Δευτέρα, 24 Δεκεμβρίου 2018

Αναστολή εκτέλεσης, άμεση και έμμεση εκτέλεση, βεβαιωτικός όρκος, ρύθμιση οφειλών επιχειρήσεων.

Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας 72/ 2018.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τη Δικαστή Σοφία - Αλεξάνδρα Ζήκου, Πρόεδρο Πρωτοδικών.

Περίληψη. Αναστολή εκτέλεσης διαταγής πληρωμής με τη νέα δικονομία. Ικανοποίηση δανειστή. Πεδίο εφαρμογής ν. 4335/2015. Αναστολή αναγκαστικής εκτέλεσης προβλέπεται πλέον για την άμεση και όχι την έμμεση εκτέλεση επί χρηματικών απαιτήσεων. Ρύθμιση οφειλών επιχειρήσεων. Αυτοδίκαιη αναστολή εκτέλεσης και παράταση αυτής με δικαστική απόφαση. Τυχόν εκτέλεση διαταγής πληρωμής θέτει σε κίνδυνο τις διαπραγματεύσεις με τους πιστωτές και τη βιωσιμότητα της επιχείρησης.

Στο άρθρο 1.9 του ν. 4335/2015 (Μεταβατικές διατάξεις) ορίζεται με γενική αφορώσα την εκτέλεση ρύθμιση ότι οι διατάξεις για την αναγκαστική εκτέλεση εφαρμόζονται όταν η επίδοση της επιταγής προς εκτέλεση διενεργείται μετά την 1η.1.2016. Ως κρίσιμος χρόνος για την εφαρμογή ή μη του νέου δικαίου θα πρέπει προδήλως να θεωρείται ο χρόνος επίδοσης της επιταγής προς εκτέλεση, που οδήγησε στη συνέχεια στην έναρξη της κύριας εκτελεστικής διαδικασίας δια της επιβολής κατασχέσεως επί χρηματικών απαιτήσεων ή δια της διενέργειας άμεσης εκτέλεσης και όχι τυχόν προηγούμενες επιταγές, οι οποίες επιδόθηκαν μεν, χωρίς όμως να αρχίσει η κύρια εκτελεστική διαδικασία εντός έτους από την επίδοσή τους, και στις οποίες δεν μπορεί κατ’ άρθρο 926 παρ. 2 να βασισθεί πλέον η έναρξή της.
Περαιτέρω, το άρθρο 938, που προέβλεπε δυνατότητα αναστολής της εκτελέσεως λόγω άσκησης ανακοπής του άρθρου 933, κατόπιν σχετικής αιτήσεως εκδικαζόμενης από το δικαστήριο της ανακοπής κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, καταργήθηκε με τις νέες τροποποιήσεις. Με το νέο άρθρο 937 παρ 1 β εδ 3 προβλέπεται ότι στις περιπτώσεις άσκησης ένδικων μέσων κατά της απόφασης επί της ανακοπής, η άσκησή τους δεν αναστέλλει την πρόοδο της εκτέλεσης, εκτός αν το δικαστήριό του ένδικου μέσου πλέον, μετά από αίτηση αυτού που το άσκησε, υποβαλλόμενη και αυτοτελούς, δικάζοντας με τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, διατάξει την αναστολή, με παροχή ή και χωρίς παροχή εγγύησης, εφόσον κρίνει ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμηση του ένδικου μέσου. Επίσης μπορεί να διαταχθεί να προχωρήσει η αναγκαστική εκτέλεση αφού δοθεί εγγύηση. Στην περίπτωση δε γ` της ίδιας παραγράφου ορίζεται ότι, ειδικά στην περίπτωση άμεσης εκτέλεσης, το δικαστήριο της ανακοπής μπορεί να διατάξει την αναστολή της κατά τα ειδικότερα προβλεπόμενα (Ευ. Κιουπτσίδου-Στρατουδάκη, Ζητήματα από το δίκαιο αναγκαστικής εκτέλεσης μετά τις τροποποιήσεις του Ν. 4335/2015, ΕΣΔι - Σεμινάριο Δικαστικών Λειτουργών της 1ης-12-2015). Περαιτέρω, για την ικανοποίηση των χρηματικών αξιώσεων του δανειστή επιτρέπεται κατ’ επιλογή, σωρευτικά ή και διαδοχικά η χρήση των εξής μέσων αναγκαστικής εκτέλεσης : 1) της κατάσχεσης, 2) της αναγκαστικής διαχείρισης και 3) της