Κυριακή, 13 Ιανουαρίου 2019

Νόμος 2842/ 2000, αντικατάσταση δραχμής από ευρώ, αγορά συναλλάγματος.

Άρθρο 1.

 Αντικατάσταση της δραχμής από το ευρώ

  1. Από την 1η Ιανουαρίου 2001 το ευρώ αντικαθιστά τη δραχμή ως
νόμισμα της Χώρας σύμφωνα με τους όρους των Κανονισμών (ΕΚ) 1103/97, (ΕΕ L 162/97), 974198, (ΕΕ L 139/98), 2866/98 (ΕΕ L 359/98) του Συμβουλίου, όπως ισχύουν και τις διατάξεις του παρόντος. Τα τραπεζογραμμάτια και τα κέρματα σε δραχμές διατηρούν την ιδιότητα του νόμιμου χρήματος στην ημεδαπή έως την 28η Φεβρουαρίου 2002.
2. Το ευρώ ως μέσο εξόφλησης υποχρεώσεων λαμβάνεται πάντοτε στην ονομαστική του αξία.

 Άρθρο 2.

Μετατροπές και στρογγυλοποιήσεις

  1. Κάθε χρηματικό ποσό εκφρασμένο σε δραχμές που πρόκειται να καταβληθεί ή να καταλογισθεί σε ευρώ μετατρέπεται και στρογγυλοποιείται σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 4 και 5 του Κανονισμού (ΕΚ) 1103/97 του Συμβουλίου.
  2. Κάθε χρηματικό ποσό εκφρασμένο σε ευρώ που πρόκειται να καταβληθεί ή να καταλογισθεί σε δραχμές μετατρέπεται σύμφωνα με τις διατάξεις των παραγράφων 1 έως και 3 του άρθρου 4 του Κανονισμού (ΕΚ) 1103/97 του Συμβουλίου και στρογγυλοποιείται στην πλησιέστερη δραχμή και ειδικότερα προς το άνω αν ο αριθμός μετά την υποδιοστολή είναι ανώτερος ή ίσος με πενήντα λεπτά της δραχμής και προς το κάτω αν είναι κατώτερος από πενήντα λεπτά.
  3. Χρηματικά ποσά σε ενδιάμεσους υπολογισμούς, τα οποία δεν πρόκειται να καταβληθούν ή να καταλογισθούν και εκφράζονται σε ευρώ και δραχμές, κατά τις ενδιάμεσες μετατροπές, στρογγυλοποιούνται τουλάχιστον στο δεύτερο δεκαδικό ψηφίο, χωρίς να αποκλείεται συμβατικά μεγαλύτερος βαθμός ακριβείας.
  Η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται σε μετατροπές νομισματικών ποσών από μια εθνική νομισματική μονάδα σε άλλη.
  4. Οι ενδιάμεσοι υπολογισμοί καλύπτουν όλα τα στάδια κατά το οποίο το μετατρεπόμενο χρηματικό ποσό δεν συνιστά αφ` εαυτού χρηματική οφειλή, αλλά αποτελεί στοιχείο σε μια αλληλουχία πράξεων η οποία δύναται να οδηγήσει στη δημιουργία χρηματικής οφειλής.
  5. Διαφορές οπό στρογγυλοποιήσεις χρηματικών ποσών σε ευρώ ή δραχμές που πρόκειται να καταβληθούν ή να καταλογισθούν, εφόσον προκύπτουν από την ορθή  εφαρμογή των διατάξεων του Κανονισμού (ΕΚ) 1103/1997 του Συμβουλίου και των διατάξεων του παρόντος, δεν επηρεάζουν τον απαλλακτικό χορακτήρα των σχετικών πληρωμών ή την ακρίβεια των σχετικών εγγραφών και δεν αναζητούνται.
  6. Με αποφάσεις του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και του κατά περίπτωση αρμόδιου Υπουργού, είναι δυνατόν να επιβάλλεται μεγαλύτερος βαθμός ακριβείας σε στρογγυλοποιήσεις κατά τις μετατροπές των ως άνω χρηματικών ποσών σε ενδιάμεσους υπολογισμούς και γενικότερα να ρυθμίζονται θέματα μετατροπών από δραχμές σε ευρώ και αντίστροφο, καθώς και στρογγυλοποιήσεων.

Άρθρο 3

Αντικατάσταση επιτοκίων

  1. Οποιοδήποτε αναφορά στο διατραπεζικό επιτόκιο δανεισμού Αθηνών (ΑΤΗΙΒΟR), που προβλέπεται σε υφιστάμενες νομικές πράξεις κατά την έννοια του άρθρου 1 του Κονονισμού (ΕΚ)1103/1997 του Συμβουλίου, αντικαθίσταται αυτοδικαίως από αναφορά στο επιτόκιο ΕURIΒΟR, στο οποίο λαμβάνονται υπόψη, ως βάση υπολογισμού των τόκων, οι πραγματικές ημέρες και το έτος των 360 ημερών προσαρμοσμένο κατά το λόγο 365 προς 360, εφόσον δεν έχει πρβλεφθεί ή εάν δεν συμφωνηθεί ή ορισθεί αναφορά σε άλλο ισχύον επιτόκιο.
  2. Οι αναφορές σε θεσπιζόμενα από την Τράπεζα της Ελλάδος επιτόκια, που υπάρχουν σε νομοθετικές, διοικητικές, κανονιστικές διατάξεις ή σε συμβάσεις αντικαθίστανται από αναφορές στα αντίστοιχα επιτόκια της Ευρωπαικής Κεντρικής Τράπεζας. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της τρίτης παραγράφου του άρθρου 2 του Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος, η διάταξη αυτή δεν θίγει τη δυνατότητα των αρμόδιων αρχών ή των συναλλασσομένων να ορίσουν άλλη βάση προσδιορισμού των εν λόγω επιτοκίων.
  3. Η αντικατάσταση επιτοκίων που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος ή που διενεργείται δυνάμει άλλων διοικητικών ή κανονιστικών πράξεων, λόγω της αντικατάστασης της δραχμής αηό το ευρώ, δεν αποτελεί λόγο καταγγελίας, λύσης ή τροποποίησης συμβάσεων ή εκτελεστών τίτλων, μονομερώς, χωρίς να αποκλείεται αντίθετη συμφωνία των μερών.

