Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2019

Διόδια.

Ειρηνοδικείο Λαμίας 50/2015.

Συγκροτήθηκε από την Ειρηνοδίκη Λαμίας Παρασκευή Δουλγέρη.
Περίληψη. Αυτοκινητόδρομοι. Τέλη διοδίων. Έκδοση διαταγής πληρωμής από τον παραχωρησιούχο για είσπραξη διοδίων. Προϋποθέσεις. Απαιτείται: α) άδεια της Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα Αρχής, β) πάροδος 15θήμερης προθεσμίας συμμόρφωσης, γ) προσκόμιση στοιχείων διέλευσης του οχήματος. Αποδεικτικά στοιχεία της οφειλής (ευκρινείς φωτογραφίες του αριθμού κυκλοφορίας του οχήματος με επισημείωση του χρόνου διέλευσης, βεβαίωση του παραχωρησιούχου περί της διέλευσης χωρίς την καταβολή του ανάλογου τέλους διοδίων και βεβαίωση της αρμόδιας αρχής για τα στοιχεία του υποχρέου). Κοινοτικό δίκαιο. Επιβολή τελών σε βαρέα φορτηγά οχήματα που χρησιμοποιούν έργα υποδομής.
Υποχρέωση ύπαρξης εναλλακτικού δικτύου. Παράπλευρη οδός. Συνταγματικότητα των ρυθμίσεων για επιβολή διοδίων. Το κατοχυρούμενο στο Σύνταγμα δικαίωμα της ελευθερίας κινήσεως των πολιτών δεν αντιτίθεται κατ΄αρχήν στη λήψη μέτρων ρυθμιστικών της κυκλοφορίας και της στάθμευσης των οχημάτων. Συνταγματική και η πρόβλεψη για επιβολή αστικής ποινής επί μη καταβολής των τελών μετά την πάροδο της προθεσμίας συμμόρφωσης. Δικονομικά θέματα. Δωσιδικία της έδρας του παραχωρησιούχου. Στοιχεία της αιτήσεως. Το πατρώνυμο του καθού η αίτηση δεν περιλαμβάνεται στα απαιτούμενα στοιχεία. Αμοιβή δικηγόρου για σύνταξη επιταγής εκτελέσεως. Απορρίπτει αίτηση αναστολής.

Με το πρώτο άρθρο του ν. 3597/2007 (Φ.Ε.Κ. A 168/25-7-2007) κυρώθηκε και απέκτησε ισχύ νόμου η «Σύμβαση Παραχώρησης της Μελέτης, Κατασκευής, Χρηματοδότησης, Λειτουργίας, Συντήρησης και Εκμετάλλευσης του Αυτοκινητοδρόμου Κεντρικής Ελλάδος (Ε65)», που υπογράφηκε στην Αθήνα στις 31 Μαΐου 2007 μεταξύ αφενός του Ελληνικού Δημοσίου και αφετέρου της εδρεύουσας στο Δήμο Λαμίας Ανώνυμης Εταιρίας με την επωνυμία ``....`` και το διακριτικό τίτλο «Οδός Κεντρικής Ελλάδας Α.Ε.» (καθ’ ης), ενώ σύμφωνα με το άρθρο 4.1.1 (ΐ) της παραπάνω σύμβασης, ρητά στο δικαίωμα εκμετάλλευσης του παραχωρησιούχου (καθ’ης) περιλαμβάνεται το δικαίωμα να εισπράττει για ίδιο λογαριασμό του τα τέλη διοδίων. Προκειμένου να εξασφαλισθεί η καταβολή του τέλους διοδίων, προβλέφθηκε στο άρθρο 24.1.5 (2) της σύμβασης, ότι το Δημόσιο θα συνδράμει την καθ’ης για τη χορήγηση, από την Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων, άδειας χρήσης ηλεκτρονικών τεχνικών συσκευών, προκειμένου να βεβαιώνεται η μη καταβολή από χρήστες του τέλους των διοδίων, ότι (το Δημόσιο) θα περιλάβει διάταξη στον κυρωτικό νόμο (υπό την προϋπόθεση ότι θα δοθεί η άδεια από την άνω Αρχή), με βάση την οποία η βεβαίωση της μη καταβολής από τους χρήστες του τέλους διοδίου, συνοδευόμενη από ευκρινή φωτογραφία του οχήματος με επισημείωση του χρόνου διέλευσης και βεβαίωση αρμόδιας Αρχής για τα στοιχεία του υποχρέου (τα οποία στοιχεία η Αρχή υποχρεούται να εκδίδει εντός 5 εργασίμων ημερών από την κατάθεση της σχετικής αίτησης της καθ’ης), αποτελεί