προσωπικής κράτησης, στο μέτρο που συντρέχουν οι ειδικές προϋποθέσεις του νόμου (1047 - 1048 ΚΠολΔ). Παράλληλα, επιτρέπεται ως οιονεί μέσο εκτέλεσης η χρήση του βεβαιωτικού όρκου. Το άρθρο 951 § 1 ΚΠολΔ αναφέρεται στις εξής ρυθμιζόμενες διαδικασίες κατάσχεσης : 1) στην κατάσχεση της κινητής περιουσίας του οφειλέτη (άρθρα 953 - 981 και 1017 - 1021 ΚΠολΔ), 2) στην κατάσχεση των ακινήτων του οφειλέτη (άρθρα 992 - 1016 και 1017 - 1021 ΚΠολΔ), 3) στην κατάσχεση σε χέρια τρίτου (άρθρα 982 - 991 ΚΠολΔ), και 4) στην κατάσχεση των ειδικών περιουσιακών στοιχείων του οφειλέτη (άρθρα 1022 - 1033 ΚΠολΔ). Τα παραπάνω μέσα εκτέλεσης δεν οδηγούν στην ικανοποίηση του δανειστή με την ενέργεια μίας και μόνης πράξης εκτέλεσης, αλλά μετά από σειρά ολόκληρη διαδικαστικών ενεργειών που οδηγούν τελικά στην αυτούσια ικανοποίησή του. Η αναγκαστική εκτέλεση είναι έμμεση (Φαλτσή, - Αναγκαστική Εκτέλεση, τομ. II, Ειδικό μέρος, § 53, II, 1, σελ. 86 - 89).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 632 § 2 του ΚΠολΔ η άσκηση της ανακοπής δεν αναστέλλει την εκτέλεση της διαταγής πληρωμής. Το Δικαστήριο, όμως, που την εξέδωσε μπορεί, κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 επ., να χορηγήσει αναστολή, με εγγύηση ή και χωρίς εγγύηση, ώσπου να εκδοθεί τελεσίδικη απόφαση για την ανακοπή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι προϋποθέσεις για τη χορήγηση της αναστολής είναι: α) η εμπρόθεσμη άσκηση της, κατ’ αυτής, ανακοπής, η οποία ασκείται με κατάθεση στη Γραμματεία του Δικαστηρίου στο οποίο απευθύνεται και με επίδοση αντιγράφου αυτής προς τον καθ` ου στρέφεται εντός δέκα πέντε (15) εργασίμων ημερών από την επομένη της επίδοσης της διαταγής πληρωμής (ΑΠ 888/2003, ΑΠ 887/2003, και ΑΠ 695/ 2003), β) πιθανολόγηση της ευδοκίμησης ενός τουλάχιστον λόγου της ασκηθείσας ανακοπής (ΜονΠρΛαρ 1021/2000, ΑρχΝ 2000.686) και γ) πιθανολόγηση ότι με την άμεση εκτέλεση της διαταγής πληρωμής δημιουργείται κίνδυνος να υποστεί ο αιτών ανεπανόρθωτη βλάβη (Β. Βαθρακοκοίλη, ΕρμΚΠολΔ άρθρ. 632, αρ. 37, σ. 846, Ποδηματά σε ΕρμΚΠολΔ Κεραμέα-Κονδύλη-
Νίκα, έκδ. 2000, Τομ. II, άρθρ. 632, αρ. 31, ΜΠρΝαξ 117/2014). Εξάλλου, η πρόσφατη μεταρρύθμιση του Ν 4335/2015 επέφερε ουσιώδεις νομοθετικές μεταβολές στην ύλη των ειδικών διαδικασιών. Ειδικά για τη δίκη της ανακοπής του άρθρου 632, μεταξύ άλλων προβλέπεται ότι η αναστολή χορηγείται μετά από αυτοτελή αίτηση (η οποία πλέον δεν συνεκδικάζεται υποχρεωτικά με την κύρια ανακοπή) και μόνον μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης. Ακόμη και αν γίνει δεκτή δηλαδή η ανακοπή σε πρώτο βαθμό, ο καθ` ου - ανακόπτων θα πρέπει να προσφύγει εκ νέου στο δικαστήριο όπου θα εκκρεμεί ενδεχομένως το ένδικο μέσο του, ώστε να ζητήσει την περαιτέρω αναστολή της εκτέλεσης μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης. Τη δυνατότητα απευθείας προσφυγής θα την έχει ο καθ` ου η εκτέλεση ακόμη και αν δεν είχε προσφύγει κατά τη διάρκεια της πρωτοβάθμιας δίκης (Π. Γιαννόπουλος, Οι ειδικές διαδικασίες του ΚΠολΔ μετά το Ν. 4335/2015).

