκ μέρους των διοικητικών αρχών. Ο περιορισμός ατομικών και συλλογικών ελευθεριών δεν θα εξετάζεται πλέον και δεν θα δικαιολογείται ανά περίπτωση αλλά θα λειτουργεί υπό το καθεστώς της έκτακτης ανάγκης.
Τα εντάλματα έρευνας θα διατάσσονται από τη Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση χωρίς να προσδιοριστεί η σχέση με ποινικό αδίκημα και χωρίς έλεγχο της δικαστικής αρχής η οποία μόνο θα ενημερώνεται. Το ίδιο ισχύει και για τον κατ ‘οίκον περιορισμό που θα αποφασίζεται επίσης κάτω από ένα θολό και ασαφές πλαίσιο κινδύνου διατάραξης της δημόσιας τάξης. Όσον αφορά τον δικαστικό ρόλο έχει εκμηδενιστεί.
Η Γαλλία έχει τα πάντα να χάσει απ αυτήν την αναστολή έστω και προσωρινά του κράτους δικαίου.
Στον αγώνα κατά της τρομοκρατίας το πρώτο που οφείλουμε να προστατέψουμε είναι οι ελευθερίες μας και οι δημοκρατικοί θεσμοί μας με το να αρνηθούμε να ενδώσουμε στο φόβο και στην πολεμική δίνη. Και να θυμάστε ότι το κράτος δικαίου δεν είναι ένα ανίκανο κράτος" (ΠΗΓΗ). Βεβαίως τέτοιες ευαισθησίσες συναντά κανείς μόνο σε Δικαστές. Κατά τα λοιπά, λαμβανομένης υπόψη και της δήλωσης του Έτινγκερ (εδώ) για τους Ιταλούς που εξέλεξαν τον "φασίστα" Σαλβίνι, "οι αγορές θα μάθουν στους Ιταλούς να ψηφίζουν"!!! μπορούμε να είμαστε απολύτως βέβαιοι: τι Υπέροχη Δημοκρατία βιώνουμε στην Ευρώπη των ευρωΠΕΩΝ ΚΤΗΝΑΝΘΡΩΠΩΝ ΟΥΝΝΩΝ! Τι ΥΠΕΡΟΧΗ αλήθεια! Μα για Απέλλα και για Πνύκα να μιλάμε τώρα; (Μέγιστος Αλεξανδρινός βεβαίως).

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γραφή σχολίων σε greeklish σημαίνει διαγραφή τους!