πλήρη απόδειξη για τη διέλευση του οχήματος, χωρίς την καταβολή τέλους διοδίου και για την υποχρέωση του κυρίου του οχήματος προς καταβολή του οφειλομένου τέλους και του 20πλασίου από αυτό ποσού, ως αστικής ποινής. Επίσης ότι, μετά από παρέλευση 15 ημερών, από την ημερομηνία βεβαίωσης της μη καταβολής (εντός των οποίων ο υπόχρεος θα δικαιούται να καταβάλει το τέλος και ν’ απαλλαγεί από κάθε άλλη επιβάρυνση), θα δικαιούται η καθ’ης να ζητήσει την έκδοση διαταγής πληρωμής και για τα δύο ποσά, τέλους και αστικής ποινής, με βάση την παραπάνω βεβαίωση. Περαιτέρω το άρθρο 3 παρ. 1 του άνω κυρωτικού νόμου προβλέπει ότι «για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 24.1.5 (1) και (2) της κυρούμενης με το άρθρο πρώτο του παρόντος, Συμβάσεως Παραχώρησης, εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις του άρθρου τρίτου του ν. 3535/2007», το δε άρθρο 3 του ν. 3535/2007 (Φ.Ε.Κ. Α` 41/23-2-2007) προβλέπει ότι «1. Για την εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 23.3.3 (1) και (2) της κυρουμένης με το άρθρο πρώτο του παρόντος νόμου Σύμβασης Παραχώρησης και υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του ν. 2472/1997 (ΦΕΚ 50 Α`), σε σταθμούς διοδίων που λειτουργούν με το σύστημα της ελεύθερης ροής οχημάτων, η διέλευση και η καταβολή του οικείου τέλους διοδίου διαπιστώνεται με χρήση ειδικών ηλεκτρονικών τεχνικών συσκευών (φωτογράφηση αριθμού κυκλοφορίας οχήματος). 2. Η διέλευση οχήματος χωρίς την καταβολή του οικείου διοδίου τέλους και η μη καταβολή του, εντός δεκαπέντε ημερών από τη διέλευση του οχήματος αποδεικνύεται με έγγραφη βεβαίωση του Παραχωρησιούχου που συνοδεύεται από ευκρινή φωτογραφία του αριθμού κυκλοφορίας του οχήματος με επισημείωση του χρόνου διέλευσης και βεβαίωση της αρμόδιας δημόσιας υπηρεσίας για τα στοιχεία του κυρίου του οχήματος. Ο υπόχρεος δικαιούται να καταβάλει το οφειλόμενο τέλος, χωρίς άλλη επιβάρυνση, εντός της προθεσμίας των δεκαπέντε ημερών από την έκδοση της βεβαιώσεως του Παραχωρησιούχου με τον τρόπο που θα υποδείξει ο τελευταίος. Με βάση τα στοιχεία αυτά, μετά την παρέλευση δεκαπέντε ημερών από την έκδοση της ανωτέρω βεβαιώσεως του Παραχωρησιούχου, ο τελευταίος μπορεί να ζητήσει την έκδοση διαταγής πληρωμής, σύμφωνα με τα άρθρα 623 επ. του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας για το ποσό του οικείου τέλους διοδίου, προσαυξημένου κατά το ποσό της προβλεπόμενης από την κυρούμενη Σύμβαση σχετικής αστικής ποινής. Η αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής εισάγεται στο Δικαστήριο της έδρας του Παραχωρησιούχου. 3. Με απόφαση του Υπουργού Περιβάλλοντος, Χωροταξίας και Δημόσιων Έργων, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, μπορεί να αυξάνεται το ποσό της αστικής ποινής που προβλέπεται από το άρθρο 23.3.3. (2) (ΐ) της κυρουμένης Σύμβασης.». Τέλος, στο άρθρο 3 παρ. 3 του ν. 3597/2007 προβλέπεται ότι κάθε άλλη γενική ή ειδική διάταξη που αντίκειται στις διατάξεις του παρόντος νόμου ή αφορά σε θέματα που ρυθμίζονται από αυτόν δεν ισχύει.

