Κυριακή, 31 Μαρτίου 2019

Οι τραπεζικές καταθέσεις ως μηχανισμός παράνομης εκμετάλλευσης καταθετών.

Α) Σπυρίδων Ψυχομάνης, ΝοΒ 2006.987.

(Περίληψη: Οι τραπεζικές καταθέσεις συνιστούν περιπτώσεις δανείων προς τις τράπεζες και όχι συμβάσεις ανώμαλων παρακαταθηκών. Η καθαρή δανειακή τους φύση καταδεικνύει ευχερέστερα ως καταχρηστικές πολλές συμβατικές ρήτρες, που καθιστούν επαχθή τη θέση του καταθέτη, ως δανειστή. Η επιβολή, ιδιαίτερα, επιτοκίων, που δεν καλύπτουν καν το ύψος του τρέχοντος πληθωρισμού, είναι ανήθικη και καταχρηστική. Γενικά, ο καταθέτης έχει δικαιώματα, τα οποία οι διαστροφικές συναλλακτικές πρακτικές των τραπεζών επιδιώκουν να απαλείψουν, ενώ οι αρμόδιες εποπτικές αρχές αδρανούν).

Α. Γενικές επισημάνσεις.

Από μόνο του το θέμα της τραπεζικής καταθέσεως φαίνεται κοινότοπο. Εξ απαλών, πράγματι, ονύχων, μάθαμε να συνδέουμε την αποταμίευση με την τραπεζική κατάθεση και να πανηγυρίζουμε την τριακοστή πρώτη Οκτωβρίου κάθε έτους ως παγκόσμια ημέρα της αποταμίευσης με τη διοργάνωση μαθητικών διαγωνισμών εκθέσεως.
Τι πλησμονή, μάλιστα, χαράς μας κατελάμβανε, όταν επιτυγχάναμε και την βράβευση μας με κάποιο μεταλλικό κουμπαρά ή, αργότερα, με ένα βιβλιάριο κατάθεσης ταμιευτηρίου των δέκα δραχμών!!! Φαίνεται, λοιπόν, ότι διαθέτουμε κατασταλαγμένη ήδη γνώση για το θέμα. Η αποταμίευση, που διοχετεύεται σε τραπεζική κατάθεση, πολλαπλασιάζει τα αποταμιευόμενα στοιχεία, τόσο με την εξ ιδίων προσθήκη και νέων στοιχείων, όσο και με την τοκοφορία τους.
Μπροστά στο ταμείο της τράπεζας, όμως, η βεβαιότητα αυτής της γνώσης εγκαταλείπει πριν απ' όλους τους πάλαι ποτέ βραβευμένους νεαρούς. Εκεί, ίσως, για πρώτη φορά, γίνεται αντιληπτή η φενάκη, όταν ο ταμίας βεβαιώνει την αρνητική κατάσταση του λογαριασμού καταθέσεως, λόγω καταχωρίσεως χρεώσεων για αμοιβές της τράπεζας από την πολύχρονη διαχείριση του λογαριασμού ή όταν το τυχόν προκύπτον πιστωτικό υπόλοιπο δεν έχει την ίδια τουλάχιστον αγοραστική, κτητική δύναμη, που είχε η αρχική κατάθεση.
Η σύγχρονη τραπεζική πρακτική, πράγματι, φαίνεται να υπακούει τυφλά σε οικονομικούς κανόνες και αρχές μεγιστοποίησης του ατομικού κέρδους, αγνοώντας ή παραβλέποντας το συμφέρον του κάθε πελάτη, την ισορροπημένη οικονομικά, νομικά και ηθικά συναλλακτική σχέση. Έτσι, όσον αφορά τις καταθέσεις έχουν δημιουργηθεί τα ακόλουθα τουλάχιστον προβλήματα:
(α) Στην απόδοση μιας άτοκης τραπεζικής κατάθεσης, ουδέποτε υπολογίζεται η απώλεια της αγοραστικής ισχύος του κατατεθειμένου ποσού λόγω του φαινομένου του πληθωρισμού, που χαρακτηρίζει πολλές οικονομίες και σταθερά πλέον, για μια μακρά σειρά ετών, την ελληνική οικονομία. Το περιουσιακό τούτο κόστος επωμίζεται πάντα - σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό - ο καταθέτης.
(β) Το επιτόκιο, σε όλα τα είδη των έντοκων τραπεζικών καταθέσεων, παραμένει κατά κανόνα μικρότερο του ύψους του τρέχοντος πληθωρισμού. Κατά συνέπεια, η περιουσιακή ζημία του καταθέτη είναι δεδομένη και όταν ακόμα η κατάθεση είναι έντοκη.
(γ) Οι μικρού ύψους καταθέσεις - μέχρι επτακοσίων συνήθως ευρώ σήμερα - δεν αποφέρουν τόκους υπέρ του καταθέτη, επειδή — κατά τους ισχυρισμούς των τραπεζών - η διαχείριση του μικρού λογαριασμού συνεπάγεται δαπάνες, που βαρύνουν τον καταθέτη και ισοσκελίζονται με την μη απόληψητόκων.
(δ) Η τήρηση των καταθετικών λογαριασμών χρεώνεται με δαπάνες διαχείρισης, που επιβάλλονται ανά τακτά χρονικά διαστήματα, μειώνοντας το τελικά επιστρεπτέο κεφάλαιο με τους δεδουλευμένους τόκους του. Κάποιες τράπεζες εφηύραν και το κόστος ανάληψης των καταθέσεων. Χρεώνουν έτσι τους καταθέτες με αμοιβές υπεραπασχόλησης, όταν αυτοί προβαίνουν σε περιοδικές αναλήψεις των χρημάτων τους πέραν ενός προκαθορισμένου ελάχιστου αριθμού, π.χ. 15 αναλήψεις ετησίως.
(ε) Ας προστεθεί - αν και δεν αφορά ευθέως τις τράπεζες - ότι οι τόκοι των καταθέσεων υπόκεινται σε φορολογική επιβάρυνση. Επιβάλλεται, δηλαδή, φόρος εισοδήματος επί των τόκων μιας καταθέσεως με συντελεστή 15%.
(στ) Παρατηρείται, τέλος, μια εντυπωσιακή σύγκλιση του τρόπου χειρισμού των καταθέσεων από τις ελληνικές τράπεζες. Ο αναζητών, δηλαδή, μιαν λυσιτελέστερη καταθετική διέξοδο έλληνας καταθέτης, αδυνατεί να την βρεί μεταξύ των τραπεζών, που λειτουργούν στην Ελλάδα.
Να λοιπόν που η κοινοτοπία του θέματος κλονίζεται. Να γιατί χρειάζεται να εγκύψει κανείς ξανά πάνω στην έννοια και τη λειτουργία της καταθέσεως, και να αναζητήσει τις ορθές λύσεις στα γενόμενα στην πράξη ζητήματα. Γνωστή είναι πάντως η γενεσιουργός αιτία αυτής της κατάστασης. Είναι η κοινή αιτία όλων των αναφυομένων με οξυμένη σήμερα συχνότητα περιπτώσεων αμφισβήτησης, όχι μονάχα απλών λογικών εννοιών, αλλά πρωτίστως αρχών του δικαίου και της ηθικής. Είναι τα αδηφάγα, πονηρά συμφέροντα, που έχουν ξεπηδήσει ελεύθερα και ασύδοτα από το «φρέαρ της αβύσσου» -ας επιτραπεί στον γράφοντα ο σχετικός από την «Αποκάλυψη» ερανισμός - της αβύσσου, που λέγεται ελεύθερη - δήθεν - αγορά και παγκοσμιοποίηση.
Τα φοβερά, ωστόσο, λόγια δεν αρμόζουν σε μια ψύχραιμη επιστημονική ανάλυση. Ας μείνουν λοιπόν εφεξής στο περιθώριο και ας επικεντρώσουμε την προσοχή μας στη νομική, καταρχήν, έννοια της καταθέσεως και την προβληματική της.

Β. Έννοια και νομική φύση της τραπεζικής καταθέσεως.

