Πέμπτη, 24 Ιανουαρίου 2019

Αυθαίρετα, μεσιτεία, καταβολή ΦΠΑ.

Μονομελές Πρωτοδικείο Κέρκυρας 1345/2018.

 ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από το Δικαστή Χρήστο Κωστόπουλο, Πρωτοδίκη.

Μεσιτεία - Μεσιτική αμοιβή - Μεταβίβαση αυθαίρετου κτίσματος - Προϋποθέσεις μεσιτικής αμοιβής. Ύπαρξη έγκυρης σύμβασης μεσιτείας για μεσολάβηση ή υπόδειξη ευκαιρίας προς σύναψη σύμβασης και έγκυρη σύναψη της σκοπούμενης (κυρίας) σύμβασης ως συνέπεια της μεσολάβησης ή της υπόδειξης του μεσίτη. Τι περιλαμβάνει η μεσολάβηση. Εντολή προς τον μεσίτη. Μπορεί να αφορά μόνο τη μεσολάβηση ή μόνο την υπόδειξη ευκαιρίας ή και τα δύο. Όταν η υπόσχεση αμοιβής δόθηκε αποκλειστικά και μόνο για τη μεσολάβηση του μεσίτη, η κατάρτιση της σύμβασης, με απλή υπόδειξη του τελευταίου, δεν αρκεί για να αξιωθεί η αμοιβή του με αγωγή.
Ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας. Απόρριψη αγωγής για την καταβολή μεσιτικής αμοιβής. Κρίθηκε ότι κατά το χρόνο της υπόδειξης του επίδικου ακινήτου δεν ήταν δυνατή η κατάρτιση σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης της κυριότητάς του, λόγω υπάρξεως αυθαιρέτων κτισμάτων. Παρέλευση μεγάλου χρονικού διαστήματος από την εντολή μέχρι την κατάρτιση της σύμβασης κατά το οποίο δεν υπήρξε οποιαδήποτε μεσιτική δραστηριότητα της ενάγουσας που να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την κατάρτιση των επίμαχων συμβολαιογραφικών πράξεων (βλ. και ΑΠ 183/2017)

Κατά το άρθρο 703 ΑΚ, εκείνος, που υποσχέθηκε αμοιβή σε κάποιο (μεσίτη) για τη μεσολάβηση ή υπόδειξη ευκαιρίας προς σύναψη μίας σύμβασης, έχει υποχρέωση να πληρώσει την αμοιβή, αν η σύμβαση καταρτισθεί ως συνέπεια αυτής της μεσολάβησης ή της υπόδειξης. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι κύριες προϋποθέσεις για την εφαρμογή της είναι α) η υπόσχεση αμοιβής για τη μεσολάβηση ή την υπόδειξη ευκαιρίας προς σύναψη σύμβασης και β) η κατάρτιση της σύμβασης ως συνέπεια της μεσολάβησης ή της υπόδειξης του μεσίτη (βλ. ΑΠ 1023/2015). Πρέπει, δηλαδή, για να δικαιούται ο τελευταίος αμοιβή, να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια ανάμεσα στη μεσολάβησή του ή την εκ μέρους του υπόδειξη ευκαιρίας και στην κατάρτιση της σύμβασης, όχι όμως και συμφωνία των οικονομικών όρων αυτής, η οποία απόκειται στην ελευθερία της συναλλακτικής δράσης των συμβαλλομένων, εκτός αν η καταβολή της μεσιτικής αμοιβής εξαρτήθηκε από την κατάρτιση της σύμβασης με τους όρους που καθορίστηκαν, όπως με την επίτευξη ορισμένου τιμήματος (βλ. ΑΠ 1524/2003, ΕφΛαρ 248/2015, ΕφΑΘ 5253/2014, ΕφΑΘ 5279/2012). Η μεσολάβηση