Άρθρο 4

Αγορά συναλλάγματος

  1. Το άρθρο 1 του ν.1083/1980 αντικαθίσταται ως εξής:
" Τα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα και έχουν εξουσιοδοτηθεί να ηραγματοποιούν πράξεις σε συνάλλαγμα, διενεργούν ελεύθερα για ίδιο λογαριασμό και με δικό τους κίνδυνο πάσης φύσεως πράξεις σε συνάλλαγμα και ξένα τραπεζικά γραμμάτια, σύμφωνα με τις εκάστοτε ισχύουσες διατάξεις."
Καταργούνται οι λοιπές διατάξεις του ν.1083/1980, πλην των διατάξεων του άρθρου 7, της παραγράφου 4 του άρθρου 8 και του άρθρου 9 του νόμου αυτού, καθώς και οι διατάξεις του άρθρου 1 του ν.δ. 229/1973.
  2. Τα πιστωτικό ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα, για τις συναλλαγές με τους πελάτες τους, εκδίδουν ημερήσια δελτία τιμών αγοράς και πώλησης συναλλάγματος και ξένων τραπεζικών γραμματίων τα οποία και δημοσιεύουν. Τα ποσοτικά όρια και η απόκλιση μεταξύ των τιμών αγοράς και πώλησης συναλλάγματος και ξένων τραπεζικών γραμματίων, που περιλαμβάνονται στα δελτία αυτό, καθορίζονται ελεύθερα.
  3. Η Τράπεζα της Ελλάδος δημοσιεύει δελτία τιμών αναφορός του ευρώ προς τα ξένα νομίσματα με βάση τα αντίστοιχα δελτία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να εκδίδει ημερήσιο δελτίο τιμών αγοράς και πώλησης συναλλάγματος και ξένων τραπεζικών γραμματίων για τις ανάγκες των καταστημάτων της.
  4. Onοιαδήποτε αναφορά σε επίσημη τιμή συναλλάγματος ή σε μέση τιμή (fixing) της δραχμής προς τα ξένα νομίσματα, σε νομοθετικές, διοικητικές, κανονιστικές ή συμβατικές διατάξεις, αντικαθίσταται από την, σύμφωνα με την παρόγραφο 3 του παρόντος άρθρου, σχετική τιμή αναφοράς, εφόσον δεν έχει προβλεφθεί ή δεν έχει συμφωνηθεί ούτε οριστεί αναφορά σε άλλη συναλλαγματική ισοτιμία.
  5. Ο έλεγχος και η εποπτεία των πιστωτικών ιδρυμάτων, όσον αφορά την εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος, ασκείται αηό την Τράπεζα της Ελλάδος σύμφωνα με τις διατάξεις του Καταστατικού της.
  6. Με πράξεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, είναι δυνατόν να καθορίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια σχετική με τα θέματα που ρυθμίζονται από τις προηγούμενες παραγράφους.
  "6. Ορίζεται ως ειδική αργία, η 2α Ιανουαρίου 2001, ημέρα Τρίτη, για την Τράπεζα της Ελλάδος, το χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών Α.Ε., το Κεντρικό Αποθετήριο Αξιών Α.Ε., το Χρηματιστήριο Παραγώγων Αθηνών, την Εταιρεία Εκκαθάρισης Συναλλαγών επί Παραγώγων (ΕΤ.Ε.Σ.Ε.Π.), καθώς και για τις ακόλουθες κατηγορίες επιχειρήσεων:
α) πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα στα οποία περιλαμβάνονται τα ελληνικά πιστωτικά ιδρύματα και τα υποκαταστήματα των αλλοδαπών τραπεζών,
β) επιχειρήσεις παροχής επενδυτικών υπηρεσιών,
γ) ανώνυμες χρηματοδοτικές εταιρείες,
δ) Ανώνυμες Εταιρείες Διαχείρισης Αμοιβαίων Κεφαλαίων.
Κατά την ημέρα αυτή τα ανωτέρω ιδρύματα και επιχειρήσεις λειτουργούν, για τις διατραπεζικές συναλλαγές καθώς και για τις συναλλαγές με το Δημόσιο, μη επιτρεπομένης όμως της διενέργειας οποιασδήποτε συναλλαγής μεταξύ αυτών και του κοινού."

    *** Η παρ.6 προστέθηκε με την παρ.2 άρθρ.36 Ν.2874/2000, ΦΕΚ Α 286/29.12.2000. 

Άρθρο 5

Ρήτρες συναλλάγματος, χρυσού, χρυσών νομισμάτων και τιμαρίθμου

  1. Καταργούνται οι διατάξεις του ν. 362/1945, το άρθρο 2 του ν. 944/1946 και γενικά κάθε διάταξη που απαγορεύει τη συνομολόγηση απαιτήσεων και υποχρεώσεων στην Ελλάδα: α) σε συνάλλαγμα, χρυσό ή χρυσά νομίσματα, β) σε εγχώριο νόμισμα, εφόσον το ποσό των απαιτήσεων και υποχρεώσεων αφήνεται να ηροσδιοριστεί από την τιμή του συναλλάγματος, του χρυσού, χρυσών νομισμάτων ή του τιμαρίθμου.
  2. Μετά το πρώτο εδάφιο της παρ. 1 του άρθρου 15 του ν. 2771/1999 προστίθεται νέο εδάφιο ως εξής:
"Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να θέτει τους όρους αγοράς και πώλησης χρυσού και χρυσών νομισμάτων και από άλλα πρόσωπα".
3. Οι διατάξεις του παρόντος νόμου, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων της τρίτης παρογράφου του άρθρου 2 του Καταστατικού της Τράπεζας της Ελλάδος, δεν θίγουν τις αρμοδιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος που αφορούν τη θέσπιση, από αυτήν, κανόνων πλαισίου αγοράς και πώλησης συναλλάγματος, ξένων τραπεζογραμματίων, χρυσού και χρυσών νομισμάτων ή την απαγόρευση της διενέργειας των πράξεων αυτών από πιστωτικό Ίδρυμα, άλλο νομικό ή από φυσικό πρόσωπα.
-----

Αναγκαστικός νόμος 362/ 1945: Περί Νομισματικής διαρρυθμίσεως. 

Άρθρον 1.

1. Ο υπ` αριθ. 18 νόμος της 10 Νοεμβρίου 1944 "περί νομισματικής διαρρυθμίσεως" (1) καταργείται, πλήν των άρθρων 5, 6 και της παρ.3 του άρθρου 7. άτινα ταραμένουσιν εν ισχύϊ.
2. Εν τέλει της παρ.2 του άρθρου 5 του αυτού νομού προστίθενται τα εξής: "ειδικός νόμος θέλει ορίση επίσης τον τρόπον καθ` ον θέλει ρυθμισθεί  το ζήτημα των παρά ταμιευτήριοις μικρών καταθέσεων.

Άρθρον 2.

1. Η νομισματική μονάς εν Ελλάδι είναι η δραχμή.
2. Τα υπό της Τραπέζης της Ελλάδος εκδιδόμενα τραπεζαγραμμάτια εκπεφρασμένα εις πολλαπλάσια της νομισματικής μονάδος αποτελούν το νομίμως κυκλοφορούν χρήμα εν τη Χώρα. Τα δια λογαριασμόν  κυκλοφορούν  ως νόμιμον χρήμα εντός των υπό ως μέσον εξοφλήσεως υποχρεώσεων λαμβάνεται πάντοτε  εποί τη ονομαστική της αξία, τηρουμένων των διατάξεων  του άρθρου 5 του υπ` αριθ.18 νόμου της 10 Νοεμβρίου 1944 ως τούτο ετροποποιήθη δια της παρ.2 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου.

Άρθρον 3.

1.  Η ισοτιμία της δραχμής προς τον χρυσόν, την Αγγλικήν λίραν και το δολάριον των Ηνωμένων Πολιτειών ορίζεται υπό της Τραπέζης της Ελλάδος και γνωστοποιείται δι` ειδικού δελτίου, όπερ δημοσιεύεται εις την Εφημερίδα  της Κυβερνήσεως  και εις τον ημερήσιον Τύπον. - Η ισοτιμία προς τα λοιπά νομίσματα προσδιορίζεται υπό της Τραπέζης της Ελλάδος επί τη βάσει της σχέσεως αυτών προς την Αγγλικήν λίραν εν τη επισήμω αγορά Λονδίνου.
2. Η ούτω καθοριζομένη ισοτιμία αποτελεί την νόμιμον τιμήν του συναλλάγματος, ήτις μόνη λαμβάνεται υπ` όψιν παρά τω Δικαστηρίων και λοιπών αρχών και παρά των ιδιωτών προς ρύθμιση των εις συνάλλαγμα  νομίμων  οφειλών.
3. Αι στρατιωτικαί λίραι Αγγλίας, αίτινες απεσυρθησαν της κυκλοφορίας συμφώνως προς τον υπ` αριθ. 342 της 28 Μαϊου 1945 (1) νόμον δεν αποτελούν εφεξής νόμιμον χρήμα, θα εξακλουθούν όμως να ανταλλάσωνται παρά της Τραπάζης της Ελλάδος δια δραχμών με την δια του άρθρ.1 του υπ` αριθμ.18 νόμου της 10 Νοεμβρ.1944 ορισθείσαν ισοτιμία των δραχμών 600 κατά λίραν μέχρι και της 15ης Ιουνίου 1945. Μετά την προθεσμίαν ταύτην, αι στρατιωτικαί λίραι ούτε ανταλλάσονται ούτε γίνονται δεκταί  εις τα Ταμεία της Τραπέζης η του Δημοσίο.
4. Εις τους δικαιούχους εμβάσματα μέχρι 500 δολλαρίων η 30 λιρών κατ` άτομον η εκατόν είκοσι πέντε λιρών Αγγλίας κατά οικογένειαν μηνιαίως, εις ους κατεβλήθη η αξία από 1ης  Μαρτίου 1945 μέχρι και της 4ης Ιουνίου ε.ε με την τότε ισχύουσαν ισοτιμίαν των δραχμών 150 κατά δολλάρια και 600 δραχμών κατά λίραν καταβάλλεται πρόσθετον ποσόν εις ετέρων 150  δραχμών κατά δολλάριον και 600 δραχμών κατά λίραν, εις συμπλήρωσιν της ενισχύσεως εις ην απέβλεψεν ο αποστολεύς των εμβασμάτων.