Ι. Η έννοια της τραπεζικής καταθέσεως δεν βρίσκεται διατυπωμένη με σαφήνεια στο νόμο. Στο άρθρο 830 του ΑΚ αναφέρεται μόνον ότι: «Κατάθεσις χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων, εν αμφιβολία λογίζεται ως δάνειον, εάν ο θεματοφύλαξ έχει την εξουσίαν να χρησιμοποιεί αυτά......
Από την ερμηνεία, λοιπόν, του άρθρου αυτού μπορούν να εξαχθούν τα κάτωθι ουσιώδη επί του θέματος συμπεράσματα:
(α) Ως κατάθεση χρημάτων νοείται εν προκειμένω η σύμβαση παρακαταθήκης, διά της οποίας ο θεματοφύλακας παραλαμβάνει από τον καταθέτη χρήματα με αποκλειστικό σκοπό τη φύλαξη τους. Πράγματι, η παραλαβή κινητών πραγμάτων προς φύλαξη χαρακτηρίζει, κατά τη διάταξη του άρθρου 822 ΑΚ, την σύμβαση παρακαταθήκης. Υπενθυμίζεται ότι, κατά το εν λόγω άρθρο, «Διά της συμβάσεως παρακαταθήκης ο θεματοφύλαξ παραλαμβάνει παρ' άλλου κινητόν πράγμα ίνα φυλάττη αυτό, υπόχρεως εις απόδοσιν όταν ζητηθεί».
Στις περί παρακαταθήκης διατάξεις υπάγεται συστηματικά και η περίπτωση της καταθέσεως χρημάτων, που ρυθμίζει η διάταξη του άρθρου 830 ΑΚ. Στον ίδιο, μάλιστα, τον τίτλο του άρθρου αυτού γίνεται λόγος περί ανώμαλης μεν, αλλ' οπωσδήποτε περί παρακαταθήκης, με το χαρακτηριστικό, βέβαια, γνώρισμα της σύμβασης, που αποσκοπεί στη φύλαξη πραγμάτων.
(β) Η ίδια, η αποβλέπουσα στη φύλαξη των χρημάτων σύμβαση μπορεί να παραχωρεί την εξουσία στον θεματοφύλακα να χρησιμοποιεί - να αναλώνει - τα παρακατατεθέντα χρήματα. Αν δεν προσδιορίζεται στη σύμβαση το περιεχόμενο της παραχωρούμενης αυτής εξουσίας, η νομική αιτία της, - εν αμφιβολία, κατά το γράμμα της ΑΚ. 830 - η εξουσία χρησιμοποιήσεως των χρημάτων θεωρείται ότι σημαίνει πλασματικά περιέλευση των χρημάτων στην κυριότητα του θεματοφύλακα, ο οποίος υποχρεούται απλώς σε απόδοση άλλων χρημάτων της αυτής ποσότητας και ποιότητας. Θεωρείται, δηλαδή, κατά πλάσμα δικαίου - λογίζεται -ότι η παραχώρηση της εξουσίας χρήσεως των χρημάτων συνιστά δάνειο. Η ξεχωριστή αυτή αντιμετώπιση της παρακαταθήκης αντικαταστατών πραγμάτων, απόρροια της φύσεως των ίδιων των πραγμάτων, συνιστά «ανωμαλία», σε σχέση με την παρακαταθήκη άλλων πραγμάτων, όπου δεν επιτρέπεται καν η απλή μεταχείριση του πράγματος χωρίς άδεια του παρακαταθέτη (ΑΚ 824). Για το λόγο αυτό, η παρακαταθήκη χρημάτων -άλλως, η κατάθεση χρημάτων - χαρακτηρίζεται ως ανώμαλη παρακαταθήκη [Βλ.  σχετικά  Κρητικό,   στον  Γεωργιάδη- Σταθόπουλου ΑΚ: Άρθρο 830, αρ. 26].
(γ) Σε μια ανώμαλη, πάντως, παρακαταθήκη, και με πλασματική - κατά τα ανωτέρω - εφαρμογή των περί δανείου διατάξεων, ο θεματοφύλακας είναι υποχρεωμένος να αποδώσει στον καταθέτη άλλα χρήματα, της αυτής ποσότητας και ποιότητας. Εφόσον, αντιληφθούμε την ποσότητα και ποιότητα των αποδοτέων χρημάτων με την βαθύτερη ουσιαστική οικονομική έννοια των όρων, οφείλουμε να δεχθούμε ότι πραγματική φύλαξη των χρημάτων συνιστά η διαφύλαξη της αγοραστικής τους ή κτητικής τους αξίας από τον θεματοφύλακα, που αποκτά την εξουσία να τα χρησιμοποιεί ως δανειολήπτης.
(δ) Υποχρεωτικό περιεχόμενο μιας συμβάσεως παρακαταθήκης είναι - ως ελέχθη -ο σκοπός φύλαξης κινητού πράγματος. Ως φύλαξη νοείται ασφαλώς η παραλαβή, κατοχή και προστασία του πράγματος κατά τη φυσική του υπόσταση. Δεν ορίζεται, όμως, στο νόμο, αν ο σκοπός αυτός πρέπει να είναι αποκλειστικός ή όχι. Εφόσον, πάντως, από την διατύπωση της ΑΚ 822 προκύπτει ότι ο σκοπός της φύλαξης οφείλει να χαρακτηρίζει την παραλαβή του πράγματος από τον θεματοφύλακα - θυμίζω: «... ο θεματοφύλακας παραλαμβάνη παρ' άλλου κινητόν πράγμα ίνα φυλάττη αυτό...» -, μπορεί να εξαχθεί το συμπέρασμα ότι όταν ο ίδιος ο θεματοφύλακας - ανεξάρτητα από τις προθέσεις του παρακαταθέτη — δεν έχει ως σκοπό τη φύλαξη, αλλά την κερδοσκοπική εκμετάλλευση του κατατεθειμένου πράγματος, η σύμβαση δεν συνιστά στην πραγματικότητα παρακαταθήκη.
ΙΙ. Με βάση αυτές τις ερμηνευτικές παρατηρήσεις των περί παρακαταθήκης διατάξεων, ερωτάται, αν η τραπεζική κατάθεση συνιστά περίπτωση παρακαταθήκης και δη ανώμαλης. Η απάντηση εξαρτάται από την αποδοχή ή μη του στοιχείου της πρόθεσης φύλαξης των χρημάτων εκ μέρους των τραπεζών.
1.Η φύλαξη των χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων, ως ουσιώδες στοιχείο της τραπεζικής καταθέσεως, ανταποκρίνεται στην ιστορία της τραπεζικής αυτής εργασίας. Η τραπεζική κατάθεση, πράγματι, υποκατέστησε την πρακτική κατάθεσης αντικαταστατών αρχικά πραγμάτων -π.χ. σιτηρών - και αργότερα χρημάτων σε ναούς, όπου το θρησκευτικό απαραβίαστο και το πολυπληθές ιερατείο εξασφάλιζαν την πλέον ασφαλή φύλαξη τους [Βλ. Κ. Παμπούκη, Τραπεζικοί πιστωτικαί συμβάσεις, 1962, σ. 3επ. -Γ. Γραμματικά, Το τραπεζικό απόρρητο, 1991, σε 18]. Στη συνέχεια, οι τράπεζες της κλασσικής, ιδίως, αρχαιότητας προσέφεραν την υπηρεσία αυτή σε καταθέτες, έναντι κάποιας αμοιβής, προσελκύοντας την εμπιστοσύνη τους με τη χρήση ως θησαυροφυλακείων ασφαλών κτισμάτων, που απέκλειαν την τοιχωρυχία, και με προσωπικό ασφάλειας από δούλους ταμίες· [ Βλ. Αθ. Βερναρδάκη, Οι τράπεζες στην αρχαιότητα (μετάφραση), 1989, σ. 13επ]. Οι ίδιοι οι περιφημότεροι τραπεζίτες της αρχαιότητας ήταν δούλοι, απελεύθεροι, των οποίων η δοκιμασμένη αξιοπιστία φαίνεται ότι προσέλκυε την εμπιστοσύνη των καταθετών. Λέγεται ότι ο ίδιος ο Δημοσθένης   κληρονόμησε   κατάθεση   του πατέρα του - ενός βιομηχάνου κρεβατιών και ασπίδων - ποσού 1400 δραχμών, που υφίστατο στην τράπεζα του Πασίωνος στην Αθήνα [Βλ. Σ. Παπαϊωάννου, σχόλια στο λόγο του Ισοκράτη «Τραπεζιτικός», Ισοκράτης- Απαντα-Λόγοι, εκδ. ΚΑΚΤΟΣ 1993, σειρά ΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ, τόμ. 111,σ. 191]. Από τον λόγο του Ισοκράτη, «Τραπεζιτικός», πληροφορούμεθα, επίσης, ότι ο γιος ενός ευνοούμενου του βασιλέα Σάτυρου από τον Κιμμέριο Βόσπορο (Κριμαία) μετέφερε στην Αθήνα φορτία σίτου με δύο πλοία, και ότι αφού πούλησε το σιτάρι και εισέπραξε τα χρήματα, τα κατέθεσε για φύλαξη στην τράπεζα του ίδιου ως άνω τραπεζίτη, του Πασίωνα, αναβάλλοντας την αναχώρηση του για τη Θράκη, προκειμένου να διασκεδάσει, προφανώς, στην πλανεύτρα Αθήνα με τις καλλιπάρειες αθηναίες νεανίδες. Βέβαια, στην περίπτωση του, ο Πασίων αρνήθηκε την απόδοση του υπολοίπου της καταθέσεως ισχυριζόμενος βαθμιαία ανάληψη της και θεωρώντας ότι ο καθηδυπαθήσας νεαρός δεν θα μπορούσε να αντιλέξει. Εκείνος, όμως, έσυρε τον Πασίωνα στα δικαστήρια και με δικηγόρο τον Ισοκράτη φαίνεται ότι κέρδισε τελικά την δίκη [Βλ. τον λόγο αυτό και τα σχόλια από τον Σ. Παπαϊωάννου, ό.π., σ. 191επ].
Όμως, ο ιστορικός αυτός σκοπός της κατάθεσης χρημάτων σε τράπεζες εξέλιπε σταδιακά μαζί με την ίδια την τραπεζική επιχείρηση και δεν ανένηψε ούτε και με την από τον 12 περίπου αιώνα εμφάνιση της δράσης των αργυραμοιβών και των σαράφηδων. Η νέα σύγχρονη τραπεζική επιχείρηση, που άρχισε να διαμορφώνει σταδιακά το χώρο της οικονομικής της δραστηριότητας από τις αρχές περίπου του 1700 [Με την ίδρυση, ως φαίνεται, της Τράπεζας της Αγγλίας το 1694], και στη χώρα μας μόλις από το 1831 [Με την ίδρυση ιδίως μικρών τραπεζών από αγγλικούς τραπεζικούς οίκους στο Ναύπλιο, Πειραιά και Πάτρα. Η Εθνική Χρηματική Τράπεζα, που είχε ιδρύσει ο Καποδίστριας το 1828, δεν πρόλαβε να ασκήσει τραπεζικές εργασίες, λόγω διαθέσεως των κεφαλαίων της για τις ανάγκες του αγώνα κατά των Τούρκων, και διαλύθηκε το 1834. Το 1841, όμως, ιδρύθηκε και άρχισε να λειτουργεί η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος], δεν επανήλθε στον αρχικό σκοπό της κατάθεσης, παρά μόνον περιστασιακά, όταν οι συνθήκες υπαγόρευαν την ύπαρξη ασφαλούς μέρους φύλαξης αποταμιευμάτων. Οι οργανωμένες κοινωνίες δεν χρειάζονταν πλέον την παροχή τέτοιας, τραπεζικής, ασφάλειας, αφού αυτήν την παρείχε πλέον η ίδια η οργάνωση τους. Χρειάζονταν, όμως, τις αποταμιεύσεις, το περίσσευμα του εισοδήματος, για να το χρησιμοποιούν λυσιτελώς προς κάλυψη αναγκών της οικονομίας, αποφεύγοντας την κοπή νέου χρήματος, που θα οδηγούσε σε πληθωρισμό. Προς τούτο χρησιμοποιήθηκε η τραπεζική επιχείρηση, με δημόσια ή αυστηρά ελεγχόμενη ιδιωτική μορφή, η οποία τάχθηκε να προσελκύει τις αποταμιεύσεις του κοινού για να χρηματοδοτεί μ' αυτές τις ανάγκες της οικονομίας και να κερδοσκοπεί από τη διαφορά μεταξύ κόστους καταθέσεων και κερδών από τις χορηγήσειςΟ νέος αυτός ρόλος της τραπεζικής κατάθεσης, ρόλος δυναμικός, με κοινωνικές προεκτάσεις, είναι προφανώς παντελώς ξένος προς τον στατικό χαρακτήρα της απλής φύλαξης της. Με άλλα λόγια, οι σημερινές τράπεζες δεν δέχονται συνήθως καταθέσεις προς φύλαξη των κατατεθειμένων χρημάτων, αλλά για να κερδοσκοπούν από τη χρησιμοποίηση τους και να εξυπηρετούν παράλληλα κοινωνικούς στόχους.
Η ιστορική αυτή διαπίστωση, σε συνδυασμό με την ήδη παρασχεθείσα ερμηνεία των διατάξεων του ΑΚ περί συμβάσεως παρακαταθήκης, οδηγεί με τη σειρά της στο αναπόδραστο συμπέρασμα ότι η τραπεζική κατάθεση δεν συνιστά ούτε παρακαταθήκη, ούτε καν ανώμαλη παρακαταθήκη, επειδή η τράπεζα δεν αναλαμβάνει υποχρέωση απλώς φυλάξεως των χρημάτων, αλλά αποκτά κυρίως δικαίωμα εκμεταλλεύσεως των χρημάτων ως ιδίων, προς κερδοσκοπία.
Η νομική, επομένως, φύση της τραπεζικής καταθέσεως οφείλει να αναζητηθεί αλλού και όχι στις περί παρακαταθήκης διατάξεις του ΑΚ.
2. Ως δεδομένη, πάντως, μπορεί να θεωρηθεί καταρχήν η συμβατική της φύση. Η τραπεζική, δηλαδή, κατάθεση συνιστά αναμφίβολα σύμβαση. Προϋποθέτει, δηλαδή, σύμπτωση των δηλώσεων βουλήσεως των μερών - καταθέτη και τράπεζας - ότι μεταβιβάζεται στην τράπεζα χρηματικό ποσό κατά κυριότητα, για να το χρησιμοποιεί αυτή αναλώνοντας το σε δικούς της καθαρά επαγγελματικούς σκοπούς, βαρυνόμενη μόνο με την υποχρέωση επιστροφής άλλων χρημάτων.
Επειδή δε, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη (ΑΚ 200), η εν λόγω σύμβαση δεν μπορεί να ενέχει εκμετάλλευση της οικονομικής θέσης του καταθέτη, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ως εικαζόμενη βούληση του καταθέτη η ανοχή ή η επιδίωξη της περιουσιακής του ζημίας, τα επιστρεπτέα χρήματα πρέπει να είναι τουλάχιστον της αυτής ποσότητος και «ποιότητος». Τούτο σημαίνει, ασφαλώς, ότι σε συνθήκες οικονομικού πληθωρισμού οποιαδήποτε κατάθεση οφείλει να επιστρέφεται αυξημένη τουλάχιστον κατά ποσό, ανάλογο του τρέχοντος πληθωρισμού. Εφόσον, λοιπόν, στο περιεχόμενο της τραπεζικής καταθέσεως ανήκει η συμφωνία περί μεταβιβάσεως της κυριότητας χρημάτων σε τράπεζα, με ανάληψη υποχρέωσης επιστροφής άλλων χρημάτων της αυτής ποσότητος και ποιότητος, η σύμβαση δεν είναι άλλη από εκείνη του δανείου των άρθρων 806 επ. ΑΚ.
Το συμπέρασμα τούτο, ότι κάθε μορφή τραπεζικής κατάθεσης συνιστά σύμβαση δανείου, επιρρωνύεται και από τις διατάξεις του κύριου τραπεζικού νομοθετήματος, του νόμου 2076/92. Εκεί αναφέρεται, πράγματι, ότι κύρια, μα και υποχρεωτική και προνομιακή, τραπεζική εργασία, είναι «η αποδοχή καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων». Έτσι, αφού και οι καταθέσεις υπάγονται στην έννοια των επιστρεπτέων κεφαλαίων, επιστρεπτέα δε κεφάλαια συνιστούν μόνον οι διάφορες μορφές δανεισμού μιας τράπεζας για χρηματοδότηση των ενεργητικών πιστωτικών της εργασιών, συμπεραίνεται λογικά ότι και οι καταθέσεις είναι δάνεια προς τις τράπεζες ή ότι, τουλάχιστον, ως δάνεια τις εκλαμβάνει ο νομοθέτης (κοινοτικός και εθνικός) για να προσδώσει σε μια επιχείρηση τον χαρακτήρα του «πιστωτικού ιδρύματος», δηλαδή της τράπεζας.
Με την ευκαιρία του χαρακτηρισμού της τραπεζικής κατάθεσης ως προνομίου των τραπεζών, ας παρατηρηθεί και τούτο. Το προνόμιο σε μια δημοκρατική κοινωνία δεν μπορεί να παρέχεται για να εξυπηρετεί αποκλειστικά τα συμφέροντα του κατόχου του, γιατί τότε θα πρόκειται για συνταγματικά ανεπίτρεπτη ανισότητα, ευθεία, δηλαδή, παράβαση του άρθρου 4 του Συντάγματος. Για τον ίδιο λόγο, δεν μπορεί να οδηγεί σε δυσμενή μεταχείριση, να βλάπτει, άλλες κοινωνικές ομάδες. Η τραπεζική, δηλαδή, κατάθεση, δεν μπορεί να ωφελεί μεν τις τράπεζες, να ζημιώνει, όμως, τους καταθέτες. Το προνόμιο των τραπεζών να αποδέχονται μόνες αυτές καταθέσεις και να κερδοσκοπούν απ' αυτές είναι νοητό, όταν χωρίς να βλάπτονται οι καταθέτες, επιτυγχάνεται η ανακύκλωση του χρήματος σε μιαν οικονομία. Όταν δεν εξασφαλίζεται αυτή η λειτουργία, παύει να υφίσταται και η ανάγκη αναγνώρισης και διατήρησης του προνομίου.
Άλλωστε, σύμφωνα και με τις νεώτερες αντιλήψεις περί σεβασμού και προστασίας της περιουσίας κάθε φυσικού και νομικού προσώπου, που έγιναν δεκτές και στη χώρα μας με την υπογραφή του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου (άρθρο 1) της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ), προστατευτέο θεωρείται πλέον όχι μόνον το δικαίωμα στην ιδιοκτησία, αλλά κάθε περιουσιακό δικαίωμα του ατόμου [Πρβλ. ΣτΕ 3651/2002. ΔΕΕ 2003. 344 επ], συνεπώς και του καταθέτη, ως προς την αγοραστική δύναμη της καταθέσεως του.
Βεβαίως, ένα κράτος μπορεί πάντα να επεμβαίνει ρυθμιστικά στην εν λόγω τραπεζική λειτουργία, όταν οι ανάγκες της οικονομίας το υπαγορεύουν. Μια τέτοια επεμβατική δραστηριότητα άσκησε κατά κόρον το ελληνικό δημόσιο, μέσω ιδίως της Τράπεζας της Ελλάδος, μέχρι περίπου το 1990, κρατώντας, ωστόσο, κάποιες ενδεδειγμένες ισορροπίες. Η επελθούσα, όμως, έκτοτε σταδιακή απελευθέρωση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος από τον κρατικό παρεμβατισμό έδωσε και το έναυσμα της όχι απλά ανισόρροπης, αλλά στυγνής εκμετάλλευσης του καταθέτη από τις τράπεζες στην Ελλάδα.
Ένα ακόμα επιχείρημα υπέρ της επιβαλλόμενης ανάγκης βελτίωσης της θέσης των καταθετών μπορεί να διατυπώσει κανείς συναφώς. Για την χρηματοδότηση, συγκεκριμένα, των ενεργητικών πιστωτικών τους εργασιών, οι τράπεζες μπορούν, εξ ορισμού, να κάνουν χρήση άλλων δανειακών κεφαλαίων, προερχομένων από άλλες μορφές δανείων, πλην των καταθέσεων. Είναι, μάλιστα, γνωστό ότι υπάρχουν τράπεζες - όπως οι τράπεζες αναπτύξεως ή επενδύσεων - που δεν δέχονται καθόλου καταθέσεις, αλλά δραστηριοποιούνται με βάση δάνεια, που εξασφαλίζουν από το δημόσιο ή άλλες τράπεζες ή επιχειρήσεις ή και από το κοινό, σε περιπτώσεις εκδόσεως ομολογιακών δανείων. Φυσικά, τα δάνεια αυτά αφήνουν περιθώρια κέρδους για τις συγκεκριμένες τράπεζες. Παράλληλα, όμως, απ' αυτά κερδοσκοπούν και οι δανειστές. Οι τελευταίοι, μάλιστα, έχουν κατά κανόνα ισχυρή διαπραγματευτική θέση, επιβάλλοντας αυτοί τους όρους δανεισμού. Η σύγκριση μεταξύ των δύο - όμοιων κατά την ουσία τους - τρόπων άντλησης κεφαλαίων από τις τράπεζες, η σύγκριση, δηλαδή, μεταξύ αποδοχής καταθέσεων και λήψεως δανείων καταδεικνύει μάλλον εναργώς την ανηθικότητα στη μεταχείριση του απλού, ανίσχυρου καταθέτη. 

