Δευτέρα, 14 Ιανουαρίου 2019

Ερμηνεία δικαιοπραξιών, καταναλωτής, καταχρηστικός ΓΟΣ, ειδικοί όροι σε συμβάσεις προσχώρησης, ασφαλιστική σύμβαση.

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Α2, 788/2018.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αβροκόμη Θούα, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου και Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή,  Αρεοπαγίτες.

ΠερίληψηΕρμηνευτικοί κανόνες δικαιοπραξιών κατ΄ άρθρα 173 και 200 ΑΚ. Περιπτώσεις παραβίασης αυτών από το δικαστήριο που δύναται να βασίσει λόγο αναίρεσης για παραβίαση ουσιαστικού δικαίου. Μόνη η παράλειψη της ονομαστικής μνείας των παραπάνω διατάξεων δεν μπορεί να συστήσει παραβίαση αυτών. Καταχρηστικοί όροι συναλλαγών (ΓΟΣ). Έννοια αυτών και προϋποθέσεις καταχρηστικότητας τους βάσει του Ν. 2251/1994 περί προστασίας καταναλωτή. Διεύρυνση βάσει του ανωτέρω νόμου της έννοιας του καταναλωτή εντάσσοντας σε αυτό τα φυσικά ή νομικά πρόσωπα που αποκτούν ορισμένο προϊόν ή υπηρεσίες για ικανοποίηση όχι μόνο των ατομικών αλλά και των επαγγελματικών τους αναγκών αρκεί να είναι οι τελικοί αποδέκτες αυτών.
Εφαρμοστέο δίκαιο κατά την επίλυση των εν λόγω διαφορών. Δεν ελέγχονται για καταχρηστικότητα οι ειδικοί όροι που ενσωματώνονται σε συμβάσεις και δεν είναι προδιατυπωμένοι αλλά ενσωματώνουν ειδικές συμφωνίες των μερών κατόπιν διαπραγμάτευσης. Τα ανωτέρω εφαρμόζονται και επί ασφαλιστικών συμβάσεων. Σφάλμα του εφετείου που εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δέχθηκε εν μέρει την αγωγή της αναιρεσίβλητης κρίνοντας εσφαλμένα πως ο ενυπάρχον στην ασφαλιστική σύμβαση όρος περί περιορισμού της ευθύνης της αναιρεσείουσας προς αποζημίωση κατά την επέλευση της ασφαλιστικής περίπτωσης ήταν καταχρηστικός ΓΟΣ ενώ αποτελούσε εξειδικευμένο και συμφωνηθέντα μεταξύ των μερών όρο που δεν δύνατο να κριθεί καταχρηστικός.

O λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς (άρθρα 173, 200 ΑΚ) ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών. Ειδικότερα, ο λόγος αυτός ιδρύεται και όταν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε κενό ή ασάφεια, έστω και έμμεσα, και εντούτοις δεν προσέφυγε σ’ αυτούς ή μολονότι βεβαιώνεται στην απόφαση ότι η δήλωση βουλήσεως είναι σαφής, προέβη σε ερμηνεία της δικαιοπραξίας λ.χ. με τη λήψη στοιχείων εκτός συμβάσεως, τη χρησιμοποίηση επιχειρημάτων ή ενδοιαστικών εκφράσεων. Μόνη όμως η παράλειψη της ονομαστικής μνείας των παραπάνω διατάξεων δεν μπορεί να συστήσει παραβίαση αυτών, αν το δικαστήριο της ουσίας, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων χωρίς προσήλωση στις λέξεις, προέβη στην ερμηνεία της συμβάσεως, όπως απαιτεί η καλή πίστη, λαμβάνοντας υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 335/2004). Παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή τους, με την έννοια της ευθείας παράβασης των κανόνων αυτών, στην περίπτωση που το σχετικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο ως προς την ερμηνεία ή τη συμπλήρωση της δικαιοπραξίας δεν είναι σύμφωνο με την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΠ 715/ 2010). Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δικαιοπραξίας, η οποία εσφαλμένα ερμηνεύθηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σ’ αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 5/2010). Οι ίδιοι κανόνες παραβιάζονται όμως και εκ πλαγίου, στην περίπτωση που δεν εκτίθενται στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας με σαφήνεια και πληρότητα όλα τα πραγματικά περιστατικά που διαπιστώθηκαν για τους σκοπούς της ερμηνείας ή της συμπλήρωσης της δικαιοπραξίας και ιδίως η διατύπωση της δήλωσης βουλήσεως ή όταν στην απόφαση δεν διευκρινίζεται και ούτε προκύπτει αν υπήρχε ή όχι κενό ή ασάφεια στη δικαιοπραξία και επομένως ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, την οποία ωστόσο το δικαστήριο πραγματοποίησε ή αναλόγως παρέλειψε να πραγματοποιήσει, οπότε η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης και υπόκειται στο λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΑΠ 1665/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: Ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη με την από 26.3.2004 σύμβαση έργου, που συνήψε με την ανώνυμη εταιρία "... ", ανέλαβε την υποχρέωση να εκτελέσει τις αναγκαίες εργασίες για τη διαμόρφωση του τουριστικού λιμένα του ... (έργα στην υφιστάμενη λεκάνη, κατασκευή νέων προβλητών, υπήνεμου μώλου, αγκυροβολίων κ.