Πέμπτη, 21 Νοεμβρίου 2019

Η ρήτρα ελβετικού φράγκου σε συμβάσεις δανείου [Κριτική παρουσίαση της ΑΠ Ολ 4/ 2019].

Γράφει ο κ. Σίμος Σαμαράς, Δικηγόρος στον Δ.Σ. Θεσσαλονίκης, υποψήφιος διδάκτωρ Νομικής στο ΕΚΠΑ. Στο σπουδαίο Περιοδικό ΕφΑΔ 2019.398.

Σημείωση blogger. Το σπουδαίο αναρτώμενο άρθρο του κ. Σαμαρά δημοσιεύεται χωρίς παραπομπές στην Επιστήμη και την νομολογία σεβόμενος την σχετική επιθυμία του συγγραφέα. Στο τέλος του άρθρου δημοσιεύεται και η σχολιαζόμενη Ολομελειακή 4/ 2019.

Περιεχόμενα.
Ι. Εισαγωγή
II.  Ρήτρα ελβετικού φράγκου
III. Δικονομικά ζητήματα
IV.  Τελικές παρατηρήσεις

Ι. Εισαγωγή.

Τα τελευταία χρόνια απασχόλησαν ιδιαίτερα την ειδησεογραφία, τη νομολογία και τη νομική θεωρία τα λεγόμενα δάνεια με ρήτρα ελβετικού φράγκου (CHF). Τα δάνεια αυτά ουδέποτε αποτέλεσαν την πλειονότητα των τραπεζικών χορηγήσεων:
Στην Ευρωπαϊκή Ένωση των περ. 446 εκατομμυρίων πληθυσμού οι λήπτες αυτών των δανείων ανέρχονται περ. σε 1 εκατομμύριο, δηλ. λιγότερο από 0,2% του συνολικού πληθυσμού, ενώ το ύψος των χορηγήσεων αυτών συγκρινόμενο με το σύνολο ανέρχεται κατά τα πλέον πρόσφατα στοιχεία σε 3,8% αυτού, αν και τα δάνεια σε συνάλλαγμα ανέρχονται σε 63,7% του συνόλου. Ανάλογη εικόνα εμφανίζεται σε εθνικό επίπεδο, όπου οι χορηγήσεις σε συνάλλαγμα ανέρχονται κατά τα πλέον πρόσφατα στοιχεία σε 6,5% του συνόλου. Αυτό, όμως, που κατέστησε τα εν λόγω δάνεια αντικείμενο του ενδιαφέροντος ήταν ο κοινωνικός αντίκτυπος: ένας μικρός αλλά όχι ευκαταφρόνητος αριθμός δανειοληπτών  – συχνά μειωμένης φερεγγυότητας  – κατέστη υπερήμερος στην εξόφληση των δόσεων αποπληρωμής δανείων υψηλού ποσού, ικανού να καλύψει την αξία αγοράς ακινήτου προσωπικής ή επαγγελματικής στέγης, μεγάλης διάρκειας - συνήθως είκοσι ή περισσότερων ετών - που διογκώθηκε από τη μεγάλη και απρόοπτη ισχυροποίηση του ελβετικού φράγκου έναντι του ευρώ την τελευταία δεκαετία.
Το ζήτημα της νομιμότητας των οφειλών από τα δάνεια αυτά, όπως διαμορφώθηκε μετά από την αποδυνάμωση του ευρώ έναντι του ελβετικού φράγκου, απασχόλησε τα δικαστήρια ουσίας στη χώρα μας επανειλημμένως. Μόλις, όμως, με την απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου αριθ. 4/2019, μάλιστα πλήρους Ολομέλειας, το ανώτατο πολιτικό δικαστήριο έλαβε θέση επί του ζητήματος λειτουργούντας καθοδηγητικά για τη νομολογία. Στο σημείο αυτό πρέπει να επισημανθεί ότι το ζήτημα ήλθε προς κρίση ενώπιον του ανώταατου πολιτικού δικαστηρίου με σημαντική καθυστέρηση σε σχέση με άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, των οποίων τα ανώτατα δικαστήρια έχουν ήδη λάβει θέση, ενώ το ζήτημα έχει απασχολήσει - επιτυχώς ή μη - και τα υπερεθνικά ευρωπαϊκά δικαστήρια, δηλ. το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Παρά την ευρεία δημοσιότητα στον τύπο που έλαβε η απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, αυτή δεν έχει εξετασθεί προσεκτικά στην ουσία της. Στο πλαίσιο αυτό δεν έχουν τύχει της δέουσας προσοχής ούτε το ζήτημα στο οποίο αναφέρεται η απόφαση, δηλ. η έννοια των ρητρών ελβετικού φράγκου στις συμβάσεις δανείου, ούτε τα δικονομικά ζητήματα που αυτή εγείρει.