Άρθρον 4.

1. Πάσα δικαιοπραξία έγγραφος η προφορική εξ ης πηγάζουν αξιώσεις η υποχρεώσεις  προς καταβολήν τιμήματος η μισθώματος πράγματος η αμοιβής πάσης φύσεως υπηρεσιών η έργου υπέρ προσώπου διαμένοντος εν Ελλάδι δύναται να συνομολογήται μόνον εις δραχμάς.
Η ρήτρα εν δικαιοπραξία δι`ης, παρά την διάταξιν της προηγουμένης παραγράφου συνομολογούνται αξιώσεις  και υποχρεώσεις εν Ελλάδι εις χρυσόν, νομίσματα, η συνάλλαγμα, η εις δραχμάς μεν, ων όμως το ποσόν αφίεται να προσδιορισθή εκ της τιμής του χρυσού η των χρυσών νομισμάτων η του συναλλάγματος, η του τιμαρίθμου είναι άκυρος.  Εν τη περιπτώσει ταύτη το αρμόδιον δικαστήριον προσδιορίζει κατά την κρίσιν αγαθού ανδρός την δικαίαν αντιπαροχήν, ήτις όμως δεν δύναται να είναι ανωτέρα του εις δραχμάς ισαξίου του εν τη ρήτρα αναφερομένου ποσού χρυσών νομσιμαων η συναλλάγματος επί τη βάσει της κατάτο άρθρον 2 του παρόντος νομίμου τιμής αυτών κατά την ημέραν τη συνομολογήσεως της δικαιοπραξίας, εφ` όσον και το αύτω προκύπτον ποσόν εις δραχμάς  δεν ήθελε θεωρηθή ως υπέρογκον.
3. Η διάταξις της προηγουμένης παραγράφου ισχύει και επί πάσης ρήτρας περιεχομένης εις δικαιοπραξίας υφισταμένας κατά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος νόμου.
4. Αι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν έχουσιν εφαρμογήν εις ας περιπτώσεις νόμοι ισχύοντες  κατά την 26ην Απριλίου 1941 επιτρέπουσι την συνομολόγησιν υποχρεώσεων εις ξένον νόμισμα η συνάλλαγμα.
5. Οστις, παρά τας διατάξεις των παρ.παρ.1 και 2 του παρόντος άρθρου, συνομολογεί αξιώσεις  και υποχρέωσεις εν Ελλάδι εις χρυσόν, χρυσά νομίσματα η συνάλλαγμα, η εις δραχμάς μεν, ως όμως το ποσόν αφίεται να προσδιορισθή εκ της τιμής του χρυσού, των χρυσών νομισμάτων, του συναλλάγματος, η του τιμαρίθου, τιμωρείται  με χρηματικήν ποινήν ίσην προς το διπλάσιον μέχρι του δεκαπλασίου της αξίας του αντικειμένου της ενοχής και με φυλάκισιν από 6 μηνών μέχρι τριών ετών. Με τας αυτάς  ποινάς τιμωρείται και όστις απαιτεί τίμημα η μίσθωμα η άλλην παροχήν εις χρυσόν η εις τας ως άνω νομίσματα. - Ο καταδικαζόμενος στερείται του ευεργητήματος της μετατροπής της ποινής και της αναστολής της εκτελέσεως αυτής. - Ο αναλαβών την υποχρέωσιν όπως καταβολή τας κατά το προηγούμενον εδάφιον απηγορευμένας  παροχάς απαλλάσσεται πάσης ποινής, άν κατά την κρίσιν του δικαστηρίου καθίσταται πιθανόν ότι ο αντισυμβαλλόμενος δικαιούχος εξεμεταλλεύθη την κατάστασιν ανάγκης  εις ην ευρίσκετο ούτος κατά την συνομολόγησιν της δικαιοπραξίας. Ως κατάστασις  ανάγκης δεν δύναται να θεωρηθή η επιθυμία προς εξασφάλισιν της κτήσεως  η της χρήσεως του αντικειμένου η της υπηρεσίας προς μεταπώλησιν η προς παραγωγήν. - 5. Εάν ο παραβάτης των διατάξεων του παρόντος άρθρου ασκεί παραγωγικήν, η εμπορικήν, η άλλης φύσεως επιχείρησιν, πλην των κατά την προηγουμένην παραγραφον ποινών, εις ας υπόκειται, στερείται και του δικαιώματος να μετάσχη των υπό του Κράτους η Οργανώσεων διανεμομένων ειδών, οίον πρώτων υλών, μηχανημάτων, εργαλείων η άλλων μέσων παραγωγής, η ειδών παραχωρουμένων εις τον ασκούντα την επιχείρησιν προς διανομήν εις  το κοινόν.

Άρθρον 5. 

1. Η αγορά και η πώλησις χρυσού, χρυσών νομισμάτων και συναλλάγματος αποτελεί μονοπώλειον ου η άσκησις ανατίθεται εις την Τράπεζαν της Ελλάδος.
2. Δι` αποφάσεως του Υπουργού των Οικονομικών και του Διοικητού της Τραπέζης της Ελλάδος λαμβανομένης μετά  πρότασιν του τελυταίου τούτου, δύναται ν` ανατεθή η συμφώνως προς τους εκάστοτε ισχύοντας νόμους αγορά και πώλησις συναλλάγματος  και εις άλλας Τράπεζας η Δημοσίους Οργανισμούς.
3. Οστις, παρά τας διατάξεις του παρόντος άρθρου, πωλεί η αγοράζει χρυσόν, χρυσά νομίσματα, η συνάλλαγμα η μεσολαβεί, παρέχει η αποδέχεται εντολήν προς τούτο τιμωρείται με τας εν τω πρώτω εδαφίω της παρ.5 του άρθρου 4 του παρόντος οριζομένας ποινάς. Το αντικείμενον της συναλλαγής δημεύεται υπέρ του Δημοσίου. -  Ο καταδικαζόμενος  στερείται του ευρεγητήματος της μετατροπής της ποινής και της αναστολής της εκτελέσεως αυτής.

Άρθρον 6.

Απαγορεύεται η αναγραφή εις τον τύπον ή η καθ` οιονδήποτε άλλον τρόπον δημοσίευσις τιμών χρυσού, χρυσών νομισμάτων η συναλλάγματος πραγματοποιουμένων εις παρανόμους συναλλαγάς. - Παραβάτης τιμωρείται με  χρηματικήν ποινήν η φυλάκισιν η και με αμφοτέρας τας ποινάς.

Άρθρον 7. 

Αι διατάξεις του νόμου 5422/32, ως ούτος ετροποποιήθη και συνεπληρώθη δια των μέχρι της 26ης Απριλίου 1944 εκδοθέντων νόμων συμπεριλαμβανομένων και των ποινικών διατηρούνται εν ισχύϊ εφ` όσον δεν αντίκενται εις τον παρόντα νόμον. - Η ισχύς του παρόντος νόμου άρχεται από της δημοσιεύσεως του εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.

-------

Νόμος 5422/ 1932: Νόμισμα-Συνάλλαγμα.

Αρθρο 1.

  1. Αναστέλλεται η ισχύς των κατωτέρω διατάξεων: α) Του άρθρου 5 του από 10 Νοεμ. 1927 Ν.Δ/τος "περί κυρώσεως της 27 Οκτ. 1927 συμβάσεως περί παραιτήσεως της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος από του προνομίου εκδόσεως τραπεζικών γραμματιών κλπ." του κυρωθέντος δια του υπ` αριθ. 3424 νόμου, β) των εξής άρθρων του καταστατικού της Τραπέζης της Ελλάδος: της πρώτης περιόδου του άρθρ. 4, των άρθρ.5, 61,63,64 και της πρώτης περιόδου της πρώτης παραγράφου του άρθρ.65.
2. Η δραχμή ως μέσον εξοφλήσεως των εις δραχμάς υποχρεώσεων λαμβάνονται επί της ονομαστικής αξίας.