α.), αντί συνολικής αμοιβής 27.741.566,28 ευρώ. Ότι η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία εξέδωσε την 4.5.2004 το υπ’ αριθ. ... ασφαλιστήριο συμβόλαιο με αντισυμβαλλόμενη την ενάγουσα ως λήπτρια της ασφάλισης με το οποίο ασφάλισε την τελευταία, αντί του συμφωνηθέντος ασφαλίστρου, από κάθε κίνδυνο για υλικές ζημιές και αστική ευθύνη για το χρόνο που θα διαρκούσε η κατασκευή του έργου. Ότι κατά τη διάρκεια έντονης καταιγίδας, που έπληξε την Αττική στις 15-2-2005, δηλαδή σε χρόνο που εκτελούνταν ακόμη το έργο, σημειώθηκαν νότιοι νοτιοδυτικοί άνεμοι εντάσεως έως 11 βαθμούς της κλίμακας Μποφόρ, εξαιτίας των οποίων αναπτύχθηκε μεγάλος κυματισμός με αποτέλεσμα να απολεσθεί ή να μετατοπισθεί η μεγαλύτερη ποσότητα των υλικών επίχωσης που είχαν τοποθετηθεί για την θωράκιση του προσήνεμου μώλου, διότι τμήμα των υλικών αυτών διασκορπίσθηκε τόσο στο εσωτερικό της Μαρίνας, όσο (κυρίως) εκτός μώλου, προκαλώντας επίχωση και μείωση του βάθους σε τμήμα της. Ότι, όσα υλικά παρέμεναν στη διατομή, είχαν σε μεγάλο βαθμό αναμιχθεί και η επαναχρησιμοποίησή τους θεωρήθηκε εξ αρχής ασύμφορη λόγω δυσκολίας διαχωρισμού, σε κάθε δε περίπτωση η ήδη κατασκευασμένη διατομή σε όλο το μήκος αυτής των 700 μέτρων αλλοιώθηκε ή παρασύρθηκε από τον κυματισμό. Ότι, αμέσως μετά την επέλευση του κινδύνου, η ενάγουσα ενημέρωσε την εναγομένη, η οποία ζήτησε τη διενέργεια αυτοψίας και πραγματογνωμοσύνης. Ότι η ζημία της ενάγουσας από την καταστροφή αυτή υπολογίζεται συνολικά σε 2.815.602,62 ευρώ (2.103.336,25 ευρώ για τα απολεσθέντα υλικά επίχωσης και 712.266,37 ευρώ για τη δαπάνη αποκομιδής των συντριμμάτων από τη διατομή) όπως ο πραγματογνώμονας της εναγομένης εκτίμησε και όχι σε 4.470.216,76 όπως υποστήριξε η ενάγουσα. Η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία πρόβαλε την ένσταση εξαίρεσης από την ασφαλιστική κάλυψη τόσο της αξίας των υλικών επιχωμάτωσης- πλήρωσης, όσο και της δαπάνης εκκαθάρισης των συντριμμάτων. Ειδικότερα, επικαλέστηκε ότι δυνάμει της υπ’ αριθ. 4 ειδικής εξαίρεσης της σελίδας 021 του ασφαλιστηρίου ρητά συμφωνήθηκε ότι από την παρεχόμενη διά του ενδίκου ασφαλιστηρίου συμβολαίου ασφαλιστική κάλυψη εξαιρείται η απώλεια υλικών επιχωμάτωσης-πλήρωσης κατά τη διάρκεια των εργασιών στα θαλάσσια έργα. Επίσης, όσον αφορά τη δαπάνη εκκαθάρισης συντριμμάτων, ισχυρίσθηκε ότι, εφόσον κατά τα ανωτέρω δεν συντρέχει περίπτωση αποζημιώσεως για τα απολεσθέντα υλικά, δεν οφείλει αποζημίωση και για την εκκαθάριση των συντριμμάτων, διότι στο ίδιο ασφαλιστήριο συμβόλαιο έχει προβλεφθεί ειδικά στην α’ παράγραφο του Τμήματος I με τίτλο "Υλικές Ζημιές" (σελ. 015 α’ παράγραφο) ότι θα οφείλεται τέτοια δαπάνη (εκκαθάρισης συντριμμάτων) μόνον όταν αποτελεί συνέπεια αποζημιωτέου γεγονότος.
Επί της ενστάσεως αυτής το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα: "Με την κρίσιμη ασφαλιστική σύμβαση συμφωνήθηκε: α. η ασφάλιση Υλικών Ζημιών του Έργου και β. η ασφάλιση της Αστικής Ευθύνης της ενάγουσας έναντι τρίτων. Εξ αυτού του λόγου, η ασφαλιστική αυτή σύμβαση χωρίζεται συστηματικά σε ΤΜΗΜΑ I (ΥΛΙΚΕΣ ΖΗΜΙΕΣ) και ΤΜΗΜΑ II (ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ). Οι δε εξαιρέσεις από την ασφαλιστική κάλυψη χωρίζονται σε ΓΕΝΙΚΕΣ ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ (σελ. 011) και ΕΙΔΙΚΕΣ ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ που σχετίζονται αμιγώς είτε με το ΤΜΗΜΑ I (ΥΛΙΚΕΣ ΖΗΜΙΕΣ) είτε με το ΤΜΗΜΑ II. Αναφορικά λοιπόν με την κάλυψη των Υλικών Ζημιών, στη σελ. 015 του Ασφαλιστήριου Συμβολαίου αναφέρονται τα εξής: "ο Ασφαλιστής συμφωνεί με το παρόν με το Λήπτη της Ασφάλισης / Ασφαλιζόμενο ότι αν οποτεδήποτε κατά την περίοδο ασφάλισης τα ασφαλιζόμενα αντικείμενα που αναφέρονται στον επισυναπτόμενο στο συμβόλαιο αυτό πίνακα ή οποιοδήποτε μέρος του υποστεί μια απρόβλεπτη και αιφνίδια φυσική απώλεια ή ζημία από οποιαδήποτε αιτία, εκτός από τις ειδικές εξαιρούμενες αιτίες, κατά τρόπο που να χρειάζονται επισκευή ή αντικατάσταση, ο Ασφαλιστής θα αποζημιώσει το Λήπτη