Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2019

Αδικοπραξία σε μη καταβολή μισθού, εξαρτημένη εργασία, προσβολή προσωπικότητας εργαζομένου.

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Β1, 542/ 2018.

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Στυλιανή Γιαννούκου, Χαράλαμπο Μαχαίρα και Μαρία Νικολακέα- εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Περίληψη. Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Έννοια. Αδικοπραξία των οργάνων νομικού προσώπου ως προϋπόθεση για να δικαιούται ο εργαζόμενος χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής του βλάβης. Επαρκείς οι αιτιολογίες της αποφάσεως ως προς τα κρίσιμα ζητήματα του είδους της μεταξύ των διαδίκων συναφθείσης συμβάσεως ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και της ηθικής βλάβης του, συνεπεία προσβολής της προσωπικότητάς του.
Τούτο διότι δέχθηκε ότι ο ενάγων προσελήφθη να εργαστεί στην αποθήκη που διατηρούσε η εναγομένη, ως εργάτης και η συνεργασία τους δεν είχε προκαθορισμένο χρονικό ορίζοντα, άρα επρόκειτο για εργασία αορίστου χρόνου, η οποία είχε όλα τα χαρακτηριστικά της εξαρτήσεως, αφού περιλάμβανε συγκεκριμένο ωράριο απασχόλησης, ενώ κατά τη διάρκεια της εργασίας του ο ενάγων τελούσε υπό τις εντολές του εργοδότη. Επίσης, για την ηθική του βλάβη δεν δέχθηκε μόνο τη μη καταβολή των αποδοχών του, αλλά και την γενικότερα απαξιωτική προς την προσωπικότητα του ενάγοντος συμπεριφορά των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης, συνισταμένη στο ότι και μειωμένο ημερομίσθιο του κατέβαλλε και δεν απέδιδε τις οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές στο Ι.Κ.Α.

 Από τις διατάξεις των άρθρων 648 επ., 652 Α.Κ. και 6 ν. 765/1943, που κυρώθηκε με την 324/1946 πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου και διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του Α.Κ. (άρθρο 38 Εισ.Ν. Α.Κ.), προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι αποβλέπουν στην παροχή της συμφωνηθείσης εργασίας και στο μισθό, ανεξάρτητα από τον τρόπο πληρωμής του, και ο εργαζόμενος υπόκειται σε νομική και προσωπική εξάρτηση από τον εργοδότη που εκδηλώνεται με το δικαίωμα του τελευταίου να δίνει δεσμευτικές για τον εργαζόμενο εντολές και οδηγίες ως προς τον τρόπο και το χρόνο παροχής της εργασίας και να ασκεί εποπτεία και έλεγχο για τη διαπίστωση της συμμορφώσεως του εργαζομένου προς αυτές (Α.Π. 602/2017).
Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρου 71 εδ. α Α.Κ., κατά την οποία "Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης" προκύπτει ότι, στην περίπτωση αδικοπραξίας των οργάνων που αντιπροσωπεύουν το νομικό πρόσωπο, ανεξάρτητα από την αποζημίωση για την περιουσιακή ζημία, το νομικό πρόσωπο ευθύνεται και σε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, βάσει της γενικής διατάξεως του άρθρου 932 Α.Κ., η οποία παρέχει χρηματική ικανοποίηση σε κάθε περίπτωση ηθικής βλάβης, δηλαδή όταν αυτή προέρχεται από οποιαδήποτε αδικοπραξία, έστω και αν αυτή στρέφεται κατά της περιουσίας (Ολ. Α.Π. 8/2008, 812/1980). Περαιτέρω από τις διατάξεις των άρθρων 57 και 59 Α.Κ., με τις οποίες θεσπίζεται η προστασία του δικαιώματος της προσωπικότητος και με τις οποίες ορίζεται στη μεν πρώτη ότι: "Όποιος προσβάλλεται παράνομα στην προσωπικότητά του έχει δικαίωμα να απαιτήσει να αρθεί η προσβολή και να μην επαναληφθεί στο μέλλον... Αξίωση αποζημίωσης σύμφωνα με τις διατάξεις για τις αδικοπραξίες δεν αποκλείεται", στη δε δεύτερη ότι: "Στις περιπτώσεις των δύο προηγούμενων άρθρων το δικαστήριο με την απόφασή του, ύστερα από αίτηση αυτού που έχει προσβληθεί και αφού λάβει υπόψη το είδος της προσβολής, μπορεί επί πλέον να καταδικάσει τον υπαίτιο να ικανοποιήσει την ηθική βλάβη αυτού που έχει προσβληθεί. Η ικανοποίηση συνίσταται σε πληρωμή χρηματικού ποσού, σε δημοσίευμα ή σε οτιδήποτε επιβάλλεται από τις περιστάσεις", σαφώς προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης παρέχεται μόνο όταν συντρέχει και το στοιχείο της υπαιτιότητας, το οποίο ρητώς μνημονεύεται στην προαναφερθείσα διάταξη. Οι ανωτέρω διατάξεις έχουν εφαρμογή και στις περιπτώσεις παράνομων ενεργειών (πράξεων ή παραλείψεων), με τις οποίες προσβάλλεται η προσωπικότητα υπό οποιαδήποτε εκδήλωσή της (σωματική, ψυχική πνευματική, κοινωνική) (Ολ. Α.Π. 8/2008).

 Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφασή του το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, τα εξής: "Στις 1-4-2008 δυνάμει ταυτόχρονης προφορικής σύμβασης που καταρτίσθηκε μεταξύ του ενάγοντος [ήδη αναιρεσιβλήτου] και του νομίμου εκπροσώπου της εναγομένης [ήδη αναιρεσείουσας] ομόρρυθμης εταιρίας ....., κατοίκου ... ο ενάγων προσελήφθη από την εναγομένη... προκειμένου να εργαστεί στην αποθήκη που διατηρούσε η επιχείρηση επί της οδού ..., στην ....... , ως εργάτης αποθήκης. Η συνεργασία των διαδίκων δεν είχε προκαθορισμένο χρονικό ορίζοντα, επρόκειτο δηλαδή περί σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου. Η εργασία που παρείχε ο ενάγων είχε όλα τα χαρακτηριστικά της εξαρτήσεως, αφού περιλάμβανε συγκεκριμένο ωράριο απασχόλησης και μάλιστα από ώρα 08:00 έως 16:00 επί έξι ημέρες εβδομαδιαίως (Δευτέρα - Σάββατο), ενώ κατά τη διάρκεια της εργασίας του ο ενάγων τελούσε υπό τις εντολές του εργοδότη, ο οποίος μέσω των νομίμων εκπροσώπων της επιχείρησης και των εξουσιοδοτημένων υπαλλήλων (ιεραρχικά ανωτέρων του ενάγοντος) καθόριζε το συγκεκριμένο εκάστοτε αντικείμενο της ενασχόλησης του ενάγοντος. Η ως άνω ενασχόληση του ενάγοντος συνίστατο (γενικά) σε φορτοεκφορτώσεις εμπορευμάτων από την αποθήκη προς οικίες πελατών ή και την έδρα της επιχείρησης και αντίστροφα, καθώς και τακτοποίηση των εμπορευμάτων εντός της αποθήκης. Όταν οι διάδικοι κατάρτισαν τη σύμβαση εργασίας ο ενάγων ζήτησε από το νόμιμο εκπρόσωπο της επιχείρησης η αμοιβή του (του ενάγοντος) να είναι ίση με την καθοριζόμενη στην ισχύουσα για τη συγκεκριμένη επιχείρηση Συλλογική Σύμβαση Εργασίας. Ο νόμιμος εκπρόσωπος της επιχείρησης αρνήθηκε, λέγοντας στον ενάγοντα ότι προτίθεται να του δίνει 25 ευρώ "καθαρά" ημερησίως. Ο ενάγων, εξαιτίας των πιεστικών οικονομικών του αναγκών (οφειλόμενων και σε προβλήματα υγείας που αντιμετώπιζε τότε), υποχρεώθηκε να δεχθεί και ανέλαβε εργασία άμεσα. Έτσι προέκυπτε μηνιαίος μισθός 650 ευρώ, αφού ο υπολογισμός των ημερομισθίων ήταν πάντοτε στις 26 ημέρες ανά μήνα. Ο ενάγων εργάσθηκε στην εναγομένη... μέχρι και την 30η Ιουνίου 2010, οπότε και τερματίστηκε η συνεργασία τους με τη βούληση αμφοτέρων, χωρίς ποτέ κανείς να διαμαρτυρηθεί για το πρόσωπο του ενάγοντος. Από τη συγκεκριμένη εργασιακή σχέση ο ενάγων διατηρεί μέχρι σήμερα ορισμένες αξιώσεις, οι οποίες αμέσως εξειδικεύονται: Οι αξιώσεις του ενάγοντος είναι οι παρακάτω: 1) Κατά το άρθρο 1 ν. 1092/1980 το επίδομα Πάσχα παρέχεται πλήρες εάν η εργασιακή σχέση διήρκεσε καθ’ όλη την περίοδο από 1-1 έως