 Με την κρινόμενη αίτηση οι αιτούντες ζητούν να ανασταλεί η εκτέλεση της με αριθμό 184/2017 διαταγής πληρωμής του Δικαστή αυτού του Δικαστηρίου μέχρι να εκδοθεί απόφαση επί της από 27-12-2017 ανακοπής, που νόμιμα και εμπρόθεσμα σύμφωνα με το άρθρο 632 ΚΠολΔ άσκησαν κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής, με την οποία υποχρεώθηκαν οι αιτούντες να καταβάλλουν στην καθ’ ης η αίτηση το ποσό των 30.000 ευρώ για κεφάλαιο και το ποσό των 901 ευρώ για δικαστική δαπάνη, για τους λόγους που αναφέρουν στην ανακοπή τους, καθώς και να ανασταλεί η εκτέλεση της ανακοπτόμενης με αριθμό 184/2017 διαταγής πληρωμής, που επισπεύδεται με την από 5-12-2017 επιταγή προς εκτέλεση, για το λόγο ότι η ανακοπή που έχουν ασκήσει θα ευδοκιμήσει, ενώ η εξακολούθηση της αναγκαστικής εκτέλεση σε βάρος τους, κατά τον ενδιάμεσο χρόνο, θα προκαλέσει σ’ αυτούς ανεπανόρθωτη βλάβη, καθώς και να καταδικαστεί η καθ’ ης η αίτηση στη δικαστική δαπάνη τους.

 Με το περιεχόμενο αυτό η κρινόμενη αίτηση παραδεκτά εισάγεται για να συζητηθεί κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων ενώπιον του Δικαστηρίου αυτού, που είναι καθ’ ύλη και κατά τόπο αρμόδιο (άρθρα 682, 683 §1, 686 επ. ΚΠολΔ). Είναι νόμιμη, εκτός από α) το αίτημα για αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης, που είναι μη νόμιμο και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον, όπως αναλύεται στην ανωτέρω μείζονα, δεν προβλέπεται με τις διατάξεις του ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το Ν 4335/2015, κατά τη διαδικασία της έμμεσης αναγκαστικής εκτέλεσης επί χρηματικών απαιτήσεων αίτηση αναστολής σε περίπτωση κατάθεσης ανακοπής κατά της εκτέλεσης, αφού το άρθρο 938 ΚΠολΔ έχει καταργηθεί και η αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης προβλέπεται στον πρώτο βαθμό μόνο για την άμεση εκτέλεση και όχι για την εκτέλεση σε περίπτωση χρηματικών απαιτήσεων, και β) το αίτημα της καταδίκης της καθ’ ης η αίτηση στη δικαστική δαπάνη των αιτούντων, που είναι μη νόμιμο και πρέπει να απορριφθεί (άρθρο 84 § 2 εδ, β και γ Ν 4194/2013 Κώδικα Δικηγόρων), δεδομένου ότι αυτή επιβάλλεται πάντοτε σε βάρος του αιτούντος την αναβολή ή αναστολή εκτέλεσης, ανεξαρτήτως της ευδοκίμησης ή απόρριψης της αίτησης. Κατά τα λοιπά, στηρίζεται στις διατάξεις του άρθρου 632 ΚΠολΔ. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της.

 Με το νόμο 4469/2017 «Εξωδικαστικός μηχανισμός ρύθμισης οφειλών επιχειρήσεων», που δημοσιεύθηκε στις 3-5-2017 (ΦΕΚ Α’ 62), ρυθμίζεται η εξωδικαστική διαδικασία ρύθμισης οφειλών, σκοπός της οποίας είναι η ρύθμιση των οφειλών του οφειλέτη προς οποιονδήποτε πιστωτή (πιστωτικά ιδρύματα, φορολογικές αρχές, φορείς κοινωνικής ασφάλισης, προμηθευτές κ.ά.), οι οποίες μπορούν να προέρχονται είτε από την άσκηση της επιχειρηματικής δραστηριότητας του οφειλέτη, είτε, κυρίως στις περιπτώσεις που ο οφειλέτης έχει ατομική επιχείρηση, αποτελούν οφειλές από άλλη αιτία. Η ρύθμιση των οφειλών αυτών, δε, στοχεύει στην εξασφάλιση της βιωσιμότητας της επιχείρησης του οφειλέτη στο μέλλον (άρθρο 1). Δυνατότητα υποβολής αίτησης έχουν όλα τα φυσικά πρόσωπα με πτωχευτική ικανότητα και όλα τα νομικά πρόσωπα που αποκτούν εισόδημα από επιχειρηματική δραστηριότητα, εφόσον έχουν φορολογική κατοικία στην Ελλάδα, με εξαίρεση τα φυσικά πρόσωπα χωρίς εμπορική ιδιότητα που εμπίπτουν ρητά στο πεδίο εφαρμογής του ν. 3869/ 2010 (Α` 130) για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων και ειδικότερα οι ελεύθεροι επαγγελματίες, σύμφωνα με την κατηγοριοποίηση του ήδη καταργημένου άρθρου 48 του Ν. 2238/ 1994 (Α’ 151), καθώς και τις λοιπές εξαιρέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 2 του ως άνω νόμου, όπως τα πιστωτικά και χρηματοδοτικά ιδρύματα κ.