της ασφάλισης / Ασφαλιζόμενο γι’ αυτή την απώλεια ή ζημία, όπως ορίζεται παρακάτω, με πληρωμή τοις μετρητοίς ή με αντικατάσταση ή επισκευή (κατ’ εκλογή του) και μέχρι ποσού που δεν υπερβαίνει για κάθε ασφαλιζόμενο αντικείμενο το ποσό που αναγράφεται, έναντι αυτού.... Ο Ασφαλιστής θα καταβάλει επιπλέον στο Λήπτη της Ασφάλισης/Ασφαλιζόμενο την δαπάνη εκκαθάρισης συντριμμάτων εξ αιτίας αποζημιωτέου γεγονότος, εφόσον στον Πίνακα αναφέρεται ένα ιδιαίτερο ποσό για την κάλυψη των δαπανών αυτών". Ο Πίνακας, στον οποίο παραπέμπει η άνω περικοπή (σελ. 021): περιλαμβάνει ρητά μεταξύ των ΑΣΦΑΛΙΖΟΜΕΝΩΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ "1. Εργασίες Σύμβασης (μόνιμα & προσωρινά έργα, περιλαμβανομένων και των υλικών, τα οποία θα ενσωματωθούν στο έργο, 1.1. Αξία Σύμβασης, 1.2. Υλικά ή αντικείμενα που παρέχονται από τον Κύριο του Έργου 2. Εργοταξιακό Εξοπλισμό και Εγκαταστάσεις Έργου... 4 Εκκαθάριση Συντριμμάτων, β. Περιουσία παρακείμενη στο εργοτάξιο που ανήκει στον Κύριο του Έργου ή τον Λήπτη της Ασφάλισης / Ασφαλιζόμενο ή που τελεί υπό την φροντίδα, φύλαξη ή τον έλεγχό του" και ρητώς προσδιορίζει το ύψος του συνολικού ασφαλιζομένου κεφαλαίου του τμήματος I (ΥΛΙΚΕΣ ΖΗΜΙΕΣ) στα 28.041.567,00 ευρώ. Με βάση τα όσα αναφέρονται στο ασφαλιστήριο συμβόλαιο, σαφώς συνάγεται ότι: 1. Οι εκτελεσθείσες και αναλυτικώς εκτιθέμενες στην ένδικη αγωγή εργασίες θωράκισης του προσήνεμου μώλου ενέπιπταν μεταξύ των "ΑΣΦΑΛΙΖΟΜΕΝΩΝ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΩΝ", καθώς επρόκειτο για "..Εργασίες Σύμβασης (Μόνιμα & Προσωρινά Έργα)..." και δη σε εξαιρετικά προχωρημένο στάδιο ολοκλήρωσης, όπως σαφώς ενέπιπταν στα "ασφαλιζόμενα αντικείμενα" και τα Υλικά που είχαν ήδη ενσωματωθεί στο Έργο (: αφ’ ης στιγμής μάλιστα, κατά τη ρητή διατύπωση του παραπάνω Πίνακα, καλύπτονταν ακόμα και τα υλικά που δεν είχαν ακόμα ενσωματωθεί και θα ενσωματώνονταν στο έργο) και 2ον: Τα ακραία καιρικά φαινόμενα που σημειώθηκαν στις 15-2-2005, συνεπεία των οποίων οι εργασίες θωράκισης του προσήνεμου μώλου υπέστησαν ("..απρόβλεπτα και αιφνίδια..") τις εκτιθέμενες στην αγωγή ζημίες, καταρχάς περιλαμβάνονταν μεταξύ των ασφαλιζόμενων κινδύνων (: προεχόντως λόγω της γενικότητας του ανωτέρω ασφαλιστήριου όρου: "...από οποιαδήποτε αιτία..."), εκτός αν (κατά τη ρητή διατύπωση της προεκτεθείσης περικοπής για την κάλυψη των υλικών ζημιών) περιλαμβάνονταν στις "...ειδικές εξαιρούμενες αιτίες...", τουτέστιν στις "ΕΙΔΙΚΕΣ ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ" του ΤΜΗΜΑΤΟΣ II (ΥΛΙΚΕΣ ΖΗΜΙΕΣ), οι οποίες παρατίθενται στην ίδια ως άνω σελ. 015 (αμέσως μετά τον προσδιορισμό των καλυπτόμενων υλικών ζημιών) και οι οποίες επί λέξει αναφέρονται: α) στην απαλλαγή που αναφέρεται στον Πίνακα και η οποία βαρύνει τον λήπτη της ασφάλισης/Ασφαλιζόμενο για οποιοδήποτε περιστατικό, β) στην επακόλουθη οικονομική ζημία κάθε είδους και περιγραφής, συμπεριλαμβανομένων ποινικών ρητρών, απωλειών λόγω καθυστέρησης, αμέλειας εκτέλεσης, απώλειας σύμβασης, γ) σε απώλεια ή ζημία λόγω λανθασμένης μελέτης, δ) στα έξοδα αντικατάστασης, επισκευής ή επιδιόρθωσης ελαττωματικού υλικού και / ή κακοτεχνίας, αλλά η παρούσα εξαίρεση θα περιορίζεται στα αμέσως επηρεαζόμενα αντικείμενα... ε) σε απώλεια ή ζημία από φυσιολογική φθορά, διάβρωση, οξείδωση, χειροτέρευση λόγω αχρησίας και εξαιτίας των συνήθων ατμοσφαιρικών συνθηκών, στ) σε απώλεια ή ζημία σε εργοταξιακό και μηχανικό εξοπλισμό που οφείλεται σε μηχανική ή ηλεκτρική βλάβη, θραύση ή απορρύθμιση, ανωμαλία, ψύξη του ψυκτικού ή άλλου υγρού, ελαττωματική λίπανση ή έλλειψη λαδιού ή ψυκτικού υγρού ... ζ) σε απώλεια ή ζημία σε οχήματα που έχουν άδεια για γενική οδική χρήση (σε δημόσιες οδούς), σε σκάφη ή αεροσκάφη, η) σε απώλεια ή ζημία φακέλων, σχεδίων, λογαριασμών, τιμολογίων, χρημάτων, γραμματοσήμων, ενσήμων, συμβολαίων, αποδεικτικών οφειλής, συναλλαγματικών, χρεογράφων, επιταγών, θ) σε απώλεια ή ζημιά που διαπιστώνεται μόνο κατά τον χρόνο διενέργειας απογραφής". Όπως καθίσταται σαφές, στις ειδικές αυτές εξαιρέσεις δεν περιλαμβάνονται τα ακραία φυσικά καιρικά φαινόμενα, όπως δεν περιλαμβάνονται ούτε στις γενικές εξαιρέσεις του ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Στην σελίδα 021 του ασφαλιστηρίου, όπου περιλαμβάνεται ο Πίνακας ασφαλιζομένων αντικειμένων και αξιών, αναφέρονται άλλες τέσσερις εξαιρέσεις: Ειδικότερα αναφέρονται ρητά τα εξής: ΕΞΑΙΡΕΣΕΙΣ: 1. ΕΞΑΙΡΟΥΝΤΑΙ ΖΗΜΙΕΣ ΣΕ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΒΥΘΟΚΟΡΙΣΗΣ (ΕΚΒΑΘΥΝΣΗΣ ΚΑΙ/ή ΕΚΣΚΑΦΗΣ) ΚΑΙ ΤΥΧΟΝ ΕΠΑΝΑΒΥΘΟΧΟΡΙΣΗΣ (ΣΥΜΠΥΚΝΩΣΗΣ ΤΟΥ ΠΥΘΜΕΝΑ ΓΙΑ ΤΙΣ ΕΡΓΑΣΙΕΣ ΘΕΜΕΛΙΩΣΗΣ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ). 