και 30-4, ενώ το αντίστοιχο επίδομα Χριστουγέννων για την περίοδο από 1-5 έως και 31-12. Διαφορετικά καταβάλλεται η αναλογία, που για το επίδομα Χριστουγέννων ανέρχεται σε δύο ... ημερομίσθια για κάθε δεκαεννέα... ημέρες εργασίας. Τα επιδόματα εορτών υπολογίζονται στη βάση των τακτικών αποδοχών, οι οποίες ισούνται με το συμβατικό μισθό (εφόσον υπάρχει) συν την αναλογία του επιδόματος αδείας στο μηνιαίο μισθό. Η ΚΥΑ 19040/1981 ορίζει ως επίδομα Χριστουγέννων ένα πλήρη μισθό (ή 25 ημερομίσθια), ενώ ως επίδομα Πάσχα το ήμισυ (ή 15 ημερομίσθια). Σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 6 ν. 4504/1966 ο μισθωτός που αμείβεται με ημερομίσθιο δικαιούται επίδομα αδείας ίσο με αποδοχές δεκατριών... ημερών. Κατά το άρθρο 5 παρ. 1 α.ν. 539/1945, στις περιπτώσεις που από υπαιτιότητα του εργοδότη δεν χορηγείται άδεια στον εργαζόμενο, ο τελευταίος δικαιούται να αξιώσει την καταβολή των αποδοχών αδείας του προσαυξημένων στο διπλάσιο (αποζημίωση αδείας), καθώς επίσης και το επίδομα αδείας. Η εναγομένη ..... κατέβαλλε στον ενάγοντα ημερομίσθιο που υπολειπόταν του ελαχίστου. Συγκεκριμένα όπως προαναφέρθηκε του κατέβαλλε ημερομίσθιο 25 ευρώ, ενώ η κηρυχθείσα γενικώς υποχρεωτική από 30-7-2008 Εθνική Κλαδική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας για τους όρους αμοιβής και εργασίας των εργαζομένων στις εμπορικές επιχειρήσεις όλης της χώρας των ετών 2008 και 2009 (πράξη κατάθεσης ...-8-2008) προέβλεπε για την ειδικότητα του ενάγοντος ελάχιστο ημερομίσθιο για την περίοδο από 1-1-2009 έως 31-8-2009 το ποσό των 32,80 ευρώ και από 1-1-2009 έως και τη λήξη της εργασιακής σχέσης μεταξύ των διαδίκων το ποσό των 34,44 ευρώ. Προκύπτει επομένως διαφορά αποδοχών, που πρέπει να υποχρεωθεί η εναγομένη... να καταβάλει στον ενάγοντα. Επομένως από τον Ιανουάριο του 2009 έως και τον Αύγουστο του ίδιου έτους προκύπτει διαφορά αποδοχών 202,80 ευρώ σε μηνιαία βάση, δηλαδή το υπόλοιπο των 26 ημερών επί 32,80 ευρώ (852,80 ευρώ - νόμιμο), μείον 26 ημερών επί 25 ευρώ (650 ευρώ - καταβαλλόμενο). Οπότε για το συγκεκριμένο διάστημα προκύπτει διαφορά αποδοχών (202,80 ευρώ Χ 8 μήνες =) 1.622,40 ευρώ. Από το Σεπτέμβριο του 2009 έως και τον Ιούνιο του 2010 προκύπτει διαφορά αποδοχών 245,44 ευρώ σε μηνιαία βάση, δηλαδή το υπόλοιπο των 26 ημερών επί 34,44 ευρώ (895,44 ευρώ - νόμιμο) μείον 26 ημερών επί 25 ευρώ (650 ευρώ - καταβαλλόμενο). Οπότε για το συγκεκριμένο διάστημα προκύπτει διαφορά αποδοχών (24,544 ευρώ Χ 10 μήνες =) 2.454,40 ευρώ. Η εναγομένη..... ουδέποτε κατέβαλε στον ενάγοντα επίδομα εορτών ούτε αδείας ούτε του χορήγησε άδεια, παρά το γεγονός ότι αυτός το δικαιούτο και το ζήτησε με προφορική του αίτηση στον νόμιμο εκπρόσωπό της, ο οποίος επικαλέστηκε φόρτο εργασίας κατά τη θερινή περίοδο.  