 Ο αιτών με την υπό κρίση αίτησή του, ζητεί να ανασταλεί η εκτέλεση της υπ’ αριθ. 353/2014 διαταγής πληρωμής της Ειρηνοδίκη Λαμίας, με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθ’ης το ποσό των 7.760,55 ευρώ, πλέον τόκων και εξόδων καθώς και η διαδικασία αναγκαστικής εκτέλεσης, που επισπεύδεται σε βάρος του με την από 31-7-2014 επιταγή προς πληρωμή κάτω από το αντίγραφο του α` εκτελεστού απογράφου της προαναφερόμενης διαταγής, μέχρι την έκδοση τελεσίδικης απόφασης επί της από 10-9-2014 ανακοπής του, που άσκησε νομότυπα και εμπρόθεσμα ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, κατά της ως άνω διαταγής πληρωμής και της επιταγής προς πληρωμή αντίστοιχα, για τους λόγους που αναφέρει στην ανακοπή του.

 Η αίτηση, στο δικόγραφο της οποίας επιτρεπτά σωρεύονται αίτηση αναστολής εκτέλεσης διαταγής πληρωμής και αίτηση αναστολής της εκτελεστικής διαδικασίας, αρμόδια εισάγεται για να συζητηθεί ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (άρθρα 686 επ. ΚΠολΔ) και είναι νόμιμη, στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 632 παρ. 3, 933 και 938 παρ. 1 ΚΠολΔ. Πρέπει επομένως να ερευνηθεί περαιτέρω η ουσιαστική βασιμότητά της.

 Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου, τα έγγραφα που προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι και από την όλη γενικά διαδικασία πιθανολογήθηκαν τα εξής: Η υπ’ αριθ. 353/2014 προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής της Ειρηνοδίκη Λαμίας, με την οποία ο αιτών υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθ’ης το ποσό των 7.760,55 ευρώ πλέον τόκων και εξόδων, εκδόθηκε μετά από αίτηση της καθ’ης σύμφωνα με το ν. 3597/2007 και βάσει των προσκομιζόμενων βεβαιώσεων μη καταβολής τελών διοδίων εκ μέρους του αϊτούντος, συνοδευό μενών από ευκρινή φωτογραφία του αριθμού κυκλοφορίας του οχήματος του και από βεβαίωση από την αρμόδια αρχή, για τα στοιχεία του. Με την από 10-92014 ανακοπή του, η συζήτηση της οποίας έχει προσδιοριστεί για την 3-11-2015, ο αιτών βάλλει κατά του κύρους τόσο της άνω διαταγής πληρωμής όσο και της από 31-7-2014 κάτωθι αυτής επιταγής προς πληρωμή, για τους αναφερόμενους σ’αυτή λόγους. Με τον πρώτο λόγο της ανακοπής ο αιτών εκθέτει ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής πρέπει να ακυρωθεί λόγω τοπικής αναρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου. Ο πρώτος λόγος της ανακοπής πιθανολογείται ότι δε θα ευδοκιμήσει, διότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, ως προς τις αιτήσεις για την έκδοση διαταγής πληρωμής από την καθ’ης, που αφορούν οφειλόμενα και μη καταβεβλημένα τέλη διοδίων, υφίσταται αποκλειστική δωσιδικία του τόπου της έδρας της καθ’ης, που βρίσκεται στη Λαμία, η προαναφερθείσα δε διάταξη, με την οποία η αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής εισάγεται στο Δικαστήριο της έδρας της καθ’ης, υπερισχύει της διάταξης του άρθρου 42 ΚΠολΔ. Με το δεύτερο λόγο της ανακοπής ο αιτών ισχυρίζεται ότι τόσο στην αίτηση της καθ’ης προς έκδοση διαταγής πληρωμής όσο και στην ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής δεν