Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2019

Κοινός λογαριασμός, ευθύνη σ' ολόκληρο, υπεξαίρεση, αδικοπραξία, τοκοφορία,

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Α2, 1605/ 2013.
 
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Γεράσιμο Φουρλάνο, Στυλιανή Γιαννούκου Εμμανουήλ Κλαδογένη και Ιωσήφ Τσαλαγανίδη- εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Περίληψη. Χρηματική κατάθεση σε κοινό λογαριασμό. Θεμελίωση ενεργητικής εις ολόκληρον ενοχής μεταξύ ενός εκάστου δικαιούχου του λογαριασμού και της τράπεζας. Αποτελέσματα. Ανάληψη από τον κοινό ένδικο λογαριασμό από την αναιρεσίβλητη στο όνομά της και όχι ως αντιπροσώπου των λοιπών. Απόσβεση της απαίτησης έναντι της τράπεζας και ως προς τους λοιπούς δικαιούχους με τη καταβολή του ποσού των χρημάτων της κατάθεσης σ` αυτήν, χωρίς να διαπράττεται υπεξαίρεση με την ανάληψη αυτή σε βάρος των λοιπών συνδικαιούχων του λογαριασμού. Άνοιγμα νέου κοινού λογαριασμού με δικαιούχους, πλην της αναιρεσίβλητης και της συζύγου του αναιρεσείοντος, και τον ίδιο τον αναιρεσείοντα. Ανάληψη του ποσού του νέου λογαριασμού από αυτόν συνιστούν αδικοπρακτική συμπεριφορά σε βάρος της.
Βάσιμη η αξίωση της αναιρεσίβλητης για το σύνολο του ποσού και όχι μόνο κατά την αναλογία της με βάση τον αριθμό των συνδικαιούχων του αρχικού λογαριασμού. Υπερημερία οφειλέτη. Τοκοφορία της χρηματικής οφειλής, στη περίπτωση αυτή. Η εκ μέρους όλων των συνδικαιούχων του αρχικού κοινού λογαριασμού εξώδικη δήλωση αφορούσε αξίωση από αδικοπραξία με δικαιούχους αποζημιώσεως όλους όσους ήταν δικαιούχοι του κοινού λογαριασμού και όχι την ένδικη αξίωση που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και που έχει δικαιούχο αποζημιώσεως μόνο την αναιρεσίβλητη και δεν συνιστούσε όχληση κατά την έννοια του άρθρου 340 ΑΚ. Σφάλμα του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου που έκρινε διαφορετικά. Πολιτική δικονομία. Ένδικα μέσα. Αναίρεση. Δικονομικό έδαφος για την μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως επανεκδίκαση της υποθέσεως από το Εφετείο στην ουσία. Προϋποθέσεις. Θεμελίωση του αναιρετικού λόγου κατ’ αρθ. 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ. Το δικαστήριο αναιρεί μερικώς την υπ’ αριθμ. 4689/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Με τις διατάξεις του άρθρου 1 § § 1 και 2 του ν. 5368/1932, όπως το άρθρο 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 ν.δ. 951/1971 και διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 124 περ. Δ στοιχ. α` ν.δ. 118/1973, ορίζονται τα εξής: "1. Χρηματική κατάθεσις παρά τραπέζη εις ανοικτόν λογαριασμόν, επ` ονόματι δύο ή πλειοτέρων από κοινού (compte Joint, Joint account) είναι εν τη εννοία του παρόντος νόμου η περιέχουσα τον όρον ότι του εκ ταύτης λογαριασμού δύναται να κάμνη χρήσιν εν όλω ή εν μέρει, άνευ συμπράξεως των λοιπών, είτε είς, είτε τινές και πάντες κατ` ιδίαν οι δικαιούχοι" (άρθρο 1 § 1). "Η χρηματική κατάθεσις περί ης η προηγουμένη παράγραφος επιτρέπεται να ενεργείται και εις κοινόν λογαριασμόν επί προθεσμία ή ταμιευτηρίου υπό προειδοποίησιν" (άρθρο 1 § 2). Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 2 § 1 ν.