Πέμπτη, 10 Ιανουαρίου 2019

Ελευθέρωση από εγγύηση, αντεγγύηση, σύμβαση ελευθέρωσης.

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Α2, 1752/ 2014.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό- εισηγητής, Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Σύμβαση ελευθερώσεως. Είναι υποσχετική δικαιοπραξία, από την οποία απορρέει αυτοτελής ενοχή. Δυνατή η κατάρτιση αυτής και ως αμφοτεροβαρούς σύμβασης, οπότε εξαρτάται από τη συμφωνία των μερών το περιεχόμενο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων καθενός. Τέτοια υπόσχεση υπάρχει και όταν τρίτος, προς τον οποίον μεταβιβάσθηκαν εταιρικά μερίδια εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, αναλαμβάνει έναντι του μεταβιβάζοντος την υποχρέωση να τον αποδεσμεύσει από τα χρέη που έχουν δημιουργηθεί κατά την παραμονή του στην εταιρεία και τις εγγυήσεις που έχει αναλάβει έναντι του δανειστού για την εξόφληση.
Κατάρτιση σύμβασης ελευθερώσεως και όχι αντεγγυήσεως μεταξύ των εταίρων της ΕΠΕ και του συνεταίρου τους αντισυμβαλλόμενου ως εγγυητή σε συμβάσεις πίστωσης υπέρ της πιστούχου ΕΠΕ με σκοπό τη καταβολή από τους λοιπούς εταίρους προς τον συνεταίρο τους, κατά το ποσοστό συμμετοχής τους, επί των οφειλών της πρωτοφειλέτριας εταιρείας και την αποδέσμευση του ενάγοντα από την ευθύνη που είχε αναλάβει ως εγγυητής έναντι των πιστοδοτριών τραπεζών. Προσφυγή του δικαστηρίου στους κανόνες των άρθ. 173 και 200 ΑΚ για την ερμηνεία της επίδικης συμβάσεως.

 Επειδή, ο αναιρεσίβλητος με την ένδικη αγωγή του εξέθεσε:
  Ότι με ιδιωτικό συμφωνητικό, που καταρτίσθηκε μεταξύ του ιδίου και των λοιπών εταίρων της εταιρείας με την επωνυμία "...", αφ` ενός και των εναγομένων αφ` ετέρου μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσείων, συμφωνήθηκε η προς αυτούς μεταβίβαση του συνόλου των εταιρικών μεριδίων, η οποία πραγματοποιήθηκε με συμβολαιογραφικό έγγραφο και την τήρηση των λοιπών προβλεπομένων νομίμων διατυπώσεων δημοσιότητος. Ότι με το ίδιο συμφωνητικό, οι εναγόμενοι ανέλαβαν την υποχρέωση πληρωμής των υφισταμένων και γνωστών σ` αυτούς από τον διενεργηθέντα έλεγχο οφειλών της εταιρείας, μεταξύ των οποίων και οφειλές προς τράπεζες, συνολικού ύψους 70.661,69 ευρώ, την ολοσχερή και εμπρόθεσμη εξόφληση των οποίων είχε εγγυηθεί προσωπικώς ο ενάγων, με την ιδιότητα του διαχειριστού της εταιρίας. Ότι οι εναγόμενοι δεν κατέβαλαν για λογαριασμό της πρωτοφειλέτριας εταιρείας τις οφειλές, με αποτέλεσμα ο ενάγων να αναγκασθεί να καταβάλει στις πιστώτριες τράπεζες το ανωτέρω ποσό. Επικαλούμενος δ` ακολούθως ο ενάγων, ότι με τον προαναφερθέντα ειδικότερο όρο της συμφωνίας των οι εναγόμενοι αντεγγυήθηκαν, έναντι των εταίρων που απεχώρησαν από την εταιρεία, κατά την αναλογία της συμμετοχής των στην τελευταία (50% έκαστος), την εξόφληση των εταιρικών χρεών, κατά τον χρόνο πωλήσεως των μεριδίων τους, με συνέπεια να ευθύνονται έναντι αυτού για όσα ο ίδιος κατέβαλε ως εγγυητής της πρωτοφειλέτριας εταιρείας, εζήτησε να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι να του καταβάλουν 35.590,47 ευρώ έκαστος κυρίως, μεν με βάση την "σύμβαση αντεγγυήσεως", όπως ο ίδιος την χαρακτηρίζει, επικουρικώς δε με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή, κατά μεν την κυρία βάση της δεχόμενο ότι δεν καταρτίστηκε σύμβαση αντεγγυήσεως μεταξύ των παλαιών και των νέων μελών της εταιρίας, κατά δε την επικουρική τοιαύτη ως μη νόμιμη. Το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, κρίνοντας, κατά την νοηματική εκτίμηση του αγωγικού δικογράφου, ότι η ιστορουμένη σ` αυτό συμφωνία που αφορά τα χρέη της εταιρείας, συνιστά σύμβαση ελευθερώσεως των αποχωρησάντων εταίρων, και όχι τοιαύτη αντεγγυήσεως, όπως έκρινε η πρωτόδικη απόφαση, δέχθηκε ως νόμιμη, κατά την κυρία βάση της, και βάσιμη κατ` ουσίαν την ένδικη αγωγή, υποχρεώνοντας τους εναγομένους να καταβάλουν συμμέτρως στον ενάγοντα το αιτούμενο δ` αυτής χρηματικό ποσό των 71.180,95 ευρώ, νομιμοτόκως. Την απόφαση του Εφετείου προσβάλλει με την κρινομένη αίτησή του ο αναιρεσείων, πρώτος εναγόμενος.