αναγράφεται το πατρώνυμό του και ως εκ τούτου είναι αυτές αόριστες. Ο λόγος αυτός πιθανολογείται ότι δε θα ευδοκιμήσει, καθώς, όσον αφορά στο περιεχόμενο του δικογράφου της αίτησης της καθ’ης προς έκδοση διαταγής πληρωμής, από την παράλειψη μνείας σ’ αυτό του πατρωνύμου του καθ’ου και νυν αιτούντος δεν δημιουργείται στην προκειμένη περίπτωση αμφιβολία για την ταυτότητά του ώστε η συγκεκριμένη παράλειψη δεν επιφέρει αοριστία (ΑΠ 1126/2009 ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 1093/1997, Δ/ΝΗ 1998.1298), περαιτέρω το πατρώνυμο εκείνου κατά του οποίου στρέφεται η αίτηση προς έκδοση διαταγής πληρωμής δεν περιλαμβάνεται μεταξύ των στοιχείων που πρέπει κατ’άρθρο 630 ΚΠολΔ να περιέχει η διαταγή πληρωμής. Με τον τρίτο λόγο της ανακοπής ο αϊτών ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής είναι άκυρη, διότι αυτή εκδόθηκε χωρίς να συντρέχουν οι απαιτούμενες από το άρθρο 623 επ. ΚΠολΔ νόμιμες προϋποθέσεις, δηλ. η ύπαρξη εγγράφων, από τα οποία να απορρέει η απαίτηση και το οφειλόμενο ποσό. Ο λόγος αυτός της ανακοπής πιθανολογείται ότι δε θα ευδοκιμήσει, καθώς σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, οι προϋποθέσεις που πρέπει κατά νόμο να πληρούνται για να μπορεί η καθ’ης να εκδώσει διαταγή πληρωμής είναι: α) να έχει εκδοθεί άδεια της Αρχής Προστασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα (άρθρο 24.1.5. (2) περ. 1 Σύμβασης Παραχώρησης) και β) να έχει παρέλθει η 15νθήμερη προθεσμία συμμόρφωσης του παραβάτη, εντός της οποίας ο τελευταίος δύναται να καταβάλει το ακριβές αντίτιμο των τελών διοδίων, το οποίο αντιστοιχεί στον αριθμό των διελεύσεών του, χωρίς καμία άλλη επιβάρυνση (άρθρο 24.1.5. (2) περ. 2 Σύμβασης Παραχώρησης), οι οποίες προϋποθέσεις στην κρινόμενη περίπτωση πληρούνται. Περαιτέρω, όπως προεκτέθηκε, για την πλήρη απόδειξη της διέλευσης οχήματος από σταθμό διοδίων χωρίς την καταβολή του αναλογούντος τέλους διοδίου απαιτούνται: α) ευκρινείς φωτογραφίες του αριθμού κυκλοφορίας του οχήματος με επισημείωση του χρόνου διέλευσης, β) βεβαίωση του παραχωρησιούχου περί της διέλευσης χωρίς την καταβολή του ανάλογου τέλους διοδίων και γ) βεβαίωση της αρμόδιας αρχής για τα στοιχεία του υποχρέου. Η καθ’ης με την αίτηση για την έκδοση της ανακοπτόμενης διαταγής πληρωμής προσκόμισε όλα τα παραπάνω στοιχεία, κατά συνέπεια η πραγματοποίηση των διελεύσεων χωρίς την καταβολή των αναλογούντων τελών διοδίων είναι πλήρως αποδεδειγμένη. Εξάλλου η καθ’ης δεν υποχρεούνταν σε προηγούμενη γνωστοποίηση προς τον αιτούντα των φωτογραφιών του οχήματος, όπως ο αιτών αβάσιμα διατείνεται με τον έκτο λόγο της ανακοπής του, ο οποίος πιθανολογείται ότι θα απορριφθεί. Περαιτέρω με τον τέταρτο λόγο της ανακοπής ο αϊτών ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής είναι άκυρη επειδή εκδόθηκε για απαίτηση μη βέβαιη και μη εκκαθαρισμένη, δεδομένου ότι αυτή προκύπτει μόνο από έγγραφα της καθ’ης εταιρίας τα οποία ο αιτών δεν έχει αποδεχτεί. Ο λόγος αυτός πιθανολογείται ότι δε θα ευδοκιμήσει, διότι όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, αφενός προσκομίσθηκαν όλα τα έγγραφα βάσει των