λπ. Οι προϋποθέσεις υποβολής αίτησης περιλαμβάνονται στο άρθρο 2 του νόμου αυτού είναι α) η ύπαρξη κατά την 31η Δεκεμβρίου 2016 οφειλής από δάνειο ή πίστωση σε καθυστέρηση τουλάχιστον ενενήντα (90) ημερών ή οφειλής προς χρηματοδοτικό φορέα που ρυθμίστηκε μετά την 1η Ιουλίου 2016 ή ληξιπρόθεσμων οφειλών προς τη Φορολογική Διοίκηση ή προς Φορέα Κοινωνικής Ασφάλισης ή προς άλλο νομικό πρόσωπο - δημοσίου δικαίου, περιλαμβανομένων των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης, ή βεβαίωση μη πληρωμής επιταγών έκδοσής τους λόγω μη επαρκούς υπολοίπου κατά το άρθρο 40 του Ν 5960/1933 (Α`401) ή έκδοση διαταγών πληρωμής ή δικαστικών αποφάσεων από ληξιπρόθεσμες απαιτήσεις σε βάρος τους, δηλαδή αρκεί να αποδεικνύεται η αδυναμία των επιχειρήσεων να εξυπηρετήσουν έστω και μία οφειλή τους προς οποιονδήποτε πιστωτή τους, β) οφειλές πάνω από το ποσό των είκοσι χιλιάδων (20.000) ευρώ, καθώς για μικρότερες του εν λόγω ορίου οφειλές δεν προκρίνεται η χρήση του εξωδικαστικού μηχανισμού, για λόγους τόσο οικονομικού όσο και διαχειριστικού κόστους, και γ) πλήρωση των κριτήριων επιλεξιμότητας του άρθρου 3, δηλαδή να παρουσιάζει μία (1) λειτουργική κερδοφορία κατά τα τελευταία τρία (3) έτη ή, στην περίπτωση που τηρεί διπλογραφικό λογιστικό σύστημα, να παρουσιάζει θετική καθαρή θέση σε μία (1) από τις τελευταίες τρεις (3) εταιρικές χρήσεις. Κάθε οφειλέτης μπορεί να υποβάλει αίτηση για την υπαγωγή του στη διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών έως την 31η Δεκεμβρίου 2018 με τις ανωτέρω προϋποθέσεις ηλεκτρονικά στην Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους (Ε.Γ.Δ.Ι.Χ.) με τη χρήση ειδικής ηλεκτρονικής πλατφόρμας, η οποία τηρείται στην ιστοσελίδα της Ε.Γ.Δ.Ι.Χ., με την οποία συνυποβάλλεται υποχρεωτικά και από τους συνοφειλέτες, αν υπάρχουν, ως προς αυτούς (άρθρο 4), η δε Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. διορίζει συντονιστή εντός δύο εργάσιμων ημερών από την κατάθεση της αίτησης, ο οποίος, αφού ελέγξει το φάκελο και διαπιστώσει την πληρότητά του, κοινοποιεί μέσα σε δύο (2) ημέρες απόσπασμα της αίτησης σε όλους τους πιστωτές που αναφέρονται σε αυτήν, και πρόσκληση συμμετοχής στη διαδικασία και υπόδειγμα έντυπης δήλωσης εμπιστευτικότητας (άρθρα 6 και 7). Περαιτέρω στο άρθρο 13 προβλέπεται η αυτοδίκαιη αναστολή λήψης μέτρων ατομικής και συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης κατά της περιουσίας του οφειλέτη, η οποία κρίθηκε απαραίτητη για την εξασφάλιση της επιτυχίας της διαδικασίας. Στην παράγραφο 1 ορίζεται το χρονικό διάστημα της αναστολής σε εβδομήντα (70) ημέρες, που αρχίζει από την αποστολή της πρόσκλησης συμμετοχής από το συντονιστή στους πιστωτές, όπως προβλέπεται στην παράγραφο 2 του άρθρου 7. Η αυτοδίκαιη αυτή αναστολή σκοπεύει στην διατήρηση της περιουσίας της επιχείρησης ως έχει κατά τη στιγμή της υποβολής της αίτησης και για ένα εύλογο χρονικό διάστημα, προκειμένου να διευκολυνθούν οι διαπραγματεύσεις και να ενισχυθεί το κλίμα συνεργασίας και εμπιστοσύνης μεταξύ πιστωτών και του οφειλέτη, αλλά και των ίδιων των πιστωτών μεταξύ τους, χωρίς να υπάρχει ο κίνδυνος ξαφνικής απομείωσης της περιουσίας του οφειλέτη σε περίπτωση επιδίωξης ικανοποίησης απαίτησης από επισπεύδοντα πιστωτή με τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης. Αφετέρου, δευτερεύων, αλλά εξίσου σημαντικός, στόχος της διάταξης είναι να προκύπτει εκ του μέγιστου χρονικού ορίου της αναστολής ένας σαφής χρονικός ορίζοντας εντός του οποίου, οφειλέτης και πιστωτές οφείλουν να ανταποκριθούν και να προβούν στις αναγκαίες πράξεις με συνέπεια και αποφεύγοντας άσκοπες καθυστερήσεις. Η σχετικά σύντομη χρονικά