Αρθρον 2.

  1. Η αγορά και πώλησις χρυσού και χρυσών νομισμάτων ασκείται μονοπωλιακώς παρά της Τραπέζης της Ελλάδος. Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να ανατεθεί δι` ειδικής εντολής την αγοράν χρυσού δια λογαριασμόν αυτής εις τινά των εν τη δευτέρα παραγράφω του παρόντος
άρθρου τραπεζών.)
"2.  Η  αγορά  και  πώληση συναλλάγματος και ξένων τραπεζογραμματίων  ασκείται από όλα τα πιστωτικά ιδρύματα που λειτουργούν στην Ελλάδα και  από άλλα πρόσωπα, που ορίζει η Τράπεζα  της  Ελλάδος.  Η  Τράπεζα  της  Ελλάδος  διατηρεί  το  δικαίωμα  να  απαγορεύει  τη διενεργεία πράξεων  συναλλάγματος από συγκεκριμένο πιστωτικό ίδρυμα ή πρόσωπο".
      ***Η παρ. 2 αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρο 26 του Ν. 2076/1992  (ΦΕΚ Α 130).
"3. Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να θέτει το γενικό κανονιστικό πλαίσιο των όρων και προϋποθέσεων της λειτουργίας, του ελέγχου και της εποπτείας των εξουσιοδοτημένων να διενεργούν πράξεις αγοράς και πώλησης συναλλάγματος προσώπων, νομικών ή φυσικών, ιδίως των πιστωτικών
ιδρυμάτων και των ανταλλακτηρίων συναλλάγματος.
"Τα ανταλλακτήρια συναλλάγματος λειτουργούν ως ανώνυμες εταιρείες κατόπιν αδείας της Τράπεζας της Ελλάδος. Για την άσκηση άλλων δραστηριοτήτων παράλληλα προς την κατά τα ανωτέρω κύρια δραστηριότητά τους, τα ανταλλακτήρια συναλλάγματος οφείλουν να έχουν λάβει ειδική άδεια από την Τράπεζα της Ελλάδος.
 Το κανονιστικό πλαίσιο για τα ανταλλακτήρια συναλλάγματος μπορεί να προβλέπει την υποχρέωση καταβολής ελάχιστου μετοχικού κεφαλαίου μεγαλύτερου από το προβλεπόμενο για τις ανώνυμες εταιρείες, τη διαφοροποίησή του, ανάλογα με τον αριθμό των λειτουργούντων καταστημάτων και τους εν γένει αναλαμβανόμενους κινδύνους, καθώς και την κατάθεση μέρους του στην Τράπεζα της Ελλάδος υπό μορφή εγγύησης για τις κυρώσεις της παραγράφου 4 του παρόντος άρθρου."
*** Το δεύτερο εδάφιο της παρ.3 αντικαταστάθηκε ως άνω  με το άρθρο 14 Ν.3483/2006,ΦΕΚ Α 169/7-8-2006.
Το ως άνω κανονιστικό πλαίσιο καταλαμβάνει και τα πρόσωπα που ήδη διενεργούν πράξεις αγοράς και πώλησης συναλλάγματος, μετά πάροδο προθεσμίας συμμόρφωσης που θέτει η Τράπεζα της Ελλάδος.
Η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται να καθορίζει ότι οι δαπάνες ελέγχου βαρύνουν τα ελεγχόμενα πρόσωπα. Στην περίπτωση αυτή προσδιορίζει επίσης το είδος, την έκταση και τον τρόπο είσπραξης των δαπανών, οι οποίες μπορεί να διαφοροποιούνται κατά κατηγορία ελεγχομένων προσώπων.
*** ΠΡΟΣΟΧΗ: Οι διατάξεις του τετάρτου και του πέμπτου εδαφίου της παρ. 3 ΚΑΤΑΡΓΗΘΗΚΑΝ με την παρ.15 άρθρου 92 Ν.3601/2007, ΦΕΚ Α 178/1.8.2007.
4. Η Τράπεζα της Ελλάδος θεσπίζει πλαίσιο διοικητικών κυρώσεων και προσδιορίζει τις λεπτομέρειες εφαρμογής τους, κατά των προσώπων που ενεργούν κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου αυτού, των κανονιστικών και ατομικών πράξεων της Τράπεζας της Ελλάδος που εκδίδονται κατ' εφαρμογή του παρόντος και της εν γένει συναλλαγματικής νομοθεσίας. Οι κυρώσεις αυτές μπορεί να συνίστανται ιδία σε διοικητικά πρόστιμα, τα οποία αποτελούν έσοδα του Δημοσίου και εισπράττονται κατά τις διατάξεις περί είσπραξης δημοσίων εσόδων, καθώς και στην αναστολή λειτουργίας ή την οριστική ανάκληση της άδειας της λειτουργίας, η οποία, προκειμένου περί ανταλλακτηρίων συναλλάγματος, επιφέρει αναγκαστικά τη θέση της εταιρίας υπό εκκαθάριση.
Τα διοικητικά πρόστιμα υπολογίζονται είτε (α) ως ποσοστό, μέχρι τριάντα επί τοις εκατό (30%), επί της αξίας του αντικειμένου της παράβασης είτε (β) ως εφάπαξ ποσό, μέχρι δραχμών ογδόντα εκατομμυρίων (80.000.000), το οποίο ποσό μπορεί να αναπροσαρμόζεται τιμαριθμικά με πράξη του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος.
Οι διατάξεις της παραγράφου αυτής δεν θίγουν την ισχύ των διατάξεων της παραγράφου 10 του άρθρου 26 του ν. 2076/1992.
5. Ανεξαρτήτως διοικητικών κυρώσεων, οι παραβάτες των διατάξεων του άρθρου αυτού και των κατύ εφαρμογή των εκδιδομένων κανονιστικών και ατομικών πράξεων της Τράπεζας της Ελλάδος τιμωρούνται κατά τους όρους και με τις ποινές του άρθρου 458 του Ποινικού Κώδικα.
6. Οι κατά το παρόν άρθρο αρμοδιότητες της Τράπεζας της Ελλάδος ασκούνται με πράξεις του Διοικητή της ή των υπύ αυτού εξουσιοδοτημένων οργάνων".
   *** Οι παρ. 3-6 προστέθηκαν με το άρθρο 15 Ν.2515/1997 Α 154/25-7-97

Αρθρον  3.

  1. Αι επί προθεσμία πράξεις επί του συναλλάγματος έναντι δραχμών απαγορεύονται. αι επί προθεσμία πράξεις επί συναλλάγματος επιτρέπονται.
2. Κατ` εξαίρεσιν επιτρέπεται εις τας κατά το άρθρο 2 τράπεζας και αγοράζωσι και πωλώσι συνάλλαγμα επί προθεσμία προς εξυπηρέτησιν των αναγκών της εξαγωγής και εισαγωγής, υπό τον όρον ότι οι πράξεις ούτοι θα ανταποκρίνονται εις πραγματικός και εξακριβωμένος υπό των τραπεζών ο όγκος του εξαγωγικού και εισαγωγικού εμπορίου, συμφώνως προς τους όρους του εδαφ.β` της παρ. 1 του άρθρ.4 καθώς και του άρθρ. 5. Προκειμένου περί των αναγκών της εισαγωγής η προθεσμία ούτη δεν δύναται να υπερβή το τρίμηνον.
  3. Αι πράξεις μεταφοράς επί συναλλάγματος απαγορεύονται , πλην επί των περιπτώσεων της προηγουμένης παραγράφου και εφ` όσο συντρέχουσιν οι αυτοί όροι.

Άρθρον 4.