οποίων δίνεται η δυνατότητα στην καθ’ης για έκδοση διαταγής πληρωμής, όπως αυτά εξειδικεύονται στις διατάξεις των άρθρων 3 παρ. 1 του ν. 3597/2007 και 3 του ν. 3535/2007, που ως ειδικές υπερισχύουν κάθε άλλης γενικής ή ειδικής διάταξης, όπως ρητά προβλέπεται στο άρθρο 3 παρ. 3 του ν. 3597/2007, αφετέρου επισημαίνεται ότι ήδη προβλέπεται από τον ΚΠολΔ η έκδοση διαταγής πληρωμής από συνδυασμό εγγράφων όχι απαραίτητα δικαιοπρακτικών, αλλά και εγγράφων μαρτυρίας, όπως εν προκειμένω είναι ανάμεσα στ’ άλλα οι βεβαιώσεις της μη καταβολής από τον αιτούντα τέλους διοδίου και οι φωτογραφικές απεικονίσεις του οχήματος του, η γνησιότητα των οποίων δεν αμφισβητήθηκε, με επισημείωση του χρόνου διέλευσης, εφόσον αυτά έχουν συνταχθεί νομίμως. Με τον πέμπτο λόγο της ανακοπής ο αιτών ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής εξεδόθη κατά παράβαση των άρθρων 2 και 7 της οδηγίας 1999/62/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Ιουνίου 1999, «περί επιβολής τελών στα βαρέα φορτηγά οχήματα που χρησιμοποιούν ορισμένα έργα υποδομής», καθώς ο σταθμός διοδίων Αγίας Τριάδας κακώς βρίσκεται σε λειτουργία, επειδή ο αυτοκινητόδρομος δε διαθέτει δύο λωρίδες κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και επειδή δεν υπάρχει παράπλευρη οδός, την οποία να δύναται ο αιτών να χρησιμοποιήσει ως εναλλακτικό δίκτυο. Ο λόγος αυτός πιθανολογείται ότι θα απορριφθεί, διότι τα άρθρα 2 και 7 της ως άνω οδηγίας τροποποιήθηκαν με την οδηγία 2006/3 8/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 17ης Μαΐου 2006 «για την τροποποίηση της οδηγίας 1999/62/ΕΚ περί επιβολής τελών στα βαρέα φορτηγά οχήματα που χρησιμοποιούν ορισμένα έργα υποδομής» και δεν ορίζουν πλέον τα όσα διαλαμβάνει ο αιτών στο σχετικό λόγο της ανακοπής του σχετικά με τα χαρακτηριστικά του αυτοκινητόδρομου, ενώ σε κάθε περίπτωση προέκυψε ότι υφίσταται παράπλευρη οδός την οποία ο αιτών μπορούσε να χρησιμοποιεί (βλ. κατάθεση μάρτυρα της καθ’ης, προϊσταμένου διεύθυνσης διοδίων) και δεν πιθανολογήθηκε από κάποιο αποδεικτικό μέσο ότι ο παράδρομος αυτός ήταν σε τέτοια κατάσταση, ώστε να μη μπορεί να γίνει χρήση αυτού. Με τον έβδομο λόγο της ανακοπής ο αιτών ισχυρίζεται ότι η επιβολή προστίμου και οι κυρώσεις που προβλέπονται από τη σύμβαση παραχώρησης αντίκεινται στο άρθρο 5 παρ. 3 του Συντάγματος, όπου κατοχυρώνεται το δικαίωμα της προσωπικής ελευθερίας, επειδή περιορίζουν τη μετακίνηση του πολίτη εντός της ελληνικής επικράτειας, καθώς, όπως ισχυρίζεται περαιτέρω, αντισυνταγματική είναι η οποιαδήποτε παρεμπόδιση της κυκλοφορίας ακόμη και με περιορισμούς στον ΚΟΚ. Ο λόγος αυτός της ανακοπής πιθανολογείται ότι θα απορριφθεί για τους εξής λόγους: Το Σύνταγμα κατοχυρώνει στο άρθρο 5, μεταξύ των άλλων, την ελευθερία κινήσεως και εγκαταστάσεως των Ελλήνων πολιτών εντός των ορίων της ελληνικής επικράτειας. Ωστόσο, το κατοχυρούμενο στο Σύνταγμα δικαίωμα της ελευθερίας κινήσεως των πολιτών - και δι’ οχημάτων - δεν αντιτίθεται κατ’ αρχήν στη λήψη μέτρων ρυθμιστικών της κυκλοφορίας και της στάθμευσης των οχημάτων, ενίοτε δε και επιβάλλει τη λήψη τέτοιων μέτρων προκειμένου