περιλαμβάνει συνήθως κάθε πρόσφορη ενέργεια του μεσίτη για να έλθουν σε επαφή τα ενδιαφερόμενα μέρη με σκοπό να συνεννοηθούν για την κατάρτιση της σύμβασης και είναι δυνατόν, αλλά όχι και απαραίτητο, να περιλαμβάνει επιπλέον και την παρακολούθηση από το μεσίτη των συνεννοήσεων των μερών, τη μεταφορά ή τη γνωστοποίηση των προτεινόμενων από το ένα μέρος προς το άλλο όρων και την διαπραγμάτευση των όρων αυτών, ενώ υπόδειξη ευκαιρίας, που είναι κάτι λιγότερο από τη μεσολάβηση, συνιστά η εκ μέρους του μεσίτη ενημέρωση, απλώς, του ενός ή και των δύο ενδιαφερομένων για την ύπαρξη συγκεκριμένης και άγνωστης προηγουμένως σ’ αυτούς δυνατότητας σύναψης της σύμβασης, χωρίς να απαιτούνται περαιτέρω προσωπικές ενέργειες αυτού, αφού αρκεί ότι έλαβε χώρα υπόδειξη ευκαιρίας και ότι η σύμβαση καταρτίσθηκε λόγω της υπόδειξης αυτής (ΑΠ 67/ 2009). Ως ευκαιρία, η υπόδειξη της οποίας από το μεσίτη προς τον εντολέα του αποτελεί προαπαιτούμενο για τη γένεση της αξίωσης του πρώτου προς απόληψη της οικείας αμοιβής, νοείται, στη διάταξη αυτή, η δυνατότητα σύναψης της σκοπούμενης σύμβασης (ήτοι, της σύμβασης, περί της οποίας η υπόσχεση για αμοιβή και στην οποία απέβλεπε ο εντολέας) κατά το χρόνο της υπόδειξης, έτσι ώστε, αν κατά το χρόνο αυτό λείπει η δυνατότητα κατάρτισής της, και άρα δεν συντρέχει το στοιχείο της ευκαιρίας, η τυχόν υπόδειξη του μεσίτη, ακόμη και αν σε μεταγενέστερο χρόνο καταρτίστηκε η σύμβαση, λόγω μεταβολής των συνθηκών, δεν παράγει την προβλεπόμενη από την παραπάνω διάταξη έννομη συνέπεια, δηλαδή την υποχρέωση του εντολέα προς καταβολή μεσιτικής αμοιβής (ΑΠ 1023/2015, ΑΠ 1118/1994). Η εντολή προς τον μεσίτη μπορεί να αφορά μόνο τη μεσολάβηση ή μόνο την υπόδειξη ευκαιρίας ή και τις δύο. Αν η εντολή και η υπόσχεση αμοιβής δόθηκαν για την υπόδειξη ευκαιρίας και η κύρια σύμβαση καταρτίσθηκε με τη μεσολάβηση του μεσίτη, πληρούται ο σκοπός του νόμου και οφείλεται η αμοιβή, εκτός αν προκύπτει κάτι άλλο από τη σύμβαση μεσιτείας. Στην αντίστροφη περίπτωση, δηλαδή όταν η υπόσχεση αμοιβής δόθηκε αποκλειστικά και μόνο για τη μεσολάβηση του μεσίτη, η κατάρτιση της σύμβασης, με απλή υπόδειξη του τελευταίου, δεν αρκεί για να αξιωθεί η αμοιβή του με αγωγή (ΑΠ 379/2005, ΕφΛαρ 248/2015, ΕφΑΘ 5253/2014). Τις ως άνω προϋποθέσεις της αξίωσης μεσιτικής αμοιβής, δηλαδή την ύπαρξη έγκυρης σύμβασης μεσιτείας για μεσολάβηση ή υπόδειξη ευκαιρίας προς σύναψη σύμβασης και την έγκυρη σύναψη της σκοπούμενης (κυρίας) σύμβασης ως συνέπεια της μεσολάβησης ή της υπόδειξης του μεσίτη, πρέπει να έχει ως αναγκαίο περιεχόμενο, για να είναι ορισμένη, η αγωγή, με