προστασία προτιμήθηκε ούτως ώστε η παρεχόμενη αναστολή να μην αποτελέσει μέσο «ασυλίας» έναντι των ατομικών διώξεων για την επιχείρηση, ούτε αφορμή πολύμηνης κωλυσιεργίας. Η αναστολή καταλαμβάνει και την απαγόρευση εγγραφής προσημείωσης υποθήκης επί ακινήτου του οφειλέτη, που θα θεωρείται άκυρη, αν ο υπέρ ου η προσημείωση πιστωτής είχε προηγουμένως προσκληθεί να συμμετάσχει στη διαδικασία. Ωστόσο, υπό το παραπάνω πρίσμα της ανάγκης διασφάλισης τόσο της συνέχισης της λειτουργίας της επιχείρησης και όσο και προστασίας της περιουσίας της, κρίνεται αναγκαίο κατ’ εξαίρεση να επιτρέπεται η χορήγηση ασφαλιστικών μέτρων όταν πιθανολογείται βάσιμα η απομείωση της περιουσίας της όπως αυτή ενδεικτικά θα μπορούσε να πραγματωθεί διά πράξεων απομάκρυνσης, αφαίρεσης, μετακίνησης ή καταστροφής κινητών πραγμάτων ή αξιών της. Κατά λογική ακολουθία, στο δεύτερο εδάφιο της πρώτης παραγράφου ρητά προβλέπεται ότι πράξεις εκτέλεσης, προδικασίας ή κύριας διαδικασίας, που λαμβάνουν χώρα μετά την επέλευση της αυτοδίκαιης αναστολής, θα είναι άκυρες. Σε περιπτώσεις που η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης για την ικανοποίηση χρηματικής απαίτησης έχει ήδη ξεκινήσει, αυτή αναστέλλεται δια της κοινοποίησης στα όργανα της εκτέλεσης της πιστοποιημένης από την Ε.Γ.Δ.Ι.Χ. βεβαίωσης του συντονιστή για την πληρότητα της αίτησης υπαγωγής στην διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης οφειλών. Και σε αυτήν την περίπτωση, θα πρέπει να έχει ήδη αποσταλεί από το συντονιστή στον επισπεύδοντα πιστωτή η πρόσκληση συμμετοχής στη διαδικασία. Η παράγραφος 2 προβλέπει ότι η αυτοδίκαιη αναστολή αίρεται επίσης αυτοδίκαια όταν διαπιστώνεται έλλειψη απαρτίας συμμετεχόντων πιστωτών ή περαιώνεται ως άκαρπη για οποιονδήποτε άλλο λόγο η διαδικασία, καθώς και σε περίπτωση που λαμβάνει απόφαση για την άρση της η απόλυτη πλειοψηφία των συμμετεχόντων πιστωτών. Η παράγραφος 3 προβλέπει τη διαδικασία για την παράταση με δικαστική απόφαση της εκ του νόμου χορηγηθείσας αναστολής, για λόγους που συχνά θα ανάγονται στην πολυπλοκότητα της υπόθεσης ή στο μεγάλο αριθμό των συμμετεχόντων πιστωτών και απαιτήσεων και στο χρόνο που απαιτείται σε αυτές τις περιπτώσεις για την εκπόνηση, μελέτη και αξιολόγηση ενός πολυσύνθετου σχεδίου σύμβασης αναδιάρθρωσης. Η σχετική αίτηση υποβάλλεται ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου κατά τη διαδικασία των άρθρων 686 ΚΠολΔ και το αίτημα της παράτασης της εκ του νόμου χορηγηθείσας 70ήμερης αναστολής για μέγιστο χρονικό διάστημα τεσσάρων επιπλέον μηνών, προς αποφυγή καταστρατηγήσεων, συνυπογράφεται υποχρεωτικώς από την απόλυτη πλειοψηφία των συμμετεχόντων στη διαπραγμάτευση πιστωτών. Με την παράγραφο 4 χορηγείται το δικαίωμα σε πιστωτές που επικαλούνται την επέλευση ιδιαιτέρως δυσμενών και ανεπανόρθωτων συνεπειών εις βάρος τους από την αυτοδίκαιη αναστολή, να αιτηθούν την παύση της, ομοίως κατά τη διαδικασία του άρθρου 686 ΚΠολΔ. Αν την αίτηση συνυπογράφει η πλειοψηφία των πιστωτών, το δικάζον δικαστήριο την κάνει υποχρεωτικώς δεκτή. Στην παράγραφο 5 αποσαφηνίζεται ότι κατά το χρονικό διάστημα της αναστολής απαγορεύεται στον οφειλέτη η διάθεση ή η επιβάρυνση των ακινήτων και του εξοπλισμού της επιχείρησής του ή και άλλων περιουσιακών του στοιχείων, με την εξαίρεση των πράξεων που εντάσσονται στη συνήθη δραστηριότητα της επιχείρησης, π.χ. πράξεις πώλησης εμπορευμάτων, εξόφληση τρέχοντων λογαριασμών κοινής ωφελείας, πληρωμή μισθοδοσίας κ.ά. Τέλος, στην παράγραφο 6 ορίζεται ότι δεν θίγονται από τις διατάξεις του άρθρου 13 οι ειδικές ρυθμίσεις για την αναγκαστική εκτέλεση των συμφωνιών παροχής χρηματοοικονομικής ασφάλειας (Αιτιολογική Έκθεση Ν 4469/2017, ΤΝΠ Νόμος).

 Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα των αιτούντων, ..., που εξετάστηκε ενόρκως στο ακροατήριο, (η καθ’ ης η αίτηση δεν πρότεινε μάρτυρα), των εγγράφων, τα οποία νομότυπα προσκομίζουν οι διάδικοι, της με αριθμό ...../31-1-2018 ένορκης βεβαίωσης στο Ειρηνοδικείο Αθηνών του μάρτυρα ...., η οποία λήφθηκε σύντομα κατά το άρθρο 422 ΚΠολΔ, το οποίο εφαρμόζεται κατά τη διάταξη του άρθρου 591 ΚΠολΔ, εφόσον δεν υπάρχει ειδική διάταξη η οποία να ρυθμίζει σχετικά το θέμα (ΜονΠρΚαβ 342/2015 και ΜονΠρΣερ 117/2016, ΤΝΠ Νόμος), τις ομολογίες των διαδίκων, όπως αυτές διατυπώνονται στα δικόγραφα που κατέθεσαν στο Δικαστήριο αυτό, όλα όσα ανέπτυξαν οι πληρεξούσιοι δικηγόροι τους στο ακροατήριο, καθώς και με τα σημειώματά τους, και από όλη, γενικά, τη διαδικασία, πιθανολογήθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά : Η δεύτερη αιτούσα είναι ετερόρρυθμη εταιρία, με κύρια δραστηριότητα το χονδρικό εμπόριο τυποποιημένων ζαχαρωδών προϊόντων και δευτερεύουσες χονδρικό και λιανικό εμπόριο τροφίμων, ειδών διατροφής και συναφών ειδών, αναψυκτικών, πλαστικών και ειδών συσκευασίας και υπηρεσίες αποθήκευσης και διανομής και εμπορίας περιοδικών, εφημερίδων και συναφών ειδών, και ο πρώτος αιτών, είναι ομόρρυθμο μέλος και νόμιμος εκπρόσωπος αυτής (δεύτερης αιτούσας). Από το έτος 2005 η δεύτερη αιτούσα, όπως εκπροσωπείται νόμιμα από τον πρώτο αιτούντα. συνεργαζόταν εμπορικά με την καθ’ ης η αίτηση, η οποία διαθέτει προϊόντα κατεψυγμένης και ψημένης σφολιάτας και διάφορα αρτοσκευάσματα σε κατεψυγμένη και ψημένη μορφή. Η δε συνεργασία των δύο εταιριών πιθανολογήθηκε ότι ήταν άριστη, ενώ μεταξύ των φυσικών προσώπων πιθανολογήθηκε ότι είχαν αναπτυχθεί φιλικές σχέσεις, όπως κατέθεσε ο μάρτυρας των αιτούντων. Μετά την επέλευση της οικονομικής κρίσης στην ημεδαπή οι διάδικοι συνέχισαν τη συνεργασία τους κανονικά, με την προμήθεια προϊόντων από την καθ’ ης η αίτηση στους αιτούντες και την παράδοση από τους τελευταίους επιταγών ή αποστολή εμβασμάτων, για την καταβολή των τιμημάτων των προϊόντων, και αντίστοιχα την παραλαβή από την καθ’ ης η αίτηση αυτών (επιταγών ή εμβασμάτων) ή και αντικατάσταση προγενέστερων επιταγών με νέες μεταχρονολογημένες επιταγές, όπως προκύπτει από τις καρτέλες πελάτη (δεύτερη αιτούσα) των χρήσεων ετών 2015, 2016 και 2017 της καθ’ ης η αίτηση. Ενδεικτικό, δε, της συνέχισης της συνεργασίας των διαδίκων είναι ότι το χρονικό διάστημα των ετών από 2014 μέχρι και 2017 το σύνολο των αγορών της δεύτερης αιτούσας από την καθ’ ης η αίτηση ανέρχεται στο ποσό των 443.823,58 ευρώ. Περαιτέρω, πιθανολογήθηκε ότι στις 31-12-2016 η δεύτερη αιτούσα είχε χρεωστικό υπόλοιπο στην καθ’ ης η αίτηση ποσό 31.958,10 ευρώ, το οποίο, επειδή η συνεργασία τους συνεχίστηκε και κατά το έτος 2017, στις 16-2-2017 τακτοποιήθηκε με την έκδοση από τον πρώτο αιτούντα υπέρ της δεύτερης αιτούσας πέντε (5) επιταγών της  ...