Συνεπώς για "δώρο Πάσχα" των ετών 2009 και 2010 η εναγομένη.... οφείλει στον ενάγοντα δεκαπέντε... ημερομίσθια (εννοείται επί των νομίμων αποδοχών του), επομένως (15 ημερομίσθια Χ 32,80 ευρώ =) 492 ευρώ για το έτος 2009 και (15 ημερομίσθια Χ 34,44 ευρώ =) 516,60 ευρώ για το έτος 2010. Για επίδομα αδείας οφείλονται στον ενάγοντα δεκατρία... ημερομίσθια ανά έτος, επομένως (13 ημερομίσθια Χ 32,80 ευρώ =) 426,40 ευρώ για το έτος 2009 και (13 ημερομίσθια Χ 34,44 ευρώ =) 447,72 ευρώ για το έτος 2010. Επίσης η εναγομένη οφείλει στον ενάγοντα 26 ημερομίσθια (και πάλι επί των νομίμων αποδοχών του) ως "δώρο Χριστουγέννων" 2009, ήτοι συνολικά ποσό 852,80 ευρώ και την αναλογία για το έτος 2010, ήτοι οκτώ (8) συμπληρωμένα δεκαεννεαήμερα... εργασίας, επομένως σε δεκαέξι... ημερομίσθια, επομένως (16 ημερομίσθια Χ 34,44 ευρώ =) 551,04 ευρώ. Ως αποζημίωση αδείας μη ληφθείσας οφείλεται στον ενάγοντα ποσό ίσο με τις αποδοχές αδείας, ήτοι συνολικά 852,80 ευρώ για το έτος 2009 και 895,44 ευρώ για το έτος 2010. Περαιτέρω αποδεικνύεται ότι η εναγομένη... εκμεταλλεύτηκε την εργατική δύναμη του ενάγοντος με μειωμένο γι’ αυτήν κόστος, αφού και μειωμένο ημερομίσθιο του κατέβαλλε και δεν απέδιδε (η εναγομένη) τις οφειλόμενες ασφαλιστικές εισφορές στο Ι.Κ.Α. Από την πλευρά του ο ενάγων υποχρεώθηκε σε ανοχή αυτής της κατάστασης εξαιτίας των σημαντικών οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε τη συγκεκριμένη περίοδο, που είχαν ήδη επιδεινωθεί εξαιτίας προβλήματος υγείας του. Ενδεικτικό της συμπεριφοράς της εναγομένης... προς το πρόσωπο του ενάγοντος είναι η άρνησή της να του χορηγήσει και την οφειλόμενη άδεια αναψυχής. Έτσι το σύνολο των πραγματικών περιστατικών απασχόλησης του ενάγοντος συνιστούν προσβολή της προσωπικότητάς του και μάλιστα υπαίτια, αφού από πρόθεση οι νόμιμοι εκπρόσωποι της εναγομένης... επέλεξαν τη συγκεκριμένη μεταχείρισή του. Λόγω της ως άνω συμπεριφοράς της εναγομένης... ο ενάγων στενοχωρήθηκε, ταλαιπωρήθηκε και επομένως υπέστη ηθική βλάβη. Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη το μέγεθος προσβολής της προσωπικότητάς του, το βαθμό υπαιτιότητας της εναγομένης και την οικονομική κατάσταση των μερών, κρίνει ότι η ανάλογη χρηματική ικανοποίηση του ενάγοντος λόγω ηθικής βλάβης του ανέρχεται στο ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ". 