την οποία ζητείται η αμοιβή (ΑΠ 1238/2007). Το βάρος της απόδειξής τους φέρει ο ενάγων. Με την απόδειξη της μεσιτικής δραστηριότητας και της σύναψης της κυρίας σύμβασης τεκμαίρεται και η αιτιώδης συνάφεια μεταξύ αυτών. Οπότε, το βάρος ανατροπής του τεκμηρίου μετατίθεται στον αμφισβητούντα την αιτιώδη συνάφεια μεσιτικό εντολέα (ΑΠ 776/2013, 335/2011, 1203/2009). Το εν λόγω δηλαδή τεκμήριο αφορά μόνο στην αιτιώδη συνάφεια μεταξύ μεσιτικής δραστηριότητας και σύναψης της σκοπούμενης κυρίας σύμβασης και όχι στη μεσιτική δραστηριότητα ή στη σύναψη της σκοπούμενης σύμβασης καθ’ αυτές, τις περιστάσεις των οποίων, όπως προαναφέρθηκε, είναι υποχρεωμένος να αποδείξει ο ενάγων (ΑΠ 1023/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση η ενάγουσα εκθέτει στην αγωγή της: 
Ότι είναι νόμιμα διορισμένη μεσίτρια αστικών συμβάσεων. Ότι δυνάμει της από 16/8/2009 σύμβασης μεσιτείας που συνυπέγραψε με τον πρώτο των εναγομένων, της ανατέθηκε από τον τελευταίο η εντολή να μεσολαβήσει για την πώληση του αναφερόμενου στην αγωγή ακινήτου κυριότητάς του που βρίσκεται στη θέση «...», στην ...... Κέρκυρας, αντί του τιμήματος των 3.000.000 ευρώ. Ότι ο ως άνω εντολέας βάσει της ίδιας ως άνω σύμβασης ανέλαβε την υποχρέωση να της καταβάλει, σε περίπτωση κατάρτισης προσυμφώνου ή οριστικού συμβολαίου πώλησης συνεπεία της μεσολάβησής της, μεσιτική αμοιβή ανερχόμενη σε ποσοστό 3% επί του ως άνω τιμήματος ήτοι 90.000 ευρώ πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ. Ότι την 26/10/2009 υπέδειξε το ως άνω ακίνητο διά της συνεργάτριάς της - μεσίτριας αστικών συμβάσεων, ..., στη νόμιμη εκπρόσωπο της δεύτερης των εναγομένων, η οποία ανέλαβε την υποχρέωση να της καταβάλει, σε περίπτωση κατάρτισης προσυμφώνου ή οριστικού συμβολαίου πώλησης συνεπεία της υπόδειξής της, μεσιτική αμοιβή ανερχόμενη σε ποσοστό 2% επί του καταβαλλόμενου τιμήματος πώλησης πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ. Ότι επακολούθησαν διαπραγματεύσεις μεταξύ των εναγόμενων, τις οποίες διεξήγαγε αποκλειστικά η ίδια με αντικείμενο το τίμημα και τις αυθαίρετες κατασκευές που υπήρχαν στο ως άνω ακίνητο. Ότι στις αρχές του 2012 ο πρώτος εναγόμενος, παρότι είχε συμφωνήσει να πωλήσει το ως άνω ακίνητο στη δεύτερη εναγόμενη έναντι τιμήματος 1.300.000 ευρώ, περί το Μάιο-Ιούνιο του 2012 διέκοψε κάθε επικοινωνία με αυτήν. Ότι την 29/9/2012 η δεύτερη των εναγομένων κατήγγειλε τη μεταξύ τους συνεργασία με εξώδικο που απέστειλε στο νόμιμο εκπρόσωπό της ... Ότι μεταξύ των εναγομένων καταρτίστηκε αρχικά το με αριθμό ...../1-3-2013 προσύμφωνο ενώπιον του συμβολαιογράφου