με αριθμούς  ... και .., ποσού 6.000 ευρώ η καθεμία, λήξεων 30-6-2017, 15-7-2017, 30-7-2017, 15-8-2017 και 30-8-2017 αντίστοιχα, η οποία (δεύτερη αιτούσα) της οπισθογράφησε στην καθ’ ης η αίτηση, η οποία, στη συνέχεια, τις μεταβίβασε σε τρίτους, αλλά δεν πληρώθηκαν από την ως άνω Τράπεζα κατά την εμφάνισή τους, διότι ο πρώτος αιτών δεν είχε διαθέσιμα κεφάλαια στο με αριθμό .... λογαριασμό, από τον οποίο σύρονταν οι προαναφερόμενες επιταγές, των οποίων η καθ’ ης η αίτηση κατέστη νόμιμη κομίστρια. αφού πλήρωσε τα ποσά των επιταγών και τις ανέλαβε στις 7-72017, 21-7-2017, 3-8-2017, 18-8-2017 και 1-9-2017 αντίστοιχα για καθεμία. Περαιτέρω, πιθανολογήθηκε ότι με τη με αριθμό ..../23-8-2017 ηλεκτρονική αίτηση η δεύτερη αιτούσα ζήτησε την υπαγωγή της στις διατάξεις του Ν 4469/2017 για τον εξωδικαστικό μηχανισμό ρύθμισης οφειλών επιχειρήσεων προς την Ειδική Γραμματεία Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους, με την οποία συνυποβλήθηκε υποχρεωτικά σχετικό αίτημα και από τον πρώτο αιτούντα - ομόρρυθμο εταίρο αυτής και συνοφειλέτη της, και στην οποία (αίτηση) συμπεριλήφθηκε ως πιστώτρια η καθ’ ης η αίτηση, η οποία, ωστόσο, αρνήθηκε να συμμετάσχει στη διαδικασία αυτή. Ο ισχυρισμός της καθ’ ης η αίτηση ότι τα χρέη των αιτούντων είναι μεταγενέστερα της 31 ης-12-2016, ώστε να περιλαμβάνονται στο πλαίσιο του νόμου 4449/2017, δεν πιθανολογήθηκε βάσιμος, καθόσον το χρεωστικό υπόλοιπο κατά την προαναφερόμενη ημερομηνία διακανονίστηκε με μεταχρονολογημένες επιταγές με σκοπό τη συνέχιση της συνεργασίας των διαδίκων, ενώ σε κάθε περίπτωση οι οφειλές των αιτούντων μέχρι την ημερομηνία αυτή θα μπορούσαν να ενταχθούν στη διαδικασία του εξωδικαστικού μηχανισμού ρύθμισης οφειλών, αφού, όπως πιθανολογήθηκε από τις καρτέλες πελάτη, που προσκομίσθηκαν, η συνεργασία των διαδίκων εξακολούθησε μετά την 1-1-2017 με αποστολή εμβασμάτων για την εξόφληση του τιμήματος των προϊόντων που αγόραζε η δεύτερη αιτούσα από την καθ` ης η αίτηση. Ωστόσο, παρά την άρνηση συμμετοχής της καθ` ης η αίτηση στον ανωτέρω μηχανισμό, πιθανολογήθηκε ότι οι αιτούντες προστατεύονταν με την αναστολή λήψης μέτρων ατομικής και συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης σε βάρος της περιουσίας τους για εβδομήντα (70) ημέρες, από την αποστολή πρόσκλησης από τη συντονίστρια της υπόθεσης στους πιστωτές για τη συμμετοχή τους στη διαδικασία ρύθμισης οφειλών, δηλαδή από τις 6-10-2017 μέχρι 15-12-2017, προστασία, η οποία κρίθηκε απαραίτητη από το νομοθέτη για την εξασφάλιση της επιτυχίας της διαδικασίας, αφού σκοπεύει στη διατήρηση της περιουσίας της επιχείρησης για ένα εύλογο χρονικό διάστημα, προκειμένου να διευκολυνθούν οι διαπραγματεύσεις και να ενισχυθεί το κλίμα συνεργασίας και εμπιστοσύνης μεταξύ πιστωτών και του οφειλέτη, αλλά και των ίδιων των πιστωτών μεταξύ τους, χωρίς να υπάρχει ο κίνδυνος ξαφνικής απομείωσης της περιουσίας του οφειλέτη σε περίπτωση επιδίωξης ικανοποίησης απαίτησης από επισπεύδοντα πιστωτή με τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, όπως αναφέρεται και στην ανωτέρω μείζονα σκέψη. Παρά την προαναφερόμενη προστασία των αιτούντων, η καθ’ ης η αίτηση με την από 8-11-2017 αίτησή της ζήτησε την έκδοση διαταγής πληρωμής για τις ανωτέρω πέντε επιταγές συνολικού ποσού 30.000 ευρώ, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με αριθμό 184/2017 διαταγή πληρωμής του Δικαστή αυτού του Δικαστηρίου στις 20-11-2017. Ακολούθως, με τη λήξη της προθεσμίας προστασίας των αιτούντων, η δεύτερη αιτούσα ζήτησε κατά το άρθρο 13 § 3 Ν 4469/2017 την παράταση της προστασίας από μέτρα ατομικής και συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης για επιπλέον τέσσερις (4) μήνες με τη με αριθμό κατάθεσης 1575/Ασφ/501 /15-12-2017 αίτησή της, στην οποία συμπεριέλαβε αίτημα προσωρινής διαταγής, το οποίο έγινε δεκτό στις 19-12-2017 μέχρι τη συζήτηση της αίτησης, η οποία ορίστηκε για τη δικάσιμο