  1. Η πώλησις συναλλάγματος και ξένων τραπεζικών γραμματιών υπό των εν παρ. 2 του άρθρ.2 οριζομένων τραπεζών εις την πελατείαν αυτών επιτρέπεται μόνον εφ` όσον η ζήτησις σκοπεί πράγματι την εξυπηρέτησις τινός των κατωτέρω οριζομένων αναγκών: α) Των αναγκών του Δημοσίου και των δημοσίων ιδρυματων και επιχειρήσεων. β)Των πραγματικών και εξηκριβωμένων αναγκών εισαγωγικού εμπορίου εφ` όσν κατά τας εκάστοτε ισχύουσας διατάξεις επιτρέπεται η εισαγωγή. Η χορήγησις γίνεται επί τη προσαγωγή της φορτωτικής και πιστοποιητικού της τελωνειακής αρχής ότι εισήλθε το εμπόρευμα ή προκειμένου περί προπληρωμής, επί προσαγωγή των
πιστοποιητικών της αγοράς και των όρων της πληρωμής εγγράφων και υπευθύνου εγγράφου  δηλώσεως του εισαγωγέως ότι θέλει πιστοποιήσει δια των ανωτέρω αναφερομένων φορτωτικών και αποδειξέων των τελωνειακών αρχών την εισαγωγήν εντός προθεσμίας μηνός από της παροχής του συναλλάγματος. Η χορηγούσα το συνάλλαγμα τράπεζα οφείλει να σημειώσει εμφανώς επί των δικαιολογητικών εγγράφων την γενομένην χορήγησιν και ν` ακυρώση ταύτα προς αποφυγήν πολλαπλής χρήσεως. γ) Των ευλόγων αναγκών των εν τη αλλοδαπή αναχωρούντων. Η εν αλλοδαπή διαμονή πιστοποιείται δια προσαγωγής πιστοποιητικού της αρμόδιας προξενικής αρχής, η δε πρόθεσις αναχωρήσεως δια της προσαγωγής του διαβατηρίου και του εισητηρίου σιδηροδρόμου ή ατμοπλοίου. Προς χορήγησιν συναλλάγματος διά τος εν τω παρόντι εδαφίω αναφερομένας ανάγκας απαιτείται ειδική άδεια της παρά τη Τραπέζη της Ελλάδος, επιτροπής του συναλλάγματος ήτις οφείλει εν πάση περιπτώσει να αρνηθή την άδειαν, αν ο αιτών δεν δηλώση υπευθύνως και εγγράφως ότι δεν κέκτηται ίδιον διαθέσιμον συνάλλαγμα εν τη αλλοδαπή. δ) Των αποδεδειγμένων αναγκών πληρωμής οφειλών εις συνάλλαγμα προς την αλλοδαπήν, εφ` όσον αύται απορρέουσιν εξ εμπορικών
συναλλαγών και συνωμολογήθησεον μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος νόμου. Ο έλεγχος των αποδεικτικών της οφειλής εγγράφων γίνεται υπό της χορηγούσης το συνάλλαγμα της τραπέζης, ως δικαιολογητικά δε έγγραφα θεωρούνται αι φορτωτικαί και οι αποδείξεις τελωνειακών αρχών περί της προηγειθήσας εισαγωγής, μετά των αρχικών συμβολαίων, εξ ών να εμφαίνωνται οι όροι της πληρωμής. ε) "Των αποδεδειγμένων αναγκών εξυπηρετήσεως ομολογιακών δανείων εις συνάλλαγμα πληρωτέων εν τη αλλοδαπή.
Η χορήγησις του απαιτούμενου συναλλάγματος εν όλω ή εν μέρα γίνεται αδεία της Τραπέζης της Ελλάδος, παρεχόμενη μετ`απόφασιν της Επιτροπής συναλλαγμάτος".
  *** Η εντός " " περιπτώσεις ετροποποιήθη ως άνω διά του άρθρου μόνου του Α.Ν. της 22/28 Οκτ. 1932.
ς) Πάσης άλλης πραγματικής οικονομικής ανάγκης, ην απόφσις των υπουργών των Οικονομικών και της Εθνικής Οικονομίας, λαμβανομένη μετά γνώμην της Τραπέζης της Ελλάδος, ήθελεν ορίσει.
2. Επιτρέπεται επίσης, η παρά των εν τη πρώτη παραγράφω του παρόντος άρθρου αναφερομένων τραπεζών χορήγησις συναλλάγματος προς τμηματικήν εξόφλησιν οφειλών εις συνάλλαγμα προς την αλλοδαπήν, αίτινες απορρέουσιν εξ εμπορικής συναλλαγής και συνωμολογήθησαν προς της ισχύος του παρόντος νόμου, μόνου κατόπιν αδείας της παρά τη Τραπέζη της Ελλάδος επιτροπής του συναλλάγματος, ήτις ορίζει και το εκάστοτε χορηγητέον ποσόν επί εκάστης οφειλής.
  Απαγορεύεται η υπό οιανδήποτε μορφήν δικαστική επιδίωξις των ανωτέρω απαιτήσεων, εφ` όσον ο οφειλέτης αποδείξη δι` εγγραφου πιστοποιήσεως της επιτροπής του συναλλάγματος, ότι δεν έτυχε αδείας αγοράς συναλλάγματος προς τμηματικήν εξόφλησιν της οφειλής, καίτοι εζήτησε τοιούτην διά ποσόν ίσον προς 10% του ποσού της οφειλής δι` έκαστην τουλάχιστον εξαμηνιαίαν.
  Υπό τους αυτούς όρους απαγορεύεται και η αναγκαστική εκτέλεσις, ως και η λήψις παντός συντηρητικού μέτρου, πλην της προσημειώσεως.
Ως τόκος υπερημερίας τω τοιούτων οφειλών, εφ` όσον δεν είναι συμφεφωνημένος, ορίζεται ο μέσος όρος του προεξεφλητικού τόκου της ημεδαπής και της χώρας του δανειστού, οφειλόμενος και άνευ οχλήσεως, από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος.
Ο τε δανειστής και ο οφειλέτης των εις την παρούσαν παράγραφον υπαγομένων οφειλών υποχρεούνται να δηλώσωσιν εις την Τράπεζαν της Ελλάδος το ποσόν, το είδος του νομίσματος, την πηγήν, και πον έτερον στοιχείον της οφειλής εντός προθεσμίας μηνός από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος νόμου.
*** Βλ. και άρθρ.1 του Ν.Δ. της 14/14 Ιουλ.1932 ως επίσης και άρθρ.2 Νόμ.5552/1932 και πληθώρα νεωτέρων ρυθμίσεων.

Άρθρον 5.