2. ΕΞΑΙΡΕΙΤΑΙ ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ΖΗΜΙΑ ΠΟΥ ΘΕΩΡΕΙΤΑΙ "…" ΑΣΤΙΚΗ ΕΥΘΥΝΗ - ... - (ΣΚΑΦΗ, ΠΛΑΤΦΟΡΜΕΣ, ΠΛΩΤΑ ΜΕΣΑ ΚΑΙ Η ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΣΗ ΑΥΤΩΝ). 3. ΕΞΑΙΡΟΥΝΤΑΙ ΖΗΜΙΕΣ ΠΟΥ ΘΑ ΠΡΟΚΛΗΘΟΥΝ ΑΠΟ ΤΗ ΣΥΝΗΘΗ ΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ. 4. ΕΞΑΙΡΕΙΤΑΙ Η ΑΠΩΛΕΙΑ ΥΛΙΚΩΝ ΕΠΙΧΩΜΑΤΩΣΗΣ-ΠΛΗΡΩΣΗΣ, ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΔΙΑΡΚΕΙΑ ΤΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ ΣΤΑ ΘΑΛΑΣΣΙΑ ΕΡΓΑ. Όπως σαφώς συνάγεται από την γραμματική ερμηνεία του όρου, η εν λόγω εξαίρεση του ασφαλιστηρίου, περιλαμβάνει όχι όλα τα υλικά επιχωμάτωσης, από τα οποία προεχόντως αποτελείται το έργο αυτό, οπότε στην περίπτωση αυτή θα αλληλοαναιρείτο η ασφαλιστική σύμβαση, αλλά μόνον τα υλικά επιχωμάτωσης που θα χάνονταν (εξ ου και ο όρος "απώλεια") κατά την διάρκεια των εργασιών στα θαλάσσια έργα. Αναφέρεται δηλαδή στην ποσότητα που "χάνεται" κατά την εκφόρτωση της φορτηγίδας μέχρι αυτή να φτάσει στον πυθμένα. Αυτό που εξαιρέθηκε ήταν ο κίνδυνος απώλειας υλικών επιχωμάτωσης-πλήρωσης κατά τη διάρκεια των εργασιών στα θαλάσσια έργα και ως αποτέλεσμα αυτών. Τούτο δε διότι η εν λόγω απώλεια δεν θεωρείται απρόβλεπτη ή αιφνίδια αλλά συνήθης. Ειδικότερα, η κατασκευή του (θαλάσσιου) επιχώματος επιτυγχάνεται με το άδειασμα των φορτηγίδων από την επιφάνεια της θάλασσας. Αν στο σημείο εκείνο ο πυθμένας είναι σε βάθος π.χ. 15 μ. τα υλικά (και ιδιαίτερα τα λεπτόκοκκα) "απλώνουν" και παρασέρνονται από τα ρεύματα της θάλασσας και μέχρι το φορτίο της κάθε φορτηγίδας να φτάσει στον πυθμένα, κάποιο ποσοστό έχει χαθεί. Αν δηλ. συγκριθεί η ποσότητα που φορτώνεται στις φορτηγίδες με τις ποσότητες των επιχωμάτων (όπως αυτά επιμετρούνται με λήψη διατομών), υπάρχει κάποια διαφορά που οφείλεται στην πιο πάνω απώλεια υλικών. Επιπροσθέτως, μέχρις ότου κατασκευαστεί η προστασία των επιχωμάτων, ο κυματισμός οδηγεί στην απώλεια κάποιων υλικών. Ο όρος τούτος τίθεται από τις ασφαλιστικές εταιρείες στα αντίστοιχα ασφαλιστήρια για να μην εγείρονται συνεχείς απαιτήσεις από τους ασφαλιζόμενους "Εργολήπτες" εξ αιτίας αυτού του γεγονότος και προσομοιάζει κατά περιεχόμενο προς την προεκτεθείσα 5η ειδική εξαίρεση του Τμήματος (ΥΛΙΚΕΣ ΖΗΜΙΕΣ) σύμφωνα με την οποία: "Ο Ασφαλιστής δεν θα είναι υπεύθυνος για : ...ε) απώλεια ή ζημία από φυσιολογική φθορά, διάβρωση, οξείδωση...". Με την ερμηνευτική εκδοχή που υποστηρίζει η εναγομένη και υιοθέτησε η εκκαλουμένη, το μεγαλύτερο μέρος του έργου, που συντίθεται από υλικά επιχωμάτωσης, θα έμενε εκτός της ασφαλιστικής καλύψεως, η δε συνομολόγηση σχετικής περί εξαίρεσης ρήτρας, όπως την ερμηνεύει η εναγομένη και την ερμήνευσε και η εκκαλουμένη, θα έθετε υπό διακινδύνευση ή θα ματαίωνε, κατά κατάχρηση της συμβατικής ελευθερίας, την σύμβαση και θα συνιστούσε προσβολή της εξισωτικής συμβατικής δικαιοσύνης. Όμως εν προκειμένω, τα αντικείμενα και υλικά της συμβάσεως, με βάση τις σχετικές προβλέψεις του Ασφαλιστηρίου Συμβολαίου, απολαμβάνουν πλήρους ασφαλιστικής καλύψεως από οποιαδήποτε αίτια "..εκτός από τις ειδικές εξαιρούμενες αιτίες.." (σελ. 015 του ασφαλιστηρίου). Άρα, με βάση την γραμματική αλλά και την τελολογική ερμηνεία της κρίσιμης ασφαλιστικής σύμβασης, η οποία γίνεται λόγω της σχετικής ασάφειας και της εν μέρει αλληλοεπικάλυψης των ρητρών εξαίρεσης, για να εξαιρεθεί της καλύψεως απολεσθέν ή πληγέν αντικείμενο ή Υλικό του Έργου, θα πρέπει προεχόντως να, αποδεικνύεται ότι συνέτρεξε αίτιο που αφενός εξαιρείται ρητά από την ασφαλιστική κάλυψη, αφετέρου συνετέλεσε με πρόσφορο τρόπο στην εν λόγω απώλεια ή ζημία. Εξ ετέρου, η κρίσιμη εξαίρεση χρησιμοποιεί τον όρο "απώλεια των υλικών επιχωμάτωσης". Η "απώλεια υλικού", εννοιολογικά και σε αντίθεση με τον όρο "ζημία", παραπέμπει σε υλικό μη ενσωματωμένο εισέτι στο Έργο.