Κέρκυρας ...., το οποίο τροποποιήθηκε δυνάμει των με αριθμούς .../21-3-2013 και .../9-4-2013 πράξεων του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου. Ότι την 5/4/2013 και την 8/4/2013 κοινοποίησε στους εναγόμενους τις από 2/4/2013 δύο εξώδικες δηλώσεις της, προκειμένου να τους επισημάνει τις προαναφερόμενες συμβατικές υποχρεώσεις που είχαν αναλάβει έναντι αυτής σε σχέση με το παραπάνω ακίνητο και να διαμαρτυρηθεί για την αντισυμβατική συμπεριφορά τους και την προσπάθειά τους να αποφύγουν την καταβολή της μεσιτικής αμοιβής της. Ότι σε εκτέλεση του ως άνω προσυμφώνου, όπως αυτό διαμορφώθηκε μετά τις ως άνω τροποποιήσεις, καταρτίστηκε μεταξύ των συμβαλλομένων το με αριθμό .../18-4-2013 οριστικό συμβόλαιο αγοραπωλησίας του προαναφερόμενου συμβολαιογράφου, το οποίο μεταγράφηκε νόμιμα την 18/4/2013 στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Όρους Κέρκυρας. Ότι δυνάμει του ως άνω οριστικού συμβολαίου η δεύτερη των εναγομένων απέκτησε από τον πρώτο εξ αυτών κατά πλήρη κυριότητα το ως άνω ακίνητο έναντι συνολικού τιμήματος 1.232.000 ευρώ. Ότι ουδείς των εναγομένων της κατέβαλε τη συμφωνηθείσα μεσιτική αμοιβή της, η οποία συνυπολογιζομένου ΦΠΑ 23% ανέρχεται όσον αφορά τον πρώτο εναγόμενο στο ποσό των 45.460,80 ευρώ και όσον αφορά τη δεύτερη εναγόμενη στο πόσο των 30.307,20 ευρώ. Ότι εκ της ως άνω μεσιτικής αμοιβής που οφείλει ο πρώτος εναγόμενος της αναλογεί βάσει ειδικότερης συμφωνίας της με τη ως άνω συνεργάτριά της ποσοστό 27,2% ήτοι 12.365,33 ευρώ. Με βάση τους ισχυρισμούς αυτούς και κατόπιν παραδεκτής μεταβολής του καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, με τις προτάσεις της και με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της που καταχωρίστηκε στα πρακτικά, ζητεί: α) να αναγνωριστεί η υποχρέωση του πρώτου των εναγόμενων να της καταβάλει το ποσό των 12.365,33 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας από την ημερομηνία υπογραφής του ως άνω προσυμφώνου αγοραπωλησίας, άλλως από την ημερομηνία υπογραφής του οριστικού συμβολαίου, άλλως με το νόμιμο τόκο επιδικίας από την ημερομηνία επίδοσης της αγωγής μέχρι την εξόφληση, β) να αναγνωριστεί η υποχρέωση της δεύτερης των εναγομένων να της καταβάλει το ποσό των 30.307,20 ευρώ με το νόμιμο τόκο υπερημερίας, άλλως με το νόμιμο τόκο επιδικίας, από τα προαναφερόμενα χρονικά σημεία μέχρι την εξόφληση και γ) να καταδικαστούν οι εναγόμενοι στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της συμπεριλαμβανομένων μεταξύ αυτών και των εξόδων σύνταξης και επίδοσης των προαναφερόμενων από 2/4/2013 εξώδικων δηλώσεών της.