II. Ρήτρα ελβετικού φράγκου
1. Περιεχόμενο

α) Γενικές παρατηρήσεις
Για το νομικό χαρακτηρισμό της ρήτρας του ελβετικού φραγκου πρέπει να αποσαφηνιστεί τι καταβάλλεται, τι αποπληρώνεται και που υπεισέρχεται το ελβετικό φράγκο στα παραπάνω. Αυτό είναι αναγκαίο όχι μόνο κατά την κοινή λογική, αλλά και την ιδιαίτερη λογική του νόμου, καθώς η εξακρίβωση των πραγματικών περιστατικών συγκροτεί την αιτιολογία της απόφασής και προηγείται του νομικού τους χαρακτηρισμού.
Στο ζήτημα της εννοιολογικής αποκρυστάλλωσης η νομολογία υπήρξε ιδιαίτερα φειδωλή, ενόψει του γεγονότος ότι καθυστέρησαν τέτοιου είδους ρήτρες να την απασχολήσουν και ότι, όπως προκύπτει από το κείμενο των αποφάσεων, ούτε οι νομικοί παραστάτες των εκάστοτε προσφευγόντων στη δικαστική προστασία (requérants) έστερξαν ιδιαίτερα να αποσαφήνισουν το περιεχόμενο της συγκεκριμένης ρήτρας. Λιγότερο από μία δεκαετία πριν εντοπίζεται η πρώτη απόφαση με σχετικά σαφή περιγραφή της ρήτρας ελβετικού φράγκου, χωρίς, ωστόσο, να αποτελέσει ούτε εκεί το κύριο αντικείμενο της δίκης.
β) Νομολογιακά πορίσματα
αα. Περιεχόμενο
Η από κοινού εξέταση των δημοσιευμένων αποφάσεων, συμπεριλαμβανομένης της πρόσφατης απόφασης της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, αποκαλύπτει ομοιόμορφη τραπεζική πρακτική στη διατύπωση και εφαρμογή της ρήτρας του ελβετικού φράγκου στις τραπεζικές χορηγήσεις δανείων.
Αν και η κατά γράμμα ερμηνεία των αποφάσεων παραπέμπει σε καταβολή του κεφαλαίου του δανείου σε ελβετικό φράγκο, προσεκτικότερη ερμηνεία αποκαλύπτει το αντίθετο: Δεν γίνεται μόνο η εκταμίευση του δανείσματος στο εθνικό νόμισμα, με τυχόν μετατροπή κατ αυτήν - αυτό υποστηρίζεται και θεωρητικά, χωρίς όμως τεκμηρίωση κατά τους συμβατικούς όρους -, αλλά και αυτή καθαυτή η καταβολή, αφού η ανάληψη πίστωσης σε ελβετικό φράγκο είναι εξαρχής αποκλεισμένη, ώστε ο οφειλέτης να αναλαμβάνει μόνο στο εθνικό νόμισμα. Έτσι διακρίνεται το νόμισμα καταβολής, που είναι το εκάστοτε εθνικό νόμισμα, από το νόμισμα υπολογισμού, που είναι το ελβετικό φράγκο, τακτική που ακολουθήθηκε και σε άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως στην Ουγγαρία και στην Πολωνία. Η σύνδεση, πάντως, με το ελβετικό φράγκο δεν υπήρξε απαράβατη, όπως καταδεικνύει το παράδειγμα της Κροατίας, όπου η ρήτρα ξένου νομίσματος αφορά κατά κύριο λόγο το ευρώ.
Αυτό που δεν χωρεί παρερμηνεία είναι ότι οι τοκοχρεωλυτικές δόσεις καταβάλονται στο εθνικό νόμισμα από πρόσωπα χωρίς οικονομική δραστηριότητα στο συγκεκριμένο ξένο νόμισμα - το μόνο σημείο που τονίστηκε ιδιαίτερα από τους νομικούς παραστάτες των προσφευγόντων - και το ελβετικό φράγκο παρεισδύει μόνο ως νόμισμα υπολογισμού του κεφαλαίου και λογιστικής παρακολούθησης των δόσεων αποπληρωμής τους, που ανάγονται σε αυτό από το ευρώ, στο οποίο καταβάλονται, κατά την εκάστοτε τρέχουσα ισοτιμία και προτού καταλογισθούν στην οφειλή.
Οι σχετικές δανειακές συμβάσεις προβλέπουν ότι ο οφειλέτης μπορεί να καταβάλει σε ελβετικό φράγκο, κάτι, όμως, που πρακτικά αποκλείεται γιατί αυτές καταρτίζονται με άτομα χωρίς εισοδήματα στο συγκεκριμένο νόμισμα. Έτσι, η άσκηση αυτής της διαζευκτικής ευχέρειας θα ήταν ασύμφορη και χρονοβόρα για το δανειολήπτη, που θα έπρεπε να αφιερώσει χρόνο και χρήμα - υπό μορφή προμήθειας - για αγορά συναλλάγματος, ώστε η πρόβλεψή της να αποσκοπεί στη δημιουργία περισσότερο κακόπιστων (ΑΚ 288) εντυπώσεων κι όχι πραγματικών δικαιωμάτων του οφειλέτη.
ββ. Περαιτέρω παρατηρήσεις
Οι ανάγκες που εξυπηρετούν οι εν λόγω δανειοδοτήσεις, αγορά ακινήτου προς χρήση συνηθέστερα προσωπικής και σπανιότερα επαγγελματικής κατοικίας, καταβάλλονται κατά τις συνήθειες των συναλλαγών σε ευρώ. Έτσι, η διασφάλιση ορισμένης αξίας σε ξένο νόμισμα δεν αποτελεί ζητούμενο ούτε για τους δανειολήπτες, ούτε για εκείνους στους οποίους θα περιέλθει περαιτέρω η οικονομική ωφέλεια από το δάνειο, δηλ. τους πωλητές ή εργολάβους κατασκευής ακινήτων.
Η διάκριση μεταξύ νομίσματος υπολογισμού ή αξίας και νομίσματος καταβολής ούτε άγνωστη στο ελληνικό δίκαιο είναι, ούτε νέα: υπάρχει σχεδόν εξαρχής του ελληνικού κράτους και διατηρείται στο ισχύον δίκαιο με την κατάργηση των απαγορεύσεων των ρητρών αξίας σε ξένο νόμισμα (άρθ. 5 § 1 περ. β´ Ν 2842/2000) και καταβολής σε αυτό (άρθ. 5 § 1 περ. α´ Ν 2842/2000). Μέχρι τότε ήταν δυνατή (άρθ. 7 Π.Υ.Σ. 267/1953) η συνομολόγηση σε δάνεια ρητρών αξίας ή αυτούσιας καταβολής σε ξένο νόμισμα, όχι όμως σε χρυσό, ενώ στις υπόλοιπες δικαιοπραξίες χωρίς στοιχεία αλλοδαπότητας η μερική ακυρότητα της σχετικής ρήτρας οδηγούσε σε υπολογισμό του τιμήματος «κατά την κρίσιν αγαθού ανδρός» όχι πάνω από το ύψος της τρέχουσας ισοτιμίας (άρθ. 4 § 2 ΑΝ 362/1945). Σκοπός, βέβαια, τέτοιων απαγορεύσεων δεν ήταν η προστασία των οφειλετών, αλλά η τεχνητή ενίσχυση της κυκλοφορίας του εθνικού νομίσματος με τον αποκλεισμό των ξένων, κάτι που δεν ευδοκίμησε στην πράξη.
Δεν επαναλαμβάνεται στην περίπτωση των ρητρών ελβετικού φράγκου το φαινόμενο των πρώτων μεταπολεμικών χρόνων της μεταχείρισης της χρυσής λίρας Αγγλίας και αργότερα του δολαρίου Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής ως μέσου αυτούσιας πληρωμής - ανεπισήμως - και βάσης υπολογισμού - επισήμως - των υποχρέωσεων υψηλής αξίας, όπως στην αγορά και μίσθωση ακινήτου και μηχανολογικού εξοπλισμού.
γ) Συμπέρασμα
Με  βάση όσα προαναφέρθηκαν προκύπτει ότι η ρήτρα ελβετικού φράγκου αποτελεί ρήτρα υπολογισμού σε ελβετικό φράγκο κεφαλαίου και δόσεων αποκλειστικά καταβλητέων σε ευρώ. Στο πλαίσιο της εν λόγω ρήτρας δεν τελείται καταβολή του δανείου στο ξένο νόμισμα και υπολογισμός της αποπληρωμής του επί μη αυτούσιας καταβολής σε αυτό, ούτε αναγωγή του κεφαλαίου του δανείου στο ξένο νόμισμα λόγω αδυναμίας καταβολής του σε αυτό και αναγκαστικής εκταμίευσης σε ευρώ. Η αποκλειστικά λογιστική λειτουργία της λεγόμενης ρήτρας ελβετικού φράγκου επηρεάζει καθοριστικά τη νομική της φύση.