Γ. Πρακτικά συμπεράσματα.

Με βάση τις προηγηθείσες παρατηρήσεις,  τα  τεθέντα  εξαρχής  ερωτήματα  της τραπεζικής πρακτικής στη μεταχείριση των καταθέσεων, βρίσκουν μάλλον εύκολα πλέον την απάντηση τους.
Ι. Καμία μορφή άτοκης τραπεζικής κατάθεσης δεν μπορεί να οδηγεί σε περιουσιακή βλάβη του καταθέτη, με την έννοια της επιστροφής του ίδιου μεν αρχικού ποσού της καταθέσεως, με μειωμένη όμως πλέον την αγοραστική του δύναμη λόγω του τρέχοντος πληθωρισμού. Επιστρεπτέο είναι το ποσό της άτοκης κατάθεσης, προσαυξημένο κατά το ποσοστό πληθωρισμού. Τούτο υπαγορεύουν, αφενός μεν οι συνταγματικοί λόγοι της ισονομίας και της μη περιουσιακής βλάβης του ατόμου, αφετέρου δε η αστικού δικαίου υποχρέωση οποιουδήποτε οφειλέτη να αποδίδει το «δάνεισμα» με την αυτή ουσιαστική «ποιότητα», που είχε, όταν το ελάμβανε. Η απάντηση αυτή προσήκει σε κάθε μορφής άτοκη κατάθεση, όψεως ή προθεσμιακή. Εξαίρεση μπορεί να υπάρξει για τις καταθέσεις, τις οποίες συνοδεύει παρεπόμενη συμφωνία περί χρησιμοποιήσεως τους για διοίκηση υποθέσεων του καταθέτη, όπως επί πληρωμής επιταγών ή χρεωστικών καρτών ή εντολών εξόφλησης λογαριασμών τρίτων. Στις περιπτώσεις αυτές, επειδή η υπηρεσία που παρέχει η τράπεζα, αμείβεται, ο καταθετικός λογαριασμός βαρύνεται -χρεώνεται -ασφαλώς με τις αντίστοιχες αμοιβές, αλλά και με τις τυχόν δαπάνες και ζημίες της τράπεζας.
ΙΙ. Η κατάθεση μπορεί, όπως και κάθε δάνειο, να συμφωνείται ότι θα αποφέρει τόκους. Τα συμφωνούμενα, βεβαίως, επιτόκια δεν μπορούν να είναι μικρότερα - κατά τα ήδη λεχθέντα - του ποσοστού του τρέχοντος πληθωρισμού. Συνεπώς, μεταξύ τραπεζών και καταθετών είναι δυνατή η συμφωνία επιτοκίων, που υπερβαίνουν, οπωσδήποτε, το ποσοστό του τελευταίου. Βέβαια, είναι δυνατός ο καθορισμός των επιτοκίων καταθέσεων με πράξεις του Διοικητή της Τράπεζας της Ελλάδος, όταν τούτο υπαγορεύει η ανάγκη προάσπισης του γενικού συμφέροντος, κυρίως δε, η ανάγκη τήρησης συγκεκριμένων κατευθύνσεων της εθνικής οικονομικής πολιτικής, κατά τα ειδικότερα οριζόμενα στο άρθρο 2 του ν.δ. 588/ 1948, περί ελέγχου της πίστεως. Όταν, όμως, δεν υπάρχει δικαιολογημένη διοικητική παρέμβαση, η τράπεζα είναι υποχρεωμένη να ακολουθήσει επιτοκιακή πολιτική πέραν των ορίων της στάθμης του τρέχοντος πληθωρισμού.
III. Το μικρό ύψος μιας τραπεζικής καταθέσεως δεν μπορεί να στηρίξει νομικά την άρνηση μιας τράπεζας για πληρωμή τόκων -εννοείται των τόκων, πέραν της αποκατάστασης της απώλειας αγοραστικής δύναμης, εξαιτίας του πληθωρισμού. Η τραπεζική κατάθεση, όταν είναι έντοκη, υποχρεώνει πάντα την τράπεζα σε καταβολή τόκων, ακριβώς, όπως το έντοκο δάνειο επιβαρύνει τον οφειλέτη με τους τόκους της χρήσεως του. Δεν συνάδει προς τη φύση της δανειακής σχέσεως η ελευθέρωση του οφειλέτη από την υποχρέωση καταβολής τόκων, όταν το δάνειο είναι μικρού ύψους. Ούτε βεβαίως υπάρχει λογικό έρεισμα στον ισχυρισμό ότι η μικρού ύψους κατάθεση, το μικρό δάνειο, απαιτεί καταβολή ιδιαίτερου διαχειριστικού μόχθου από πλευράς τραπέζης, για τον οποίο πρέπει αυτή να αμειφθεί με την μη πληρωμή τόκων. Τέτοια αμοιβή του οφειλέτη ούτε συνάδει προς τη φύση της δανειακής σχέσεως, ούτε ανταποκρίνεται στην οικονομική πραγματικότητα, αφού η τράπεζα κερδοσκοπεί και από τις μικροκαταθέσεις. Κατά συνέπεια, ο σχετικός όρος, συμπεριλαμβανόμενος στις τυποποιημένες συμβάσεις καταθέσεων των τραπεζών, πάσχει από ακυρότητα, είτε λόγω ανηθικότητας (ΑΚ 178, 179), είτε λόγω καταχρηστικότητας, κατ' εφαρμογήν τόσο της ΑΚ 281, όσο και των διατάξεων περί καταχρηστικών όρων των συναλλαγών του άρθρου 2 του ν. 2251/ 1994 περί προστασίας καταναλωτών.
Ας σημειωθεί, ότι η τράπεζα είναι υποχρεωμένη να δέχεται έντοκες καταθέσεις, ανεξαρτήτως ποσού, όταν στην απόληψη τόκων καταθέσεως αποβλέπει ο καταθέτης, και να εκπληρώνει την προς τοκοδοσία υποχρέωση της, επειδή τούτο αποτελεί τον ελάχιστο περιοριστικό της οικονομικής της ελευθερίας όρο απολαύσεως του προνομίου της. Αν δεν επιθυμεί να καταβάλει τόκους σε καταθέσεις μικροποσών, μπορεί ασφαλώς να απαλλαγεί του προνομίου, αλλάζοντας καταστατικό σκοπό, περιοριζόμενη εφεξής στη δραστηριότητα της αποδοχής άλλων -πλην των καταθέσεων - επιστρεπτέων κεφαλαίων. Δεν μπορεί, όμως, να αρνείται την κατάθεση ή να την αποδέχεται με την επιβολή του όρου περί μη τοκοφορίας της.
IV. Η χρέωση των τραπεζικών λογαριασμών καταθέσεως με έξοδα διαχείρισης είναι δικαιολογημένη, μόνον όταν μια τράπεζα προσφέρει μέσω του λογαριασμού καταθέσεως διάφορες υπηρεσίες στον καταθέτη, για τις οποίες δικαιούται αμοιβής. Η απλή παροχή πληροφορίας περί της κινήσεως του λογαριασμού καταθέσεως με τις περιοδικές αναλήψεις ή καταθέσεις νέων ποσών, ακόμα και όταν γίνεται περιοδικά, με αποστολή αποσπασμάτων των λογαριασμών - των λεγομένων extrait-, αποτελεί παρεπόμενη υποχρέωση της τράπεζας, απορρέουσα από τη σχέση εμπιστοσύνης με τον πελάτη της, δηλαδή από την αναγκαστικού δικαίου διάταξη της ΑΚ 288Κατά συνέπεια, η πληροφόρηση του καταθέτη, ως εκπλήρωση υποχρέωσης της τράπεζας, βαρύνει οικονομικά την ίδια και όχι τον καταθέτη. Οι σχετικοί γενικοί όροι των τραπεζικών συμβάσεων καταθέσεων πάσχουν, ως εκ τούτου, από ακυρότητα με εφαρμογή κυρίως των διατάξεων του άρθρου 2 του ν. 2251/ 1994 για την προστασία των καταναλωτών.
Αλλά και η επιβάρυνση των καταθετών με το κόστος των περιοδικών υπεράριθμων αναλήψεων, με το κόστος, δηλαδή, απασχόλησης προσωπικού των τραπεζών προς εξυπηρέτηση των αναγκών απόδοσης των καταθέσεων, είναι παντελώς ξένη προς τη νομική φύση της συμβάσεως τραπεζικής κατάθεσης. Η μερική ή ολική απόδοση της καταθέσεως συνιστά κύρια συμβατική υποχρέωση της τράπεζας. Η εκπλήρωση της, από την ίδια τη φύση της, αποτελεί καθ' ολοκληρίαν βάρος του υπόχρεου οφειλέτη και όχι του δικαιούχου δανειστή (έτσι και με βάση την ΑΚ 288). Άλλωστε, και γενικότερα, επί χρηματικής παροχής, ο οφειλέτης χρεωστεί «εν αμφιβολία» να την καταβάλει στον τόπο της κατοικίας του δανειστή, δηλαδή του καταθέτη (ΑΚ 321) [Παροχή κομιστέα ή κομίσιμη, βλ. σχετικά, Απ. Γεωργιάδη, Γεωργιάδη-Σταθόπουλου ΑΚ: άρθρα 320-322, αρ. 19 επ]. Εφόσον, λοιπόν, εν προκειμένω, συμφωνείται ή συνάγεται, πράγματι, το αντίθετο, ο καταθέτης, που υποχρεώνεται σε επίσκεψη στα ταμεία της τράπεζας για ανάληψη της καταθέσεως του, είναι ο μόνος που θα μπορούσε να αναφερθεί σε σχετικό κόστος ή δαπάνη, την οποία θα όφειλε να καλύψει η τράπεζα και όχι αντίστροφα. Και αυτή, επομένως, η διαστρέβλωση της νομικής θέσεως τράπεζας και καταθέτη - πρόκειται μάλλον για προϊούσα συναλλακτική διαστροφή - αντιμετωπίζεται με τις γενικές περί ανηθικότητας διατάξεις και τις διατάξεις για την καταχρηστικότητα γενικών όρων των συναλλαγών.
V. Η δημοσιονομική επιβάρυνση των καταθέσεων με τη φορολόγηση των τόκων, εφαρμοζόμενη αδιάκριτα επί των οποιωνδήποτε και οσωνδήποτε τόκων παράγονται από τις καταθέσεις, δεν φαίνεται, από συνταγματικής, κυρίως, απόψεως, να διαθέτει ισχυρά ερείσματα. Συγκεκριμένα, είναι αναγκαίες οι ακόλουθες διακρίσεις: (α) Οι φόροι που επιβάλλονται επί του ποσού των τόκων, οι οποίοι καλύπτουν απλώς την απώλεια αγοραστικής δύναμης της κατάθεσης από πληθωριστικές επιρροές, επιφέρουν περιουσιακή βλάβη του καταθέτη, και ως τέτοιοι απαγορεύονται από τις διατάξεις του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και του άρθρου 17 του Συντάγματος, όπως αυτό πλέον ερμηνεύεται, (β) Οι φόροι, που επιβάλλονται επί των πέραν του ύψους του πληθωρισμού τόκων, ανεξάρτητα από το συνολικό ύψος του εισοδήματος του κάθε καταθέτη και, ακόμα, κατά παρέκκλιση από τον ευνοϊκότερο, ίσως, τρόπο φορολογικής αντιμετώπισης άλλων περιπτώσεων επενδύσεως του ατομικού οικονομικού περισσεύματος, όπως σε περιπτώσεις εισοδήματος από αμοιβαία κεφάλαια ή από διαχείριση χαρτοφυλακίου, φαίνεται ότι προσβάλλουν το συνταγματικό ατομικό δικαίωμα της ισότητας απέναντι στο νόμο. Ο θιγόμενος, επομένως, καταθέτης, επικαλούμενος την αντισυνταγματικότητα του σχετικού φορολογικού νόμου, μπορεί να αναζητήσει την επιστροφή των παρανόμως παρακρατηθέντων φόρων με αγωγή αδικαιολόγητου πλουτισμού (ΑΚ 904 επ.) ή αποζημίωσης από αδικοπραξία (ΕισΝΑΚ 105).
VI. Η εντυπωσιακή ομοιότητα των πρακτικών των ελληνικών τραπεζών ως προς τις καταθέσεις - και σ' άλλα βεβαίως θέματα -, με μόνη ιδιαιτερότητα τον έντονο μεταξύ τους διαγκωνισμό στην πλέον διαστροφική εκμετάλλευση του καταθέτη, δημιουργεί βάσιμες υπόνοιες - αν όχι βεβαιότητα - νόθευσης του υγιούς ανταγωνισμού. Ο νόμος πράγματι, 703/1977 απαγορεύει την εναρμονισμένη πρακτική μεταξύ επιχειρήσεων. Και η εναρμονισμένη πρακτική φαίνεται εν προκειμένω αυταπόδεικτη. Η Επιτροπή Ανταγωνισμού και ο αρμόδιος υφυπουργός ανάπτυξης, κατά τον παραπάνω νόμο, θα μπορούσαν να επέμβουν αυτεπάγγελτα, έστω και για τη διενέργεια σχετικής έρευνας. Δεν το έχουν πράξει. Αλλά και η Τράπεζα της Ελλάδος θα μπορούσε να επέμβει παντοιοτρόπως για τη διόρθωση της κατάστασης. Δεν το πράττει, για λόγους, που δεν είναι ευχερώς κατανοητοί. Είναι όμως αναμφίβολα εσφαλμένοι.