δ. 17.7/13.8.1923, 411, 489, 490, 491 και 493 ΑΚ συνάγονται τα εξής: Σε περίπτωση χρηματικής καταθέσεως σε κοινό λογαριασμό, στο όνομα δύο ή περισσοτέρων προσώπων ή στο όνομα του καταθέτη και τρίτων, και ανεξαρτήτως αν τα κατατεθέντα χρήματα ανήκουν σε όλους τους συνδικαιούχους του λογαριασμού ή σε μερικούς ή έναν από αυτούς, παράγεται μεταξύ ενός εκάστου δικαιούχου του λογαριασμού και της τράπεζας (δέκτη της καταθέσεως) ενεργητική εις ολόκληρον ενοχή, με αποτέλεσμα η ανάληψη ολοκλήρου του ποσού της καταθέσεως ή μέρους αυτής από κάθε δικαιούχο του λογαριασμού, να γίνεται στο όνομά του και όχι ως αντιπροσώπου των λοιπών, η δε καταβολή του ποσού των χρημάτων της καταθέσεως σε έναν από τους δικαιούχους επιφέρει απόσβεση της απαιτήσεως έναντι του δέκτη (τράπεζας) και ως προς τους λοιπούς μη αναλαβόντες δικαιούχους, οι οποίοι (μη αναλαβόντες) όμως αποκτούν απαίτηση έναντι του αναλαβόντος, για την καταβολή είτε ολοκλήρου του ποσού της καταθέσεως, είτε τμήματος αυτής που προκύπτει από την μεταξύ τους σχέση. Εξάλλου, εκείνος από τους δικαιούχους που απέσυρε τα χρήματα μιας τέτοιας καταθέσεως, καθίσταται κύριος αυτών και δεν διαπράττει υπεξαίρεση σε βάρος του άλλου δικαιούχου, γιατί τα χρήματα δεν είναι ξένα σε σχέση προς αυτόν που τα απέσυρε. Ο άλλος δικαιούχος ενοχική μόνον έχει αξίωση, κατ` αυτού που ανέλαβε τα χρήματα, για την επιστροφή τους, ανάλογα με τη συμφωνία που έχουν κάνει μεταξύ τους οι καταθέτες.  
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: 
"Στις 9-8-2000 η σύζυγος του εναγομένου (αναιρεσείοντος) και ανεψιά της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης) Θ. - Α. Φ. - Μ. τοποθέτησε το μεγαλύτερο μέρος των χρημάτων, ύψους 20.500.000 δρχ. της μητέρας της και των ως άνω θείων της στα αμοιβαία κεφάλαια "......" της ....... Τράπεζας της Ελλάδος σε κοινό λογαριασμό της ίδιας και της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης) με αριθμό ... και λήξη στις 11-9-2000. Στις 11-9-2000 το πιο πάνω κεφάλαιο, με τον τόκο που απέφερε, τοποθετήθηκε στον κοινό λογαριασμό της ως άνω συζύγου του εναγομένου (αναιρεσείοντος), της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης), του Ε. Τ. και της Κ. Δ. με αριθμό .... Στις 25-9-2000 η σύζυγος του εναγομένου (αναιρεσείοντος) Θ. - Α., η οποία από ετών είχε προσβληθεί από καρκίνο του μαστού, υπέστη κάταγμα στο πόδι και εισήχθη στο Νοσοκομείο Ατυχημάτων Κηφισιάς (ΚΑΤ). Όμως η κατάσταση της υγείας της επιδεινώθηκε ραγδαία και στις 4-10-2000 απεβίωσε. Προηγουμένως, και συγκεκριμένα κατά την ημέρα της εισαγωγής της στο ΚΑΤ, επικοινώνησε με την ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) θεία της και την παρεκάλεσε να ανασύρει από τον κοινό λογαριασμό τους και να της καταβάλει το ποσόν των 300.000 έως και 500.000 δρχ., προκειμένου να καλύψει τις άμεσες ανάγκες της λόγω της ασθένειάς της. Συγχρόνως έστειλε και τον εναγόμενο (αναιρεσείοντα), σύζυγό της, προκειμένου να συνοδεύσει την ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) και υπερήλικα θεία της, που είχε προβλήματα υγείας, και μάλιστα σοβαρά, μειωμένη όραση και ακοή, στο Υποκατάστημα της ... Τράπεζας στο Γαλάτσι, προκειμένου να γίνει η σχετική συναλλαγή της αναλήψεως των παραπάνω χρημάτων και η παράδοσή τους στον εναγόμενο (αναιρεσείοντα), ώστε στη συνέχεια να τα αναλώσει αυτός για την κάλυψη των ιατρικών, ως άνω, αναγκών της συζύγου του. Ο εναγόμενος (αναιρεσείων) όμως, με σκοπό να αποκομίσει ο ίδιος παράνομο περιουσιακό όφελος, αφού συνόδευσε την ενάγουσα στο παραπάνω υποκατάστημα της ... Τράπεζας, κατά την ως άνω ημερομηνία, εκμεταλλευόμενος το γεγονός της σημαντικά μειωμένης όρασης και ακοής, της παρέστησε ψευδώς, εν γνώσει του, ότι για να κάνει ανάληψη του παραπάνω ποσού των 300.000 δρχ., που είχε συμφωνήσει με τη σύζυγό του, χρειαζόταν, εκτός από την υπογραφή της στο σχετικό έγγραφο ανάληψης, να υπογράψει αυτή και σε άλλα έγγραφα της Τράπεζας, τα οποία όμως αφορούσαν τη δημιουργία ενός νέου λογαριασμού με συνδικαιούχο και τον