Η αγωγή με το ως άνω περιεχόμενο και αιτήματα αρμοδίως καθ’ ύλη και κατά τόπο (άρθρα 9 εδ. δ`, 14 παρ. 2, 22, 37 ΚΠολΔ) εισάγεται προς συζήτηση ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου κατά την προκειμένη ειδική διαδικασία των διαφορών από αμοιβές για την παροχή εργασίας (άρθρα 677 επ. προϊσχύοντος ΚΠολΔ) και είναι ορισμένη και νόμιμη, παρά τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς των εναγομένων, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 340, 346, 361, 703 ΑΚ, 1 και 2 του Π.Δ. 248/1993 (όπως αυτό ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 204 παρ. 2α του Ν. 4072/2012), 1 επ. του Ν. 2859/2000, 69 § 1 περ. ε, 70 και 176 ΚΠολΔ, εκτός από: α) το αίτημα περί αναγνώρισης της υποχρέωσης των εναγομένων να καταβάλουν στην ενάγουσα τόκους υπερημερίας επί των οφειλόμενων μεσιτικών αμοιβών από την ημερομηνία κατάρτισης του ως άνω προσυμφώνου, άλλως από την ημερομηνία κατάρτισης του οριστικού συμβολαίου αγοραπωλησίας, ως προς το οποίο πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμη η αγωγή, διότι, αληθή υποτιθέμενα τα όσα εκτίθενται στο δικόγραφό της και οριοθετούν το ένδικο συμβάν, δεν εμπεριέχουν περιστατικά περί συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων για τον καθορισμό ως δήλης ημέρας καταβολής των επίδικων μεσιτικών αμοιβών κάποιας εκ των προαναφερόμενων ημερομηνιών ή περί όχλησης της ενάγουσας προς τους εναγομένους προς καταβολή των ως άνω αμοιβών κατά το χρόνο κατάρτισης είτε του προσυμφώνου είτε του ως άνω οριστικού συμβολαίου και β) το αίτημα περί αναγνώρισης της υποχρέωσης των εναγομένων να της καταβάλουν τόκους υπερημερίας επί του αναλογούντος στο αιτούμενο ποσό Φ.Π.Α., από την κατάρτιση του προσυμφώνου, άλλως του οριστικού συμβολαίου, άλλως από την επίδοση της αγωγής, ως προς το οποίο πρέπει επίσης να απορριφθεί ως μη νόμιμη η αγωγή, καθ’ όσον η υποχρέωση για την καταβολή του εν λόγω φόρου γεννάται από την επέλευση του χρονικού σημείου έκδοσης του σχετικού παραστατικού με την καταβολή του ποσού της οφειλόμενης αμοιβής, η δε ενάγουσα δεν επικαλείται την έκδοση σχετικού παραστατικού και την καταβολή αυτού στο Δημόσιο και συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα υπερημερίας του εναγόμενου οφειλέτη από τα αναφερόμενα στην αγωγή χρονικά σημεία, αλλά από τότε που θα καταβληθεί η ως άνω αμοιβή, έκτοτε δε μέχρι και την εξόφληση του αναλογούντος ΦΠΑ είναι νόμιμο το αίτημα περί καταβολής τόκων υπερημερίας, καθώς τελεί σε σχέση ελάσσονος προς μείζον ως προς το αίτημα περί καταβολής τόκων από τα ως άνω προγενέστερα χρονικά σημεία και άρα εμπεριέχεται σε αυτό (βλ. ΕφΑΘ 1410/2013). Συνεπώς, κατά το μέρος που κρίθηκε νόμιμη η αγωγή, πρέπει να ερευνηθεί, περαιτέρω, ως προς την ουσιαστική βασιμότητά της.

Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, ενός από κάθε πλευρά, που εξετάστηκαν νόμιμα στο ακροατήριο και καταχωρίστηκαν στα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου αυτού, από τη με αριθμό .../10-11-2017 ένορκη βεβαίωση της ... ενώπιον της Ειρηνοδίκη Κέρκυρας που ελήφθη με πρωτοβουλία της δεύτερης των εναγομένων, κατόπιν νόμιμης και εμπρόθεσμης κλήτευσης της ενάγουσας (βλ. τη νομίμως επικαλούμενη και προσκομιζόμενη με αριθμό ...7-11-2017 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Κέρκυρας ...) και από όλα τα έγγραφα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, μερικά εκ των οποίων μνημονεύονται στη συνέχεια, χωρίς να παραλείπεται η συνεκτίμηση κανενός από αυτά, αποδεικνύονται τα ακόλουθα: Η ενάγουσα, η οποία από 30/8/2007 είναι εγγεγραμμένη στο Επιμελητήριο Κέρκυρας ως μεσίτρια αστικών συμβάσεων, δυνάμει της από 16/8/2009 σύμβασης μεσιτείας που συνήφθη μεταξύ αυτής και του πρώτου εναγόμενου έλαβε από τον τελευταίο την εντολή να μεσολαβήσει για την πώληση αντί ελάχιστου τιμήματος 3.000.000 ευρώ του ανήκοντος σε αυτόν κατά πλήρη κυριότητα γεωτεμαχίου έκτασης 522,66 τ.μ., που βρίσκεται στη θέση «....» στην ..... Κέρκυρας, μετά της εντός αυτού υφιστάμενης διώροφης οικοδομής, της οποίας το ισόγειο αποτελείται από κύριους χώρους εμβαδού 224,25 τ.μ. και βοηθητικούς χώρους εμβαδού 104,60 τ.μ. και ο πρώτος όροφος αποτελείται από χώρους κύριας κατοικίας εμβαδού 106,68 τ.μ. με καλυμμένες βεράντες και βοηθητικό κτίσμα εμβαδού 24,87 τ.μ.. Ο πρώτος εναγόμενος δυνάμει της ίδιας ως άνω σύμβασης ανέλαβε έναντι της ενάγουσας την υποχρέωση να της καταβάλει σε περίπτωση κατάρτισης προσυμφώνου ή οριστικού συμβολαίου πώλησης του ως άνω ακινήτου έναντι του ως άνω τιμήματος συνεπεία της μεσολάβησής της μεσιτική αμοιβή ανερχόμενη στο ποσό των 90.000 ευρώ πλέον ΦΠΑ 19% ήτοι συνολικά το ποσό των 107.100 ευρώ. Επίσης, δυνάμει της από 26/10/2009 έγγραφης σύμβασης μεσιτείας υποδείχθηκε από την ενάγουσα στη .... ως ευκαιρία η αγορά του ως άνω ακινήτου έναντι τιμήματος 400.000 ευρώ, η τελευταία δε υποσχέθηκε μεταξύ άλλων να καταβάλει στην εναγόμενη σε περίπτωση αγοράς του ως άνω ακινήτου μεσιτική αμοιβή ανερχόμενη σε ποσοστό 2% επί του τελικώς συμφωνηθέντος τιμήματος πλέον ΦΠΑ 19% είτε το ως άνω ακίνητο το αγόραζε η ίδια είτε συγγενής της ή συνεργάτης της (φυσικό ή νομικό πρόσωπο) ή εταιρεία στην οποία έχει οικονομικό συμφέρον ή έτερο των προαναφερόμενων πρόσωπο κατόπιν υπόδειξής της, για λογαριασμό των οποίων δήλωνε ότι υπογράφει την ως άνω εντολή υποσχόμενη την καταβολή της ως άνω μεσιτικής αμοιβής από κοινού με όποιο εκ των προαναφερόμενων προσώπων αγόραζε επ’ ονόματί του το ως άνω ακίνητο. Η ανωτέρω κατά τον προαναφερόμενο χρόνο υπογραφής της μεσιτικής σύμβασης ήταν διευθύνουσα σύμβουλος, διαχειρίστρια και νόμιμη εκπρόσωπος της δεύτερης των εναγομένων, παρά τη σχετική αμφισβήτηση της τελευταίας, όπως τούτο συνάγεται σαφώς από