VII. Επίλογος.

Οι τραπεζικές καταθέσεις συνιστούν περιπτώσεις δανείων προς τις τράπεζες και όχι συμβάσεις ανώμαλων παρακαταθηκών. Σήμερα, πράγματι, έχει εκλείψει ο πρωταρχικός σκοπός της αποδοχής τους, δηλαδή, η αποκλειστική πρόθεση απλής φύλαξης τους. Η καθαρή δανειακή τους φύση καταδεικνύει ευχερέστερα ως καταχρηστικές πολλές συμβατικές ρήτρες, που καθιστούν επαχθή τη θέση του καταθέτη, ως δανειστή. Η επιβολή ιδιαίτερα επιτοκίων, που δεν καλύπτουν καν το ύψος του τρέχοντος πληθωρισμού, είναι ανήθικη και καταχρηστική. Γενικά, ο καταθέτης έχει δικαιώματα, τα οποία οι διαστροφικές συναλλακτικές πρακτικές των τραπεζών επιδιώκουν να απαλείψουν, ενώ οι αρμόδιες εποπτικές αρχές αδρανούν.

------------
Β) Αι τράπεζαι παρά την αρχαιότητα και κατά τον Μεσαίωνα.

Κωνσταντίνος Παμπούκης, Τραπεζικαί πιστωτικαί συμβάσεις, 1962, § § 2-6, σελίδες 2-15.

§ 2. Κατά την αρχαιότητα τραπεζικαί επιχειρήσεις συναντώνται εις την Βαβυλώνα, την Άρχαίαν Ελλάδα καί τάς περιοχάς όπου ήκμασεν ό ελληνιστικός πολιτισμός καί, τέλος, εις την Ρώμην.

Ι. Βαβυλών. Έκ πολυαρίθμων εγγράφων μνημείων οι ιστορικοί συνήγαγον μετά βεβαιότητος το συμπέρασμα ότι η πρώτη έμφάνισις δραστηριότητος αναλόγου προς την τών συγχρόνων τραπεζών έλαβε χώραν εις την Άρχαίαν Βαβυλώνα. Υποκείμενα τής δραστηριότητος ταύτης ήσαν έν αρχή μέν δημόσιοι οργανισμοί, οίον το βασιλικόν θησαυροφυλάκειον καί οι ναοί, μεταγενεστέρως δε καί ίδιώται, οίτινες πάντως δεν ήσαν αμιγείς τραπεζίται, αλλά κοινοί έμποροι, ασκούντες καί άλλας έμπορικάς εργασίας [Σημειωτέον ότι οι τραπεζίται ούτοι άπήλαυον τής εμπιστοσύνης του κοινού, δι' αυτό δέ συνέτασσον καί έφύλαττον τά έγγραφα περί τών μεταξύ τρίτων καταρτιζομένων συμβάσεων].
Οι πρώτοι ούτοι τραπεζίται έδέχοντο εις ευρείαν κλίμακα παρακαταθήκας ποικίλων αντικαταστατών πραγμάτων, παραλλήλως δέ παρείχον δάνεια εξ ιδίων και εκ τών κατατεθειμένων αγαθών. Επίσης, επί τή βάσει τών παρ' αύτοίς καταθέσεων προέβαινον εν τινι μέτρω, εις πληρωμάς οφειλών τών καταθετών ή εις εισπράξεις απαιτήσεων αυτών. Αι εργασίαι αύται κατ' αρχήν μέν άφεώρων γεωργικά καί κτηνοτροφικά προϊόντα, με την πάροδον όμως του χρόνου επεξετάθησαν και εις τά πολύτιμα μέταλλα.
Αι ανωτέρω εργασίαι άνεπτύχθησαν σημαντικώς, όταν κατέστησαν άντικείμενον της ιδιωτικής δραστηριότητος. Εις την άνάπτυξιν δε αυτών συνέβαλε κατά πολύ καί η καθιέρωσις της λογιστικής, καθώς επίσης και η επινόησις αφηρημένων τινών δικαιοπραξιών [Υποστηρίζεται ότι και τότε έτηρούντο λογαριασμοί τών πελατών καί δη υπό τήν μορφήν τών τρεχόντων τοιούτων, ότι τά χρεώγραφα κατέστησαν μέσα πληρωμής καί ότι αι έξοφλητικαί αποδείξεις, έφωδιασμέναι με τήν σφραγίδα του δανειστού, ενομιμοποίουν προς είσπραξιν τής οφειλής].

II. Ελληνική αρχαιότης και ελληνιστική περίοδος. Ώς εις την Βαβυλώνα, ούτω καί εις τήν άρχαίαν Ελλάδα οι ναοί ήσαν οι πρώτοι οργανισμοί οίτινες ήσκησαν εργασίας αναλόγους προς τάς τών συγχρόνων τραπεζών.
Σταθμόν όμως διά τήν άνάπτυξιν της καθόλου τραπεζικής δραστηριότητος άπετέλεσεν η έπινόησις του χρήματος ήτις έλαβε χώραν εις Λυδίαν κατά τον 7ον π.Χ. αιώναΤω όντι, η εισαγωγή καί καθιέρωσις του χρήματος εις τάς συναλλαγάς παρήγαγε τήν ανάγκην ενός νέου επαγγέλματος, του επαγγέλματος δηλαδή εκείνων οι όποιοι ήσχολούντο με τον έλεγχον τής γνησιότητος καί με τήν εμπορίαν του χρήματος. Έκ του επαγγέλματος δε τούτου προήλθε βαθμηδόν η τραπεζική έπιχείρησις καθώς καί η ονομασία αυτής. Συγκεκριμένως, οι επιδιδόμενοι εις το επάγγελμα τούτο, λόγω τής εμπιστοσύνης τής οποίας άπήλαυον καί έπρεπε νά απολαύουν παρά τω εμπορευόμενω κόσμω [Χαρακτηριστικόν τούτον είναι ότι οί έμποροι ούτοι, ώς οι αντίστοιχοι τής Βαβυλώνος, συνέτασσον καί έφύλαττον τά συμβόλαια τών πελατών των], κατώρθωσαν συν τω χρόνω νά διευρύνουν σημαντικώς τον κύκλον τών εργασιών των [Ανάλογος υπήρξε καί η κατά τόν μεσαίωνα σημειωθείσα έν Εύρώπη) έξέλιξις τών άργυραμοιβών εις τραπεζίτας]. Ούτω, είναι γνωστόν ότι ήδη από του 5ου π.Χ. αιώνος τά πρόσωπα ταύτα εδέχοντο εις εύρείαν κλίμακα ανωμάλους παρακαταθήκας χρημάτων, εκ δε τών χρημάτων τούτων καθώς καί εξ ιδίων  παρείχον    δάνεια, ιδία ναυτικά και επί ένεχύρω. Επίσης, βάσει των τοιούτων παρακαταθηκών, προέβαινον εις πληρωμάς χρεών τών πελατών των και εις εισπράξεις απαιτήσεων αυτών. Τέλος, άνελάμβανον μεταφοράς χρημάτων από τόπου εις τόπον και εδέχοντο προς φύλαξιν ποικίλα περιουσιακά αντικείμενα. Σημειωτέον δε ότι πάσας τάς πράξεις ταύτας κατέγραφον εις λογιστικά βιβλία (γραμματεία),  εις τά οποία έτήρουν και λογαριασμούς τών   πελατών [Τινές χαρακτηρίζουν τους λογαριασμούς τούτους ως τρέχοντας].
Οι επαγγελματίαι ούτοι απεκλήθησαν τραπεζίται εκ της τραπέζης παρά τη οποία έκάθηντο και επί της οποίας ένήργουν τον ελεγχον του χρήματος και τάς επ' αύτού συναλλαγάς. Ένταύθα όμως πρέπει νά σημειωθή ότι ο όρος «τραπεζίτης» και το εξ αύτού παραγόμενον επίθετον «τραπεζιτικός» δεν ανταποκρίνονται πλήρως εις τάς συγχρόνους συνθήκας. Σήμερον, φορείς της τραπεζικής επιχειρήσεως είναι ούχί πλέον μεμονωμένα άτομα αλλά μεγάλαι ανώνυμοι εταιρείαι, ως εκ τούτου δε δοκιμώτερος είναι νυν ό όρος «τράπεζα» και το εξ αύτού παραγόμενον επίθετον «τραπεζικός».
Σημειωτέον, τέλος, ότι κατά τους κλασσικούς χρόνους το έργον του ελέγχου και της εμπορίας του χρήματος απεχωρίσθη της κυρίως τραπεζικής δραστηριότητος και ήρχισε νά ασκήται υπό ιδίων επαγγελματιών οίτινες εκλήθησαν αργυραμοιβοί ή  κολλυβισταί.
Η τραπεζική επιχείρησις της κλασσικής περιόδου, εξειλίχθη περαιτέρω κατά τους ελληνιστικούς χρόνους και δη εν αρχή μεν εις Δήλον, μεταγενεστέρως δε και εις Αίγυπτον. Εις τήν τελευταίαν ταύτην η τραπεζική επιχείρησις εισήχθη και εμονοπωλήθη υπό τών Πτολεμαίων, υπό τήν διοίκησιν τών οποίων προσέλαβε διά πρώτην φοράν εις τήν ίστορίαν μεγάλας διαστάσεις, ιδρύσασα υποκαταστήματα εις πλείστας πόλεις.
Κατά τήν έποχήν ταύτην αί τραπεζικαί συναλλαγαι ήρχισαν νά διεξάγωνται ουχί τοις μετρητοίς αλλά δι' απλών εγγραφών (καλουμένων διαγραφών) εις τά βιβλία του τραπεζίτου, εις α ήδη από τής προηγουμένης περιόδου ετηρούντο λογαριασμοί τών πελατών. Τοιουτοτρόπως ενεφανίσθησαν οι γύροι, οι οποίοι, εις Αίγυπτον προσέλαβον μεγάλην ανάπτυξιν.
Οί τραπεζίται οί όποίοι έδρασαν κατά τους κλασσικούς και ελληνιστικούς χρόνους υπήρξαν πολυάριθμοι. Περιφημότεροι όμως μεταξύ αυτών υπήρξαν οί τραπεζίται τών Αθηνών  Πασίων και Φορμίων, ζήσάντες κατά τό πρώτον ήμισυ του 4ου π.Χ. αιώνος. Αμφότεροι ήσαν απελεύθεροι, ο πρώτος δέ τούτων, ευρισκόμενος περί τό τέλος του βίου του, έξεμίσθωσεν εν έτει 371 την έπιχείρησίν του εις τον δεύτερον, όστις πάλιν, έλθών εις ρήξιν μετά των κληρονόμων εκείνου, ίδρυσε κατά τό έτος 362 ιδίαν τράπεζαν. Αί δικαστικοί έριδες τών κληρονόμων του Πασίωνος προς τον Φορμίωνα και άλλα τινά πρόσωπα άπεθανατίσθησαν εις τινας λόγους του Δημοσθένους, οίτινες παρέχουν πλουσίας και λίαν ενδιαφερούσας πληροφορίας περί τών συναλλαγών τών τότε τραπεζιτών. Οι λόγοι ούτοι είναι η παραγραφή (ένστασις) υπέρ Φορμίωνος (36) [Ό αριθμός όστις τίθεται μετά τον λόγον τούτον και πάντας τους κατωτέρω, τόσον του Δημοσθένους όσον και του Ισοκράτους, είναι ό αριθμός υπό τόν οποίον καταχωρίζεται έκαστος τούτων εις τήν έκδοσιν τών έργων τών είρημένων ρητόρων, τήν γνωστήν υπό τόν τίτλον Bibliotheka Scriptorum Graecorum et Romanorum Teubneriana], ό κατά Στεφάνου ψευδομαρτυριών Α' (45), ό κατά Στεφάνου ψευδομαρτυριών Β' (46), ό προς Τιμόθεον υπέρ χρέως (49), ό προς Κάλιππον (52), ό προς Νικόστρατον περί άνδραπόδων απογραφής Αρεθουσίου (53) και ό κατά Νεαίρας (59). Έκτός τών λόγων τούτων, λίαν ενδιαφέρων είναι και ό Τραπεζιτικός (17) του Ισοκράτους όστις άφορά δίκην μεταξύ Πασίωνος και ενός πελάτου του, υιού του εμπόρου  Σωπαίου.