Επειδή, η νομική αοριστία της αγωγής, στηρίζει λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ.), συντρέχει δε αν το δικαστήριο της ουσίας για τη θεμελίωση της αγωγής στον συγκεκριμένο κανόνα ουσιαστικού δικαίου αρκέσθηκε σε στοιχεία λιγότερα ή αξίωσε περισσότερα από εκείνα που ο κανόνας αυτός απαιτεί για τη γένεση του οικείου δικαιώματος, κρίνοντας αντιστοίχως νόμιμη ή μη στηριζομένη στον νόμο αγωγή (Ολ.Α.Π.18/1998). Αντιθέτως, η ποσοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν συγκεκριμενοποιούνται σ` αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμον για τη στήριξη του αιτήματός της, τα πραγματικά δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 Κ.Πολ.Δ. (Ολ.ΑΠ.15/2000). Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αριθ. 8 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που όμως δεν εκτίθενται σ` αυτήν ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας τα εκτιθέμενα για τη θεμελίωση και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σ` αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά την μη επαρκή έκθεση σ` αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για την στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (Α.Π.536/2011, 669/2007). Περαιτέρω, από το συνδυασμό των άρθρων 106, 111 παρ. 2, 216 παρ. 1, 335, 337 338 και 559 αριθ. 1 Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Νομική βάση δεν είναι ανάγκη να περιέχει η αγωγή, τυχόν δε μνεία σ` αυτήν της υπαγωγής των εκτιθεμένων περιστατικών σε νομική διάταξη δεν δεσμεύει το δικαστήριο, το οποίο εξ επαγγέλματος εφαρμόζει τον νόμο και προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής, και από το περιεχόμενό της προσδίδει στην προβαλλομένη με αυτή έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, χωρίς να δεσμεύεται από τις απόψεις των διαδίκων.
Επομένως, εφόσον το δικαστήριο καταλήξει σε νομικό χαρακτηρισμό διαφορετικό, από εκείνον που προβάλλεται από τους διαδίκους, δεν λαμβάνει υπόψη πράγματα μη προταθέντα, ούτε επιδικάζει πλέον του αιτηθέντος, ώστε να ιδρύονται οι από το άρθρο 559 αριθμ. 8 και 9 Κ.Πολ.Δ. λόγοι αναιρέσεως, εφόσον το δικαστήριο στην περίπτωση αυτή υπάγει στον αρμόζοντα κανόνα δικαίου τα παρά των διαδίκων προταθέντα πραγματικά περιστατικά (Α.Π. 734/2011, 488/2010, 1468/2005). Τέλος, κατά το άρθρο 478 Α.Κ., "αν τρίτος υποσχέθηκε στον οφειλέτη ότι θα καταβάλει το χρέος του, ο δανειστής, σε περίπτωση αμφιβολίας, δεν αποκτά δικαίωμα από τη σύμβαση αυτή". Η διάταξη αυτή θέτει ερμηνευτικό κανόνα, κατά τον οποίο αν δεν προκύπτει από τη σύμβαση τι θέλησαν τα μέρη, τότε η σχέση λειτουργεί μόνο μεταξύ των συμβαλλομένων, δημιουργείται δηλαδή μεταξύ τους ενοχική σχέση εσωτερικού χαρακτήρος. Η σύμβαση αυτή, καλουμένη σύμβαση ελευθερώσεως, είναι υποσχετική δικαιοπραξία, από την οποία απορρέει αυτοτελής ενοχή, μπορεί δε να συναφθεί και ως αμφοτεροβαρής σύμβαση, οπότε εξαρτάται από τη συμφωνία των μερών το περιεχόμενο των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων καθενός. Τέτοια υπόσχεση υπάρχει και όταν τρίτος, προς τον οποίον μεταβιβάσθηκαν εταιρικά μερίδια εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, αναλαμβάνει έναντι του μεταβιβάζοντος την υποχρέωση να τον αποδεσμεύσει από τα χρέη που έχουν δημιουργηθεί κατά την παραμονή του στην εταιρεία και τις εγγυήσεις που έχει αναλάβει έναντι του δανειστού για την εξόφληση του χρέους του πρωτοφειλέτου, εξοφλώντας ο ίδιος το χρέος, όταν τούτο γίνει ληξιπρόθεσμο (πρβλ.Α.Π.1230/2010, 1095/2013).

 Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή κατ` άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση του δικογράφου της ενδίκου αγωγής προκύπτει ότι ο ενάγων για την νομική θεμελίωση ταύτης, κατά την κυρία βάση της επικαλέσθηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη δίκη μέρος των και τα εξής : "...Με το από 9-3-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταβίβασης εταιρικών μεριδίων, το οποίο καταρτίστηκε μεταξύ..των τριών... εταίρων της εταιρείας και...των εναγομένων.., συμφωνήθηκε η μεταβίβαση του συνόλου των εταιρικών μεριδίων της εταιρείας στους αφ` ετέρου συμβαλλόμενους, μεταβίβαση που έλαβε χώρα με το υπ` αριθμ. ..../9-3-2005 συμβόλαιο... Κατόπιν των ανωτέρω, μοναδικοί εταίροι της εταιρείας παρέμειναν: α) ο εναγόμενος Χ. Β. με επτακόσια πενήντα (750) εταιρικά μερίδια, τα οποία αγόρασε αντί τιμήματος τριάντα χιλιάδων (30.000) ευρώ και β) η Α. Α. με επτακόσια πενήντα (750) εταιρικά μερίδια, η οποία, αντί καταβολής του τιμήματος των μεριδίων, συμψήφισε οφειλή της εταιρείας... και των εταίρων της προς εκείνην... Εξάλλου στο άνω συμφωνητικό μεταβίβασης των εταιρικών μεριδίων οι πωλητές-εταίροι δήλωσαν ότι "η οικονομική κατάσταση της εταιρείας είναι όπως αυτή έχει παρουσιαστεί στους αγοραστές, κατά τον διενεργηθέντα οικονομικό έλεγχο, και αποτυπώνονται στα οικονομικά στοιχεία, βιβλία και ισολογισμούς της εταιρίας...από τώρα και στο εξής δεν έχουν καμιά σχέση, δικαίωμα ή ανάμιξη στην εταιρία και στην εταιρική περιουσία ...". Αντίστοιχα ... οι αγοραστές-νέοι εταίροι δήλωσαν και συμφώνησαν με τους πωλητές ότι ".. οι αγοραστές αναλαμβάνουν οι ίδιοι ως εταίροι της εταιρίας την πληρωμή των υπαρχουσών οφειλών που προκύπτουν από τα οικονομικά στοιχεία της εταιρείας με την επιφύλαξη της προηγούμενης παραγράφου", ... Με την ρητή αυτή δήλωση τους, οι νέοι εταίροι αντεγγυήθηκαν έναντι των αποχωρησάντων εταίρων προσωπικά... και κατά την αναλογία της συμμετοχής τους στην εταιρεία... που είχε η εταιρεία... κατά τον χρόνο της πώλησης των εταιρικών μεριδίων, ήτοι ανέλαβαν έναντι των αποχωρησάντων εταίρων, απεριόριστη ευθύνη ότι θα ικανοποιηθούν οι αξιώσεις που τυχόν οι τελευταίοι θα έχουν μελλοντικά κατά της πρωτοφειλέτριας εταιρείας, υπό την έννοια ότι οποιοδήποτε ποσό καταβάλουν στους δανειστές της εταιρείας ως εγγυητές ... δικαιούνται να το απαιτήσουν ολόκληρο από τους εναγόμενους. Με άλλα λόγια, η συμφωνία για την εξαγορά του συνόλου των εταιρικών μεριδίων των εταίρων της εταιρείας από τους εναγόμενους .... είχε ως αναγκαία, λογική και δίκαια συνέπεια την απαλλαγή των αποχωρησάντων εταίρων από την εσωτερική τους ευθύνη λόγω των έως τότε εγγυήσεων που, οποιοσδήποτε εξ αυτών... είχε παράσχει έναντι των δανειστών της εταιρείας. Και πράγματι εγώ είχα εγγυηθεί την πληρωμή των οικονομικών υποχρεώσεων της εταιρείας προς πιστωτικά ιδρύματα (τράπεζες), από τα οποία η τελευταία (εταιρεία) είχε αντλήσει τα αναγκαία κεφάλαια κίνησης για τις εμπορικές της δραστηριότητες... Μεταξύ των υφισταμένων οφειλών της εταιρείας κατά τον χρόνο κατάρτισης του ιδιωτικού συμφωνητικού ...(9/3/2005), για τις οποίες είχα προσωπικά εγγυηθεί ως αυτοφειλέτης ήταν και οι ακόλουθες...Τις παραπάνω οφειλές... παρέλειπαν από δυστροπία να εξοφλήσουν...Κατόπιν τούτου υποχρεώθηκα, υπό την ιδιότητά μου ως εγγυητού της εταιρείας ...να εξοφλήσω... το σύνολο... Δηλαδή κατέβαλα, υπό την ιδιότητα του εγγυητού της εταιρείας...για την εξόφληση των οφειλών της, το συνολικό ποσό των... 71.180,95. Πρόκειται για τις υφιστάμενες οφειλές της εταιρείας προς τις άνω Τράπεζες κατά την 9/3/2005, πλέον τόκων υπερημερίας λόγω μη εμπρόθεσμης εξόφλησής τους από την εταιρεία, που ομοίως όφειλα να καταβάλω, κατ` άρθρο 851 ΑΚ. Επειδή οι εναγόμενοι αντεγγυήθηκαν την εξόφληση των υφισταμένων οφειλών που είχε η εταιρεία κατά την 9/3/2005 προς τις τράπεζες...όπως η σχετική συμφωνία μας αποτυπώνεται στο μεταξύ μας, υπό την άνω ημερομηνία, ιδιωτικό συμφωνητικό μεταβίβασης εταιρικών μεριδίων... ως εταίροι της εταιρίας ... ήτοι με την αναλογία του ποσοστού 50% της συμμετοχής τους στην εταιρεία... ο καθένας από αυτούς είναι υποχρεωμένος να μου καταβάλει ποσοστό 50% εκ του άνω συνολικού ποσού των 71.180,95 ευρώ... σύμφωνα με τα άρθρα 847 επ. ΑΚ, ως αντεγγυητής των αξιώσεων μου αναγωγής έναντι της πρωτοφειλέτριας εταιρείας...".
