Παρασκευή, 4 Ιανουαρίου 2019

αναστολή εκτέλεσης (παλαιό δίκαιο), αρμοδιότητα,

Μονομελές Πρωτοδικείο Πατρών 30/ 2015, Δνη 2015.883.
 
 Πρόεδρος: Σαλώμη Μούζουρα.

Περίληψη. Εκτέλεση. Ανακοπή κατά της εκτέλεσης και αίτηση αναστολής κατά το άρθρο 938 ΚΠολΔ. Αρμόδιο για την εκδίκαση της αίτησης το δικαστήριο στο οποίο εκκρεμεί η ανακοπή, έστω και αν είναι αναρμόδιο. Απαράδεκτη η αίτηση αν δεν προηγηθεί η άσκηση ανακοπής. Για την ουσιαστική βασιμότητα της αίτησης απαιτείται η πιθανολόγηση της ανακοπής και η βασιμότητα ενός τουλάχιστον λόγου της.

Κατά το άρθρο 938 § § 1 και 2 ΚΠολΔ, όπως οι ανω­τέρω παράγραφοι αντικαταστάθηκαν από το άρθρο 19 § 5 του ν. 4055/2012, με έναρξη ισχύος από 2.4.2012 κατ` άρθρο 113 του ίδιου νόμου: «1. Με αίτηση του ανακόπτο­ντος μπορεί να διαταχθεί η αναστολή της αναγκαστικής εκτέλεσης με εγγύηση ή και χωρίς εγγύηση, αν ο δικα­στής κρίνει ότι η ενέργεια της αναγκαστικής εκτέλεσης θα προξενήσει ανεπανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα και πιθανολογεί την ευδοκίμηση της ανακοπής. Επίσης μπο­ρεί να διαταχθεί να προχωρήσει η αναγκαστική εκτέλεση αφού δοθεί εγγύηση. Η αίτηση αναστολής κατατίθεται στη γραμματεία του δικαστηρίου της ανακοπής και συζη­τείται υποχρεωτικά κατά την ορισθείσα δικάσιμο αυτής. ... 2. Αρμόδιος να διατάξει όσα ορίζει η § 1 είναι ο δικα­στής στον οποίο εκκρεμεί η ανακοπή, ο οποίος μπορεί να εμποδίσει με σημείωμα του την εκτέλεση, ώσπου να εκδοθεί η απόφαση για την αίτηση αναστολής». Το θέμα που ανακύπτει κατά την πρακτική εφαρμογή του άρθρου 938 § 2 είναι αν με τον όρο «εκκρεμεί», γίνεται παραπο­μπή στο αρμόδιο καθ` ύλη δικαστήριο της ανακοπής ή απλώς σε εκείνο που εκκρεμεί η ανακοπή, ακόμη κι αν το τελευταίο είναι καθ` ύλην αναρμόδιο για την εκδίκαση της. Η γραμματική διατύπωση του νόμου οδηγεί στο συμπέ­ρασμα ότι η αρμοδιότητα του κατ` άρθρον 938 ΚΠολΔ δικαστηρίου για εκδίκαση της αίτησης αναστολής θεμελιώνεται σε μόνη την άσκηση της ανακοπής και τη συνακό­λουθη αυτής εκκρεμοδικία (221 ΚΠολΔ), η οποία υφίστα­ται ακόμη κι αν η ανακοπή έχει κατατεθεί σε αναρμόδιο δικαστήριο. Συνεπώς, το δικάζον την αίτηση αναστολής δικαστήριο, προκειμένου να κρίνει την καθ` ύλην αρμο­διότητα του, πρέπει να ερευνήσει μόνον αν η ανακοπή κατατέθηκε στην γραμματεία του και όχι την αρμοδιό­τητα του δικαστηρίου της ανακοπής. Συνεπώς, αναστολή μπορεί να δοθεί και από αναρμόδιο δικαστήριο (ΜΠρΚοζ 364/2013 ΤΝΠ-Νόμος, ΜΠρΖακ 310/2011 ΕφΑΔ 2012. 520, ΜΠρΡοδοπ 35/2010 Αρμ 2010. 1026, ΜΠρΑΘ 1577/2009 ΕλλΔνη 2009. 626, ΜΠρΠειρ 2891/2003 Δ 2003.1031 με παρατηρήσεις Κ. Μπέη. Βλ. σχετ. Ι. Μπρίνια, «Αναγκαστική Εκτέλεση» τόμος Α, έκδ. Β`, § 193, σ. 546 επ., Β. Βαθρακοκοίλης, «ΚΠολΔ Ερμηνευτική Νομο­λογιακή Ανάλυση», υπό άρθ. 938, αριθ. 50, σ. 495, Ι. Ν. Κατράς, «Σύστημα Ασφαλιστικών Μέτρων- Αναγκαστι­κής Εκτέλεσης-Διαταγών Πληρωμής και Απόδοσης», έκδ. 2009, § 212, Ε2, α 1187, Ι. Χαμηλοθώρης, «Ασφαλι­στικά Μέτρα-Ερμηνεία-Νομολογία», έκδ. 2010, αρ. περιθ. 2160, σ. 513- contra Π. Γέσιου-Φαλτσή, «Δίκαιο Αναγκα­στικής Εκτελέσεως Ι -Γενικό Μέρος», έκδ. 1998, 43, VI, αρ. περιθ. 