το δικαίωμα αυτό να είναι βιώσιμο. Στο Σύνταγμα δεν αντίκειται εξάλλου, κατ’ αρχήν, ούτε η επιβολή διοδίων είτε ως τέλους εισπραττομένου από τον αρμόδιο δημόσιο φορέα και προοριζομένου για την εξυπηρέτηση δημοσίων σκοπών συναπτομένων με την κατασκευή, συντήρηση και λειτουργία του οδικού δικτύου, είτε ως τμήματος του εργολαβικού ανταλλάγματος, καταβαλλομένου από τους χρήστες της οδού στον παραχωρησιούχο, στην περίπτωση αναθέσεως της κατασκευής και λειτουργίας της οδού με σύμβαση παραχωρήσεως. Τέλος, εν όψει των δημοσίου ενδιαφέροντος σκοπών που θάλπονται από τις σχετικές με την κυκλοφορία των οχημάτων διατάξεις (όπως η ομαλή και ασφαλής διεξαγωγή της οδικής κυκλοφορίας), θεμιτώς κατ’ αρχήν, και υπό την επιφύλαξη της αρχής της αναλογικότητας, προβλέπονται διοικητικά μέτρα καταναγκασμού των υποχρέων σε συμμόρφωση προς τις διατάξεις αυτές αλλά και διοικητικής ή και ποινικής φύσεως κυρώσεις σε περίπτωση παραβάσεώς τους (βλ.ΣτΕ 1752/1990, 4990/1997, 4161/1999). Περαιτέρω, η με οποιοδήποτε τρόπο άρνηση ή αποφυγή πληρωμής διοδίων τελών σε αυτοκινητοδρόμους, οδούς ταχείας κυκλοφορίας, σήραγγες και γέφυρες συνιστά αποκλίνουσα συμπεριφορά που προκαλεί κωλυσιεργία, επηρεάζει αρνητικά την κυκλοφορία αλλά και την ασφάλεια και λειτουργία της συγκοινωνιακής εγκατάστασης, ενώ επιπλέον δημιουργείται ηθικό και κοινωνικό πρόβλημα εις βάρος των νομοταγών πολιτών, γεγονός που πλήττει την κοινωνική συνοχή, προκαλώντας ένα ευρύτερο αίσθημα αδικίας αναφορικά με τις μετακινήσεις τους ... με τα ιδιωτικά οχήματά τους (βλ. ΣτΕ 690/2013). Ως εκ τούτου η ρύθμιση για την πληρωμή διοδίων τελών αλλά και η πρόβλεψη επιβολής αστικής ποινής στο 20πλάσιο του ποσού των οφειλομένων τελών σε περίπτωση μη πληρωμής τους, θεσπίστηκε για λόγους δημοσίου συμφέροντος, συναπτομένους με την ομαλή διεξαγωγή της κυκλοφορίας των οχημάτων, την ασφάλεια και λειτουργία των συγκοινωνιακών εγκαταστάσεων αλλά και την προαγωγή της εμπιστοσύνης των πολιτών στην έννομη τάξη, που αποτελεί πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας (βλ. ΣτΕ 247/1980, Ολομ. 3500/2009). Εξάλλου, η αστική ποινή δεν επιβάλλεται άμεσα αλλά μόνο μετά την παρέλευση του 15ημέρου από την επίδοση της επιστολής προς τον χρήστη για την καταβολή των τελών διοδίων, ο οποίος έτσι μπορεί να τα πληρώσει χωρίς καμία επιβάρυνση, επιπλέον, δε, μπορεί να αμφισβητήσει (μόνο την οφειλή) και με ανακοπή. Περαιτέρω, με τον όγδοο, επικουρικά προβαλλόμενο λόγο της ανακοπής, ο αιτών εκθέτει ότι η ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής πρέπει να ακυρωθεί επειδή η σύμβαση παραχώρησης που υπογράφηκε μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της καθ’ης η αίτηση εταιρίας περιέχει γενικούς όρους συναλλαγής τους οποίους ο αιτών αγνοούσε ανυπαιτίως και ως εκ τούτου δεν δεσμεύεται από αυτούς, καθώς ουδείς διερχόμενος γνωρίζει τη σύμβαση παραχώρησης. Ο λόγος αυτός πιθανολογείται ότι θα απορριφθεί, καθώς ο αιτών δε συνιστά συμβαλλόμενο μέρος στη σύμβαση παραχώρησης ώστε να νομιμοποιείται να προβάλει τον ανωτέρω ισχυρισμό, περαιτέρω η επίμαχη σύμβαση έχει κυρωθεί με το νόμο 3597/2007 (Φ.Ε.