ίδιο. Έτσι την έπεισε να υπογράψει τα σχετικά αυτά έγγραφα, βάσει των οποίων, αφού έγινε ανάληψη ποσού 300.000 δρχ. από τον υφιστάμενο κοινό λογαριασμό της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης), των αδελφών της και της ανεψιάς της, έκλεισε ο λογαριασμός αυτός και ανοίχτηκε στο ίδιο κατάστημα της Τράπεζας νέος λογαριασμός με αριθμό .. και με συνδικαιούχους πλέον, εκτός από την ενάγουσα και την ως άνω ανεψιά της και τον ίδιο τον εναγόμενο (αναιρεσείοντα). Με τις παραπάνω ψευδείς παραστάσεις του ο εναγόμενος (αναιρεσείων) πέτυχε, εξαπατώντας την ενάγουσα (αναιρεσίβλητη), η οποία δεν θα υπέγραφε αν δεν την παραπλανούσε αυτός, να γίνει ο ίδιος συνδικαιούχος στο νέο λογαριασμό, από τον οποίο στο τέλος του μηνός Σεπτεμβρίου 2000 έκανε αναλήψεις συνολικού ποσού 21.000.000 δρχ., το οποίο και ωφελήθηκε ο ίδιος παράνομα, με βλάβη της περιουσίας της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης), που ήταν ήδη η μόνη εν ζωή δικαιούχος του κοινού αυτού λογαριασμού ...". Με βάση τα πραγματικά αυτά περιστατικά το Εφετείο έκρινε στη συνέχεια ότι δεν έχει έννομη επιρροή ο σχετικός περί αυτού λόγος της κρινόμενης εφέσεως, με τον οποίο ο εναγόμενος (αναιρεσείων) υποστηρίζει ότι η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη), ακόμη και αν ζημιώθηκε, το ποσό της ζημίας της πρέπει να περιορισθεί μόνο στο μερίδιο που της αναλογεί από τον κοινό λογαριασμό, και πρέπει ο λόγος αυτός να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, αφού, όπως προαναφέρθηκε, η ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) είχε ήδη καταστεί αποκλειστική δικαιούχος του κοινού αυτού λογαριασμού. Το Εφετείο με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις το σχετικό λόγο εφέσεως, την οποία είχε ασκήσει ο αναιρεσείων κατά της 2402/2008 πρωτόδικης αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε κρίνει την αγωγή νόμιμη και ουσιαστικά βάσιμη (επιδικάζοντας στην ενάγουσα ως αποζημίωση 61.268 ευρώ νομιμοτόκως από 1 Μαρτίου 2001), ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 2 του ν. 5368/1932, 2 παρ. 1 του ν.δ. 17-7/13-8-1923, και 489, 491, 493 του Α.Κ., καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, ότι δηλαδή η ανάληψη από τον κοινό ένδικο λογαριασμό (που προερχόταν από χρήματα ανήκοντα στην αναιρεσίβλητη, στα αδέλφια της Ε. Τ. και Κ. Δ. και στη σύζυγο του αναιρεσείοντος) έγινε από την αναιρεσίβλητη στο όνομά της και όχι ως αντιπροσώπου των λοιπών, η δε καταβολή του ποσού των χρημάτων της κατάθεσης σ` αυτήν επέφερε απόσβεση της απαίτησης έναντι του δέκτη (τράπεζας) και ως προς τους λοιπούς μη αναλαβόντες δικαιούχους, πληρούν το πραγματικό της νομικής έννοιας του κοινού λογαριασμού και της αναλήψεως του προϊόντος του από ένα των συνδικαιούχων, χωρίς να διαπράττεται υπεξαίρεση με την ανάληψη αυτή σε βάρος των λοιπών συνδικαιούχων του λογαριασμού, ανεξαρτήτως αν οι τελευταίοι αποκτούν ενοχική απαίτηση έναντι του αναλαβόντος για την καταβολή είτε ολοκλήρου του ποσού της καταθέσεως, είτε τμήματος αυτής που προκύπτει από την μεταξύ τους σχέση, και στη συνέχεια ότι το άνοιγμα νέου κοινού λογαριασμού κατά τον παράνομο τρόπο που περιγράφηκε παραπάνω, με δικαιούχους πλέον, πλην της αναιρεσίβλητης και της συζύγου του αναιρεσείοντος, και τον ίδιο τον αναιρεσείοντα και η ανάληψη τέλος του ποσού του νέου λογαριασμού από αυτόν συνιστούν αδικοπρακτική συμπεριφορά σε βάρος της και δικαιολογούν την παραδοχή της αγωγής της αναιρεσίβλητης για το σύνολο του ποσού και όχι μόνο κατά την αναλογία της με βάση τον αριθμό των συνδικαιούχων του αρχικού λογαριασμού.
 Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους πρώτο και δεύτερο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα. Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και μάλιστα την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου, τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τους τέταρτο και πέμπτο λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ τυγχάνουν αβάσιμα.

 Από τις διατάξεις των άρθρων 340 και 345 παρ. 1 ΑΚ προκύπτει, ότι ο οφειλέτης χρηματικής οφειλής γίνεται υπερήμερος και εντεύθεν οφείλει στο δανειστή τον τόκο υπερημερίας που ορίζεται στον νόμο ή τη δικαιοπραξία, αν προηγήθηκε εκ μέρους τού δανειστή δικαστική ή εξώδικη όχληση, η οποία αποτελεί μονομερή και ανακοινωτέα σε άλλον δήλωση βουλήσεως και έχει ισχύ και παράγει τα αποτελέσματά της, μόνο εφόσον γίνει όπως την εννοεί και απαιτεί ο νόμος. Ειδικότερα, η όχληση πρέπει κατά το περιεχόμενο της να είναι ακριβής, ορισμένη, σαφής και καθαρά, πρέπει δηλαδή να προκύπτουν από αυτή, κατά τρόπο αναμφίβολο, το είδος, το ποσό και τα άλλα προσδιοριστικά στοιχεία της απαίτησης, επιπλέον δε να είναι απαλλαγμένη από αίρεση ή άλλο όρο και να απαιτεί ακριβώς από τον οφειλέτη την εκπλήρωση της οφειλόμενης παροχής του.

 Στην προκειμένη περίπτωση με την ίδια απόφαση του Εφετείου Αθηνών έγιναν δεκτά και τα ακόλουθα: "Με την από 20-2-2001 εξώδικη δήλωση - πρόσκληση και διαμαρτυρία, που επιδόθηκε στον εναγόμενο - αναιρεσείοντα με την …/1-3-2001 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή Αθηνών …, οι Π. Τ., Μ. Τ., Ε. Τ., Π. Μ. και Κ. Δ., συνδικαιούχοι του κοινού λογαριασμού που κλείσθηκε εν αγνοία τους με ενέργειες του αναιρεσείοντος, ο οποίος και μετέφερε το ποσό των 21.000.000 δρχ. σε ένα νέο κοινό λογαριασμό, στον οποίο έγινε και αυτός συνδικαιούχος παράνομα και χωρίς τη συναίνεση των λοιπών, διαμαρτυρήθηκαν σ` αυτόν για την πιο πάνω παράνομη πράξη του, ανεξάρτητα από το αν την χαρακτηρίζουν ως υπεξαίρεση, και τον κάλεσαν ρητά να αποδώσει σ` αυτούς το πιο πάνω ποσό των 21.000.000 δρχ. Επομένως, με τον τρόπο αυτό έλαβε χώρα από 1-3-2001 νόμιμη όχληση του εναγομένου για την ένδικη οφειλή του, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν παραπάνω, αφού η όχληση αυτή ήταν ακριβής, ορισμένη, σαφής και καθαρή και προέκυπτε από αυτήν, κατά τρόπο αναμφίβολο, το είδος, το ποσό και τα άλλα προσδιοριστικά στοιχεία της απαιτήσεως για την εκπλήρωση της οφειλόμενης παροχής του προς τους τότε συνδικαιούχους και ήδη προς τη μοναδική κατά την άσκηση της ένδικης αγωγής δικαιούχο του παραπάνω κοινού λογαριασμού ενάγουσα". Κατόπιν αυτού το Εφετείο απέρριψε ως αβάσιμο το σχετικό λόγο εφέσεως, με τον οποίο ο εκκαλών και ήδη αναιρεσείων υποστήριζε ότι δεν είχε λάβει χώρα νόμιμη όχλησή του πριν την επίδοση της αγωγής και κακώς επιδικάσθηκαν τόκοι από 1-3-2001. Ωστόσο, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, όπως εκτέθηκαν στην προηγούμενη σκέψη, η αδικοπρακτική συμπεριφορά του αναιρεσείοντος σε βάρος της αναιρεσίβλητης συνίστατο στο άνοιγμα νέου κοινού λογαριασμού, στον οποίο, εξαπατώντας την, κατέστη και αυτός συνδικαιούχος, και από τον οποίο λογαριασμό ανέλαβε αυτός στη συνέχεια το σύνολο του ποσού, ζημιώνοντας έτσι αποκλειστικά την αναιρεσίβλητη, η οποία είχε καταστεί η μόνη εν ζωή δικαιούχος του κοινού αυτού λογαριασμού. Κατά συνέπεια, η από 20-2-2001 εκ μέρους όλων των συνδικαιούχων του αρχικού κοινού λογαριασμού εξώδικη