Υπό το περιεχόμενο αυτό της αγωγής και ανεξαρτήτως του νομικού χαρακτηρισμού του αντικειμένου αυτής από τον ενάγοντα, που δεν δεσμεύει το δικαστήριο, προκύπτει ότι η έννομη σχέση που προβάλλεται δι` αυτής έχει τον χαρακτήρα της συμβάσεως του άρθρου 478 Α.Κ., της καλουμένης, κατά τα προεκτεθέντα, συμβάσεως ελευθερώσεως. Τούτο δε διότι τα στοιχεία της συμβάσεως αυτής περιέχονται με επάρκεια στο δικόγραφο της αγωγής, κατά την νοηματική απόδοση του οποίου οι εναγόμενοι με το από 9-3-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό, κατά την μεταβίβαση σ` αυτούς των εταιρικών μεριδίων του ενάγοντος, ανέλαβαν έναντι αυτού, από κοινού, την υποχρέωση να καταβάλουν οι ίδιοι στις πιστώτριες τράπεζες τα χρέη της πρωτοφειλέτριας εταιρείας, των οποίων την εξόφληση είχε εγγυηθεί ατομικώς ο ενάγων, κατά το χρόνο που συμμετείχε ως εταίρος και διαχειριστής της εταιρίας και ότι εφόσον οι εναγόμενοι αθέτησαν την συμβατική τους υποχρέωση, υποχρεούνται έναντι αυτού σε αποζημίωση, ισόποση με το συνολικό ποσόν που τελικώς ο ίδιος κατέβαλε στις πιστώτριες τράπεζες. Εξάλλου η συγκεκριμένη σύμβαση, δεν ήταν απαραίτητο να περιβληθεί τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, όπως και η σύμβαση της μεταβιβάσεως των εταιρικών μεριδίων (άρθρο 28 παρ. 3 του ν. 3190/1955 περί εταιρειών περιορισμένης ευθύνης), καθόσον αυτή συνιστά αυτοτελή υποσχετική δικαιοπραξία, για την κατάρτιση της οποίας δεν απαιτείται έγγραφος τύπος. Επομένως, το Εφετείο εκτιμώντας με την προσβαλλομένη απόφασή του ότι στο δικόγραφο της ενδίκου αγωγής γίνεται επίκληση της συμβάσεως ελευθερώσεως, και κρίνοντας κατόπιν αυτού ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, στηριζομένη στις διατάξεις των άρθρων 478, 297, 298, 480 Α.Κ., χωρίς να επηρεάζεται η εγκυρότητα της συμβάσεως από την μη τήρηση συμβολαιογραφικού εγγράφου, ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις αυτές, στις οποίες αυτεπαγγέλτως, με βάση το περιεχόμενο και το αίτημά της, υπήγαγε την αγωγή. Με την αυτεπάγγελτη δε εφαρμογή της εφαρμοστέας διατάξεως του άρθρου 478 Α.Κ., δεν έλαβε παρά τον νόμο υπόψη πράγματα πού δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ήτοι την θεμελιούσα την αγωγή σύμβαση ελευθερώσεως, και δεν επεδίκασε πλέον του αιτηθέντος. Συνεπώς ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίο προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αναιρετικές αιτιάσεις εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 9 Κ.Πολ.Δ., τυγχάνει αβάσιμος.