της 18ης-1 -2018. Ωστόσο, παρά την παράταση της προστασίας των αιτούντων η καθ’ ης η αίτηση επέδωσε την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής με την από 5-12-2017 επιταγή προς πληρωμή στους αιτούντες στις 19-12-2017. Οι αιτούντες άσκησαν νόμιμα και εμπρόθεσμα τη με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1613/Π - ΠΤΑΝ/234/27-12-2017 ανακοπή των άρθρων 632 § 1 και 933 ΚΠολΔ κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής και της από 5-12-2017 επιταγής προς πληρωμή κάτω από το αντίγραφο του πρώτου εκτελεστού απογράφου αυτής, της οποίας δικάσιμος ορίστηκε η 11η Μαΐου 2018, όπως προκύπτει από το αντίγραφο της παραπάνω ανακοπής και τη με αριθμό  ....2-1-2018 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πειραιά.., με πρώτο λόγο την καταχρηστική άσκηση δικαιώματος και δεύτερο λόγο την αυτοδίκαιη αναστολή λήψης μέτρων ατομικής και συλλογικής αναγκαστικής εκτέλεσης. Απο τα ανωτέρω πραγματικά περιστατικά, όπως αναφέρονται, πιθανολογείται η ευδοκίμηση των λόγων της ανακοπής, καθώς επίσης και ότι σε περίπτωση που συνεχιστεί η εκτέλεση της προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, οι αιτούντες θα βρεθούν σε οικονομικό αδιέξοδο, το οποίο θα είναι μη αναστρέψιμο, καθόσον ήδη η διαδικασία εξωδικαστικής ρύθμισης των οφειλών τους βρίσκεται στο στάδιο των διαπραγματεύσεων με τους πιστωτές που αποδέχθηκαν τη συμμετοχή τους στη διαδικασία, δηλαδή την ... με ποσοστό 87,04 % των οφειλών, τον Ε.Φ.Κ.Α. με ποσοστό 8,11 % των οφειλών, και το Ελληνικό Δημόσιο - Α.Α.Δ.Ε. με ποσοστό 4,85 % των οφειλών, βρίσκεται σε εξέλιξη και προφανώς θα διακινδυνεύσει η επιτυχία της ρύθμισης, με δυσμενείς οικονομικές συνέπειες για τη βιωσιμότητα της επιχείρησης της δεύτερης αιτούσας και κατ’ επέκταση και του πρώτου αιτούντα - ομόρρυθμου μέλους της τελευταίας. Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, εφόσον πιθανολογείται η ευδοκίμηση της από 27-12-2017 ανακοπής και η ανεπανόρθωτη βλάβη των αιτούντων από την εκτέλεση της προσβαλλόμενης με αριθμό 184/2017 διαταγή πληρωμής, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να γίνει δεκτή και να ανασταλεί η εκτέλεση της ένδικης διαταγής πληρωμής μέχρι να εκδοθεί οριστική απόφαση επί της με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1613/Π - ΠΤΑΝ/234/27-12-2017 ανακοπής των άρθρων 632 § 1 και 933 ΚΠολΔ. Τέλος, πρέπει να επιβληθεί σε βάρος των αιτούντων η δικαστική δαπάνη της καθ’ ης η αίτηση, κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος (άρθρα 191 ΚΠολΔ, και 84 § 2 εδ. β και γ Ν 4194/2013 Κώδικα Δικηγόρων), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.

                                                        ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 ΔΙΚΑΖΕΙ τη με αριθμό κατάθεσης 21/Ασφ/4/2018 αίτηση αντιμωλία των διαδίκων.
 ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ό,τι κρίθηκε απορριπτέο.
 ΔΕΧΕΤΑΙ μερικά την αίτηση.
 ΑΝΑΣΤΕΛΛΕΙ την εκτέλεση της με αριθμό 184/2017 διαταγής πληρωμής του Δικαστή αυτού του Δικαστηρίου μέχρι την έκδοση οριστικής απόφασης επί της από 27-12-2017 με αριθμό κατάθεσης 1613/Π - ΠΤΑΝ/234/27-12-2017 ανακοπή των αιτούντων σε βάρος της καθ’ ης η αίτηση.
 ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ στους αιτούντες τη δικαστική δαπάνη της καθ’ ης η αίτηση, το ύψος της οποίας καθορίζει στο ποσό των διακοσίων (200) ευρώ.
Δημοσίευση σχολίου