το περιεχόμενο των με αριθμούς ..../1-3-2013, .../9-4-2013 και ...../18-4-2013 συμβολαίων του συμβολαιογράφου Κέρκυρας ... που αφορούν την αγοραπωλησία του επίδικου ακινήτου, στα οποία και αναφέρεται διηγηματικά ότι η ... υπό τις ανωτέρω ιδιότητες της και δυνάμει του με αριθμό .../20-11-2008 πληρεξουσίου του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, το οποίο δεν είχε ανακληθεί, είχε εξουσιοδοτήσει τον δικηγόρο .... να υπογράψει για λογαριασμό της δεύτερης των εναγομένων τις ως άνω συμβολαιογραφικές πράξεις. Επίσης η δεύτερη εναγόμενη αμφισβήτησε τη γνησιότητα της υπογραφής της ανωτέρω εκπροσώπου της στην ως άνω σύμβαση μεσιτείας, εντούτοις τούτο έγινε κατά τρόπο γενικόλογο, χωρίς να προσκομίζονται από μέρους της άλλα έγγραφα με υπογραφές της τελευταίας, ώστε να είναι δυνατή η αντιπαραβολή τους με την υπογραφή της στην εν λόγω σύμβαση, με συνέπεια η ως άνω αμφισβήτηση να κρίνεται απρόσφορη να προκαλέσει την οποιαδήποτε αμφιβολία στο Δικαστήριο σχετικά με τη γνησιότητα του εγγράφου που απεικονίζεται στην επικαλούμενη και προσκομιζόμενη από τον ενάγοντα φωτοτυπία της από 26/10/2009 σύμβασης μεσιτείας που είναι συνταγμένη στην αγγλική γλώσσα και συνοδεύεται από μετάφρασή της στην ελληνική γλώσσα. Περαιτέρω, αποδεικνύεται ότι δυνάμει του με αριθμό ..../18-4-2013 οριστικού συμβολαίου του συμβολαιογράφου Κέρκυρας ... που υπογράφηκε μεταξύ των εναγομένων σε εκτέλεση του με αριθμό ..../1-3-2013 προσυμφώνου του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, όπως αυτό είχε τροποποιηθεί δυνάμει των με αριθμούς .../21-3-2013 και .../9-4-2013 συμβολαιογραφικών πράξεων του τελευταίου, ο πρώτος των εναγομένων μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα στη δεύτερη εξ αυτών έναντι συμφωνηθέντος μεταξύ τους τιμήματος 1.232.000 ευρώ το ως άνω ακίνητο. Συνεπώς, εφόσον η μεσολάβηση της ενάγουσας δεν απέφερε το ζητούμενο από τον πρώτο εναγόμενο ελάχιστο τίμημα των 3.000.000 ευρώ, από την επίτευξη του οποίου εξαρτήθηκε η καταβολή της μεσιτικής αμοιβής της, πρέπει ως προς τον τελευταίο, σύμφωνα και με τα προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη η αγωγή. Εξάλλου, από το ως άνω οριστικό συμβόλαιο σε συνδυασμό και με την κατάθεση της μάρτυρος της ενάγουσας προκύπτει ότι κατά το χρόνο της υπόδειξης του ως άνω ακινήτου στη δεύτερη εναγόμενη ήτοι την 26/10/2009 δεν ήταν δυνατή, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 8, 10, 12 του Ν. 1337/1983 σε συνδυασμό με αυτήν του άρθρου 174 ΑΚ, η κατάρτιση σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης της κυριότητάς του, καθώς επ’ αυτού υπήρχαν αυθαίρετα κτίσματα και συγκεκριμένα πέραν του ισογείου κτίσματος εμβαδού 100 τ.μ. που προϋφίστατο του έτους 1977 και λειτουργούσε ως κατάστημα, ο ενάγων είχε ανεγείρει κατά τα έτη 1988-1990, χωρίς άδεια της αρμόδιας πολεοδομικής αρχής, κατ’ επέκταση του υφιστάμενου κτιρίου, κτίσμα εμβαδού 104,60 τ.