Περαιτέρω, από το προαναφερθέν περιεχόμενο του αγωγικού δικογράφου, καθίσταται σαφές, ότι ο αναιρεσείων -εναγόμενος φέρεται σ` αυτό να αναλαμβάνει έναντι του αναιρεσιβλήτου την ένδικη υποχρέωση, στα πλαίσια της εκ μέρους του τελευταίου μεταβιβάσεως προς αυτόν συγκεκριμένων εταιρικών μεριδίων. Επομένως - και ανεξαρτήτως αν είναι ή όχι αναγκαία η αναφορά της "αιτίας" της ενδίκου συμβάσεως ελευθερώσεως- ο δεύτερος λόγος του αναιρετηρίου με τον οποίο, αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 14 Κ.Πολ.Δ., διότι η αγωγή ήταν αόριστη, λόγω μη αναφοράς της αιτίας συνάψεως της συμβάσεως ελευθερώσεως, είναι αβάσιμος, ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή. Με το λόγο αυτό αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ. ΑΠ 27/1998, Α.Π.1186/2009). Στην περίπτωση δε που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, τα οποία ανελέγκτως εδέχθη ως αποδειχθέντα το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν προφανή την παραβίαση (ΑΠ 43/2013, 335/2012). Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ.: "Αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης". Ο λόγος αυτός ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνος δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνεπείας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.Α.Π. 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ.ΑΠ 861/1984). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον την προκειμένη αναιρετική διαδικασία μέρος των, τα εξής: "Με το .../4-1-2002 συμβόλαιο...συστάθηκε η εταιρία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "........"..., με σκοπό την....εμπορία υλικών επιπλοποιίας και.. επίπλων και την αντιπροσώπευση επιχειρήσεων...που ανέπτυσσαν τις ίδιες ή παρεμφερείς... δραστηριότητες. Στην εταιρία συμμετείχαν ως εταίροι αρχικά ο ενάγων με 1197 εταιρικά μερίδια, ο πατέρας της δεύτερης εναγόμενης Θ. Α. με 300 εταιρικά μερίδια, η Α. Σ. με 2 εταιρικά μερίδια και η Θ. Σ., με 1 εταιρικό μερίδιο. Με το .../5-12-2003 συμβόλαιο ο Θ. Α. μεταβίβασε το σύνολο των εταιρικών μεριδίων που κατείχε στον ενάγοντα και αποχώρησε από την εταιρία..., έκτοτε στην τελευταία συμμετείχαν ως εταίροι α) ο ενάγων με 1.497 εταιρικά μερίδια, επί συνόλου 1.500 μεριδίων συνολικής αξίας 45.000 Ευρώ, β) η Α. Σ., με 2 εταιρικά μερίδια και γ) η Θ. Σ., με 1 εταιρικό μερίδιο. Με το από 9-3-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταβιβάσεως εταιρικών μεριδίων, το οποίο καταρτίστηκε αφενός μεταξύ των άνω εταίρων και αφετέρου των εναγομένων ..., συμφωνήθηκε η μεταβίβαση στους τελευταίους του συνόλου των εταιρικών μεριδίων της άνω εταιρίας, η οποία πραγματοποιήθηκε ... με το .../9-3-2005 συμβόλαιο... Κατά τον τρόπο αυτό, μοναδικοί εταίροι της άνω εταιρίας..., κατέχοντας 750 μερίδια έκαστος, κατέστησαν οι εναγόμενοι... Για την απόκτηση των μεριδίων τους και σύμφωνα με το από 9-3-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό που καταρτίστηκε μεταξύ των συμβαλλομένων, ο μεν πρώτος κατέβαλε ως τίμημα το ποσό των 30.000 Ευρώ, η δε δεύτερη αντί καταβολής του τιμήματος που αναλογούσε στα μεταβιβασθέντα μερίδια της, συμψήφισε απαίτηση της κατά της άνω εταιρίας και των ως άνω παλαιών εταίρων. Με το ανωτέρω συμφωνητικό συμφωνήθηκαν μεταξύ των ίδιων συμβαλλομένων και τα εξής: Στην παράγραφο με αριθμό 5...