III. ΡώμηΈν αρχή υπήρχον και εν Ρώμη δημόσιοι οργανισμοί ασκούντες είδος τραπεζικών εργασιών, από του τρίτου όμως αιώνος π.Χ. την θέσιν αυτών κατέλαβον οι ίδιώται, οίτινες προήγαγον σημαντικώς την τραπεζικήν επιχείρησίν. Σημειωτέον δέ ότι ένταύθα ό θεσμός της τραπέζης μετεφέρθη εξ Ελλάδος, ώς καταφαίνεται έκ του εν χρήσει όρου «τραπεζίτης» και έκ του γεγονότος ότι οι πρώτοι τραπεζίται της πόλεως ταύτης ήσαν έλληνες.
Κύρια χαρακτηριστικά της εν Ρώμη σημειωθείσης εξελίξεως ήσαν τα εξής:
α) Ό εις την άρχαίαν Ελλάδα τό πρώτον εμφανισθείς διαχωρισμός τών κατά κυριολεξίαν τραπεζικών εργασιών από της επί του χρήματος συναλλαγής εισήχθη και ένταύθα και διετηρήθη μέχρι του αύτοκράτορος Μεγάλου Κωνσταντίνου. Ούτω, αί μεν πρώται τών εργασιών τούτων ένηργούντο υπό τών argentarii, αί δέ δεύτεραι υπό τών nummularii, οίτινες όμως ήσαν απλοί υπάλληλοι τών πρώτων.
β) Η μεσολάβησις τών τραπεζιτών εις τήν διεξαγωγήν τών πληρωμών και η λογιστική έξειλίχθησαν έτι περαιτέρω. Αί έγγραφαί εις τά βιβλία του τραπεζίτου απέκτησαν άποδεικτικήν, άργότερον δε και συστατικήν δύναμιν, υπό ελληνικήν δε έπίδρασιν διεδόθη και προήχθη η τήρησις λογαριασμώνΠερί το τέλος της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας η εξέλιξις του ρωμαϊκού τύπου τραπέζης περιωρίσθη ένεκα του ανταγωνισμού δημοσίων οργανισμών, οίον του δημοσίου ταμείου, κατά την μετανάστευσιν δέ τών λαών διεκόπη πλήρως.

§ 3.  Αι τράπεζαι κατά τον μεσαίωνα.

Ι. Κατά τον μεσαίωνα και μέχρι τών σταυροφοριών δεν εμφανίζεται δραστηριότης ομοία προς την τοιαύτην τών τραπεζιτών της αρχαιότητος. Κατά τήν εποχήν ταύτην ευδοκιμεί μόνον το επάγγελμα του αργυραμοιβού, το οποίον ήτο άναγκαίον λόγω της επικρατούσης τότε νομισματικής ακαταστασίας και του οποίου έργον ήτο απλώς η διευκόλυνσις τών τοίς μετρητοίς πραγματοποιούμενων πληρωμών, ήτοι ο έλεγχος τής γνησιότητος και η εμπορία του χρήματος.
Έν τω μεταξύ όμως η μετανάστευσις τών λαών είχε κοπάσει, οι άνθρωποι απέκτησαν μόνιμον έγκατάστασιν, εδημιουργήθησαν νέα μεγάλα αστικά κέντρα και ο ομαλός ρυθμός τής ζωής έπανήλθεν εις ολόκληρον την Ευρώπην. Τοιουτοτρόπως, το εμπόριον έλαβε νέαν άνθησιν και εδημιουργήθησαν συνθήκαι ευνοϊκαί διά τήν εκ νέου έμφάνισιν τραπεζικών επιχειρήσεων. Αι επελθούσαι εξ άλλου σταυροφορίαι, προκαλέσασαι νέας και μεγάλας άνάγκας εις χρήμα και πιστώσεις, έδωσαν εις τούτο ισχυράν ώθησιν. Κατά τους χρόνους ούτω τών σταυροφοριών αί επιχειρήσεις τών άργυραμοιβών άνεπτύχθησαν και εξειλίχθησαν εις   αληθείς τραπεζικάς   επιχειρήσεις [Η έξέλιξις έκ τής επιχειρήσεως του άργυραμοιβού προς τήν τράπεζικήν ύπήρξεν ανάλογος προς εκείνην ήτις έλαβε χώραν εις τήν Άρχαίαν Ελλάδα].
ΙΙ. Συγκεκριμένως, η σύγχρονος τραπεζική επιχείρησις προήλθεν εκ του επαγγέλματος τών αργυραμοιβών τών πόλεων τής μεσαιωνικής Ιταλίας, οίτινες από του 12ου αιώνος απεκλήθησαν, ώς και οι τής Αρχαίας Έλλάδος, bancherii ή banchieri, εκ τής παρ' αυτών χρησιμοποιούμενης τραπέζης (Banco). Οι επαγγελματίαι ούτοι, ως και   οί συνάδελφοι   των τής ελληνικής αρχαιότητος, χάρις είς τήν εμπιστοσύνην την οποίαν ενέπνεον, κατέστησαν βαθμιαίως και, ως ελέχθη, υπό την ώθησιν των εκ των σταυροφοριών, προκυψασών αναγκών, μεσολαβηταί εις τήν κυκλοφορίαν του χρήματος τόσον προς πραγματοποίησιν πληρωμών όσον και προς παροχήν πιστώσεωνΠάντως, το παλαιόν, μικράς δυναμικότητος επάγγελμα των αργυραμοιβών, καλουμένων camposores, διετηρήθη παραλλήλως προς το νέον, εύρύτερον τοιούτο τών τραπεζιτών, Οί τελευταίοι ούτοι εξ άλλου, δεν έπαυσαν να επιδίδωνται και είς το έργον τών αργυραμοιβών, ήτοι είς τήν άγοράν και πώλησιν νομισμάτωνΣτοιχείον ούτω διακρίνον το νέον τούτο επάγγελμα από το παλαιόν τών αργυραμοιβών εθεωρείτο η αποδοχή καταθέσεων, προσέτι δέ καί η μεταφορά χρημάτων από τόπου είς τόπον, ήτις προϋπέθετεν, ώς άλλωστε και σήμερον, τήν ύπαρξιν ευρέος δικτύου ανταποκριτών είς τα σημαντικότερα οικονομικά κέντρα.
Οί τραπεζίται όμως του μεσαίωνος, καθώς και οί τής αρχαιότητος, δεν περιωρίζοντο είς τραπεζικάς μόνον εργασίας, άλλ' έπεδίδοντο και είς παντός είδους έμπορίαν, χάριν τής οποίας μάλιστα διέθετον όχι μόνον τά ίδια αυτών χρήματα, αλλά και τά παρ' αΰτοίς κατατεθειμένα. Το γεγονός λοιπόν τούτο, εν συνδυασμώ και προς τήν παροχήν μακροπροθέσμων και μή ασφαλών πιστώσεων ώδήγησεν είς διασπάθισιν του χρήματος τών εκ τών καταθέσεων προερχομένων κεφαλαίων και είς επανειλημμένας πτωχεύσεις τών εν λόγω τραπεζιτών. Διό και τά κρατίδια, είς τά οποία ήτο διηρημένη η Ευρώπη κατά τήν εποχήν εκείνην, ήχθησαν είς τήν ανάγκην νά ιδρύσουν δημοσίους οργανισμούς και να επιφορτίσουν αυτούς μέ τήν άσκησιν τής τραπεζικής επιχειρήσεως και ιδίως με τήν άποδοχήν καταθέσεων και τήν διεξαγωγήν τών πληρωμών. Μεταξύ δέ τών τοιούτων οργανισμών περίφημοι υπήρξαν οί εν Ιταλία ιδρυθέντες και ιδία η Casa di San Giorgio τής Γενούης.
Πάντως, η δραστηριότης τών Ιταλών τραπεζιτών επεξετάθη πολύ πέραν τών ορίων τής ιταλικής χερσονήσου διά τής ιδρύσεως πυκνού δικτύου υποκαταστημάτων. Διά τών υποκαταστημάτων δέ τούτων η τραπεζική επιχείρησις κατέστη γνωστή και  διεδόθη είς ολόκληρον τήν Εύρώπην.
III. Εργον τών τραπεζιτών τής μεσαιωνικής Ιταλίας ήτο η αποδοχή καταθέσεων, η παροχή πιστώσεων, η διεξαγωγή τών πληρωμών και η μεταφορά χρημάτων από τόπου είς τόπον. Είδικώτερον:
α) Το έργον εις το οποίον ηυδοκίμησαν ιδιαιτέρως αί τραπεζικαί επιχειρήσεις της εποχής εκείνης ήτο η μεσολάβησις εις την άνευ χρήματος διεξαγωγήν των πληρωμών. Αιτία δε ένεκα της οποίας διεδόθη και ανεπτύχθη ιδιαζόντως η νέα αύτη μέθοδος πληρωμών ήσαν αί μεγάλαι δυσχέρειαι τάς οποίας ενεφάνιζεν η διεξαγωγή αυτών τοις μετρητοίς, δυσχέρειαι αί οποίαι ώφείλοντο εις το νομισματικόν σύστημα της εποχής και αί οποίαι κατέστησαν μεγαλύτεροι κατά τον 16ον αιώνα λόγω τής αρπακτικής νομισματικής πολιτικής των ηγεμόνων. Η άνευ χρήματος πραγματοποίησις των πληρωμών εβασίζετο επί καταθέσεων χρημάτων, εγένετο δε κατά δύο τρόπους: είτε δι' αποδείξεων καταθέσεως καί τραπεζογραμματίων, τά οποία εχορηγούντο υπό του τραπεζίτου έναντι τών κατατεθειμένων χρημάτων καί εχρησιμοποιούντο αντί χρήματος, είτε διά γύρων, δηλαδή δι' εκτάξεων επί του τραπεζίτου, παρ' ω η κατάθεσις καί διά συμψηφισμών. Εις το έργον τούτο σημαντικον ρόλον έπαιζον οί υπό τής τραπέζης τηρούμενοι λογαριασμοί τών πελατών οίτινες όμως δεν φαίνονται εισέτι νά ήσαν τρέχοντες λογαριασμοί υπό τήν σημερινήν εννοιαν του όρου [Τά τραπεζογραμμάτια εξειλίχθησαν εις μέσα παροχής πιστώσεως όταν ήρχισαν νά εκδίδωνται άνευ αντικρύσματος, ήτοι αναλόγου καταθέσεως· Εξ άλλου, οί γύροι, λόγω τής νομισματικής ασταθείας, επραγματοποιούντο επί τή βάσει μιας πλασματικής νομισματικής μονάδος].
β) Άξιόλογον επίσης έργον ήτο καί η μεταφορά χρημάτων από τόπου εις τόπον, ήτις έπραγματοποιείτο διά του μηχανισμού τής τότε επινοηθείσης συναλλαγματικής. Πράγματι, χάρις εις τήν συναλλαγματικήν, τής οποίας το ποσόν ελάμβανεν ο τραπεζίτης εις ένα τόπον διά νά το άποδώση εις έτερον, άπεφεύγετο η μετακίνησις μετρητών χρημάτων, ήτις λόγω τής ελλείψεως-ασφαλείας ήτο εκτεθειμένη εις μέγιστους κινδύνους [Άργότερον, όταν περί τά τέλη του 17ου αιώνος προς τάς αρχάς του 18ου, επετράπη η όπισθογράφησις τής συναλλαγματικής, αύτη έξειλίχθη εις μέσον παροχής πιστώσεως].
γ) Παραλλήλως προς τά άνω εργασίας ανεπτύχθησαν καί αί πιστωτικοί τοιαύται. Αί καταθέσεις ηύξήθησαν σημαντικώς λόγω τής είσροής πλούτου εκ τών τότε άνακαλυφθεισών νέων χωρών καί απετέλεσαν εν μέγα ποσοστόν τών κεφαλαίων δι' ών είργάζοντο οί τραπεζίται. Έξ άλλου, αί παρ' αυτών διδόμεναι πιστώσεις, ούσαι κατά το πλείστον μακροπρόθεσμοι,  άπερροφώντο κυρίως υπό τών ηγεμόνων,  οι όποιοι είχον μεγάλας   ανάγκας χρημάτων δι' εξοπλισμούς και πολέμους.

§ 4. Αι σύγχρονοι τράπεζαι.