2. Σκοπιμότητα

Γενικά ισχύει ότι το πραγματικό όφελος για το δανειολήπτη από την όποια συναλλαγματική μετατροπή είναι αμφίβολο, διότι εξαρτάται από τη σταθερότητα αφενός της οικονομίας της εκδότριας χώρας του συναλλάγματος και αφετέρου της νομισματικής της πολιτικής. Η διττή αυτή σταθερότητα συνεπάγεται σταθερότητα αφενός στο επιτόκιο αναφοράς αφετέρου στη συναλλαγματική ισοτιμία. Όταν αναφερόμαστε σε σταθερότητα, εννοούμε ένα περιθώριο μεταξύ μικρής επιδείνωσης και μη αισθητής βελτίωσης, αφού διαφορετικά η αύξηση του επιτοκίου ή η μείωση της ισοτιμίας έναντι του ευρώ θα ζημιώσουν το δανειολήπτη. Ειδικά ως προς την ισχυροποίηση του ξένου νομίσματος έναντι του ευρώ, πρέπει να επισημανθεί ότι ωφελεί μόνο το δανειστή, αφού το ίδιο ποσό σε συνάλλαγμα με πριν αντιστοιχεί σε μεγαλύτερο ποσό σε ευρώ.
Στην περίπτωση του ελβετικού φράγκου η ισχυροποίησή του έναντι του ευρώ ήταν αναμενόμενη. Με τις συγκεκριμένες ρήτρες οι δανειοδότριες τράπεζες δεν αποσκοπούσαν στο να προστατεύσουν τον καταναλωτή· αυτό, άλλωστε, φάνηκε από το γεγονός ότι ενώ δέχονταν με ιδιαίτερη ευκολία την εισαγωγή της ρήτρας ελβετικού φράγκου σε ήδη υφιστάμενα δάνεια, με την ίδια ευκολία απείχαν από την αποσύνδεσή τους από αυτό, κάτι που είχε γίνει και στο παρελθόν. Η ρήτρα ελβετικού φράγκου, ανεξάρτητα από την ακριβή νομική φύση της, ως προς τους δανειολήπτες στην καλύτερη περίπτωση δεν τους ωφελούσε όπως παρουσιαζόταν, ενώ στη χειρότερη τους ζημίωνε. Την ίδια στιγμή η ρήτρα ελβετικού φράγκου στις περισσότερες περιπτώσεις ωφελούσε τις τράπεζες που αποκόμιζαν ρευστό χρήμα προς επένδυση σε ελβετικό φράγκο για διασφάλιση των κεφαλαίων τους σε νόμισμα που παραδοσιακά χρησιμοποιείται ως καταφύγιο σε περίπτωση κρίσης, όπως στην εποχή των περισσότερων ελληνικών δανείων με τη σχετική ρήτρα.
Από οικονομική άποψη, ο δανεισμός με ρήτρα υπολογισμού σε συνάλλαγμα, όπως εν προκειμένω με το ελβετικό φράγκο, δεν είναι παρά ένα διαρκές στοίχημα σε βάρος του εθνικού νομίσματος, που, ως τέτοιο, είναι ιδιαίτερα επικίνδυνο, αφού μπορεί να αποβεί καταστροφικό. Για το λόγο αυτό, ο δανεισμός με ρήτρα υπολογισμού σε συνάλλαγμα για κάλυψη μη επαγγελματικών αναγκών είναι κατά τα οικονομικά δεδομένα ανεκτός μόνο ως βραχυπρόθεσμος. Σε διαφορετική περίπτωση, το εύρος των κινδύνων, για τους οποίους δεν ενημερώνεται ο καταναλωτής, έχει υποστηριχθεί ότι καθιστούν την αντίστοιχη σύμβαση άκυρη και θέτουν το ζήτημα εκ νέου υπολογισμού της οφειλής.