ότι "Οι ως άνω τρεις πωλητές δηλώνουν ότι η οικονομική κατάσταση της εταιρίας είναι όπως αυτή έχει παρουσιαστεί στους αγοραστές, κατά τον διενεργηθέντα οικονομικό έλεγχο, και αποτυπώνεται στα οικονομικά στοιχεία, βιβλία και ισολογισμούς της εταιρίας...", ενώ στην επόμενη και τελευταία υπ` αρ. 6 παράγραφο του ίδιου συμφωνητικού συμφωνήθηκε όπως επί λέξει αναγράφεται ότι "Οι αγοραστές δηλώνουν ότι έλαβαν γνώση του Καταστατικού της εταιρίας και των οικονομικών στοιχείων (εταιρικά βιβλία, λογαριασμοί, ισολογισμοί) αυτής μέχρι σήμερα, αποδέχονται αυτά..., με την επιφύλαξη της προηγούμενης παραγράφου. Ρητά συμφωνείται ότι οι αγοραστές αναλαμβάνουν οι ίδιοι ως εταίροι της εταιρίας την πληρωμή των υπαρχουσών οφειλών που προκύπτουν από τα οικονομικά στοιχεία της εταιρίας με την επιφύλαξη της προηγούμενης παραγράφου". Αποδείχθηκε, περαιτέρω, ότι με την κατάρτιση του εν λόγω συμφωνητικού, που σημειωτέον καταρτίστηκε παράλληλα με το... συμβόλαιο μεταβιβάσεως των εταιρικών μεριδίων, ο ενάγων γνωρίζοντας ότι παρά την αποχώρηση του από την εταιρία, θα εξακολουθούσε να ευθύνεται ως εγγυητής, τόσο των (2) δύο πιστώσεων έναντι των τραπεζών που χορήγησαν αυτές στην τελευταία, περί των οποίων θα γίνει αναφορά κατωτέρω, όσο και της καταβολής εκ μέρους της άνω εταιρίας των μισθωμάτων στους εκμισθωτές του ακινήτου επί του οποίου έδρευε η τελευταία, επιδίωξε να εξασφαλίσει την εκ μέρους των εναγομένων ανάληψη όλων των υφιστάμενων έως τότε χρεών της εταιρίας, και ιδίως την εκ μέρους τους εξόφληση των ανωτέρω δύο συμβάσεων πιστώσεως με τις άνω τράπεζες, που αποτελούσαν και τις σημαντικότερες εκκρεμείς οφειλές της τελευταίας.... Στην επίδικη συμφωνία που καταρτίστηκε δια του ένδικου, από 9-3-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού των διαδίκων, προκύπτει ότι αυτοί εκφράστηκαν ασαφώς αναφορικά με την εσωτερική τους σχέση και τις ευθύνες του ενάγοντος ως εγγυητή για το μετά την 9-3-2005 χρονικό διάστημα.
Συνεπώς, υπάρχει κενό και τίθεται θέμα ερμηνείας της άνω συμφωνίας προς αναζήτηση της αληθινής βουλήσεως των συμβληθέντων, με βάση τις αρχές της καλής πίστης και ενόψει των συναλλακτικών ηθών, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ. Το Δικαστήριο λαμβάνοντας υπόψη, αφενός τα ως άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες αυτοί ήλθαν σε συμφωνία και αφετέρου το σύνολο της προαναφερθείσας συμφωνίας και ερμηνεύοντας αυτή και τους ορισμούς των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., καταλήγει στο πόρισμα ότι οι εναγόμενοι με αυτήν ανέλαβαν έναντι του ενάγοντος την υποχρέωση, να καταβάλουν οι ίδιοι, κατά το ποσοστό συμμετοχής τους στην τελευταία, τις οφειλές της πρωτοφειλέτριας εταιρίας από τις ένδικες συμβάσεις πιστώσεως προς τις πιστοδότριες τράπεζες για το μεταγενέστερο της 9-3-2005 χρονικό διάστημα και να αποδεσμεύσουν τον ενάγοντα από την ευθύνη που είχε αναλάβει ως εγγυητής έναντι των τελευταίων. Η κρίση αυτή ως προς την αληθινή βούληση των συμβληθέντων ενισχύεται ...: α) από τις επαναλαμβανόμενες αναφορές στο υπ` αρ. .../9-3-2005 συμβόλαιο μεταβιβάσεως των εταιρικών μεριδίων, ότι οι αγοραστές αυτών "απαλλάσσουν τους πωλητές... από οποιαδήποτε χρέη της Εταιρίας, τα οποία αναλαμβάνουν να πληρώσουν η Εταιρία και οι ίδιοι οι αγοραστές" και "οι εταίροι που εισέρχονται στην εταιρία....δηλώνουν ότι απαλλάσσουν τους αποχωρήσαντες εταίρους από κάθε ευθύνη, καθώς επίσης και από τυχόν υπάρχουσα οφειλή προς τρίτους, Ασφαλιστικό Ταμείο, Δημόσιο, Τράπεζες ... και αναλαμβάνουν οι ίδιοι ως εταίροι της άνω εταιρίας την πληρωμή τυχόν υπαρχουσών οφειλών", β)..., γ)... και δ) από το ότι η συμφωνία με το από 9-3-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό καταρτίστηκε ακριβώς για τη ρύθμιση των σχέσεων μεταξύ των νέων εταίρων και (κυρίως) του ενάγοντος, που αποχωρούσε μεν από την εταιρεία, αποκόπτοντας πλέον κάθε δεσμό με αυτήν, εξακολουθούσε όμως να ευθύνεται ατομικά έναντι των τρίτων, λόγω της παρασχεθείσας κατά τα ανωτέρω εγγυήσεως. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι μεταξύ των οφειλών της άνω εταιρείας κατά τον χρόνο της καταρτίσεως του άνω ιδιωτικού συμφωνητικού - περιλαμβάνονταν και δύο οφειλές προς τις τράπεζες "..." και "..." προερχόμενες από ... συμβάσεις πιστώσεως με ανοικτό αλληλόχρεο λογαριασμό με τις άνω τράπεζες, ύψους 31.552,00 και 39.109,69 Ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων, την ολοσχερή και εμπρόθεσμη εξόφληση των οποίων είχε εγγυηθεί προσωπικά ο ενάγων, με την ιδιότητα του διαχειριστή της άνω εταιρίας, ως αυτοφειλέτης. Επειδή η πρωτοφειλέτρια ως άνω εταιρία και οι εναγόμενοι δεν ήταν συνεπείς με την εκπλήρωση των συμβατικών υποχρεώσεων της πρώτης, οι άνω τράπεζες επέδωσαν και στον ενάγοντα ως εγγυητή των άνω χρεών της εταιρίας ...εξώδικες προσκλήσεις - επιστολές τους, οι οποίες απευθύνονταν προς την άνω πρωτοφειλέτρια, με τις οποίες την καλούσαν, η μεν πρώτη εξ αυτών ("...") να εξοφλήσει έως 31-12-2005 το σύνολο της άνω πιστώσεως ύψους 30.000,00 Ευρώ, πλέον ληξιπρόθεσμων τόκων η δε δεύτερη εξ αυτών ("...") να εξοφλήσει εντός 10 ημερών...τις καθυστερούμενες από την άνω αιτία οφειλές της, συνολικού ύψους 22.463,85 Ευρώ... Έτσι, ο ενάγων, διαβλέποντας τη διόγκωση των άνω χρεών της πρωτοφειλέτριας εταιρείας και προκειμένου να αποφύγει την περαιτέρω επιβάρυνση των τελευταίων με επί πλέον τόκους και δικαστικά έξοδα, αλλά και την επίσπευση σε βάρος της περιουσίας του αναγκαστικών μέτρων, μετά από διακανονισμό των άνω δύο οφειλών, κατέβαλε α) στην Τράπεζα "...", με διαδοχικές καταβολές, μέχρι την 30-6-2006 το ποσόν των 33.202,00 Ευρώ, εξοφλώντας την ένδικη οφειλή της άνω πρωτοφειλέτριας προς την άνω τράπεζα εκ της προαναφερθείσας πιστώσεως και β) στην Τράπεζα "...", επίσης σε ολοσχερή εξόφληση της οφειλής από την άνω αιτία της ίδιας πρωτοφειλέτριας, και μετά από διαδοχικές καταβολές το συνολικό ποσόν των 37.978,95 Ευρώ ...Ήτοι συνολικά ο ενάγων κατέβαλε με την ιδιότητα του εγγυητή των άνω συμβάσεων πιστώσεως με ανοικτό - αλληλόχρεο λογαριασμό, που κατάρτισε η άνω πρωτοφειλέτρια με τις ανωτέρω Τράπεζες, το συνολικό ποσόν των 71.180,95 Ευρώ. Οι εναγόμενοι... αποδείχθηκε ότι γνώριζαν την ύπαρξη των άνω χρεών της εταιρίας προς τις άνω τράπεζες κατά το χρόνο της συντάξεως των άνω από 9-3-2005 εγγράφων... Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω αποδεικνύεται ότι στην προκειμένη υπόθεση οι διάδικοι κατάρτισαν σύμβαση ελευθερώσεως του ενάγοντος (άρθρο 478 Α.Κ.) και εφόσον ο τελευταίος, υπό την απειλή της...διογκώσεως των μη εξυπηρετουμένων από την άνω πρωτοφειλέτρια - εταιρία και τους εναγόμενους οφειλών της τελευταίας προς τις άνω Τράπεζες, και της σε βάρος του λήψεως αναγκαστικών μέτρων, υποχρεώθηκε να καταβάλει σ` αυτές το συνολικό ποσό των 71.180,95 Ευρώ, οι εναγόμενοι οι οποίοι δεν εκπλήρωσαν τις συμβατικές υποχρεώσεις έναντι του ενάγοντος, υποχρεούνται να του καταβάλουν, ως αποζημίωση, κατά τα συμφωνηθέντα ανωτέρω, το ποσό των 35.590, 47 Ευρώ έκαστος. Ο ισχυρισμός του πρώτου εναγομένου ότι εφόσον η καταρτισθείσα, κατά τα ανωτέρω, δια του από 9-3-2005 ιδιωτικού συμφωνητικού, συμφωνία των διαδίκων δεν περιελήφθη στο καταστατικό της εταιρίας, είναι άκυρη, τυγχάνει μη νόμιμος και απορριπτέος ... διότι η εν λόγω συμφωνία δεν αφορούσε συμπληρωματικές εισφορές των εναγομένων και σε κάθε περίπτωση δεν αποτελεί σύμβαση από τις διαλαμβανόμενες στο αρ.6 παρ.3 του ν. 3190/1955, ώστε να είναι αναγκαία η περίληψή της στο καταστατικό της άνω εταιρίας. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο απέρριψε την αγωγή ως ουσιαστικά αβάσιμη κατά την κυρία νομική της βάση έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων, όπως βάσιμα παραπονείται με το δεύτερο λόγο της εφέσεως, κατά το δεύτερο σκέλος του ο εκκαλών-ενάγων...". Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παρεβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των 173, 200 και 478 του Α.