Ι. Τελευταίοι σταθμοί προς την εμφάνισιν τών συγχρόνων τραπεζών υπήρξαν δυο: η ίδρυσις της Τραπέζης της Αγγλίας άφ' ενός και η της Societe Generale du Credit Mobilier τών Παρισίων άφ' ετέρου. Οί δυο ούτοι τραπεζικοί οργανισμοί, εμφανισθέντες κατά τους νέους χρόνους, έδωσαν τα χαρακτηριστικά των εις τον σύγχρονον τύπον της τραπεζικής επιχειρήσεως. Είδικώτερον :
1. Αι τραπεζικαί επιχειρήσεις του μεσαίωνος ηυδοκίμησαν μόνον εις τάς εργασίας τάς αφορώσας την διεξαγωγήν τών πληρωμώναπέτυχον δε τελείως εις το πεδίον τών πιστωτικών εργασιών και τούτο, διότι, ενώ εδανείζοντο βραχυπροθέσμως, υπό την μορφήν δηλαδή καταθέσεων, εδάνειζον μακροπροθέσμως. Άπό του τέλους όμως του 17ου αιώνος το νομισματικόν σύστημα έβελτιώθη σημαντικώς, τοιουτοτρόπως δε το έργον της διευκολύνσεως τών πληρωμών απέβαλε την παλαιάν του σπουδαιότητα. Έκτοτε συνεπώς, η τραπεζική επιχείρησις δεν θά ήδύνατο νά διατηρήση τον βασικόν εν τη οικονομία ρόλον της, ειμή μόνον αν έπεδίδετο μετά τής αυτής επιτυχίας και εις τάς πιστωτικάς εργασίας. Δια τήν έπιτυχίαν όμως εις το έργον τούτο έπρεπε νά βελτιωθή η τεχνική τών παρεχομένων πιστώσεων, εις τρόπον ώστε νά αποκατασταθή μία ισορροπία μεταξύ αυτών άφ' ενός και τών καταθέσεων άφ' ετέρου, εξ ών ήντλούντο τά προς άσκησιν τών πρώτων αναγκαία μέσα.
Εν έκ τών έργων τής τραπέζης είναι η διαμεσολάβησις εν τη κυκλοφορία τής πίστεως. Η τράπεζα δηλαδή λαμβάνει πίστωσιν, κυρίως υπό μορφήν καταθέσεων (=παθητικαί πιστωτικοί έργασίαι) και παρέχει τοιαύτην κατά ποικίλους τρόπους (=ένεργητικαί πιστωτικαί έργασίαι). Αι υπό τής τραπέζης ούτω παρεχόμενοι πιστώσεις εξαρτώνται οικονομικώς από τών παρ' αυτής λαμβανομένων, η έξάρτησις δέ αύτη δημιουργεί τήν ανάγκην μιας λειτουργικής προσαρμογής τών μέν προς τάς  δέ.
Εις τήν ανάγκην ταύτην ανταπεκρίθη πρώτη η τράπεζα τής Αγγλίας. Αύτη, ιδρυθείσα το 1694, υπήρξεν η πρώτη σύγχρονος τράπεζα καί, από πολλών απόψεων, το πρότυπον τών τραπεζών τής ηπειρωτικής Ευρώπης. Εις αυτήν απηγορεύθη η άσκησις πάσης άλλης εμπορίας πλην τής τραπεζικήςΈξ άλλου, παρεχωρήθη είς αυτήν το προνόμιον εκδόσεως τραπεζογραμματίων τα οποία κατέστησαν μέσα πληρωμής. Κύρια έργα της ήσαν η διευκόλυνσις των πληρωμών και η ενέργεια παθητικών και ενεργητικών πιστωτικών εργασιών, αι οποίαι συνηρμόσθησαν ύπ' αυτής εις μίαν οργανικήν ενότητα.
Η ίδρυσις τής τραπέζης τής Αγγλίας έδημιούργησε κλίμα πρόσφορον δια την ανάπτυξιν τών πιστωτικών εργασιών, εις τρόπον ώστε έκτοτε παρήχθησαν ποικίλαι νέαι μορφαι τοιούτων, αι δε υπάρχουσαι εξειλίχθησαν και εβελτιώθησαν.
2. Η τράπεζα τής Αγγλία ιδρύθη είς μίαν χώραν ανεπτυγμένην βιομηχανικώς, ως εκ τούτου δε ήρκέσθη να τάξη ως σκοπόν της τήν διευκόλυνσιν τών πληρωμών και τήν παροχήν βραχυπροθέσμων πιστώσεων. Είς την ήπειρωτικήν όμως Ευρώπην αί συνθήκαι ήσαν εντελώς διαφορετικοί: η βιομηχανία ήτο ακόμη εν τη γενέσει της, τούτο δέ έδημιούργει τήν ανάγκην συγκεντρώσεως μεγάλων κεφαλαίων προς μακροχρόνιον χρηματοδότησιν τής οικονομίας. Η ανάγκη λοιπόν αύτη ωδήγησεν είς την δημιουργίαν ενός νέου τύπου τραπέζης, τής οποίας κύριος σκοπός ήτο η διευκόλυνσις τών επενδύσεων.
Πρότυπον του νέου τούτου τύπου τραπέζης απετέλεσεν η εν Παρισίοις το έτος 1852 ιδρυθείσα Societe Generale du Credit Mobilier, ήτις συνεστήθη ως ανώνυμος εταιρία ακριβώς προς τον σκοπόν συγκεντρώσεως μεγάλων κεφαλαίων, Η τράπεζα αύτη, είναι αληθές, άπέτυχεν είς το έργον της και διελύθη ταχέως, τήν μορφήν της όμως, εν τινι δέ μέτρω και τον σκοπόν της, υιοθέτησαν έκτοτε πάσαι σχεδόν αί τράπεζαι τής ηπειρωτικής Ευρώπης.
Τοιουτοτρόπως, από τής ιδρύσεως της Credit Mobilier, άφ' ενός μεν διεδόθη και επεβλήθη ο τύπος τής τραπέζης-ανωνύμου εταιρίας, άφ' ετέρου δέ διηυρύνθη αισθητώς ο κύκλος τών εργασιών αυτής, προστεθέντος είς τα μέχρι τούδε έργα της και του έργου τής διευκολύνσεως τών επενδύσεων καί,    περαιτέρω,   τής   διαμεσολαβήσεως είς τήν κυκλοφορίαν τών αξιών.
II. Άπό τών μέσων του 19ου αιώνος η τραπεζική επιχείρησις προσλαμβάνει πλέον τήν μορφήν και εκτασιν την οποίαν έχει καί σήμερον.
Αί σύγχρονοι δέ τραπεζικαί επιχειρήσεις εμφανίζουν τα κάτωθι χαρακτηριστικά, τα οποία επιδρούν σημαντικώς είς τήν διαμόρφωσιν καί  λειτουργίαν τών τραπεζικών συμβάσεων :
α) Η ισχύς αυτών ηυξήθη μεγάλως δια της συγχωνεύσεως και της συνεργασίας μεταξύ των και ιδίως δια της ιδρύσεως υποκαταστημάτων τόσον είς το εσωτερικόν όσον και είς τό εξωτερικόν.
β) Ό όγκος των εργασιών των ηυξήθη επίσης τεραστίως, με συνέπειαν την αύξησιν τών εις την διάθεσίν των κεφαλαίων ιδίων τε και ξένων.
γ) Ό κατάλογος τών παρ' αυτών παρεχομένων υπηρεσιών διηυρύνθη σημαντικώς προς εξυπηρέτησιν τών νέων και περισσότερον πολύπλοκων αναγκών της οικονομίας.
Τα χαρακτηριστικά ταύτα προσέδωσαν είς τάς τραπεζικάς επιχειρήσεις μεγίστην σημασίαν δια την οικονομίαν πάσης χώρας. Τό γεγονός όμως τούτο εξ άλλου προεκάλεσε την παρέμβασιν του κράτους και την καθιέρωσιν ελέγχου έπ' αυτών, όστις, μετά την τρομεράν τραπεζικήν κρίσιν του 1930, κατέστη λίαν αυστηρός.

§ 5. Αι τράπεζαι εις τήν νεωτέραν Ελλάδα.