Εν προκειμένω δεν αμφισβητείται ότι τα υλικά επίχωσης, που εθίγησαν από την κακοκαιρία, είχαν ήδη "ενσωματωθεί" μόνιμα στο κατασκευαζόμενο Έργο. Επομένως, τα ενσωματωμένα στο Έργο υλικά επίχωσης, δεν θα μπορούσαν να χαθούν (απολεσθούν), αλλά να πληγούν, να υποστούν δηλ. ζημία ως συστατικά στοιχεία του Έργου. Η σχετική διάταξη θα πρέπει, για να ερμηνευθεί ορθά, να παρατεθεί σε σχέση και με το βασικό κείμενο των γενικών και ειδικών εξαιρέσεων του κρίσιμου ασφαλιστηρίου συμβολαίου. Μέσα από αυτή την ερμηνευτική προσέγγιση, σαφώς συνάγεται ότι εξαιρείται η απώλεια υλικών επιχωμάτωσης, κατά τη διάρκεια των εργασιών στα θαλάσσια έργα, ακριβώς διότι πρόκειται για απώλεια "..από φυσιολογική φθορά, διάβρωση...", από συνήθη δηλαδή και φυσιολογικά αίτια που συνδέονται με την εκτέλεση της συγκεκριμένης εργασίας. Η κρίση αυτή επιρρωνύεται και από σχετικό όρο στη σελίδα 034 του ασφαλιστηρίου, στον οποίο με αφορμή τη διατύπωση ρήτρας ποσοτικού περιορισμού της ευθύνης του ασφαλιστή, περί της κατωτέρω, αναφέρεται ως καλυπτόμενη και η ζημία σε επιχωματώσεις". Με βάση δε τα ανωτέρω, το Εφετείο έκρινε ότι η προβληθείσα ένσταση εξαιρέσεως ήταν αβάσιμη και έπρεπε να απορριφθεί. Για το λόγο αυτό, δεχόμενο σχετικό λόγο της εφέσεως της ενάγουσας, εξαφάνισε την εκκαλούμενη η οποία κρίνοντας αντίθετα έκανε δεκτή την εν λόγω ένσταση και απέρριψε την αγωγή. Υπό τις παραδοχές αυτές, με βάση τις οποίες το Εφετείο ήχθη σε απορριπτική κρίση της ανωτέρω ενστάσεως εξαιρέσεως, αφού διέγνωσε ανάγκη ερμηνείας "της κρίσιμης ασφαλιστικής σύμβασης... λόγω της σχετικής ασάφειας και της εν μέρει αλληλοεπικάλυψης των ρητρών εξαίρεσης...", προέβη στη συνέχεια, με τη χρήση της μεθόδου της γραμματικής ερμηνείας των κρίσιμων όρων, αλλά και της τελολογικής ερμηνείας αυτών, καταφεύγοντας στο σκοπό της συμφωνηθείσας ασφαλιστικής κάλυψης και των εξαιρέσεών της, στην ανωτέρω ερμηνεία της δικαιοπρακτικής βούλησης των συμβληθέντων στην ένδικη ασφάλιση μερών, δηλαδή ότι δεν εξαιρείται η ζημία των ήδη ενσωματωμένων στο έργο υλικών όταν οφείλεται σε απρόβλεπτη και αιφνίδια αιτία, που ήταν άλλωστε και το αντικείμενο της ασφαλιστικής καλύψεως, αλλά (εξαιρείται) η απώλεια υλικών επιχωμάτωσης, που θα λάμβανε χώρα από φυσιολογικά αίτια κατά τη διάρκεια των εργασιών στα θαλάσσια έργα, διότι τότε πρόκειται για απώλεια "...από φυσιολογική φθορά, διάβρωση...", από συνήθη δηλαδή και φυσιολογικά αίτια που συνδέονται με την εκτέλεση της συγκεκριμένης εργασίας. Η ερμηνεία δε αυτή εκφράζει στην προκείμενη περίπτωση την αντίληψη κάθε συνετού και έντιμου μέσου κοινωνικού ανθρώπου, δεν προσκρούει στα συναλλακτικά ήθη και είναι σύμφωνη με τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.
Συνεπώς το Εφετείο έλαβε υπόψη κατά την ερμηνεία της συμβάσεως και τους όρους των εν λόγω διατάξεων, μόνη δε η παράλειψη της ονομαστικής μνείας τους δεν μπορεί να ιδρύσει, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες, αναιρετικό λόγο για παραβίαση αυτών. Εξάλλου, με τις ως άνω παραδοχές του δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού από το αιτιολογικό αυτής προκύπτουν σαφώς όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία είναι αναγκαία για την κρίση του στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των διατάξεων που εφαρμόσθηκαν, ενώ έχει τις παρατιθέμενες παραπάνω σαφείς, πλήρεις και μη αντιφάσκουσες αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατ’ ακολουθίαν, είναι αβάσιμες οι αντίθετες αιτιάσεις της αναιρεσείουσας, που διαλαμβάνονται στο δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται η πλημμέλεια κυρίως της ευθείας παραβιάσεως των άρθρων 173 και 200 ΑΚ και επικουρικά της εκ πλαγίου παραβιάσεως αυτών. 

Σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του ν. 2251/1994 "προστασία καταναλωτών", όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το ν. 3587/2007, Γενικοί Όροι Συναλλαγών (ΓΟΣ), είναι οι όροι που έχουν διατυπωθεί εκ των προτέρων για απροσδιόριστο αριθμό μελλοντικών συμβάσεων. Η ανάγκη ρυθμίσεως της εγκυρότητας του περιεχομένου των ΓΟΣ προέκυψε διότι, στις σύγχρονες συναλλαγές, ολοένα και περισσότερες συμβάσεις αποκλίνουν από το κλασσικό ρωμαϊκό πρότυπο της κατάρτισής τους κατόπιν ατομικής διαπραγμάτευσης. Ως ΓΟΣ νοούνται εκείνοι οι συμβατικοί όροι, που ένα από τα συμβαλλόμενα μέρη καθορίζει εκ των προτέρων κατά τρόπο γενικό και ενιαίο, με σκοπό να αποτελέσουν το ομοιόμορφο περιεχόμενο ενός αόριστου αριθμού συμβάσεων. Κύριο χαρακτηριστικό των ΓΟΣ είναι η μονομερής προδιατύπωση, με την έννοια ότι ο αντισυμβαλλόμενος εκείνου που τις προδιατύπωσε δεν μετείχε στη διαμόρφωσή τους. Αυτό το χαρακτηριστικό όμως δεν αρκεί: Απαιτείται, περαιτέρω, να μην υφίστατο κατά την κατάρτιση της σύμβασης δυνατότητα ατομικής διαπραγμάτευσης ως προς το περιεχόμενο των όρων. Αντίποδας αυτών (ΓΟΣ) είναι οι ειδικοί όροι, που συμφωνήθηκαν για τη συγκεκριμένη περίπτωση ύστερα από διαπραγμάτευση, επί των οποίων δεν εφαρμόζονται οι προστατευτικές υπέρ του καταναλωτή διατάξεις. Συνήθης είναι η χρήση ΓΟΣ και στις ασφαλιστικές συμβάσεις του ν. 2496/1997, διότι περιέχουν ασφαλιστικούς όρους, γενικούς και ειδικούς, τους οποίους ο ασφαλιστής επαναλαμβάνει ομοιόμορφα στις συμβάσεις του, δεν διαπραγματεύεται το περιεχόμενο αυτών με κάθε λήπτη ασφάλισης, αλλά τους έχει ετοιμάσει εκ των προτέρων, έτσι ώστε ο μέλλων να ασφαλιστεί ή τους δέχεται όλους και προσχωρεί στη σύμβαση ή δεν τους δέχεται και δεν συνάπτεται η σύμβαση. Ωστόσο, η ασφαλιστική σύμβαση περιέχει και όρους, που έχουν συνταχθεί μετά από διαπραγμάτευση με το λήπτη. Τέτοιοι είναι οι όροι, που συνιστούν τα εξατομικευμένα στοιχεία της σύμβασης, όπως είναι τα ασφαλιζόμενα πρόσωπα, οι κίνδυνοι που καλύπτονται, η περιουσία ή το αντικείμενο που ασφαλίζεται και η χρηματική αξία αυτών, η διάρκεια της ασφάλισης, το ασφάλιστρο, ο χρόνος και ο τόπος έκδοσης του ασφαλιστηρίου, το τυχόν ασφαλιστικό ποσό, δηλαδή το ανώτατο όριο ευθύνης του ασφαλιστή και γενικά τα κατ’ άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 2496/1997 στοιχεία της ασφαλιστικής σύμβασης, όπως επιτάσσει το άρθρο 2 παρ. 2, και ό,τι άλλο επί πλέον στοιχείο απαιτεί η κάθε συγκεκριμένη περίπτωση, όπως τυχόν ποσό απαλλαγής του ασφαλιστή για ένα μέρος της κάθε ζημίας κ.