  1. Αι μέχρι τούδε ισχύουσαι διατάξεις περί των υποχρεώσεων των εξαγωγέων παντός είδους προϊόντων, ως αύται συνεπληρώθησαν διά των κατ` εξουσιοδότηση εκδοθεισών αποφάσεων, διατηρούνται και εφεξής εν ισχύϊ, δυνάμενοι να συμπληρωθώσι κα τροποποιθώσι κατά τας αυτάς διατάξεις.
   ***  Βλ. και παρ. 2 άρθρ.1 Ν.5552/1932
  Οι οφειλέται συναλλάγματος εκ πραγματοποιηθείσης εξαγωγής, υποχρεούνται να παραδώσωσι το συνάλλαγμα εις την Τράπεζα της Ελλάδος εντός των νομίμων προθεσμιών επί τη προ της ισχύος του παρόντος νόμου ισοτιμίας.
Τράπεζαι, παρ. αίς είναι κατατεθειμένον τοιούτον συνάλλαγμα επ` ονόματι των εξαγωγέων, η αίτινες ήθελαν εισπράξει μεταγενεστέρως τοιούτον συνάλλαγμα, υποχρεούνται άνευ άλλης εντολής, να παραδώσωσι το συνάλλαγμα τούτο εις την Τράπεζα της Ελλάδος επί καταβολή παρ`αυτής της αξίας επί της ώς άνω ισοτιμίας, πιστούσαι με το ισότιμον τον δικαιούχον. Η πίστωσις αύτη λογίζεται ως πλήρης εξόφλησις.
2. Οι μετά την έναρξιν της ισχύος του παρόντος νόμου εξάγοντες προϊόντα παντός είδους, τηρούντες τας κατά την πρώτην παράγραφον, διατάξεις, οφείλουσι να πωλήσωσι το εις συνάλλαγμα αντίτιμον εις τινά των κατά το άρθρ.2 τραπεζών.
Διά Δ/τος εφ`άπαξ εκδιδομένου, μετ` απόφασιν του Υπουργικού Συμβουλίου, ορίζεται ποσοστόν, μη δυνάμενον να υπερβή τα 30%, του συναλλάγματος τούτου διά κατηγορίας ή είδη προϊόντων, όπερ ο εξαγωγεύς θα υποχρεούται να πωλήση εις την Τράπεζαν της Ελλάδος επί τη πρό της ισχύος του παρόντος νόμου ισοτιμία. Το υπόλοιπον του συναλλάγματος,τούτου καταβάλλεται εις δραχμάς,επί τη τρεχούση τιμή της ημέρας της πωλήσεως.
"Διά Δ/των, εκδιδομένων προτάσει των υπουργών των Οικονομικών και της Εθνικής Οικονομίας, δύνανται να ελλατούνται ή καταργούνται τα κατά την ανωτέρω διάταξιν ορισθέντα ποσοστά".
*** Τα εντός "εδάφιον ετροποποιήθη ως άνω του Νόμ. 6330/1934.
Η Τράπεζα καταβάλλει εις τον δικαιούχον το ως άνω αντίτιμον μόνον τη εγγράφω πιστοποιήσει του δικαιούχου, ότι διά την παρασκευήν, συσκευασίαν και αποστολήν του εξαχθέντος προϊόντος δεν εχρησιμοποιήθησαν υλικά, διά την προμήθειαν των οποίων εχορηγήθη αυτώ συνάλλαγμα υπό της Τραπέζης της Ελλάδος, ή ότι το τυχόν χορηγηθέν συνάλλαγμα επεστράφη προς την τράπεζαν τούτην επί της προ της ισχύος του παρόντος νόμου ισοτιμία.

Άρθρον 6.

  1. Αι πάσης φύσεως εις συνάλλαγμα οφειλαί αι πληρωτέαι εν Ελλάδι εξοφλούνται εις δραχμάς επί τη τρεχούση τιμή της ημέρας της εξοφλήσεως. Επί τη ούτη τιμή αποδίδονται και οι εις συνάλλαγμα παρά τραπέζης καταθέσεις, πλην των καταθέσεων των ανηκουσών εις μονίμως κατοικούντος εν τη αλλοδαπή προ της ισχύος να αποδίδωνται και εις αυτούσιον συνάλλαγμα.
  2. Αι προ της 28 Σεπτ. 1931 υφιστάμενοι παρά τραπέζοις καταθέσεις όψεως και ταμιευτηρίου εις συνάλλαγμα εν τω εσωτερικώ καθίστανται απαιτηταί μετά πάροδον τριμήνου προθεσμίας από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος νόμου. Το αυτό ισχύει και επί των προ της 28 Σεπτ. 1931 καταθέσεων προθεσμίας, των καθισταμένων ληξιπροθέσμων προ της παρελεύσεως της τριμήνου προθεσμίας.
3. Μεταφορά των εις συνάλλαγμα καταθέσεων από τραπέζης εις τράπεζαν επιτρέπεται τη αιτήσει του καταθέτου μόνον αν μετατραπώσιν εις δραχμάς επί τη τρεχούση τιμή της ημέρας της μεταφοράς. Αν η τοιαύτη, κατάθεσις είναι εκ των εν παρ. 2 αναφερομένων, καθίστανται απαιτηταί μετά την πάροδον της εν τη αυτή παραγράφω τριμήνου προθεσμίας. Δύναται κατόπιν αδείας της Τραπέζης της Ελλάδος να μεταφέρεται η κατάθεσις και εις συνάλλαγμα εφ` όσον η οφειλέτις τράπεζα έχει ίδια διαθέσιμα.
4. Αι προς τας τραπέζας εις συνάλλαγμα οφειλαί εσωτερικού καθίστανται απαιτηταί μετά πάροδον τριμήνου προθεσμίας από της ενάρξεως της ισχύος του παρόντος νόμου, εφ` όσον ήθελαν καταστή ληξιπρόθεσμοι προ της παρόδου της προθεσμίας ταύτης, υπό την προϋπόθεσιν ότι διατηρούνται αι αρχικαί εγκρίσεις.
5. Αι πάσης φύσεως εις συνάλλαγμα οφειλαί των εν Ελλάδι τραπεζών προς την Τράπεζαν της Ελλάδος και προς αλλήλας εξοφλούνται εις συνάλλαγμα.
6. Αι εκ των κειμένων νόμων υποχρεώσεις των εν Ελλάδι τραπεζών προς απόδοσιν εις την Τράπεζαν της Ελλάδος του συναλλάγματος του απορρέοντος εξ εξαγωγής προϊόντων ή εξ υπεραγορών, εκτελούνται εις συνάλλαγμα επί τη προ της ισχύος του παρόντος νόμου ισοτιμία.

Άρθρον 8.

  Τρέχουσα τιμή συναλλάγματος εκάστης ημέρας, κατά τον παρόντα νόμον, είναι η τιμή, εις ην η Τράπεζα της Ελλάδος αγοράζει και πωλεί συνάλλαγμα.
Η Τράπεζα της Ελλάδος αναγράφει εις ειδικόν ημερήσιον δελτίον τας ισχυούσας τιμάς αγοράς και πωλήσεως συναλλάγματος κατά την πρωϊνήν και απογευματινήν έναρξιν των εργασιών της Τραπέζης.

Αρθρον 9.

  1. Απαγορεύεται εις τας τραπέζεις να αγοράζωσι δι` ίδιον λογαριασμόν ή δια λογαριασμόν πελατών των τίτλους εν ταις αγοραίς της αλλοδαπής και εάν οι τίτλοι ούτοι είναι ελληνικής εκδόσεως. Απαγορεύεται επίσης η χορήγησις συναλλάγματος προς τον σκοπόν τούτον.
2. Απαγορεύεται, εις τας Τραπέζας να επενδύωσιν εις συνάλλαγμα, ξένα νομίσματα ή άλλως ξένας αξίας τας εις δραχμάς καταθέσεις, τα μετοχικά κεφάλαια και τα αποθεματικά αυτών.
3. Απαγορεύεται εις τας τραπέζας να δημιουργώσιν απόθεμα συναλλάγματος εκ των ημερησίων αγορών και πωλήσεων.
Η Τράπεζα της Ελλάδος δικαιούται να αγοράζη παν τυχόν απομένον υπόλοιπον αγορών καθ` εκάστην ημέραν επί τη τιμή της κτήσεως.

Άρθρον 10.

1. Απαγορεύεται η άνευ αδείας της Τραπέζης της Ελλάδος εξαγωγή και η υπό ασφαλιστικών εταιρειών ασφάλεια χρηματογράφων, τοκομεριδίων και μερισματαποδείξεων ημεδαπών ή ξένων. Επίσης απαγορεύεται η εξαγωγή ξένων τραπεζιτικών γραμματίων άνευ της  ως άνω αδείας, πλην αν αύτη γίνεται υπό των εν άρθρ. 2 τραπεζών.
"Τράπεζαι ή άλλα ιδρύματα λειτουργούντα εν Ελλάδι υποχρεούνται όπως κατά την εις τους δικαιούχους παράδοσιν αυτουσίων τοκομεριδίων και μερισματαποδείξεων  προβαίνωσιν εις την σφράγισιν τούτων δι` επιθέσεως σφραγίδος εν η να αναγράφηται η επωνυμία της Τραπέζης ή Ιδρύματος, ο τόπος της παραδόσεως και η φράσις "NOT NECOCIABLE OUT OF GREECE".
***  Το εντός "εδάφιον προσετάθη δια του άρθρ. 3 του Α.Ν. της 22/22 Δεκ. 1932.