μ. επαγγελματικής χρήσης και στον όροφο κτίσμα εμβαδού 106,68 τ.μ. με χρήση τουριστική (ενοικιαζόμενα δωμάτια), ένα ισόγειο πρόχειρης κατασκευής βοηθητικό κτίσμα εμβαδού 10 τ.μ., καλυμμένη ξύλινη βεράντα στον όροφο εμβαδού 14,87 τ.μ. και τοιχία, άνευ δε της προηγούμενης κατεδάφισης των ως άνω κτισμάτων δεν επιτρεπόταν η μεταβίβαση ή σύσταση εμπραγμάτων δικαιωμάτων στο επίδικο γεωτεμάχιο επί του οποίου είχαν κατασκευαστεί, κάθε δε τυχόν μεταβίβαση κατά παράβαση των ανωτέρω θα ήταν αυτοδίκαια άκυρη και θα αποτελούσε αξιόποινη πράξη όλων των συμμετεχόντων στην τυχόν κατάρτιση σχετικού μεταβιβαστικού συμβολαίου (συμβαλλομένων, μηχανικών, μεσιτών, δικηγόρων, συμβολαιογράφου), ο του οποίου προβλεπόταν η τακτοποίηση των αυθαίρετων κτισμάτων και η δυνατότητα μεταβίβασης του ακινήτου επί του οποίου είχαν ανεγερθεί μετά την ολοσχερή εξόφληση του ενιαίου ειδικού προστίμου, ίσχυσε από 21/9/2011, ενώ η προβλεπόμενη στο προαναφερόμενο άρθρο διαδικασία τακτοποίησης των ως άνω αυθαίρετων χώρων ολοκληρώθηκε την 27η Μαρτίου 2013. Σε κάθε δε περίπτωση δεν προκύπτει ότι από 21/9/2011 και εντεύθεν η ενάγουσα προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια που να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την κατάρτιση τον Μάρτιο και τον Απρίλιο του 2013 των ως άνω συμβολαιογραφικών πράξεων, αλλά απεναντίας αποδεικνύεται ότι περί τα τέλη του 2011 διακόπηκαν οριστικά οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των εναγομένων, όπως ρητά καταθέτει στην προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση η τότε συνεργάτρια του μεσιτικού γραφείου της ενάγουσας, .... . Συνεπώς, εφόσον δεν ήταν δυνατή η κατά κυριότητα μεταβίβαση του ως άνω ακινήτου κατά το χρόνο της υπόδειξής του από την ενάγουσα στη δεύτερη των εναγόμενων και εφόσον σε κάθε περίπτωση δεν αποδεικνύεται οποιαδήποτε άλλη μεσιτική δραστηριότητα της ενάγουσας από 21/9/2011 και εντεύθεν που να τελεί σε αιτιώδη συνάφεια με την κατάρτιση των ως άνω συμβολαιογραφικών πράξεων, θα πρέπει, σύμφωνα και με τα προαναφερόμενα στη μείζονα σκέψη, να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη η αγωγή και ως προς τη δεύτερη εναγόμενη, παρελκούσης της έρευνας των λοιπών ισχυρισμών των εναγομένων. Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί η ενάγουσα λόγω της ήττας της στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εναγομένων κατ’ αποδοχή σχετικού αιτήματος των τελευταίων (άρθρα 176 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. 

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αγωγή.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την ενάγουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των εναγομένων τα οποία ορίζει στο ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ για τον πρώτο εναγόμενο και στο ποσό των οκτακόσιων πενήντα (850) ευρώ για τη δεύτερη εναγόμενη.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γραφή σχολίων σε greeklish σημαίνει διαγραφή τους!