3. Νομική φύση

α) Κριτήριο χαρακτηρισμού
Η σύγχυση ως προς το περιεχόμενο της ρήτρας του ελβετικού φράγκου αναντανακλάται στο νομικό χαρακτηρισμό της.  Ο νομικός χαρακτηρισμός ποικίλλει αναλόγως αν το δάνειο καταβάλλεται σε ελβετικό φράγκο και αποπληρώνεται σε ευρώ ή καταβάλλεται και αποπληρώνεται σε ευρώ, αλλά υπολογίζεται σε ελβετικό φράγκο. Στην πρώτη περίπτωση θα πρόκειται για ρήτρα παροχής σε ξένο νόμισμα, ενώ στη δεύτερη για ρήτρα υπολογισμού της καταβολής σε ελβετικό φράγκο. Η διάκριση αυτή είναι καθιερωμένη σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ένωσης.
β) Ρήτρα παροχής σε ξένο νόμισμα επί καταβολής σε αυτό
Καθώς στις περισσότερες αποφάσεις - όπως και στην προσβαλλόμενη ενώπιον του Αρείου Πάγου που κατέληξε στην Ολομέλεια αυτού - χωρεί η ερμηνεία ότι το δάνειο καταβάλλεται όντως σε ελβετικό φράγκο, τότε πρόκειται για καταβολή σε ξένο νόμισμα, οπότε, κατά το συμβατικό όρο, η αποπληρωμή στο εθνικό νόμισμα γίνεται με την τρέχουσα ισοτιμία του χρόνου αυτής. Τυχόν ανίσχυρο του συμβατικού όρου, όπως λόγω καταχρηστικότητας, θα είχε ως αποτέλεσμα την εφαρμογή της αντίστοιχης εθνικής διάταξης, δηλ. του ΑΚ 291, που έχει την ίδια έννοια. Την ερμηνεία αυτή υιοθετεί η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
Το αντεπιχείρημα ότι το ΑΚ 291 εφαρμόζεται σε συμβάσεις στιγμιαίας εκπλήρωσης αποκρούεται εύκολα με την επίκληση αφενός του αδιάκριτου της εφαρμογής αφετέρου του διαρκούς οφέλους του λήπτη συναλλλάγματος, δηλ. νομίσματος μη υποκείμενου στην εθνική διακύμανση της αξίας του δυνατότητας κέρδους. Η επίκληση του αναχρονιστικού χαρακτήρα της ρύθμισης ως απότοκου των αλλοτινών νομισματικών περιορισμών αίρεται ακριβώς από το γεγονός της αδυναμίας εφαρμογής της εκείνη την εποχή και χρήσης της σε σειρά προγενέστερων και μεταγενέστερων διεθνών συμβάσεων.
Η ερμηνεία που υιοθέτησε η πλειοψηφία της Ολομελειας του Αρείου Πάγου συνεπάγεται το εξής: Ο συμβατικός όρος μη εισάγοντας κάτι διαφορετικό από την κανονιστική ρύθμιση επαναλαμβάνει αυτήν και, συνεπώς, έχει δηλωτικό περιεχόμενο. Σε αυτήν την περίπτωση αυτό που θα κριθεί για τη νομιμότητά  του είναι η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόζεται ελλείψει συμβατικής ρύθμισης. Μια τέτοια ρύθμιση, όμως, θα μπορούσε να χαρακτηριστεί ως αναγκαστικού δικαίου κατ' άρθ. 1 § 2 Οδ. 93/13/ΕΟΚ, υπό την έννοια ότι καλείται σε εφαρμογή ακριβώς λόγω απουσίας εκπεφρασμένης δικαιο-πρακτικής βούλησης και προς κάλυψη δικαιοπρακτικού κενού που χρήζει συμπλήρωσης. Άλλωστε, εκεί η έννοια του αναγκαστικού δικαίου, όπως ορθά δέχεται η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, δεν ταυτίζεται με την αντίστοιχη έννοια του εθνικού δικαίου, αλλά περιλαμβάνει κάθε δεσμευτικό κανόνα δικαίου, ακόμα και αυτούς που κατά το εθνικό δίκαιο χαρακτηρίζονται ενδοτικού δικαίου. Αυτού του είδους, όμως, οι ρυθμίσεις εξαιρούνται του ελέγχου καταχρηστικότητας. Τη θέση αυτή υιοθετεί η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου.
Ακόμη κι αν δεν εφαρμοζόταν το άρθ. 1 § 2 Οδ. 93/13/ ΕΟΚ, το οποίο γίνεται με την παραδοχή οριζόντιου αποτελέσματος της Οδηγίας σε  βάρος των οφειλετών, η εφαρμογή της εθνικής διάταξης για την καταβολή σε ξένο νόμισμα οδηγεί στο ίδιο ερμηνευτικό πόρισμα. Αυτό που θα μπορούσε να μεταβάλλει τα δεδομένα θα ήταν η επίκληση μη εφαρμογής ως εφαρμοστέας του ΑΚ 291, που δεν γίνεται με βάση όσα εκτίθενται στην απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου και την παραπεμπτική αυτής. Το ίδιο θα προκαλούσε η επίκληση αντίθεσης του ΑΚ 291 στις διατάξεις της Οδ. 93/13/ΕΟΚ, για την οποία δεν υπάρχει περιθώριο λόγω του μη ελέγχου καταχρηστικότητας του κυρίου αντικειμένου της σύμβασης (άρθ. 4 § 2 Οδ. 93/13/ΕΟΚ), όπως εν προκειμένω, ή σε άλλες διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος, που δεν θα μπορούσαν να βρεθούν καθώς η ρύθμιση για την καταβολή σε ξένο νόμισμα κατά την τρέχουσα ισοτιμία αποτελεί κοινή αρχή του δικαίου των κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Αυτό που έχει υποστηριχθεί νομολογιακά και προβλήθηκε στην εξετασθείσα αναίρεση είναι ότι η ρήτρα ελβετικού φράγκου με την έννοια της επιστροφής καταβληθέντος σε ξένο νόμισμα κατά την τρέχουσα ισοτιμία είναι καταχρηστικής ως αδιαφανής, διότι ο δανειολήπτης δεν έχει ακριβή εικόνα του συναλλαγματικού κινδύνου καθόλη τη διάρκεια της σύμβασης. Πέραν του γεγονότος ότι σε μια τέτοια ρήτρα τόσο ακριβή εικόνα θα μπορούσε να υποστηριχθεί ότι δεν μπορεί να έχει ούτε η τράπεζα που χορηγεί την πίστωση και ότι η γνώση του κινδύνου γιγάντωσης της οφειλής του κεφαλαίου, που γίνεται εσχάτως δεκτός, θα μπορούσε να θεμελιωθεί στα δεδομένα της κοινής πείρας, η παραδοχή αυτή προϋποθέτει τη νομιμότητα της ρήτρας εφόσον προηγηθεί επαρκής ενημέρωση. Με άλλα λόγια, κατά την άποψη αυτή δεν είναι η ρήτρα ελβετικού φράγκου άκυρη σε κάθε περίπτωση, παρά μόνο όταν απουσιάζει η σχετική πληροφόρηση, κάτι, ωστόσο, που θα κριθεί αυτεπαγγέλτως και με αναφορά στο χρόνο σύναψης της σύμβασης. Η παραδοχή αυτή του κύρους της ρήτρας ελλείψει των προαναφερθεισών αρνητικών προϋποθέσεων συσκοτίζει το ζήτημα μεταθέτοντας την προβληματική από το περιεχόμενο στη μορφή και ανοίγει το δρόμο για την απερίφραστη επιβεβαίωση του κύρους της.
Ως προς το περιεχόμενο της ρήτρας ελβετικού φράγκου το πραγματικό πρόβλημα στη κριθείσα αναίρεση έγκειται αλλού. Επειδή επρόκειτο για αλματική αναίρεση (Sprungrevision), δηλ. κατά παράκαμψη του δεύτερου δικαιοδοτικού βαθμού, - επιτρέπεται με ρητή ή σιωπηρή παραίτηση από την έφεση, αλλά εμποδίζει την περαιτέρω συγκεκριμενοποίηση τών πραγματικών περιστατικών με την επανάληψη της κατ ουσίαν κρίσης (ΚΠολΔ 525 § 1) -, ο αναιρεσειών ουσιαστικά προβαίνει στην εκούσια αποκρυστάλλωση του πραγματικού υλικού της υπόθεσης περιορίζοντας το αντικείμενο του αναιρετικού ελέγχου σε βάρος του. Όπως εξηγείται στη συνέχεια, αυτό δεν ήταν το μόνο πρόβλημα της κριθείσας αναίρεσης.
γ) Ρήτρα υπολογισμού της καταβολής σε ελβετικό φράγκο
Ο Άρειος Πάγος δεσμεύεται από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από την προσβαλλόμενη απόφαση. Τι, ωστόσο, έγινε δεκτό ως πραγματικά περιστατικά από την προσβαλλόμενη απόφαση αποτελεί αντικείμενο ερμηνείας και ως προς αυτήν δεν υπάρχει δέσμευση, κάτι που κατοχυρώνεται νομοθετικά και ως αναιρετικός λόγος (ΚΠολΔ 561 § 1  in f.).
Με την ερμηνεία των ρητρών ελβετικού φράγκου να μην είναι αναμφίβολη και τον όρο της καταβολής σε ξένο νόμισμα να αποτελεί την προφανή και ευκολότερη, αλλ όχι την πλέον εμπεριστατωμένη ερμηνεία, η εκδοχή της εξαρχής καταβολής του δανείου σε ευρώ και της αποπληρωμής του σε αυτό με αναγωγή αμφοτέρων σε ελβετικό φράγκο κατά την ισοτιμία του χρόνου συντέλεσής του διαφοροποιεί τα ερμηνευτικά δεδομένα. Σ' αυτήν την ερμηνευτική εκδοχή, που, όπως καταδείχθηκε, ανταποκρίνεται καλύτερα στις παραδοχές των αποφάσεων και των περιστάσεων αυτών - συμπεριλαμβανομένης της περίπτωσης που έκρινε η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου -, απουσιάζει η παροχή σε ξένο νόμισμα αποκλείοντας έτσι την εφαρμογή του ΑΚ 291. Πρόκειται, πλέον, για ιδιόμορφη, αρρύθμιστη πλην καταρχήν επιτρεπτή ρήτρα υπολογισμού των καταβολών σε ξένο νόμισμα με έρεισμα στην ελευθερία των συμβάσεων (ΑΚ 361). Στην περίπτωση αυτή η συγκεκριμένη ρήτρα, παρεπόμενη της κύριας σύμβασης, δεν μπορεί να αντιστρατεύεται την τελευταία.
Στη σύμβαση του δανείου ο οφειλέτης έχει υποχρέωση να επιστρέψει, πέραν του συνήθως οφειλόμενου τόκου, αυτό που έλαβε ως κεφάλαιο (ΑΚ 806). Τούτο σημαίνει ότι, ανεξαρτήτως των τυχόν διακυμάνσεων του κεφαλαίου λόγω της συνάρτησής του με συγκεκριμένο ξένο νόμισμα, κατά το χρόνο της καταβολής επέρχεται αποκρυστάλλωση της οφειλής. Μετά το χρόνο καταβολής του δανείσματος δεν χωρεί πλέον αναπροσαρμογή αυτού, γιατί τότε η παροχή του οφειλέτη δεν θα οριστικοποιούνταν ποτέ και θα παρέμενε εσαεί οριστή κι όχι ορισμένη. Την άποψη αυτή υιοθετεί η μειοψηφία της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, δηλ. άποψη αντίθετη προς τη θέση της πλειοψηφίας της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου όχι επί του νομικού, αλλά επί του πραγματικού ζητήματος.
ΚΠολΔ, I² (2018), άρθ. 553 αριθ. 15. 55. Αν, μάλιστα, η πραγματική βάση της προσβαλλόμενης απόφασης ήταν αναντίρρητη, τότε η απόφαση στο συγκεκριμένο ζήτημα θα ήταν ομόφωνη. Η άποψη, πάντως, της μειοψηφίας δεν περιορίζεται στον περιορισμό της ενοχής στο εθνικό νόμισμα.
Η άποψη της μειοψηφίας της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, άποψη που, όπως καταδείχθηκε, εναρμονίζεται καλύτερα προς το πραγματικό υλικό της υπόθεσης, οδηγεί στην κρίση ότι ρευστότητα των υποχρεώσεων, όπως στη ρήτρα υπολογισμού σε ελβετικό φράγκο, αντιστρατεύται τα χρηστά ήθη: Οι αντιλήψεις των συναλλαγών δεν δικαιολογούν λογικά την αντιπαροχή απλώς οριστή, όταν η παροχή είναι - αναγκαστικά - ορισμένη, κάτι που επιβεβαιώνεται από την νομοθετική επιλογή του Αστικού Κώδικα να αποτρέπει τη διαιώνιση της απροσδιοριστίας των παροχών επιβάλλοντας την οριστικοποίηση πριν από την εκπλήρωσή τους (ΑΚ 371-373, 379).
Στη ρήτρα υπολογισμού σε ελβετικό φράγκο από τη στιγμή που η καταβολή του δανείου γίνεται σε ευρώ, το ποσό αυτού σε ευρώ κατά το χρόνο της καταβολής γίνεται το αντικείμενο της οφειλής του κεφαλαίου ως το δανεισθέν και πλέον ο υπολογισμός σε ελβετικό φράγκο αποδίδει την εναλλακτική του ευρώ έκφραση της οφειλής και όχι το αντίστροφο. Το επακόλουθο αυτό επίσης υιοθετείται από τη μειοψηφία της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου και συνεπάγεται με τη σειρά του τα εξής: Η καταβολή σε ελβετικό φράγκο ως απροσδόκητη και ασύμφορη καταλήγει να είναι αντίθετη στα συναλλακτικά ήθη, και το αντικείμενο της οφειλής απλοποιείται. Εφεξής αυτό οριοθετείται αποκλειστικά σε ευρώ και η ρήτρα υπολογισμού σε ελβετικό φράγκο περιορίζεται προς εφαρμογή στο χρόνο πριν από την καταβολή του δανείου και μετά από την τυχόν μεταβολή των οικονομικών συνθηκών του οφειλέτη (ΑΚ 288) που θα του επιτρέπουν να συναλλάσσεται σε ελβετικό φράγκο εξίσου με το ευρώ.
Η ερμηνεία αυτή κάλλιστα θα μπορούσε να είχε υιοθετηθεί από την πλειοψηφία αν είχε προσβληθεί ακριβώς το πραγματικό πόρισμα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης. Τούτο θα μπορούσε να γίνει ευθέως, αν είχε προηγηθεί έφεση με λόγo την εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ή εμμέσως με προσβολή της ορθότητας της αιτιολογικής βάσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (ΚΠολΔ 559 αριθ. 19) ή της παραμόρφωσης του εγγράφου της δανειακής σύμβασης (ΚΠολΔ 559 αριθ. 20)· ούτε αυτό, όμως, έγινε, όπως προκύπτει από την απόφαση.