λπ. Συνεπώς οι όροι αυτοί (καλούμενοι και "χειρόγραφοι") περιέχουν μόνο τη συγκεκριμένη κάλυψη που αγόρασε ο λήπτης και όχι τους γενικούς όρους με τους οποίους ο ασφαλιστής παρέχει την κάλυψη ομοιόμορφα στους πελάτες του. Έτσι δεν τίθεται γι’ αυτούς θέμα καταχρηστικότητας κατά τους όρους και τις προϋποθέσεις του ν. 2251/1994. Εξάλλου, στις παρ. 6 και 7 του άρθρου 2 του ίδιου νόμου αφενός διατυπώνεται μία γενική ρήτρα απαγόρευσης της συνομολόγησης καταχρηστικών ΓΟΣ και αφετέρου παρατίθεται ένας ενδεικτικός κατάλογος ειδικών καταχρηστικών ΓΟΣ. Οι ρυθμίσεις αυτές αποτελούν εξειδίκευση του βασικού κανόνα της διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ για την απαγόρευση καταχρηστικής άσκησης ενός δικαιώματος ή χρήσης ενός θεσμού (της συμβατικής ελευθερίας). Ενόψει τούτου, οι διατάξεις αυτές ενσωματώνουν κατ’ ανάγκην και το πνεύμα του άρθρου 19 ΕισΝΑΚ, που ορίζει ότι η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ εφαρμόζεται και σε γεγονότα και σχέσεις προγενέστερες από την εισαγωγή του ΑΚ. Με βάση τη συναγόμενη από τη διάταξη αυτή γενική αρχή διαχρονικού δικαίου, προκύπτει ότι η καταχρηστικότητα ενός ΓΟΣ, επί ατομικών διαφορών, δεν κρίνεται σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο της αρχικής διατύπωσής του ή της κατάρτισης της συγκεκριμένης σύμβασης, αλλά με το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο που κατά τη διάρκεια της σύμβασης ανακύπτει το πρόβλημα το οποίο οδηγεί στη χρήση (επίκληση) αυτού από τον προμηθευτή (Ολομ ΑΠ 15/2007). Κατά λογική αναγκαιότητα και προς το σκοπό ομοιόμορφης νομικής μεταχείρισης ομοίων πραγμάτων, η ιδιότητα του καταναλωτή πρέπει να κριθεί σύμφωνα με το δίκαιο που ισχύει κατά το χρόνο, που γίνεται η χρήση (επίκληση) του καταχρηστικού ΓΟΣ από τον προμηθευτή. Επομένως, στη συγκεκριμένη περίπτωση, που η χρήση της προσβαλλόμενης ρήτρας ως καταχρηστικού ΓΟΣ, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης σε συνδυασμό με τις προτάσεις της εναγομένης ασφαλιστικής εταιρίας στον πρώτο βαθμό, έγινε από την εναγομένη την 6 Ιουνίου 2012 κατά την εκδίκαση της ένδικης αγωγής, κατά την οποία με την επίκλησή της ζήτησε τον κατά το προβλεπόμενο όριο ποσοτικό περιορισμό της ευθύνης της, η καταχρηστικότητα τούτου θα κριθεί με βάση το δίκαιο που ίσχυε κατά το χρόνο, που έγινε κατά τα ανωτέρω η χρήση του, δηλαδή με βάση τις διατάξεις του ν. 2251/1994, όπως ίσχυαν μετά την αντικατάστασή τους με το ν. 3587/2007Ομοίως, κατά τα προαναφερόμενα, και η ιδιότητα του συμβληθέντος σ’ αυτή λήπτη της ασφάλισης ως καταναλωτή θα κριθεί με τις ίδιες ως άνω διατάξεις. Σύμφωνα δε με το άρθρο 1 παρ. 4 περ. α’ του ν. 2251/1994 "προστασία καταναλωτών", όπως ίσχυε μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 παρ. 5 του ν. 3587/2007, καταναλωτής είναι κάθε φυσικό ή νομικό πρόσωπο για το οποίο προορίζονται τα προϊόντα ή οι υπηρεσίες που προσφέρονται στην αγορά ή το οποίο κάνει χρήση τέτοιων προϊόντων ή υπηρεσιών, εφόσον αποτελεί τον τελικό αποδέκτη τους. Η θεσπισθείσα με τον άνω νόμο έννοια του καταναλωτή διεύρυνε τον κύκλο των προσώπων στα οποία παρέχεται η προβλεπόμενη από αυτόν προστασία, σε σχέση με τον κύκλο αυτών στα οποία αφορά η Οδηγία 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5-4-1993, σε εφαρμογή της οποίας εκδόθηκε, και στα οποία παρείχε προστασία και ο προϊσχύσας ν. 1961/1991. Τούτο δε, διότι σύμφωνα με το άρθρο 2 περ. β’ της Οδηγίας "καταναλωτής είναι κάθε φυσικό πρόσωπο, το οποίο, κατά τις συμβάσεις που καλύπτει η παρούσα οδηγία, ενεργεί για σκοπούς οι οποίοι είναι άσχετοι με τις επαγγελματικές του δραστηριότητες", ενώ σύμφωνα με την αντίστοιχη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 του προϊσχύσαντος ν. 1961/1991 "καταναλωτής είναι κάθε νομικό ή φυσικό πρόσωπο, που ενεργεί συναλλαγές με σκοπό την απόκτηση ή τη χρησιμοποίηση κινητών ή ακινήτων πραγμάτων ή υπηρεσιών για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών αναγκών". Ειδικότερα, καταναλωτής, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του ν. 2251/1994, που είναι άξιος της σχετικής προστασίας του, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο που αποκτά το προϊόν ή τις υπηρεσίες για ικανοποίηση όχι μόνο των ατομικών αλλά και των επαγγελματικών του αναγκών. Αρκεί απλώς και μόνον το γεγονός ότι είναι ο τελικός αποδέκτης αυτών. Τέτοιος δε τελικός αποδέκτης, και όχι ενδιάμεσος, είναι εκείνος, που αναλίσκει ή χρησιμοποιεί το πράγμα σύμφωνα με τον προορισμό του, χωρίς να έχει την πρόθεση να το μεταβιβάσει αυτούσιο ή ύστερα από επεξεργασία σε άλλους αγοραστές, καθώς και αυτός που χρησιμοποιεί ο ίδιος την υπηρεσία και δεν τη διοχετεύει σε τρίτους. Η παραπάνω έννοια του καταναλωτή, κατά το ν. 2251/1994, αποσκοπεί