2. Απαγορεύεται η εξαγωγή δραχμών εις τραπεζικά γραμμάτια ή δι` επιταγών, πιστώσεων και παντός άλλου μέσου, πλην αν γίνεται υπό των εν. άρθρ. 2 τραπεζών και προέρχεται εξ αγοράς αντιστοίχου συναλλάγματος.

***  Η παρ. 2 είχεν ερμηνευθή δια του άρθρ. 3 Α.Ν. 479/1937, όπερ αντικατεστάθη δια του άρθρ. 2 Α.Ν. 800/1937, πλην τούτο αντικατεστάθη εκ νέου δια του άρθρ. 13 Α.Ν. 1704/1939.

  3. Απαγορεύεται η διεξαγωγή συναλλάγματος δι` επιταγών, πιστώσεων και παντός άλλου μέσου, πλην αν ταύτα είναι εκδεδομένα υπό τινος των εν άρθρ. 2 αναφερομένων τραπεζών.
4. Αι εις το εξωτερικόν αποστελλόμεναι υπό παντός προσώπου πλην των εν άρθρ. 2 τραπεζών, συστημέναι επιστολαί ή δέματα σφραγίζονται ενώπιον του παραλαμβάνοντος υπαλλήλου μετ` εξακρίβωσιν ότι δεν περιέχεται εν αυτοίς τις των ως άνω αξιών ων απαγορεύεται η εξαγωγή.

Άρθρον 11.

  Απαγορεύεται η χορήγησις δανείων εις δραχμάς επί ενεχύρω χρυσού, ξένων νομισμάτων, συναλλάγματος και ξένων χρεωγράφων.
"Ομοίως απαγορεύεται η συνομολόγησις υποχρεώσεων εν τη ημεδαπή εις ξένον νόμισμα ή συνάλλαγμα δια δανείων ή άλλων συμβάσεων εξαιρέσει των υπό των εν Ελλάδι Κτηματικών Τραπεζών συναπτομένων ενυποθήκων δανείων, των δανείων των αφορώντων χρηματοδότησιν του εισαγωγικού εμπορίου (ως και ασφαλιστικών συμβολαίων).
*** Το εντός "" εδάφιον προσετέθη δια του άρθρ.3 του Ν.Δ. της 14/14 Ιουλ. 1932, αι εντός () λέξεις διεγράφησαν δια του άρθρ. 6 του Α.Ν. 800/ 1937.
"4. Ομοίως απαγορεύεται η εν τη ημεδαπή σύναψις ασφαλίσεων εις ξένον νόμισμα ή συνάλλαγμα επί του εξωτερικού.
5. Εξαιρετικώς επιτρέπεται η σύναψις ασφαλίσεων εις ξένον νόμισμα ή συνάλλαγμα επί του εξωτερικού α) σωμάτων πλοίωνκαι αεροπλάνων, β) μεταφορών εισαγομένων και εξαγομένων εις το εξωτερικόν εμπορευμάτων, γ) εις εξαιρετικάς άλλας περιπτώσεις δι` ας απαιτείται άδεια της Τραπέζης της Ελλάδος λαμβανομένη μετ` απόφασιν της Ανωτάτης Διοικήσεως Οικονομικής Αμύνης πλήν της συνάψεως ασφαλειών ζωής, απαγορευομένης απολύτως".
"6) Οι μεταφορές κεφαλαίων που απαιτούνται για την σύναψη και εκτέλεση των ασφαλιστικών συμβάσεων, πραγματοποιούνται σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις περί κινήσεως κεφαλαίων. Με απόφαση του Υπουργού Εμπορίου και μετά από πρόταση της Τράπεζας Ελλάδος μπορεί να ρυθμίζεται κάθε αναγκαία λεπτομέρεια για την εφαρμογή του παρόντος ".
***  Η παρ.6 που είχε τοποποιηθεί με το άρθρ.25 ΠΔ ΙΙ8/1985 (ΦΕΚ Α` 35) αντικαταστάθηκε ως άνω με το άρθρ.51 Ν.Δ. 400/1970 όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 28 ΠΔ 252/1996 (Α 186)
     "Συμμόρφωση προς τις διατάξεις, α) των Κοινοτικών Ασφαλιστικών οδηγιών 88/357/ΕΟΚ, 90/618/ΕΟΚ,90/619/ΕΟΚ, 92/49/ΕΟΚ, 92/96/ΕΟΚ, 91/674/ΕΟΚ, β) της οδηγίας 91/371/ΕΟΚ, συμφωνία ΕΟΚ - Ελβετικής Συνομοσπονδίας,
     γ) της απόφασης 94/1,2/ΕΚΑΧ, ΕΚ, συμφωνία για τον Ευρωπαϊκό Οικονομικό Χώρο, και δ) της συνθήκης για την προσχώρηση της Αυστρίας, της Φινλανδίας και της Σουηδίας στην Ευρωπαϊκή `Ενωση.
6α. "Επί ασφαλίσεων σωμάτων πλοίων και αεροπλάνων, ή μεταφοράς εισαγομένων και εξαγομένων εμπορευμάτων, συναπτομένων παρά τω ασφαλιστικώ Γραφείω κινδύνων πολέμου της Αγγλικής Κυβερνήσεως παρέχεται μετ` απόφασιν της Τραπέζης της Ελλάδος ελεύθερον συνάλλαγμα δι` ολόκληρον το επασφάλιστρον πολέμου.
Επί ασφαλίσεων σωμάτων πλοίων και αεροπλάνων ή μεταφοράς εισαγομένων και εξαγομένων εμπορευμάτων, συναπτομένων παρά ταις εν Ελλάδι νομίμως λειτουργούσαις ασφαλιστικαίς  επιχειρήσεσι παρέχεται μετ` απόφασιν της Τραπέζης της Ελλάδος συνάλλαγμα ίσον προς το σύνολον του δι` εκάστην ασφάλειαν εισπραχθέντος επασφαλίστρου πολέμου μείον της συμπεφωνημένης προμηθείας".

***  Η παρ. 6α προσετέθη δια του άρθρ. 1 Α.Ν. 2079/1939.

"7. Εις περίπτωσιν πραγματοποιήσεως κινδύνου ή ασφαλίσασα εν Ελλάδι επιχείρησις υποχρεούται εις την εισαγωγήν συναλλάγματος ίσου πρός ολόκληρον το ποσόν της αποζημιώσεως εφ` όσον έλαβε συνάλλαγμα κατά την παρ. 6 του παρόντος άρθρου.
8. Εις τας περιπτώσεις ασφαλείας εις δραχμάς η ασφαλίσασα επιχείρησις οφείλει κατά την πληρωμήν της αποζημιώσεως να εισαγάγη εις συνάλλαγμα τόσον ποσοστόν επ` αυτής, όσον ήτο και τι ποσοστόν επί των ασφαλίστρων δι` ο συμφώνως πρός τα κεκανονισμένα εχορηγήθη αυτή συνάλλαγμα πρός αντασφάλισίν της εν τω εξωτερικώ".
***  Αι παρ. 4-8 προσετέθησαν διά του άρθρ. 7 Α.Ν. 800/1937.
*** Δυνάμει του άρθρ. 3 Νόμ. 800/1937, πάσα παράβασις των διατάξεων του άρθρ. 11 ως συνεπληρώθη διά του άρθρ. 3 Ν.Δ. 14 Ιουλ. 1932 κυρωθέντος διά του Νόμ. 5665 πλήν της ακυρότητος της πράξεως, επάγεται διά τους υπευθύνους τας ποινάς του Α.Ν. 296/1936.

Άρθρον 12.

  Οι από 28 Σεπτεμβρίου και 8 Οκτωβρίου 1931 Α. Νόμοι, ως ούτοι εκυρώθησαν, καταργούνται, πλήν των διατάξεων αυτών, εις άς παραπέμπει ο παρών νόμος. Η κατά τάς διατάξεις των νόμων τούτων γνωμοδοτική επιτροπή διατηρείται  και ασκεί τα διά του παρόντος νόμου ανατιθέμενα εις αυτήν καθήκοντα.
**  Η ως άνω επιτροπή συνεχωνεύθη με την Επιτροπήν Ελέγχου Τραπεζών του άρθρ. 13 του παρόντος διά του άρθρ. 4 Ν.Δ. 14/14 Ιουλ. 1932.