III. Δικονομικά ζητήματα.

1. Παραδεκτό λοιπών αναιρετικών λόγων.

Όπως προκύπτει και από την απόφαση με την οποία παραπέμφθηκε η υπόθεση στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, προς εξέταση εκεί δύο λόγοι αναίρεσης κατά της κύριας βάσης της απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης αριθ. 8713/2016, με την οποία απορρίφθηκε αγωγή σε πρώτο βαθμό και κατέστη τελεσίδικη με παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας τακτικών ενδίκων μέσων. Με τους λόγους αυτούς προβαλλόταν παράβαση νόμου (ΚΠολΔ 559 αριθ. 1) και ειδικότερα αφενός του άρθ. 2  § §  1, 6 & 7 Ν 2251/ 1994, δυνάμει του οποίου κατά την αναιρεσείουσα έπρεπε να γίνει δεκτή η αγωγή της και να κηρυχθεί άκυρη η ρήτρα ελβετικού φράγκου στην επίδικη σύμβαση, με όσες άλλες συνέπειες εξέθετε στην αγωγή της, αφετέρου του άρθ. 1 § 2 Οδ. 93/13/ ΕΟΚ, το οποίο κατά την αναιρεσείουσα δεν αναπτύσσει οριζόντιο αποτέλεσμα έναντι των ιδιωτών. Με τους λόγους να έχουν απορριφθεί, ο πρώτος λόγω της κρατήσασας προσέγγισης των πραγματικών παραδοχών της προσβαλλόμενης απόφασης και ο δεύτερος κατ επιβεβαίωση της αρχικά δοθείσας ερμηνείας - έτσι κι αλλιώς λόγω μη επίκλησης ανίσχυρου ή ανεφάρμοστου του ΑΚ 291 - η κύρια αιτιολογική βάση της απόφασης κατέστη απρόσβλητη και, συνεπώς, το διατακτικό, που θεμελιώνεται σε αυτήν. Αναφάνηκε, λοιπόν, το ζήτημα της εξέτασης των λοιπών αιτιολογικών βάσεων.
Από τη στιγμή που η ίδια η αναίρεση αναγνωρίζει περισσότερες αιτιολογικές βάσεις της προσβαλλόμενης απόφασης και μία από αυτές, και δη και η κύρια, δεν κατέπεσε, παρέλκει η εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης. Το συμπέρασμα αυτό, πέρα από θέση του κρίναντος δικαστηρίου, υπαγορεύεται από την κοινή λογική, αφού ακόμα και η πλήρης αποδοχή των λοιπών λόγων αναίρεσης δεν θα εξαφάνιζε την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά θα μετέβαλε απλώς την αιτιολογία της. Το μόνο στο οποίο θα οδηγούσε η εξέταση των λοιπών λόγων αναίρεσης θα ήταν η συνέχιση της δίκης δίχως ουσιαστικό αποτέλεσμα, καθώς το διατακτικό θα επικυρωνόταν.
Στην έφεση, στην οποία γίνεται έλεγχος ουσίας, η αντικατάσταση των αιτιολογιών δικαιολογείται, ακόμα κι όταν το διατακτικό μένει αλώβητο· επειδή, όμως, η πεμπτουσία της απόφασης έγκειται στην απαγγελία των εννόμων συνεπειών της, που επέρχεται με το διατακτικό, η διατήρηση αυτού συνεπάγεται την απόρριψη της έφεσης (ΚΠολΔ 534). Στην αναίρεση, στην οποία οι αιτιολογίες έχουν σημασία μόνο για τον προσδιορισμό της έκτασης του δεδικασμένου (Πρβλ. ΚΠολΔ 559 αριθ. 16 & 18), η διατήρηση του διατακτικού οδηγεί κατευθείαν στην απόρριψη της αναίρεσης, εκτός και αν συντρέχει έννομο συμφέρον για την αποτροπή (εσφαλμένου) δεδικασμένου (ΚΠολΔ 578).
Ορθά, λοιπόν, η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου δεν υπεισήλθε στην έρευνα των λοιπών λόγων αναίρεσης, χωρίς αυτό να προσβάλλει το δικαίωμα στη χρηστή δίκη αλλά τουναντίον υπαγορεύεται από αυτήν ενόψει των προηγούμενων παραδοχών του. Βέβαια, αυτό το ερμηνευτικό πόρισμα δεν συνάγεται από το ΚΠολΔ 556, που επικαλείται η απόφαση, αλλά από το ΚΠολΔ 578. Κάτι τέτοιο, όμως, σε κάθε περίπτωση δεν αναιρεί την ορθότητα της εκφερθείσας κρίσης.
2. Πρόσθετη παρέμβαση
Στη δίκη ενώπιον της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου ασκήθηκαν τρεις απλές πρόσθετες παρεμβάσεις προσώπων διαδίκων σε δίκες με το ίδιο νομικό ζήτημα. Για την πρόσθετη παρέμβαση το ΚΠολΔ 80 ζητεί έννομο συμφέρον και αυτό, με τη σειρά του, κατά τη λακωνική πλήν πλήρη διατύπωση του ΚΠολΔ 68 προϋποθέτει δικαίωμα. Με άλλα λόγια, για το έννομο συμφέρον στην απλή πρόσθετη παρέμβαση δεν αρκεί η νομική συνάφεια, αλλά συνέπειες στα δικαιώματα του παρεμβαίνοντος. Έτσι, ο παρεμβαίνων πρέπει να θίγεται από το δεδικασμένο, την εκτελεστότητα ή τις αντανακλαστικές συνέπειες της απόφασης, όπως ορθά δέχθηκε η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, μια και διαφορετικά παρεμβαίνει σε δίκη που δεν τον αφορά θίγοντας τα ουσιαστικά δικαιώματα και τις υποχρεώσεις διαδίκου από έννομη σχέση στην οποία δεν μετέχει και δεν το θίγει. Στο πλαίσιο αυτό ορθώς απορρίφθηκαν οι πρόσθετες παρεμβάσεις των δύο φυσικών προσώπων και έγινε δεκτή η πρόσθετη παρέμβαση της ένωσης καταναλωτών με μέλος την αναιρεσείουσα.
Το έννομο συμφέρον της ένωσης καταναλωτών προς υποστήριξη του μέλους της ρυθμίζεται ειδικά (άρθ. 10 § 15 εδ. γ´ Ν 2251/1994) και συνιστά απόρροια αφενός του προστατευτικού σκοπού των ενώσεων (άρθ. 10 § 1 εδ. β´ Ν 2251/1994)65 - συνέπεια, με τη σειρά του, της νομιμοποιητικής λειτουργίας του καταστατικού -, αφετέρου της έννομης σχέσης συμμετοχής του μέλους στο σωματείο της ένωσης (άρθ. 10 § 2 εδ. β´ & ε´ Ν 2251/ 1994), με  βάση την οποία η ένωση καταναλωτών καθίσταται κοινωνός των διεκδικήσεων των μελών της και δικαιούται να αντλεί τις σχετικές πληροφορίες.
Αν μεν η ένωση καταναλωτών δικαιούται και μπορεί να γνωρίζει τις δικαστικές ενέργειες των μελών της στα θέματα που άπτονται του καταστατικού σκοπού, το ίδιο δεν ισχύει για τους λοιπούς παρεμβαίνοντες. Ενόψει της μυστικότητας της προδικασίας ανακύπτει το ερώτημα της πηγής της πληροφόρησης των λοιπών παρεμβαινόντων: Αν μεν αυτή έγκειται στη διάθεση των πληροφοριών από την αναιρεσείουσα, το δικαίωμα διάθεσης των προσωπικών δεδομένων αίρει κάθε φραγμό νομιμότητάς της. Αν, όμως, τέτοια διάθεση δεν υπήρξε, τότε προκύπτει ζήτημα παραβίασης του υπηρεσιακού (ΠΚ 252  § § 1 & 3) ή του δικηγορικού απορρήτου (ΠΚ 371 § 1), το οποίο είναι άξιο έρευνας, πλην όμως δεν απασχόλησε την απόφαση. Την αξία της έρευνας μιας τυχόν παραβίασης απορρήτου υπογραμμίζει το επιβλαβές των συνεπειών της για τους λήπτες των δεδομένων, καθώς προέβησαν σε δικονομικές ενέργειες που είχαν μεν κόστος γι'  αυτούς, αλλά δεν θα μπορούσαν να τους αποφέρουν όφελος ενόψει της περιορισμένης νομιμοποίησης στην πρόσθετη παρέμβαση.