Κ. Α` 168/25-7-2007), ο οποίος αποτελεί εν προκειμένω και τη γενεσιουργό αιτία της ενοχής που γεννάται και συνδέει την καθ’ης ως ανάδοχο - παραχωρησιούχο, που εκμεταλλεύεται το έργο του αυτοκινητοδρόμου και τον αιτούντα ως νόμιμο κάτοχο της άδειας κυκλοφορίας του αυτοκινήτου, που διέρχεται από τον αυτοκινητόδρομο. Συνακόλουθα, πιθανολογείται ότι θα απορριφθεί και ο δέκατος, επικουρικά προβαλλόμενος λόγος της ανακοπής, με τον οποίο ο αιτών ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής είναι άκυρη, επειδή η ακυρότητα μέρους επιφέρει την ακυρότητα ολόκληρης της δικαιοπραξίας, διότι στην προκειμένη περίπτωση συνάγεται ότι αυτή δεν θα είχε επιχειρηθεί χωρίς το άκυρο μέρος. Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από τη συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή από την πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε ή από τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 7/2002). Ο αιτών όμως με τον ένατο, επικουρικά προβαλλόμενο, λόγο της ανακοπής του ουδόλως αναφέρει τέτοια περιστατικά, που καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του δικαιώματος της καθ’ης και ως εκ τούτου πιθανολογείται ότι και αυτός ο λόγος θα απορριφθεί. Τέλος, με τον ενδέκατο, επικουρικά προβαλλόμενο λόγο της ανακοπής του, ο αιτών ισχυρίζεται ότι η καθ’ ης με την επιταγή προς πληρωμή που του επέδωσε ζητά το ποσό των 100 ευρώ ως αμοιβή του δικηγόρου της για τη σύνταξη της επιταγής και το ποσό των 3 ευρώ για αντίγραφο εξ απογράφου, αντί των νομίμων ποσών των 10,27 ευρώ και 1,23 ευρώ, αντίστοιχα. Ο λόγος αυτός πιθανολογείται ότι θα απορριφθεί, καθώς στηρίζεται στις διατάξεις των άρθρων 127 παρ. 1 και 136 του ν.δ. 3026/1954, το οποίο καταργήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 166 παρ. 2 του ν. 4194/2013 (ΦΕΚ Α` 208/27-9-2013), ενώ σύμφωνα με το άρθρο 72 παρ. 1 του ν. 4194/2013 «Για τη σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση τίτλων εκτελεστών η αμοιβή του δικηγόρου ορίζεται στο σύνολο της δικαστικής δαπάνης, όπως αυτή επιδικάστηκε από το δικαστήριο.», στην προκειμένη δε περίπτωση το σύνολο της επιδικασθείσας δικαστικής δαπάνης, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, ανέρχεται στο ποσό των 210 ευρώ.

 Επομένως, εφόσον δεν πιθανολογήθηκε ότι θα ευδοκιμήσει κάποιος από τους λόγους της ανακοπής, πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ σύμφωνα με τη διάταξη του άρθ. 84 παρ. 2 εδ. 2 του ν. 4194/2013, όπως αυτό ισχύει μετά την τροποποίησή του από το άρθ. 14 παρ. 3 του ν. 4236/2014 (ΦΕΚ Α` 33/11-2-2014), τα δικαστικά έξοδα της καθ’ης πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αιτούντος, σύμφωνα με το διατακτικό της απόφασης.

                                                                 ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

 ΔΙΚΑΖΕΙ αντιμωλία των διαδίκων.

 ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την αίτηση.

 ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αιτούντα στη δικαστική δαπάνη της καθ’ης η αίτηση, την οποία ορίζει στο ποσό των εκατόν πενήντα (150,00) ευρώ.
Δημοσίευση σχολίου