Κ., διέλαβε δε στην προσβαλλομένη απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές σκέψεις αιτιολογίες, ώστε να καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων τούτων. Ειδικότερα το Εφετείο, λαμβάνοντας υπόψη τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, από τα στοιχεία που παραθέτει αναλυτικώς στην απόφασή του, τις συνθήκες συνάψεως και το περιεχόμενο της επιδίκου συμφωνίας, και ερμηνεύοντας αυτήν, κατά τους ορισμούς των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., λόγω του υφισταμένου, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, κενού, κατέληξε στο σαφώς διατυπωμένο στην απόφασή του υπαγωγικό πόρισμα ότι η εν λόγω συμφωνία συνιστά την εκ του άρθρου 478 Α.Κ. σύμβαση ελευθερώσεως, αφού η αληθής βούληση των συμβαλλομένων ήταν να αναλάβουν οι εναγόμενοι έναντι του ενάγοντος την υποχρέωση, να καταβάλουν οι ίδιοι, κατά το ποσοστό συμμετοχής τους στην εταιρεία, τις οφειλές της τελευταίας από τις επίμαχες συμβάσεις πιστώσεως προς τις πιστοδότριες τράπεζες για το μεταγενέστερο του χρόνου συνάψεως της συμφωνίας (9-3-2005) χρονικό διάστημα και να αποδεσμεύσουν τον ενάγοντα από την ευθύνη που είχε αναλάβει ως εγγυητής έναντι των τραπεζών. Η διαπίστωση δε από το Εφετείο κενού στο σχετικό ιδιωτικό συμφωνητικό, η οποία κατέστησε αναγκαία την προσφυγή στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 Α.Κ, για την ανεύρεση της αληθούς βουλήσεως των συμβαλλομένων, δεν συνιστά αντιφατική αιτιολογία του σε σχέση με την προηγηθείσα κρίση του περί του νόμω βασίμου της ενδίκου αγωγής, ως ερειδομένης στη διάταξη του άρθρου 478 Α.Κ., καθόσον η κρίση αυτή δεν αφορά τις παραδοχές του Εφετείου αλλά την νομιμότητα της αγωγής με βάση το περιεχόμενό της, στο οποίο, κατά την γενομένη εκτίμησή του, εμπεριέχεται η επίδικη σύμβαση ελευθερώσεως. Επομένως, ο περί του αντιθέτου τρίτος λόγος του αναιρετηρίου με τον οποίο, αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ., συνιστάμενες ειδικότερα στην στέρηση αυτής νομίμου βάσεως, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών της, τυγχάνει αβάσιμος.

 Τέλος ενόψει των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως ότι με το επίμαχο ιδιωτικό συμφωνητικό συνήφθη σύμβαση ελευθερώσεως, η οποία συνιστά αυτοτελή ενοχή, μη υποκειμένη στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και ότι η σύμβαση αυτή δεν αφορούσε συμπληρωματικές εισφορές των αναιρεσειόντων, ώστε να πρέπει να περιληφθεί στο καταστατικό της εταιρείας, αλλά και της ελλείψεως αντιθέτων παραδοχών στην ιδία απόφαση ότι με την εν λόγω συμφωνία συνεστήθη πρόσθετη της κυρίας συμβάσεως πωλήσεως των εταιρικών μεριδίων παροχή, αποτελούσα μέρος του καταβληθέντος για την αγορά των μεριδίων αυτών τιμήματος, το Εφετείο, δεχόμενο ως έγκυρη τη συμφωνία αυτή, μολονότι δεν περιεβλήθη τον συμβολαιογραφικό τύπο και δεν περιελήφθη στο καταστατικό της εταιρείας, διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες και δεν παρεβίασε την διάταξη του άρθρου 478 Α.Κ.. Επομένως ο τέταρτος και τελευταίος λόγος του αναιρετηρίου, με τον οποίον υποστηρίζονται τα αντίθετα και προσάπτονται στην προσβαλλομένη απόφαση αναιρετικές πλημμέλειες από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δ. τυγχάνει αβάσιμος. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, η κρινομένη αίτηση που δεν περιέχει άλλους λόγους αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της ως κατ` ουσίαν αβάσιμη, να καταδικασθεί δε ο αναιρεσείων, ως ηττώμενος (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.) στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 Απορρίπτει την από 14-6-2013 αίτηση του Χ. Β. του Κ., για αναίρεση της υπ` αριθμ. της υπ` αριθμ.244/2013 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
 Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Δημοσίευση σχολίου