IV. Τελικές παρατηρήσεις

Η εκδοθείσα απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου αποτέλεσε την εύλογη συνισταμένη περισσότερων παραγόντων: της ασάφειας στην έκθεση των δικαιοπαραγωγικών περιστατικών των προσφευγόντων, της αδυναμίας της νομολογίας να υπερβεί το όριο του δυνατού και να διαλευκάνει τη συγκεχυμένη εικόνα που της εξετίθετο προς κρίση, της απροθυμίας των ερμηνευτών να εξετάσουν διεξοδικά τα υποκείμενα πραγματικά περιστατικά και να προσπεράσουν τις εύκολες, παραδεδεγμένες πλην παρεμφερείς κι όχι επί τούτου λύσεις και της αδιαφορίας της πολιτείας να παρέμβει για την επίλυση ενός οικονομικού προβλήματος που προσέλαβε κοινωνικές και πολιτικές διαστάσεις, παρότι της δόθηκε η ευκαιρία.
Υπό τις συνθήκες αυτές το ερμηνευτικό αποτέλεσμα στο οποίο κατέληξε η απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου μαρτυρεί περισσότερο την αγωνιώδη προσπάθεια των δικαστών να επιλύσουν ένα νομικό πρόβλημα που κατέστη γριφώδες, οδηγώντας το προς λύση στο μεγαλύτερο δυνατό δικαιοδοτικό σχηματισμό, παρά το αντίθετο, όπως εύκολα και ατεκμηρίωτα αφέθηκε να αιωρείται ως κριτική. Η επίκληση, ως εύκολου ερείσματος κριτικής, πρόσφατων αποφάσεων του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως σχετικών και δικαιολογουσών αποστολή προδικαστικού ερωτήματος υπήρξε αν μη τι άλλο άτοπη, αφού αυτές δεν έκριναν την ουσία των ρητρών, αλλά το επιτρεπτό της εθνικής νομοθετικής παρέμβασης, που απουσιάζει στη χώρα μας. Άλλωστε, αν πρυτάνευε η αδιαφορία, εύκολα και αβασάνιστα θα μπορούσε να απορριφθεί η σχετική αναίρεση από το παραπέμπον τμήμα με αιτιολογία πλήρη αλλά απλούστερη στη συγκρότηση.
Ότι η μειοψηφία που διατυπώθηκε στην απόρριψη καθενός από τους λόγους αναίρεσης προχωρεί περισσότερο από την επιχειρηματολογία αυτών και αναδεικνύει ζητήματα μέχρι τότε εκτός προβληματισμού αναδεικνύει ακριβώς την προσπάθεια σε βάθος αναζήτησης της ουσιαστικής αλήθειας, πέραν και πάνω από την προβληθείσα προς αποδοχή επιχειρηματολογία. Ο επιστημονικός προβληματισμός που εκτίθεται στην απόφαση περισσότερο ανοίγει παρά κλείνει την οδό της δικαστικής αμφισβήτησης, εφόσον το πραγματικό ζήτημα των ρητρών ελβετικού φράγκου τεθεί στις πραγματικές του διαστάσεις κι όχι σε αυτές που διευκολύνουν όσους το προβάλλουν δικαστικά.
-------------
Άρειος Πάγος, πλήρης Ολομέλεια, 4/ 2019.