Εις την νεωτέραν Ελλάδα ό θεσμός της τραπέζης δεν ύπήρξεν αυτοφυής, αλλά μετεφέρθη εκ της δυτικής Ευρώπης, ένθα είχεν ήδη διαμορφωθή πλήρως.
Ι. Η επί αιώνας διαρκέσασα λαίλαψ τών σταυροφοριών και τών φραγκικών επιδρομών, είτα δε και η υπό τών Τούρκων υποδούλωσις του Βυζαντίου έπληξαν καιρίως και έξηφάνισαν τό άλλοτε ακμάζον εμπόριον τών Ελλήνων. Η εξαφάνισις μάλιστα του εμπορίου τούτου έσήμανε και την διακοπήν πάσης αξιόλογου εμπορικής δραστηριότητος εις την έπί του άλλοτε βυζαντινού κράτους έπεκταθείσαν τουρκικήν αύτοκρατορίαν και τούτο, διότι οι Τούρκοι ούδεμίαν προς τό έμπόριον κλίσιν ήσθάνοντο. Η εκ νέου άνθησις τής εμπορικής δραστηριότητος είς τήν περιοχήν ταύτην ήρχισε μόλις κατά τον 17ον και ιδία τον 18ον αιώνα, η άνθησις δε αύτη ώφείλετο εις τους υπόδουλους Έλληνας, οι όποίοι έλαβον είς χείρας των τό μεγαλύτερον σχεδόν μέρος του εμπορίου τής τουρκικής αυτοκρατορίας, τόσον του εσωτερικού όσον και του εξωτερικού. Σημειωτέον δε ότι σπουδαιότερα εμπορικά κέντρα τής εποχής ταύτης υπήρξαν αι βόρειοι επαρχίαι του σημερινού ελληνικού κράτους, λόγω τής γειτνιάσεως αυτών προς τήν Ευρώπην, ιδία μάλιστα τήν κεντρικήν, μεθ' ης διεξήγετο τότε τό έμπόριον τής τουρκικής αυτοκρατορίας.
Η νέα αύτη άνθησις του εμπορίου παρέσχε πρόσφορον έδαφος εις την έμφάνισιν και άνάπτυξιν τραπεζικών επιχειρήσεων. Ούτω, κατά τον 18ον αιώνα συναντώνται εις τάς μεγάλας πόλεις της βορείου Ελλάδος, ιδία δε εις την Κωνσταντινούπολιν, την Θεσσαλονίκην και τα Ιωάννινα, αξιόλογοι επιχειρήσεις αργυραμοιβών, καλουμένων «σαράφηδων» και τραπεζιτών. Πρέπει μάλιστα νά άναφερθή ότι τραπεζικοί έργασίαι ήσκούντο εις ευρείαν κλίμακα και υπό της περίφημου συντροφιάς τών Άμπελακίων της Θεσσαλίας. Άλλ' αί άξιολογώτεραι τραπεζικοί επιχειρήσεις άνεπτύχθησαν εκτός της κυρίας Ελλάδος και συγκεκριμένως εις τάς μεγάλας πόλεις της κεντρικής Ευρώπης, ενθα υπήρχον ανθούσαι έλληνικαί κοινότητες. Περίφημιος δε υπήρξεν ό υπό του Γεωργίου Σίνα ιδρυθείς εν Βιέννη τραπεζικός οίκος, όστις έκυριάρχησεν επί μακρόν του χρηματιστηρίου της πόλεως ταύτης και απετέλεσε το κέντρον δια του οποίου διεξήγοντο αι πλείσται τών πληρωμών, αι όποίαι άφεώρων το υπό τών Ελλήνων άσκούμενον διαμετακομιστικόν έμπόριον.
Εις τα έργα τών ανωτέρω επιχειρήσεων κατελέγοντο η εμπορία του χρήματος και τών πολυτίμων μετάλλων, η μεταφορά χρημάτων και πολυτίμων μετάλλων από τόπου εις τόπον, η επί τόκω παροχή δανείων, πιθανώτατα δε και η αποδοχή  καταθέσεων [Υπό του Μέρτζιου, δημοσιεύεται επιστολή του έν Θεσσαλονίκη Ενετού Προξένου υπό ημερομηνίαν 17 Ιουνίου 1795, έν η αναφέρεται ότι δύο τραπεζίται της Θεσσαλονίκης είχον εις χείρας των το μεγαλύτερον μέρος τών κεφαλαίων τών Φράγκων έμπόρων της πόλεως ταύτης. Τό πιθανώτερον λοιπόν είναι ότι τα κεφάλαια ταύτα ευρίσκοντο εις χείρας τών είρημένων τραπεζιτών υπό μορφήν καταθέσεων].
Δεν είναι γνωστόν άν μεταξύ τών «σαράφηδων» και τών τραπεζιτών υπήρχε διαφορά τις. Γεγονός πάντως είναι ότι και οι «σαράφηδες» παρείχον επί τόκω δάνεια, πράγμα το οποίον δικαιολογεί την υπόθεσιν ότι το έργον τών δυο τούτων επιχειρηματιών  ήτο ουσιαστικώς όμοιον.
Σημειωτέον τέλος, ότι οι ανωτέρω επιχειρηματίαι δεν περιωρίζοντο εις κολλυβιστικάς και τραπεζικάς μόνον εργασίας, αλλά επεξέτεινον την δραστηριότητα των επί παντός είδους εμπορίας.   Αμιγείς τραπεζικοί επιχειρήσεις εδημιουργήθησαν εν Ελλάδι μόνον μετά την άπελευθέρωσιν.
ΙΙ. 1. Κατά την διάρκειαν του υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνος έγινεν εντόνως αισθητή η ανάγκη ιδρύσεως τραπεζικών οργανισμών, οί οποίοι θα έχρηματοδότουν την υπερμέτρως πληγείσαν εκ του αγώνος οικονομίαν της χώρας. Την ανάγκην δε ταύτην έτόνιζον διαρκώς και επιμόνως οί εκ του εξωτερικού έπανελθόντες Ελληνες διανοούμενοι και έμποροι καθώς και πολλοί ξένοι, μεταξύ τών οποίων έξέχουσαν θέσιν κατείχεν ό φιλέλλην Ελβετός Eynard, ό εμπνευστής και χρηματοδότης τών πρώτων προσπαθειών ιδρύσεως τραπέζης εν Ελλάδι.
Η πρώτη απόπειρα ιδρύσεως τραπέζης εγένετο υπό του Καποδίστρια, όστις συνέστησεν εν έτει 1828 την Έθνικήν Χρηματικήν Τράπεζαν. Η τράπεζα όμως αύτη διελύθη εν έτει 1834, χωρίς ποτέ να ασκήση τραπεζικάς εργασίας, αφού το κεφάλαιόν της διετέθη αποκλειστικώς προς κάλυψιν κρατικών αναγκών. Κατά τά πρώτα έτη της βασιλείας του Οθωνος αγγλικοί τίνες τραπεζικοί οίκοι κατέβαλον προσπάθειας προς ίδρυσιν μεγάλης τραπέζης, καρπός όμως τών προσπαθειών των υπήρξε μόνον η σύστασις δευτερευουσών τινών τραπεζών εις Ναύπλιον,  Πειραιά και Παλαιάς Πάτρας.
Πρώτος εν τη ελευθέρα Ελλάδι σοβαρός τραπεζικός οργανισμός υπήρξεν η Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, ιδρυθείσα εν Αθήναις με ελληνικά κυρίως κεφάλαια εν έτει 1841. Η τράπεζα αύτη ήτις έσχε πρώτη το έκδοτικόν προνόμιον, συνέδεσεν επί μακράν σειράν ετών τήν δράσιν της με την δράσιν και τάς περιπετείας του Ελληνικού Κράτους, αποτελέσασα τόν κύριον αυτού χρηματοδότην. Τήν αυτήν περίπου εποχήν και ιδία άργότερον ίδρύθησαν και άλλοι αξιόλογοι τραπεζικοί οργανισμοί και δή κυρίως οι εξής: Εις τάς Ιονίους νήσους, με έδραν όμως το Λονδίνον, η Ιονική Τράπεζα εν ετει 1839, ήτις απήλαυσε και του εκδοτικού προνομίου, αρχικώς μεν δια τάς νήσους ταύτας, μετά δε τήν προσάρτησιν αυτών και διά τήν λοιπήν Ελλάδα, μέχρι του 1920' η Προνομιούχος Τράπεζα Ήπειροθεσσαλίας εν έτει 1881, ασκήσασα τό έκδοτικόν προνόμιον εις τάς Νέας Χώρας και συγχωνευθείσα μετά της Εθνικής εν   έτει   1900·  η Τράπεζα Αθηνών εν έτει 1893, συγχωνευθείσα μετά της Εθνικής εν ετει 1953' η τράπεζα Κρήτης εν έτει 1899, άσκήσασα το έκδοτικόν προνομιον εν Κρήτη και συγχωνευθείσα μετά τής Εθνικής εν ετει 1919· η Λαϊκή Τράπεζα εν έτει 1905, συγχωνευθείσα μετά της Ιονικής κατά το έτος 1958 δια νά συγκροτήση μετ' αυτής την Ίονικήν και Λαϊκήν Τραπεζαν Ελλάδος· η Εμπορική Τράπεζα Ελλάδος εν έτει 1907· η Εθνική Κτηματική Τράπεζα τής Ελλάδος εν έτει 1927, άναλαβούσα τον από τής Εθνικής Τραπέζης άποσχισθέντα κλάδον κτηματικής πίστεως· η Τράπεζα τής Ελλάδος εν έτει 1928, αναλαβούσα το εκδοτικόν προνόμιον από του οποίου παρητήθη η Εθνική· και η Αγροτική Τράπεζα τής Ελλάδος εν έτει 1929 έπιφορτισθείσα με την άσκησιν τής αγροτικής πίστεως, ήτις ανήκε πρότερον εις τήν Έθνικήν. Άλλαι εν λειτουργία τράπεζαι, υπάρχουσαι σήμερον εν Ελλάδι, είναι αί εξής: Τράπεζα Αττικής, Ελληνική Τράπεζα Εμπορίου, Τράπεζα Εμπορικής Πίστεως, Τράπεζα Επαγγελματικής Πίστεως, Τράπεζα Μετοχικού Ταμείου Στρατού και Τράπεζα Πειραιώς.
2. Έργον των τραπεζών τής ελευθέρας Ελλάδος ήτο και είναι εισέτι η άσκησις τραπεζικής επιχειρήσεως συμφώνως προς τάς ανάγκας τής χώρας. Πλην όμως αί ελληνικαί τράπεζαι δεν ήδύναντο νά μή επωφεληθούν τής πείρας τών εν Ευρώπη μεγάλων τραπεζικών οργανισμών και νά μή υιοθετήσουν τάς μεθόδους λειτουργίας αυτών. Πράγματι, οι ίδρυταί τών τραπεζών αυτών και οι διοικηταί των έγνώριζον καλώς τάς εις τήν ξένην ασκουμένας τραπεζικάς εργασίας και τά εκεί εφαρμοζόμενα συστήματα, εις τρόπον ώστε δεν ήσαν υποχρεωμένοι νά επινοήσουν νέα τοιαύτα, άλλ' ώφειλον μόνον νά προσαρμόσουν αυτά προς τήν έλληνικήν πραγματικότητα. Τούτο δε αποδεικνύεται εκ τής κατά καιρούς διαμορφώσεως του αντικειμένου τής εν Ελλάδι αναπτυχθείσης τραπεζικής δραστηριότητος.
Ούτω, οί σκοποί οι όποίοι έπεδιώχθησαν διά τής ιδρύσεως τών πρώτων τραπεζών ήσαν πρωτίστως μεν η ασκησις τής προς ανόρθωσιν τής οίκονομίας απαραιτήτου πίστεως, δευτερευόντως δε και η έκδοσις τραπεζογραμματίων, έφ' όσον βεβαίως υφίστατο εις συγκεκριμένην περίπτωσιν το προνομιον τούτο. Και η μεν ασκησις τής πίστεως συνίστατο εις αποδοχήν καταθέσεων και κυρίως εις χορήγησιν πιστώσεων υπό μορφήν προεξοφλήσεων και δανείων επί εμπράγματω ασφαλεία και ιδία επί υποθήκη, η δε έκδοσις τραπεζογραμματίων απέβλεπεν ουχί εις διευκόλυνσιν τών πληρωμών αλλά εις εξυπηρέτησιν του έργου τών προεξοφλήσεων. Αί εργασίαι αύται είναι αί μόναι αί οποίαι επετράπησαν υπό των δύο πρώτων περί τραπέζης νόμων, ήτοι του της 25ης Ιανουαρίου 1836, όστις, προβλέπουν περί ιδρύσεως τραπέζης υπό άγγλων τραπεζιτών, ουδέποτε έφηρμόσθη, και του της 30ής Μαρτίου 1841 δι' ου συνεστήθη η Εθνική Τράπεζα.
Ταχέως όμως διεπιστώθη ότι τα ούτω διαγραφόμενα όρια τής τραπεζικής δραστηριότητος ήσαν πολύ στενά και ως εκ τούτου δεν ανταπεκρίνοντο εις τάς αυξανομένας ανάγκας τής Χώρας. Ούτω, πολύ ενωρίς ήρχισε μία σταθερά προσπάθεια διευρύνσεως του κύκλου τών επιτρεπομένων τραπεζικών εργασιών, καρπός τής οποίας υπήρξεν η υιοθέτησις όλων τών γνωστών εργασιών, ήτοι τών αφορωσών τάς πληρωμάς, τάς πιστώσεις, την φύλαξιν πολυτίμων αντικειμένων και τέλος τάς επενδύσεις κεφαλαίων. Ούτω δέ σήμερον αι ελληνικαί τράπεζαι περιλαμβάνουν εις τον κύκλον των εργασιών των όλας τάς διεθνώς γνωστάς συναλλαγάς αί όποίαι είναι χρήσιμοι εις την ελληνικήν οικονομίαν και προσαρμόζονται προς τάς κρατούσας παρ' ημίν ειδικάς συνθήκας.
-----
Παρατήρηση 1. Έγραφε ο διάσημος John Maynard Keynes, "Η πολιτική του υποβιβασμού της Γερμανίας σε υποτέλεια για μια γενιά, της υποβάθμισης της ζωής εκατομμυρίων ανθρώπων και της αποστέρησης ενός ολόκληρου έθνους από την ευτυχία θα έπρεπε να είναι αποκρουστική και απεχθής, ακόμα κι αν ήταν δυνατή, ακόμα κι αν πλούτιζε εμάς, ακόμα κι αν δεν έσπερνε την παρακμή σε ολόκληρο τον πολιτισμένο βίο της Ευρώπης. Μερικοί την κηρύττουν εις το όνομα της δικαιοσύνης. Στα μεγάλα γεγονότα της ανθρώπινης ιστορίας, στο ξετύλιγμα των πολύπλοκων πεπρωμένων των εθνών, η δικαιοσύνη δεν είναι τόσο απλή υπόθεση. Και αν ήταν, τα έθνη δεν είναι εξουσιοδοτημένα, από τη θρησκεία ή από τα φυσικά ήθη, να πλήττουν τα παιδιά των εχθρών τους με τα αδικήματα των γονιών ή των κυβερνητών τους" [Οι οικονομικές συνέπειες της Ειρήνης (έκδοση ΠΑΠΑΖΗΣΗ, 2009, μετάφραση Θωμά Νουτσόπουλου, σελ. 147)]. Φυσικά οι Γερμανοί ΟΥΝΝΟΙ, καθώς και τα θλιβερά εγχώρια τραπεζο -ανδρείκελα τους δεν συμπεριφέρονται, έστω και κατά σκέψη, όπως ο Keynes. Γλύτωσαν τον εξευτελισμό και τη συντριβή και την εξαφάνιση τους ως Έθνος για τις συμφορές του 1914-1918 και του 1940-1944 και επαναλαμβάνουν τα ίδια που διαμαρτύρονταν όταν τους τα επέβαλλαν οι ευρωΠΕΗ λοιποί ΟΥΝΝΟΙ! Προσπαθούν να εξαφανίσουν το λαό αυτής της χώρας, ο οποίος έχει μετατραπεί στο εκφυλισμένο κύτταρο της Υφηλίου στην εποχή της Μνημονιακής Ευδαιμονίας [σίγουρα ο καθείς αντιλαμβάνεται γιατί ο απολίτιστος Οθωμανός ήταν πάνω στο σβέρκο μας επί τετρακόσια χρόνια], να τον εξαφανίσουν μέσω της μπαρμπουτιέρας του Χρηματιστηρίου και τραπεζικών Γυπών. Αντί να κλείσουν στη φυλακή τους εγχώριους τραπεζοτζογαδώρους όπως έκαναν στην Ισλανδία [τι απεχθές όνομα!] αρπάζουν, καθημερινά, την περιουσία του που με τόσο κόπο δημιούργησε αφού τους έχει χρηματοδοτήσει τρεις φορές με τα πακέτα διάσωσης του ζητάνε και την ακίνητη περιουσία του!
Όσον αφορά την Δικαιοσύνη αυτής της χώρας, πλην ελαχίστων μελών της που φαντάζουν σαν σταγόνα στον δικαστικό Ωκεανό, αντί άλλων παραθέτω και τις απόψεις του Καθηγητή Κωνσταντίνου Παμπούκη, "...Αναμφιβόλως, όμως, οφείλονται και στην στάση των ανωτάτων βαθμίδων της δικαστικής λειτουργίας απέναντι στην ευθύνη της για την απονομή της δικαιοσύνης και την εκπαίδευση των δικαστώνΚαι αφετηρία έχουν πάντοτε μία υποβόσκουσα εύνοια, τελείως ανεδαφική, προς την πλευρά του ισχυρού δανειστή». «Με το έργο τούτο, όμως, η νομολογία δεν τραυματίζει μόνον τη δικαιοσύνη, αντί να τη θεραπεύει. Επί πλέον, εκθέτει σοβαρώς τον ευατόν της και αποξενώνεται από την εμπιστοσύνη του λαού. Με απώτερη συνέπεια, να μειώνει την αξιοπιστία της δημοκρατίας, της οποίας είναι και αυτή εγγυητής" [από το σπουδαίο Έργο του Συναδέλφου κ. Αθανασίου Αθανασά, διαταγή πληρωμής για χρηματικές απαιτήσεις, 2009, σελ. 556].