στη διεύρυνση του υποκειμενικού πεδίου εφαρμογής των προστατευτικών κανόνων αυτού, διότι οι ορισμοί του προϊσχύσαντος ν. 1961/1991, που περιόριζαν την έννοια του καταναλωτή σ’ αυτόν που αποκτά προϊόντα ή υπηρεσίες για την ικανοποίηση μη επαγγελματικών του αναγκών, απέκλειαν ευρύτατες κατηγορίες καταναλωτών. Η διεύρυνση δε αυτή δεν είναι αντίθετη προς την παραπάνω οδηγία, δεδομένου ότι το άρθρο 8 αυτής, που ορίζει ότι "Τα κράτη μέλη μπορούν να θεσπίζουν ή διατηρούν, στον τομέα που διέπεται από την παρούσα οδηγία, αυστηρότερες διατάξεις σύμφωνες προς τη συνθήκη, για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή", επιτρέπει στον εθνικό νομοθέτη τη διεύρυνση της έννοιας του καταναλωτή και πάντως δεν απαγορεύει σ’ αυτόν τη θέσπιση όμοιας προστασίας κατά των καταχρηστικών ΓΟΣ και υπέρ προσώπων που δεν είναι καταναλωτές κατά την έννοια του άρθρου 2β της άνω οδηγίας. Έτσι, από το γεγονός ότι ο κοινοτικός νομοθέτης επέλεξε έναν στενότερο ορισμό του καταναλωτή στην παραπάνω, ελάχιστης εναρμόνισης, οδηγία, δεν παραμερίζεται ο ευρύτερος ορισμός της εγχώριας ρύθμισης, αφού πρόθεσή του (κοινοτικού νομοθέτη) ήταν να διατυπώσει με τη συγκεκριμένη οδηγία κατώτατους (ελάχιστους) όρους προστασίας (ΟλομΑΠ 13/2015). Επομένως, καταναλωτής θεωρείται και ο λήπτης της ασφάλισης, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, έστω και αν ενεργεί την ασφάλιση για την ικανοποίηση των επαγγελματικών του αναγκών, αρκεί να είναι ο τελικός αποδέκτης του ασφαλίσματος σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, εφόσον δηλαδή είναι αυτός που χρησιμοποιεί ο ίδιος την υπηρεσία και δεν τη διοχετεύει περαιτέρω σε τρίτους. 

Στην προκειμένη περίπτωση, η εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρία επικουρικά πρόβαλε την ένσταση ότι, με βάση ρητό όρο της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης, το ανώτατο όριο της ευθύνης της προς αποζημίωση της ενάγουσας για ζημία των ήδη ενσωματωμένων στο έργο υλικών λόγω απρόβλεπτης και αιφνίδιας αιτίας, αλλά και για την άρση-απομάκρυνση αυτών, είχε ορισθεί στα 50 μέτρα κρηπιδώματος/προβλήτας. Δηλαδή ότι η αποζημίωση από μία τέτοια αιτία θα υπολογιζόταν στο κόστος επισκευής τμήματος κρηπιδώματος/προβλήτας κατ’ ανώτατο όριο 50 μέτρων, με αποτέλεσμα από το σύνολο της ζημίας της ενάγουσας να της οφείλει ασφαλιστική αποζημίωση κατ’ ανώτατο όριο συνολικά 230.238 ευρώ. Η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη κατά της ενστάσεως αυτής πρόβαλε την αντένσταση ακυρότητας του ως άνω όρου της ασφαλιστικής σύμβασης, διότι συνιστά καταχρηστικό γενικό όρο συναλλαγών (ΓΟΣ). Επ’ αυτών το Εφετείο δέχθηκε ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα ακόλουθα περιστατικά: "Στην προκειμένη περίπτωση στο ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ (106) και στη σελ. 034 του ασφαλιστηρίου ορίζονται υπό την επικεφαλίδα "ΕΓΓΥΗΣΗ ΠΟΥ ΑΦΟΡΑ ΤΜΗΜΑΤΑ" τα εξής: "Δηλώνεται και συμφωνείται ότι, με βάση τους όρους, εξαιρέσεις και διατάξεις του ασφαλιστηρίου και/ή των επ’ αυτού προσθέτων πράξεων, ο Ασφαλιστής θα αποζημιώνει τον Λήπτη της ασφάλισης/Ασφαλιζόμενο για απώλεια, ζημία ή ευθύνη που προκαλείται άμεσα ή έμμεσα σε ή από επιχωματώσεις, ορύγματα, αναβαθμούς, αναχώματα, χαντάκια, τάφρους, κανάλια και εργασίες οδοποιίας μόνον εφόσον όλα αυτά κατασκευάζονται σε τμήματα που δεν υπερβαίνουν συνολικά το μήκος που ορίζεται κατωτέρω, ανεξάρτητα από τη φάση περάτωσης των ασφαλιζομένων εργασιών. Η αποζημίωση για κάθε ζημιογόνο γεγονός θα περιορίζεται στο κόστος επισκευής αυτών των τμημάτων. ΟΡΙΟ ΚΡΗΠΙΔΩΜΑΤΩΝ/ΠΡΟΒΛΗΤΩΝ 50 μ. ΣΥΝΟΛΙΚΑ". Επειδή ο κύριος και μόνος λόγος της σύναψης της προκειμένης ασφαλιστικής σύμβασης κάλυψης των ζημιών του ασφαλισμένου έναντι του κινδύνου της θεομηνίας, ήταν η κάλυψη των καταστροφών του κατασκευασθέντος έργου και άρα και των υλικών που χρησιμοποιήθηκαν για το σύνολο του έργου, που ήταν 700 μέτρα και όχι μόνο για τα 50 μέτρα και τούτο αν ληφθεί υπόψη ότι η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία ασφάλισε το όλο έργο, ενώ τα ασφάλιστρα που καταβλήθηκαν υπολογίστηκαν με βάση την συνολική αξία του έργου εκ ποσού 27.000.000 € και δεν προκύπτει ότι προβλέφθηκαν μειωμένα ασφάλιστρα σε σχέση με τα κανονικώς οφειλόμενα, ούτως ώστε να ανταποκρίνεται ο ποσοτικός περιορισμός της ευθύνης ασφαλιστή στο ενδεχομένως μειωμένο ασφάλιστρο, ισχυρισμός που δεν προτάθηκε από την εναγομένη ασφαλιστική εταιρία. Ο σχετικός όρος του ασφαλιστηρίου ουδέποτε απετέλεσε αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των μερών, αφού το ασφάλιστρο τότε θα υπολογιζόταν με βάση την αξία των 50 μέτρων και όχι στη συνολική, ενώ με την παραδοχή ως νόμιμου του κρίσιμου όρου, θα διεψεύδοντο οι εύλογες προσδοκίες της ασφαλισμένης και λήπτη της ασφάλισης χωρίς να δικαιολογείται από τις περιστάσεις, η δε ρήτρα αυτή καθεαυτή συνιστά υπέρμετρο περιορισμό της ευθύνης της ασφαλιστικής εταιρίας εν σχέσει με το μέγεθος του έργου και τον ασφαλισθέντα κίνδυνο, γεγονός που την καθιστά παράνομη ως καταχρηστική, κατά παραδοχή ως βάσιμης της σχετικής αντενστάσεως της ενάγουσας. Κατά συνέπεια, η εναγομένη υποχρεούται να αποζημιώσει την ενάγουσα για το σύνολο της ζημίας, όπως αυτή υπολογίστηκε παραπάνω, που της προκάλεσε ο ασφαλισμένος κίνδυνος, αφαιρουμένου του εκπιπτόμενου ποσού των 20.000 ευρώ ως συμφωνημένη απαλλαγή του ασφαλιστή σύμφωνα με τον σχετικό όρο του πίνακα στην σελ. 20 του ασφαλιστηρίου συμβολαίου, κατά παραδοχή της σχετικής ενστάσεως της εναγομένης." 