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές της πλήρους Ολομέλειας: Βασίλειο Πέππα, Πρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Γεώργιο Λέκκα, Πηνελόπη Ζωντανού και Μαρία Χυτήρογλου, Αντιπροέδρους του Αρείου Πάγου, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Αθανάσιο Καγκάνη, Ειρήνη Καλού, Αρτεμισία Παναγιώτου, Σοφία Ντάντου, Χρήστο Βρυνιώτη, Δημήτριο Τζιούβα, Διονυσία Μπιτζούνη, Γεώργιο Χοϊμέ, Μαρία Νικολακέα, Αβροκόμη Θούα, Ιωάννη Φιοράκη, Γεώργιο Παπαηλιάδη, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Παρασκευή Καλαϊτζή, Ναυσικά Φράγκου, Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου, Μαρία Τζανακάκη, Γεώργιο Αποστολάκη - Εισηγητή, Αρετή Παπαδιά, Ερωτόκριτο Ερωτοκρίτου, Μαρία Γεωργίου, Γεώργιο Παπανδρέου, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου, Κυριάκο Οικονόμου, Ευφροσύνη Καλογεράτου - Ευαγγέλου, Βασιλική Μπαζάκη - Δρακούλη, Σοφία Τζουμερκιώτη, Λουκά Μόρφη, Γεώργιο Δημάκη, Ελένη ΦραγκάκηΛάμπρο Καρέλο, Μαρία Βασδέκη, Ανθή Γκάμαρη, Ζαμπέτα Στράτα, Γεώργιο Χριστοδούλου, Πηνελόπη Παρτσαλίδου - Κομνηνού, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου, Μαρία Κουβίδου, Σταματική Μιχαλέτου - Τσιχλάκη, Στυλιανό Δαρέλλη, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Κωνσταντίνο Παναρίτη, Αλεξάνδρα Σιούτη, Ζωή Κωστόγιαννη - Καλούση, Θεοδώρο Μαντούβαλο, Χρυσούλα Φλώρου - Κοντοδήμου και Γεώργιο Κόκκορη, Αρεοπαγίτες.


Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 27 Σεπτεμβρίου 2018, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ιωάννη Αγγελή, για να δικάσει την εξής υπόθεση:...
Ο Εισαγγελέας, αφού έλαβε τον λόγο από τον Πρόεδρο, εισήγαγε την πρόταση της Εισαγγελέως του Αρείου Πάγου, και πρότεινε να γίνουν δεκτοί, ως κατ' ουσίαν βάσιμοι, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, κατά το οικείο μέρος από το άρθρο 559 αρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. και την συμπληρωματική πρόταση του ιδίου.

Από τη διάταξη του άρθρου 80 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι "αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, έως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν", προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση από κάποιο πρόσωπο μπορεί να ασκηθεί για πρώτη φορά και ενώπιον της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου. Περαιτέρω, από την ίδια διάταξη, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αναγκαίος όρος για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης είναι η ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος. Υφίσταται δε έννομο συμφέρον για παρέμβαση όταν με αυτή μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία νομικής υποχρεώσεως σε βάρος του. Πρέπει, όμως, αυτά είτε να απειλούνται από τη δεσμευτικότητα ή εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί, είτε να υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειες αυτής. Ως εκ τούτου για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης δεν αρκεί το ότι σε δίκη, εκκρεμή μεταξύ άλλων, πρόκειται να λυθεί νομικό ζήτημα που θα ωφελήσει ή θα βλάψει τον προσθέτως παρεμβαίνοντα, επειδή υφίσταται ή ενδέχεται να ανακύψει σε δίκη μεταξύ αυτού και κάποιου από τους διαδίκους ή τρίτου, αλλά απαιτείται η έκβαση της δίκης, στην οποία παρεμβαίνει, να θίγει ευθέως, από την άποψη του πραγματικού και νομικού ζητήματος, τα έννομα συμφέροντά του (Ολομ ΑΠ 4 και 9/2018, 17/2015 12/ 2013).
Στην προκείμενη περίπτωση, παρενέβησαν πρόσθετα υπέρ της αναιρεσείουσας, για πρώτη φορά ενώπιον της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, οι: α) Α. Π. χήρα Σ. Σ., κάτοικος ..., β) Ε. Σ. του Ν., κάτοικος ... και γ) το σωματείο με την επωνυμία "Ινστιτούτο Καταναλωτών …" που εδρεύει στη …, επικαλούμενοι οι μεν δύο πρώτες ότι έχουν ασκήσει όμοιες με την ένδικη αγωγές με τις οποίες ζητούν την ακύρωση παρόμοιας ρήτρας, ως καταχρηστικής, ότι εκκρεμούν ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων, καθώς και ότι τυχόν απόρριψη της ένδικης αίτησης αναίρεσης θα επηρεάσει την πορεία των δικών τους αγωγών με τη δημιουργία αρνητικής νομολογίας, η δε τρίτη ότι είναι ένωση καταναλωτών κατά την έννοια του άρθρου 10 παρ. 1 ν. 2251/1994 και η αναιρεσείουσα μέλος της, οπότε δικαιούται κατά το άρθρο 10 παρ. 15 ν. 2251/1994 να παρέμβει για την υποστήριξη των δικαιωμάτων της ως καταναλωτή. Ωστόσο, όσον αφορά τις δύο πρώτες παρεμβαίνουσες, το γεγονός ότι σε ενδεχόμενη απόρριψη της αιτήσεως, η επίλυση του νομικού ζητήματος και η δεσμευτικότητα της αποφάσεως θα επηρεάσει τη λύση επί των ομοίων ερμηνευτικών ζητημάτων που τίθενται και στις δικές τους αγωγές, δεν συγκροτούν, σύμφωνα με την προπαρατιθέμενη νομική σκέψη, δικό τους άμεσο έννομο συμφέρον για την άσκηση παρέμβασης, αφού η τυχόν έκδοση μη ευνοϊκής για την αναιρεσείουσα απόφασης δεν πρόκειται να θίξει ευθέως ίδιο δικαίωμα και να επηρεάσει νομικά κατά οποιοδήποτε δυσμενή τρόπο τη θέση των παρεμβαινουσών. Επομένως, οι πρόσθετες παρεμβάσεις αυτών πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες για έλλειψη εννόμου συμφέροντος. Η παρέμβαση, όμως, του σωματείου με την επωνυμία "Ινστιτούτο Καταναλωτών …", δηλαδή σωματείου που αποτελεί "ένωση καταναλωτών" κατά την έννοια του άρθρου 10 παρ. 1 ν. 2251/1994, υπέρ μέλους του (αναιρεσείουσας) είναι παραδεκτή και νόμιμη (άρθρα 80, 81 ΚΠολΔ), έστω και αν δεν συντρέχει έννομο συμφέρον κατά την ανωτέρω έννοια, διότι νομιμοποιείται προς τούτο δυνάμει ειδικής νομοθετικής πρόβλεψης, δεδομένου ότι σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 15 ν. 2251/1994, όπως κωδικοποιήθηκε με το άρθρο 1 της ΥΑ 5338/2018, "Κάθε ένωση καταναλωτών ... δικαιούται να παρεμβαίνει προσθέτως σε εκκρεμείς δίκες μελών της για την υποστήριξη των δικαιωμάτων τους ως καταναλωτών". Πρέπει λοιπόν να συνεκδικασθεί με την αίτηση και να ερευνηθεί περαιτέρω.