Παρατήρηση 2. Στο ενδιαφέρον βιβλίο του δημοσιογράφου Μιχάλη Ιγνατίου, "Τρόικα, ο δρόμος προς την καταστροφή" [έκδοση Α.Α. ΛΙΒΑΝΗ, 2015, σελίδες 50-53], "Την τελευταία εβδομάδα του Απριλίου του 2010 οι αναλυτές μεγάλων τραπεζών, όπως της Barclay' s και της Credit Suisse, έκαναν αποκαλύψεις για την έκταση του προβλήματος έκθεσης των ευρωπαϊκών τραπεζικών ιδρυμάτων στα ελληνικά, τα ισπανικά και τα πορτογαλικά ομόλογα, αλλά και σε κτηματομεσιτικές επενδύσεις.
Η εφημερίδα Guardian (την Τετάρτη 28 Απριλίου 2010, ώρα 15.19) έγραψε στην ιστοσελίδα της ότι ειδικά οι βρετανικές τράπεζες θα έχουν τεράστιες απώλειες.
«Όπως εκτιμούν οι αναλυτές, οι τράπεζες της Βρετανίας έχουν μια συνδυασμένη έκθεση ύψους 100 δισ. λιρών στην Ελλάδα, την Πορτογαλία και την Ισπανία - είναι οι τρεις χώρες που προκαλούν τη μεγαλύτερη ανησυχία στις χρηματαγορές. Η Αρχή Χρηματοπιστωτικών Υπηρεσιών παρακολουθεί στενά τις αγορές και την αξιολόγηση των χρηματοδοτικών "ανοιγμάτων" στις ευάλωτες χώρες», σημείωνε η εφημερίδα. Μεγάλο μέρος της ανησυχίας, έγραφε, είχε ως στόχο τις γαλλικές, τις γερμανικές, τις ελβετικές τράπεζες. Ο Howard Wheeldon, της BGC Partners, δήλωσε τα εξής: "Αν η Ελλάδα χρεοκοπήσει, αυτό σημαίνει ότι η πίεση στη συνέχεια θα γίνει αισθητή και θα ασκείται στις εθνικές τράπεζες που κατέχουν το ελληνικό χρέος. Αυτό περιλαμβάνει πάρα πολλές γερμανικές, γαλλικές και ελβετικές τράπεζες. Αυτό που θα μπορούσε να συμβεί είναι ότι με τόσες πολλές τράπεζες να εμπλέκονται μία από αυτές θα μπορούσε απλώς να "καταρρεύσει"».
Εκείνες τις μέρες οι χρηματιστές στη Νέα Υόρκη πληροφορούνταν «φρικιαστικά σενάρια», τα οποία αποτυπώνονταν και στα διεθνή ΜΜΕ, ότι η πιθανή πτώση της Ελλάδας θα παρέσυρε όλο τον ευρωπαϊκό Νότο και θα προκαλούσε τραπεζικά ρήγματα στη Γερμανία, τη Γαλλία και τη Βρετανία. Ένας εκ των χρηματιστών, που στη διάρκεια της κρίσης αποδείχτηκε πολύ υποβοηθητικός εξηγώντας σε μένα και σε άλλους δημοσιογράφους την πραγματική διάσταση της, μου τηλεφώνησε και μου είπε μια κουβέντα που δεν θα ξεχάσω ποτέ. Είναι μια κουβέντα που μου επαναλαμβάνει μέχρι σήμερα, καθώς πιστεύει ότι το παιχνίδι για τη χώρα χάθηκε εκείνο τον Απρίλη:
"Από τις δικές μας εκτιμήσεις βγαίνει το συμπέρασμα ότι ο Παπανδρέου μπορεί να γαμήσει και την Ευρώπη και την Αμερική. Να του πει κάποιος να μην υπογράψει τίποτα εάν δεν του χαρίσουν το μισό χρέος».
Ο κ. Παπανδρέου δεν άκουσε τη συμβουλή του Strauss-Kahn, που του είπε «να μπει μπροστά», να ζητήσει την αναδιάρθρωση και αυτός θα ακολουθούσε και θα τον υποστήριζε με δημόσια δήλωση... Θα έδινε σημασία στα λόγια ενός χρηματιστή;
Στις 28 Απριλίου 2010, στις 5.20 το απόγευμα, η εφημερίδα New York Times, που υποστήριξε σθεναρά τη χώρα μας μέσα από τα κύρια άρθρα της την τελευταία πενταετία, δημοσίευσε στην ιστοσελίδα της ένα κείμενο που στην πραγματικότητα άγγιζε την καρδιά του ελληνικού προβλήματος. Υπό τον τίτλο «Οι γερμανικές τράπεζες έχουν μεγάλες επενδύσεις στην Ελλάδα», η εφημερίδα σημείωνε ότι «ίσως υπάρχει μια πραγματική αιτία που οι Γερμανοί φορολογούμενοι δεν ενθουσιάζονται με την ιδέα να δανείσει η Γερμανία την Ελλάδα».
Η εφημερίδα παρουσίασε έκθεση της τράπεζας Barclays, σύμφωνα με την οποία η αντίθεση των Γερμανών φορολογουμένων δεν οφειλόταν στις δήθεν υψηλές συντάξεις που απολάμβαναν οι Έλληνες, αλλά στο γεγονός ότι μεγάλες γερμανικές τράπεζες -που σώθηκαν με χρήματα των Γερμανών φορολογουμένων στην πρόσφατη οικονομική κρίση- έχουν στα χέρια τους ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, ύψους 28 δισεκατομμυρίων ευρώ.
Όπως αποδείχτηκε αργότερα, στην πραγματικότητα ο κίνδυνος για τις γερμανικές τράπεζες ήταν πολύ μεγαλύτερος.
Η εφημερίδα έγραψε τα εξής, σημειώνοντας ότι και ο κολοσσός Hypo ήταν εκτεθειμένος:
«Μια γρήγορη εξέταση των στοιχείων των μεγαλύτερων τραπεζών της Γερμανίας δείχνει ότι πιθανώς το ήμισυ του ελληνικού χρέους -που αξιολογήθηκε ως "junk" από τη Standard and Poor' s-βρίσκεται στους ισολογισμούς γερμανικών χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων που ανήκουν ή ελέγχονται από την κυβέρνηση Μέρκελ. Το ποσοστό μπορεί να είναι πολύ υψηλότερο, αλλά δεν έχουμε τρόπο να το μάθουμε, γιατί η ρυθμιστική Αρχή και πολλές από τις τράπεζες αρνούνται να κοινοποιήσουν ακριβή στοιχεία. Μόνο ο Όμιλος Hypo Real Estate κατέχει ελληνικά ομόλογα ύψους 7,9 δισεκατομμυρίων ευρώ. Και μετά τη διάσωση του ομίλου από το κράτος τον περασμένο χρόνο οι Γερμανοί φορολογούμενοι είναι αυτοί που ελέγχουν την Hypo Real Estate. Το τρέχον άνοιγμα της Γερμανίας σε ελληνικά ομόλογα υπερβαίνει τα 8,3 δισεκατομμύρια ευρώ που θα δανείσει η χώρα στην Ελλάδα στο πλαίσιο του ευρωπαϊκού προγράμματος».
Η εφημερίδα κατέληγε σε ένα συμπέρασμα που απέρριπτε η Γερμανία, αλλά δεν είχε το σθένος και την τόλμη να εκμεταλλευτεί ο κ. Παπανδρέου. Ο Αλεσάντρο Λέιπολντ, πρώην διευθυντής της Ευρωπαϊκής Διεύθυνσης του ΔΝΤ, τα είπε όλα με μια δήλωση του στην εφημερίδα - και ήταν μια σκέψη που κυριαρχούσε σε όλα τα στελέχη του Ταμείου:
«Το γεγονός ότι η Γερμανία είναι εκτεθειμένη στο ελληνικό χρέος αποτελεί έναν ακόμη λόγο που αποδεικνύει ότι τα προβλήματα της Ελλάδας είναι σε μεγάλο βαθμό και προβλήματα της Ευρώπης. Το ζήτημα δεν είναι ότι η Ελλάδα δίνει υψηλές συντάξεις. Υπάρχουν επίσης ισχυρά γερμανικά συμφέροντα».
Ήταν ευρύτατα διαδεδομένη η άποψη στην Αμερική ότι η δημοσιονομική κρίση δεν απειλούσε μόνο την αξιοπιστία των χωρών της Ευρωζώνης και τη σταθερότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας, αλλά θα μπορούσε να πλήξει και τον κρατικό προϋπολογισμό της Γερμανίας με άμεσο τρόπο, καθώς η κυβέρνηση της κας Μέρκελ θα μπορούσε να αναγκαστεί να διοχετεύσει περισσότερα κονδύλια για τις τράπεζες τις οποίες ήδη είχε διασώσει.
O καθηγητής Οικονομικών του Πανεπιστημίου της Βόνης Γιούργκεν φον Χάγκεν δήλωσε στην εφημερίδα ότι ένας από τους λόγους που οι Γερμανοί πολιτικοί ηγέτες αρνούνται κάθε σκέψη για αναδιάρθρωση του ελληνικού χρέους είναι γιατί ξέρουν ότι αυτό θα ήταν επώδυνο και για τις γερμανικές τράπεζες, αλλά και γιατί ξέρουν ότι οι φορολογούμενοι είναι αυτοί που θα πληρώσουν τελικά το λογαριασμό.
Σύμφωνα με την έκθεση της Barclays που παρουσίασαν οι New York Times, η Γερμανία δεν ήταν βέβαια η μόνη ευρωπαϊκή χώρα που ήταν εκτεθειμένη στα ελληνικά ομόλογα. Η Γαλλία ήταν τότε ο μεγαλύτερος πιστωτής της Ελλάδας, διαθέτοντας ελληνικά ομόλογα ύψους 50 δισεκατομμυρίων ευρώ, έκ των οποίων 7 δισ. ευρώ η Τράπεζα της Γαλλίας. Σύμφωνα με την Barclays, η Ιταλία διέθετε επίσης ελληνικά ομόλογα ύψους 20 δισεκατομμυρίων ευρώ και ακολουθούσαν το Βέλγιο, η Ολλανδία και το Λουξεμβούργο.
Η εφημερίδα αποκάλυψε ότι το «άνοιγμα» της Hypo Real Estate στις αποκαλούμενες χώρες «PIGS» -δηλαδή την Πορτογαλία, την Ιταλία, την Ιρλανδία, την Ελλάδα και την Ισπανία-ανερχόταν στα 39 δισεκατομμύρια ευρώ. Επίσης, η Westedeutsche Landesbank, που ελεγχόταν από το γερμανικό κράτος, διέθετε ομόλογα ύψους 12 δις. στις χώρες και η Commerzbank, την οποία η γερμανική κυβέρνηση έλεγχε σε ποσοστό 25% και είχε το δικαίωμα του βέτο στη λήψη σημαντικών αποφάσεων, διέθετε ελληνικά ομόλογα ύψους 3 δισ. ευρώ.
Η τράπεζα Barclays στις 26 Απριλίου 2010 είχε κάνει μια ακόμη αποκάλυψη, που οι Ευρωπαίοι και οι αξιωματούχοι του Ταμείου κρατούσαν ως επτασφράγιστο μυητικό. Ότι η Ελλάδα θα χρειαζόταν ένα «ασύλληπτο» ποσό για να αντιμετωπίσει την κρίση, περίπου 90 δισ. ευρώ. Θυμάμαι ότι η ελληνική κυβέρνηση έκανε μεγάλες προσπάθειες να υποβαθμίσει το γεγονός, ενώ έλεγε ψέματα και για τα επιτόκια δανεισμού των Ευρωπαίων και του Ταμείου, για να μην πληροφορηθεί ο λαός ότι οι φίλοι και εταίροι Ευρωπαίοι επέβαλλαν μεγαλύτερο επιτόκιο από το ΔΝΤ.
Πριν από τη δημοσιοποίηση του ελληνικού αιτήματος, στελέχη του ΔΝΤ (αλλά και ο ίδιος ο Strauss-Kahn στην παρουσία δύο οικονομολόγων που είχαν σχέση με το Ταμείο και την Ελλάδα μίλησαν για «ντόμινο του τρόμου» στην Ευρώπη όταν συνειδητοποίησαν ότι τα ποσά που είχαν αναφερθεί αρχικά ήταν μηδαμινά για ένα μεγάλο πρόβλημα όπως το ελληνικό. Ένας εκ των δύο οικονομολόγων είχε καταθέσει υπό τύπον αστείου ότι υπουργοί της κυβέρνησης Παπανδρέου και στελέχη της αντιπολίτευσης (αναφερόταν στην κα Ντόρα Μπακογιάννη) πίστευαν πως η Ελλάδα θα "καθάριζε" με 6,5 δισ. δανεικά. Προφανώς δεν γνώριζαν απλά μαθηματικά, διότι η χώρα μας έπρεπε να πληρώσει στις 18 Μαΐου 2010 8,5 δισ. και ακολουθούσαν πολλές δόσεις στη συνέχεια. Εννέα μέρες μετά, το ΔΣ του ΔΝΤ ενέκρινε ομόφωνα την παροχή δανείου ύψους 30 δισεκατομμυρίων ευρώ στο πλαίσιο του προγράμματος για τη σταθεροποίηση της ελληνικής οικονομίας. Στις 11 Μαΐου 2010 εκταμιεύτηκε από το ΔΝΤ η πρώτη δόση των 5,5 δισ. ευρώ.
Όμως, ας πάμε πίσω, στο 2000, όταν ο κ. Σημίτης καυχιόταν για την εύρωστη ισχυρή ελληνική οικονομία, αλλά και στο 2008, όταν η Αμερική προσπαθούσε να εξέλθει της δικής της κρίσης. Εκείνη τη χρονιά η κυβέρνηση του κ. Καραμανλή διαφήμιζε δημόσια την εικόνα μιας εύρωστης οικονομίας «θωρακισμένης απέναντι στην παγκόσμια κρίση». Αλήθεια, είχαν έτσι τα πράγματα; Και ακολουθεί η διετία 2009-2010, όταν ο κ. Παπανδρέου αναφωνεί το «λεφτά υπάρχουν» και παραδίδει τη χώρα στο σκληρό μηχανισμό του ΔΝΤ και της ΕΕ. Ήταν μια πορεία προς την καταστροφή".

Παρατήρηση 3. Από συνέντευξη του πρώην, Αριστερού!!! Πρωθυπουργού της Ιταλίας Μάσιμο Ντ'  Αλέμα [επί πρωθυπουργίας του χρησιμοποιήθηκαν τα Ιταλικά αεροδρόμια για τον βομβαρδισμό της ενωμένης Γιουγκοσλαβίας]: «Δώσαμε στην Ελλάδα 250 δισ. ευρώ, αλλά όχι για τις συντάξεις των Ελλήνων, αλλά για να πληρωθούν οι τόκοι στις τράπεζες» είπε χαρακτηριστικά ο Πρώην πρωθυπουργός, εξηγώντας πως έχουμε ένα ενιαίο νόμισμα, αλλά με εντελώς διαφορετικά επίπεδα ανταγωνιστικότητας και οικονομικής ισχύος. «Από μία φτωχή χώρα όπως η Ελλάδα, τεράστια ποσά μεταφέρονται σε μία πλούσια χώρα όπως η Γερμανία μέσω της διαφοράς των επιτοκίων. Η φτωχή χώρα γίνεται όλο και φτωχότερη, η πλούσια χώρα πλουσιότερη» δηλώνει ανοιχτά ο Ντ’ Αλέμα. «Όταν η φτωχή χώρα δεν μπορεί πλέον να πληρώσει τα χρέη έρχονται οι ευρωπαϊκές βοήθειες. Έχουμε δώσει στην Ελλάδα 250 δισ. ευρώ, αλλά όχι για τις συντάξεις των Ελλήνων, αλλά για να πληρωθούν οι τόκοι στις γερμανικές, γαλλικές και σε μικρό ποσοστό στις ιταλικές. Διακόσια είκοσι δισ. ευρώ από τα 250 δισ. ευρώ βοήθειας πήγαν απευθείας στις γερμανικές, γαλλικές και ιταλικές τράπεζες» σημειώνει το στέλεχος της ιταλικής κεντροαριστεράς και υπογραμμίζει συγκεκριμένα: «Στην πραγματικότητα, όταν λέγεται ότι εμείς πληρώνουμε τις συντάξεις των Ελλήνων -όχι, εμείς πληρώνουμε τις γερμανικές τράπεζες. Αυτή είναι η καθαρή αλήθεια. Είναι χρήματα που κάνουν έναν κύκλο, αλλά οι Έλληνες δεν οσφραίνονται ούτε καν την μυρωδιά τους» [εδώ].

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γραφή σχολίων σε greeklish σημαίνει διαγραφή τους!