Άρθρον 13.

 Συνιστάται επιτροπή ελέγχου των τραπεζών απαρτιζομένης εξ ενός υπαλλήλου του υπουργείου της Εθνικής Οικονομίας και εξ ενός υπαλλήλου της Τραπέζης της Ελλάδος. Οι υπάλληλοι ούτοι ορίζονται υπό του αρμοδίου υπουργού και του διοικητού της Τραπέζης της Ελλάδος, εκ των εχόντων
βαθμόν τουλάχιστον τμηματάρχου.
 *** ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 3 και 4 του ΝΔ 3/6  Ιουλ. 1936
"Η αληθής έννοια της διατάξεως της δευτέρας παραγράφου του άρθρ. 13 του Νόμου 5422 είναι, ότι η υπό του άρθρ. 4 του δια του Νόμ.5665 κυρωθέντος Ν.Δ/τος προβλεπομένη Επιτροπή έχει το δικαίωμα όπως πρός παρακολούθησιν της υπό των Τραπεζών τηρήσεως των νομίμων αυτών υποχρεώσεων προβαίνη ή διατάσση την ενέργειαν ελέγχων εις τα βιβλία και στοιχεία αυτών.
Αι τράπεζαι υποχρεούνται να θέτωσιν εις την διάθεσιν της Επιτροπής ή των οργάνων αυτής πάντα τα κατά την κρίσιν αυτής αναγκαία διά την ενέργειαν του ελέγχου οιασδήποτε φύσεως στοιχεία, να τηρώσι δε την κίνησιν του συναλλάγματος βάσει του υποδειγματικού τύπου του προσδιοριζομένου εκάστοτε υπό της Τραπέζης της Ελλάδος.
"Εις την αυτήν ως άνω Επιτροπήν παρέχεται επίσης τα δικαίωμα ενεργείας ελέγχου και οιουδήποτε φυσικού ή νομικού προσώπου κατά τα εν εδαφ. 3 του παρόντος άρθρου καθοριζόμενα πρός εξακρίβωσιν της εφαρμογής των νόμων περί προστασίας του εθνικού νομίσματος."
 *** ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΗ: Η Επιτροπή Ελέγχου Τραπεζών συνεχωνεύθη διά του άρθρ. 4 του Ν.Δ. της 14/14 Ιουλ. 1932 μετά της διά του άρθρ. 3 του Α.Ν. της 28/28 Σεπτ. 1932 συσταθείσης και διά του άρθρ. 12 του Ν. 5422/1932 διατηρηθείσης Γνωμοδοτικής Επιτροπής. Βλέπε και σχετική νεότερη νομοθεσία.

Αρθρον 14.

  1. "Με φυλάκισιν τουλάχιστον 2 μηνών μέχρις ενός έτους και χρηματικήν ποινήν ουχί ελάσσονα του τετάρτου, ουδέ ανωτέρον του διπλασίου της αξίας του αντικειμένου εις ό αναφέρεται η παράβασις, τιμωρείται όστις οπωσδήποτε:
α) Χωρίς να έχη το πρός τούτο δικαίωμα κατά τας διατάξεις του άρθρ. 2 του παρόντος νόμου πωλεί εις άλλα πρόσωπα, πλήν των εν άρθρ. 2 τραπεζών, ή αγοράζει παρ` άλλων προσώπων πλήν των Τραπεζών αυτών, χρυσόν, χρυσά νομίσματα, ξένα τραπεζικά γραμμάτια ή συνάλλαγμα.
  β) Πωλεί ή αγοράζει τα εν εδ. α` οριζόμενα αντικείμενα παρά τας διατάξεις των άρθρ. 4 και 9 του παρόντος νόμου.
γ) Μεσολαβεί εις την εκτέλεσιν των κατά τα εδάφ. α` και β` παρανόμων πράξεων.
δ) Παραβαίνει τινά των εν άρθρ. 5 του παρόντος διατάξεων.
ε) Επιχειρεί πράξεις επί προθεσμία ή πράξεις μεταφοράς παρά τας διατάξεις του άρθρ. 3 ή μεσολαβεί εις τοιούτας πράξεις.
  ς) Παραβαίνει τας εν άρθρ. 10 διατάξεις.
ζ) Υποβάλλει αναληθείς δηλώσεις, πλαστά ή αναληθή έγγραφα ή χρησιμοποιεί τοιαύτα πρός απόκτησιν συναλλάγματος ή απόκρυψιν του αληθούς εις συνάλλαγμα αντιτίμου εξαγομένων προϊόντων ή εμπορευμάτων δι` ίδιον λογαριασμόν ή διά λογαριασμόν τρίτου.
2. Εν περιπτώσει υποτροπής το κατώτατον όριον φυλακίσεως αναβιβάζεται εις το διπλάσιον, επί δε των χρηματικών ποινών το κατώτατον και το ανώτατον όριον τούτων διπλασιάζεται.
3. Το δικαστήριον δύναται εκτός των ως άνω ποινών ν` απαγγείλη και τας συνεπείας των άρθρ. 21 και 23 του Ποινικού Νόμου οιαδήποτε και άν είναι η επιβληθείσα ποινή, ως και να διατάξη την υπέρ του Δημοσίου δήμευσιν των αντικειμένων της κολασίμου πράξεως.
4. Εις τας αυτάς με τους αυτουργούς ποινός υπόκεινται και οι Διοικηταί ή Διευθυνταί Νομικών προσώπων και οι Προϊστάμενοι Υποκαταστημάτων ή πρακτορείων αυτών, οι οπωσδήποτε αμέσως ή εμμέσως συνεργήσαντες εις την εκτέλεσιν της πράξεως.
  5. Αι επί παραβάσει των άνω διατάξεων υποθέσεις διώκονται εξ επαγγέλματος και εισάγονται δι` απ` ευθείας κλήσεως και άνευ προανακρίσεως την πρώτην δικάσιμον μεθ` ημέρας οκτώ από της εγχειρήσεως της μηνύσεως ή της ενάρξεως της διώξεως.
6. Αρμόδιον πρός εκδίκασιν αυτών καθίσταται το Μονομελές Πλημμελειοδικείον και διά του απολύοντος ιδιαζούσης δωσιδικίας εφαρμοζομένων δε και των διατάξεων περί αμέσου εκδικάσεως πλημμελημάτων επ` αυτοφώρω.
7. Οι βασίμους παρέχοντες υπονοίας ότι ενεργούσιν τινά των εν τω παρόντι άρθρ. 14 υπό στοιχεία α`-ζ` παρανόμων πράξεων, δύνανται να εκτοπισθώσιν κατά τας διατάξεις του νόμου 5174 θεωρούμενοι ως επικίνδυνοι εις την δημοσίαν τάξιν. Επίσης οι καταδικαζόμενοι επί τινι του  εν άρθρ. 14 υπό α`, ζ` πράξεων δύνανται να εκτοπισθώσι δι` αποφάσεως του Δικαστηρίου επί έν έτος.
 *** Βλ. και άρθρ. 4 Α.Ν. 677/1945.
8. Η οικεία αστυνομική αρχή δύναται να εκδίδη αστυνομικάς διατάξεις, εγκρινομένας κατά τον νόμον, σχετικάς με την λειτουργίαν των χρηματιστικών και μεσιτικών  εν γένει και άλλων παρεμφερών γραφείων, και την πρόληψιν συνάψεως χρηματιστηριακών πράξεων εκτός του χρηματιστηρίου, είτε εις διάφορα κέντρα ή γραφεία είτε εις οδούς ή πλατείας".

 *** Το άρθρ. 14 συμπληρωθέν διά του άρθρ. 1 του Α.Ν. της 21/28 Σεπτ. 1932, και τροποποιηθέν διά του άρθρ. 4 του Α.Ν. της 22/22 Δεκ. 1932, αντικατεστάθη ως άνω διά του άρθρ. 1 του Α.Ν. 296/ 1936.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γραφή σχολίων σε greeklish σημαίνει διαγραφή τους!