δήλωση και διαμαρτυρία, που επιδόθηκε στον αναιρεσείοντα την 1-3-2001, αφορούσε αξίωση από αδικοπραξία με δικαιούχους αποζημιώσεως όλους όσους ήσαν δικαιούχοι του κοινού αυτού λογαριασμού και όχι την ένδικη αξίωση που δέχθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση και που έχει δικαιούχο αποζημιώσεως μόνο την αναιρεσίβλητη, και συνακόλουθα η εξώδικη αυτή δήλωση δεν συνιστούσε όχληση κατά την έννοια του άρθρου 340 ΑΚ, η οποία επήλθε μόνο με την επίδοση σ` αυτήν της σχετικής αγωγής. Επομένως το Εφετείο, που κατά τις παραπάνω παραδοχές του, έκρινε ότι η από 20-2-2001 εξώδικη δήλωση όλων των συνδικαιούχων του αρχικού κοινού λογαριασμού συνιστούσε εξώδικη όχληση για την ένδικη αξίωση, για την οποία έκρινε ότι αποκλειστική δικαιούχος τυγχάνει η αναιρεσίβλητη, και επιδίκασε έκτοτε τόκους, έσφαλε ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διατάξεως του άρθρου 340 ΑΚ και πρέπει να γίνει δεκτός ο από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγος της εσφαλμένης εφαρμογής διατάξεως ουσιαστικού δικαίου, όπως βάσιμα υποστηρίζει ο αναιρεσείων με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, κατά παραδοχή του οποίου πρέπει να αναιρεθεί μερικώς η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

 Κατά το άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ: "Αν ο Αρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2 (για υπέρβαση δικαιοδοσίας και για παράβαση των διατάξεων των σχετικών με την αρμοδιότητα), παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση σε άλλο δικαστήριο ισόβαθμο και ομοειδές προς εκείνο το οποίο εξέδωσε την απόφαση που αναιρέθηκε ή στο ίδιο, αν είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές". Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη και με τη διάταξη της παραγράφου 4 του ίδιου άρθρου, η οποία ορίζει ότι "Οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν", συνάγεται ότι, οσάκις μετά την αναίρεση της αποφάσεως δεν υπάρχει δικονομικώς έδαφος για περαιτέρω εκδίκαση της υποθέσεως από το δικαστήριο της ουσίας, υπολείπεται δε μόνο η διατύπωση του διατακτικού της αποφάσεως με βάση την έκταση της αναιρέσεως, η παραπομπή σε ισόβαθμο δικαστήριο ουσίας δεν αποτελεί υποχρεωτικό στάδιο δίκης, αλλά μπορεί η τελειωτική επί της υποθέσεως απόφαση να εκδοθεί και από τον Αρειο Πάγο (ΑΠ Ολομ. 25/2001, ΑΠ 448/2005). Τέτοιο δικονομικό έδαφος για την μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης αποφάσεως επανεκδίκαση της υποθέσεως από το Εφετείο στην ουσία δεν υπάρχει και στην κρινόμενη περίπτωση. Η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων πρέπει να συμψηφισθεί στο σύνολό της λόγω της ισομερούς νίκης και ήττας κάθε πλευράς (άρθρο 178 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 Αναιρεί μερικώς την 4689/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
 Κρατεί την υπόθεση και δικάζει επί της εφέσεως.
 Δέχεται μερικώς την από 28-9-2008 έφεση του εναγομένου - αναιρεσείοντος Κ. Α. κατά της 2402/2008 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.
 Εξαφανίζει τη διάταξη περί τόκων της ως άνω αποφάσεως.
 Υποχρεώνει τον εναγόμενο Κ. Α. να καταβάλει στην ενάγουσα - εφεσίβλητη το ποσόν των εξήντα μιας χιλιάδων διακοσίων εξήντα οκτώ (61.268) ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την εξόφληση. Συμψηφίζει στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γραφή σχολίων σε greeklish σημαίνει διαγραφή τους!