Με βάση αυτές τις παραδοχές το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε την έφεση του ενάγοντος κατά της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή κατά μεν το αίτημα για καταβολή χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης ως μη νόμιμη, κατά δε τα λοιπά ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη), εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, αφού δε κράτησε την υπόθεση και δίκασε την αγωγή, την δέχθηκε εν μέρει ως νόμιμη και κατ’ ουσίαν βάσιμη και υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 10.111,60 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Έτσι που έκρινε το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 648, 652 και 6 ν. 765/1943 που κυρώθηκε με την 324/1946 πράξη του Υπουργικού Συμβουλίου, 57, 59, 299, 914, 932 Α.Κ. και του άρθρου μόνου α.ν. 690/1945 ούτε στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσεως, αφού διέλαβε σ’ αυτήν επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα κρίσιμα ζητήματα του είδους της μεταξύ των διαδίκων συναφθείσης συμβάσεως ως συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και της ηθικής βλάβης του ενάγοντος συνεπεία προσβολής της προσωπικότητάς του, για τη θεμελίωση της οποίας δεν δέχθηκε μόνο τη μη καταβολή των αποδοχών του, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, αλλά και την προπαρατεθείσα υπαίτια και γενικότερα απαξιωτική προς την προσωπικότητα του ενάγοντος συμπεριφορά των νομίμων εκπροσώπων της εναγομένης. Επομένως οι πρώτος κατά το πρώτο σκέλος του και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα και αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α και 6 Κ.Πολ.Δ., είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Εξ άλλου ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτιάσεις για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 1 ν. 1082/1980, της 19040/1981 κοινής υπουργικής αποφάσεως, 2 παρ. 1 εδ. α, 5 α.ν. 539/1945 και 1 ν. 3302/2004, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος ως προς όλα τα σκέλη του διότι με αυτόν, υπό την κατ’ επίφαση επίκληση των αναιρετικών πλημμελειών του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. α και 6 Κ.Πολ.Δ., πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.). Τα διδάγματα κοινής πείρας, δηλαδή οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επιστημονική έρευνα και την εν γένει επαγγελματική ενασχόληση, μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε για να εξακριβωθεί η βασιμότητα των πραγματικών περιστατικών που αποτέλεσαν το αντικείμενο της αποδείξεως είτε για να γίνει, μετά την εξακρίβωση της βασιμότητας αυτών, η υπαγωγή τους σε νομικούς κανόνες (Ολ. Α.Π. 10/2005). Περαιτέρω για τη θεμελίωση του λόγου αναιρέσεως του άρθρου 559 (ή 560) αριθ. 1 εδ. β Κ.Πολ.Δ. για παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει η παραβίαση να αφορά την ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα δικαίου, δηλαδή εξειδίκευση αόριστων νομικών εννοιών ή υπαγωγή πραγματικών γεγονότων σ’ αυτόν, ενώ ο ως άνω λόγος δεν θεμελιώνεται όταν η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αφορά την εκτίμηση αποδείξεων (Ολ. Α.Π. 2/2008, Α.Π. 115/2010).

 Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο κατά το δεύτερο σκέλος του λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. β και 6 Κ.Πολ.Δ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι, παρά τα αντιθέτως υποστηριζόμενα με αυτόν, η επικαλούμενη παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας δεν αφορά την ερμηνεία ή εφαρμογή συγκεκριμένου κανόνα δικαίου (ο οποίος άλλωστε δεν αναφέρεται) αλλά την εκτίμηση των αποδείξεων. Ενόψει όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η υπό κρίση αίτηση και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα, λόγω της ήττας της, στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου σύμφωνα με το σχετικό αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).

 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 Απορρίπτει την από 12-4-2016 αίτηση για αναίρεση της 26/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρεβέζης.
 Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γραφή σχολίων σε greeklish σημαίνει διαγραφή τους!