43, σ. 815-816, όπου και περαιτέρω παρα­πομπές στη νομολογία και θεωρία). Περαιτέρω, από τη διάταξη της § 1 του άρθρου 938 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι για το παραδεκτό της αίτησης αναστολής της ανα­γκαστικής εκτέλεσης απαιτείται η προηγούμενη ή τουλά­χιστον ταυτόχρονη άσκηση ανακοπής των άρθρων 933 επ. ή 936 ΚΠολΔ (βλ. Π. Γέσιου-Φαλτσή, ό.π. § 43, IV, σ.797 αρ. περιθ. 16). Με αφετηρία την υποχρέωση κτήσης του δικαιώματος που εισάγεται στο δικαστήριο κατά την πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο υποστηρίχθηκε και η δυνατότητα άσκησης της ανακοπής μετά την κατάθεση της αίτησης αναστολής, εφόσον βέβαια η ανακοπή θα έχει επιδοθεί κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης ανα­στολής (βλ. Μπρίνια, ό.π., υπό άρθρο 938 § 191, σ. 542, Τζίφρα, «Ασφαλιστικά Μέτρα», 4η εκδ. [1985] σ. 500). Όμως η άποψη αυτή δεν θεμελιώνεται στις ισχύουσες διατάξεις και συνεπώς δεν ευρίσκει δικαιολογητικό λόγο σε αυτές. Στηρίζεται απλώς στην επίκληση του γενικού κανόνα που επιλέγει τη συζήτηση (και όχι την άσκηση) ως κρίσιμο χρόνο κατά τον οποίο πρέπει να κρίνεται η ύπαρξη των προϋποθέσεων για το παραδεκτό της αίτη­σης. Μετά την ισχύ νέου άρθρου 938 § 1 εδ. α` ΚΠολΔ (άρθρο 10 § 7 ν. 2145/1993), που συνδέει πλέον και ρητά τη χορήγηση της αναστολής με την πιθανολόγηση για την ευδοκίμηση της ανακοπής, η παραπάνω λύση, δεν φαίνε­ται να είναι ορθή. Διότι ανέχεται ουσιαστικά την επίδοση της ανακοπής ακόμη και κατά την ημέρα της συζήτησης της αίτησης αναστολής. Έτσι, όμως, στερεί από τον καθ` ου η ανακοπή και η αίτηση αναστολής τον επαρκή χρόνο να προετοιμάσει την άμυνα του σε ό,τι αφορά ιδίως την πιθανολόγηση για την ευδοκίμηση των λόγων της ανα­κοπής. Τελολογικά ορθή είναι για το λόγο αυτόν η ερμη­νεία που απαιτεί να επιδίδεται η ανακοπή τουλάχιστον συγχρόνως με την κλήση για τη συζήτηση της αίτησης αναστολής ή με την επίδοση του αντιγράφου αυτής της αίτησης (άρθ. 938 § 3 εδ. α`, 686 §§ 2, 4- βλ. Π. Γέσιου-Φαλτσή, ό.π., σ. 800). Αν δεν υφίσταται η ανωτέρω προϋ­πόθεση ήτοι νομότυπη και εμπρόθεσμη άσκηση ανακο­πής η αίτηση αναστολής απορρίπτεται και αυτεπαγγέλ­τως ως απαράδεκτη (βλ. ΜΠρΚαβ 67/2005 ΤΝΠ-Νόμος, βλ. Τζίφρα, ό.π., σ. 50, Βαθρακοκοίλη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, υπό άρθρο 938 αριθ. 71). Περαιτέρω, ουσια­στική προϋπόθεση για την αναστολή είναι η πιθανολό­γηση του παραδεκτού της ανακοπής, καθώς και η βασι­μότητα ενός τουλάχιστον λόγου της. Τέλος, η χορήγηση της αναστολής προϋποθέτει πιθανολόγηση ότι η εκκρε­μής ακόμη αναγκαστική εκτέλεση, θα προκαλέσει ανε­πανόρθωτη βλάβη στον αιτούντα (βλ. Π. Γέσιου-Φαλτσή, ό.π., § 43, VI, αριθ. περιθ. 16, σ. 797 Μπρίνια, ό.π. υπό άρθρο 938, § 189α III, α 536, § 191, α. 542-544, Νικολόπουλο σε Κεραμέα/Κονδύλη/Νίκα, ΚΠολΔ II [2000] υπό άρθρο 938 αριθ. 1-2). Η τελευταία αυτή προϋπόθεση δεν ερευνάται αν πιθανολογηθεί η μη ευδοκίμηση της ασκη­θείσας ανακοπής.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γραφή σχολίων σε greeklish σημαίνει διαγραφή τους!