Με βάση δε τις παραδοχές αυτές, δέχθηκε την αντένσταση της ενάγουσας και απέρριψε την ένσταση της εναγομένης. Στη συνέχεια έκανε δεκτή την αγωγή ως βάσιμη κατά ένα μέρος. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε η προσβαλλόμενη απόφαση, κατ’ αρχάς ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 και 2 παρ. 6 του ν. 2251/1994, κρίνοντας ότι η ενάγουσα, συμβληθείσα στην ένδικη ασφαλιστική σύμβαση ως λήπτρια της ασφάλισης/ασφαλιζόμενη για τις επαγγελματικές της αποκλειστικά ανάγκες, έχει κατά την έννοια των διατάξεων αυτών την ιδιότητα του καταναλωτή, αφού όπως προεκτέθηκε, καταναλωτής θεωρείται και ο λήπτης της ασφάλισης, φυσικό ή νομικό πρόσωπο, έστω και αν ενεργεί την ασφάλιση για την ικανοποίηση των επαγγελματικών του αναγκών, αρκεί να είναι ο τελικός αποδέκτης του ασφαλίσματος σε περίπτωση επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου, εφόσον δηλαδή είναι αυτός που χρησιμοποιεί ο ίδιος την υπηρεσία και δεν τη διοχετεύει περαιτέρω σε τρίτους. Επομένως, ο αντίθετος πρώτος λόγος της αιτήσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι αβάσιμος. Ωστόσο, η προσβαλλόμενη απόφαση δεχόμενη ότι ο ελεγχόμενος συμβατικός όρος αποτελούσε γενικό όρο συναλλαγών (ΓΟΣ) κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 1 ν. 2251/1994 (και περαιτέρω ότι ως τέτοιος ήταν καταχρηστικός κατά τη γενική ρήτρα της παρ. 6 του ίδιου άρθρου και γι’ αυτό άκυρος) παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 και 2 παρ. 1, 6 ν. 2521/1994 και 174, 180 ΑΚ που εφάρμοσε. Και τούτο διότι η ένδικη ρήτρα με το παρατιθέμενο στις ανωτέρω παραδοχές του Εφετείου περιεχόμενο, αναφερόμενο ειδικά στη επίμαχη ασφαλιστική σύμβαση ενός εξειδικευμένου και μοναδικού τεχνικού έργου κατασκευής τουριστικού λιμένα, δεν συνιστά ΓΟΣ, δηλαδή ασφαλιστικό όρο προδιατυπωμένο και καθορισμένο εκ των προτέρων από τον ασφαλιστή κατά τρόπο γενικό και ενιαίο, με σκοπό να αποτελέσει το ομοιόμορφο περιεχόμενο ενός αόριστου αριθμού παρόμοιων συμβάσεων με άλλα πρόσωπα. Η ρήτρα αυτή δεν αναφέρεται σε κάποιο ομοιόμορφο και προς χρήση για αόριστο αριθμό άλλων συμβάσεων ζήτημα, αλλά σε ένα από τα εξατομικευμένα στοιχεία της ένδικης ασφαλιστικής σύμβασης, που είναι το ασφαλιστικό ποσό, δηλαδή το ανώτατο όριο ευθύνης του ασφαλιστή το οποίο αποτελεί το σύνηθες αντικείμενο διαπραγμάτευσης. Κατά λογική συνέπεια δεν υπόκειται σε έλεγχο καταχρηστικότητας κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 6 του ν. 2521/1994. Επομένως, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως κατά το δεύτερο σκέλος του, με τον οποίο προβάλλεται κατ’ εκτίμηση αιτίαση από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, όπως συμπληρώνεται αυτεπαγγέλτως από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠοΔ), είναι βάσιμος.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, η υπό κρίση αίτηση για αναίρεση με τους πρόσθετους λόγους αυτής πρέπει να γίνει δεκτή και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Λόγω της αναιρετικής εμβέλειας του λόγου που έγινε δεκτός, παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων του αναιρετηρίου και του δικογράφου των πρόσθετων λόγων. Στη συνέχεια πρέπει κατά την παρ. 3 του άρθρ. 580 ΚΠολΔ να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από δικαστές διαφορετικούς από αυτούς που εξέδωσαν την απόφαση αυτή, ενώ η δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, βαρύνει την αναιρεσίβλητη επειδή ηττάται (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να διαταχθεί κατά την παρ. 3 του άρθρ. 495 ΚΠολΔ η απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ’ αυτήν.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθ. 2154/2017 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί όμως από δικαστές άλλους από αυτούς που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.
Διατάσσει την απόδοση στην αναιρεσείουσα του παραβόλου που καταβλήθηκε απ’ αυτήν.
Και
Επιβάλλει τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας ποσού τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ σε βάρος της αναιρεσίβλητης.

Σημείωση. Όταν εκδίδονται αποφάσεις του Ακυρωτικού με εισηγητή τον κ. Γεώργιο Αποστολάκη δεν υφίσταται ανάγκη αγοράς νομικών βιβλίων για κατανόηση των δύσκολων, δυσνόητων, νομικών εννοιών. Οι αποφάσεις αυτές είναι, από μόνες τους, επιστημονικά συγγράμματα!
Δημοσίευση σχολίου