Το άρθρο 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου 1993 σχετικά με τις καταχρηστικές ρήτρες των συμβάσεων που συνάπτονται με καταναλωτές προβλέπει ότι: "Οι ρήτρες της σύμβασης που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου καθώς και διατάξεις ή αρχές διεθνών συμβάσεων στις οποίες έχουν προσχωρήσει τα κράτη μέλη ή η Κοινότητα, ιδίως στον τομέα των μεταφορών, δεν υπόκεινται στις διατάξεις της παρούσας Οδηγίας. Η έκφραση "νομοθετικές και κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου" που αναφέρεται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 καλύπτει επίσης τους κανόνες οι οποίοι εφαρμόζονται κατά νόμον μεταξύ των συμβαλλομένων, εάν δεν έχει συμφωνηθεί άλλως". Επιπλέον, στην 13η σκέψη του Προοιμίου της εν λόγω Οδηγίας εξηγείται ότι: "Οι νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις των κρατών μελών που καθορίζουν, άμεσα ή έμμεσα, τους όρους των συμβάσεων με τους καταναλωτές θεωρείται ότι δεν περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες- ότι, κατά συνέπεια, δεν χρειάζεται να υπάγονται στις διατάξεις της παρούσας Οδηγίας οι ρήτρες που απηχούν νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου, καθώς και αρχές ή διατάξεις διεθνών συμβάσεων, στις οποίες έχουν προσχωρήσει τα κράτη-μέλη ή η Κοινότητα• ότι, γι' αυτόν τον λόγο, η έκφραση "νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου " που αναφέρονται στο άρθρο 1 παράγραφος 2 καλύπτει τους κανόνες οι οποίες εφαρμόζονται κατά νόμο μεταξύ των συμβαλλομένων, εάν δεν έχει συμφωνηθεί άλλως". Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι, κατά την Οδηγία 93/12, συμβατικοί όροι οι οποίοι απηχούν, δηλαδή επαναλαμβάνουν νοηματικά ή ταυτίζονται με, διατάξεις μιας χώρας-μέλους εξ ορισμού δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής της Οδηγίας και επομένως δεν υπόκεινται σε έλεγχο καταχρηστικότητας ως γενικοί όροι συναλλαγών, αφού αυτό που προβλέπεται ως συμβατικός όρος θα ίσχυε έτσι και αλλιώς, ακόμη και αν δεν υπήρχε η επίμαχη ρήτραΑιτιολογία του αποκλεισμού αυτού είναι το γεγονός ότι οι εθνικές διατάξεις εξ ορισμού δεν περιέχουν καταχρηστικές ρήτρες, αφού ο εθνικός νομοθέτης ήδη προέβη σε στάθμιση συμφερόντων των μερών και μία τέτοια νομοθετική στάθμιση δεν μπορεί να είναι καταχρηστική. Σε διαφορετική περίπτωση, ο έλεγχος των ρητρών αυτών για καταχρηστικότητα θα σήμαινε στην ουσία έλεγχο σκοπιμότητας του νομοθετικού έργου από τα δικαστήρια, πράγμα που αντίκειται στη διάκριση των εξουσιών (άρθρο 26 Συντ.) Οι όροι αυτοί, αποκαλούμενοι "δηλωτικοί", μπορεί να απηχούν εθνικές ρυθμίσεις όχι μόνον αναγκαστικού αλλά και ενδοτικού δικαίου, όπως σαφώς εξηγείται στην προπαρατιθέμενη σκέψη του Προοιμίου, με αποτέλεσμα η αναφορά του άρθρου 1 παρ. 2 σε "νομοθετικές ή κανονιστικές διατάξεις αναγκαστικού δικαίου" να μη συνιστά νομική ακριβολογία και γι' αυτό πρέπει να νοηθεί ως διατάξεις απλώς δεσμευτικού, αναγκαστικού ή ενδοτικού, δικαίου, αφού και οι διατάξεις του ενδοτικού δικαίου περιέχουν σταθμισμένες από το νομοθέτη ρυθμίσεις οι οποίες λαμβάνουν υπόψη τα συμφέροντα και των δύο μερών.
Περαιτέρω, είναι μεν αληθές ότι η ως άνω εξαίρεση των δηλωτικών όρων από τον έλεγχο καταχρηστικότητας δεν μεταφέρθηκε ρητά στο εθνικό δίκαιο με το ν. 2251/1994, που αποτελεί ενσωμάτωση στο ελληνικό δίκαιο της Οδηγίας 93/13. Παρότι, όμως, δεν έγινε μεταφορά της εξαίρεσης αυτής στο εθνικό δίκαιο με ειδική και ρητή διάταξη, εν τούτοις πρέπει να θεωρηθεί ότι ενυπάρχει στη ρύθμιση του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2251/1994 βάσει μίας εναρμονισμένης προς το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας. Και τούτο διότι σύμφωνα με την παρ. 6 του άρθρου 2 του ν. 2251/94: "Γενικοί όροι συναλλαγών που έχουν ως αποτέλεσμα τη σημαντική διατάραξη της ισορροπίας, των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή απαγορεύονται και είναι άκυροι. Ο καταχρηστικός χαρακτήρας γενικού όρου ενσωματωμένου σε σύμβαση κρίνεται αφού ληφθούν υπόψη η φύση των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά η σύμβαση, ο σκοπός της, το σύνολο των ειδικών συνθηκών κατά τη σύναψή της και όλες οι υπόλοιπες ρήτρες της σύμβασης ή άλλης σύμβασης από την οποία αυτή εξαρτάται". Επομένως, για να υπάρξει κατά το ν. 2251/1994 καταχρηστικότητα ενός ΓΟΣ, πρέπει αυτός να έχει ως αποτέλεσμα "την σημαντική διατάραξη των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των συμβαλλομένων σε βάρος του καταναλωτή". Σε περίπτωση, όμως, που ο επίμαχος όρος απηχεί διάταξη εθνικού δικαίου, αναγκαστικού ή ενδοτικού, τότε εξ ορισμού δεν νοείται, όπως προαναφέρθηκε, διατάραξη της ισορροπίας των συμβαλλομένων ούτε καταχρηστικότητα του συμβατικού όρουΣυνακόλουθα, ένας τέτοιος όρος εξ ορισμού αποκλείεται από πεδίο εφαρμογής του ν. 2251/1994. Η ως άνω ερμηνεία καταλήγει σε λύση σύμφωνη με το σκοπό της Οδηγίας, όπως αυτός εκφράζεται στο άρθρο 1 παρ. 2 αυτής και εξηγείται στη 13η σκέψη του Προοιμίου της. Ειδικότερα, στη σύμβαση τραπεζικού στεγαστικού δανείου σε αλλοδαπό νόμισμα μεταξύ των διαδίκων υφίσταται ο επίμαχος Γ.Ο.Σ., που υποχρεώνει τον οφειλέτη να εκπληρώνει τις εντεύθεν υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορηγήσεως, είτε σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πωλήσεως του νομίσματος χορηγήσεως την ημέρα της καταβολής, οπότε ανακύπτει το ζήτημα, εάν ο όρος αυτός είναι "δηλωτικός", ταυτίζεται δηλαδή ή απηχεί κατά περιεχόμενο εθνικές ρυθμίσεις, και μάλιστα όχι μόνο αναγκαστικού αλλά και ενδοτικού δικαίου. Πράγματι, το άρθρο 291 ΑΚ ορίζει σχετικά: "Όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή σε ξένο νόμισμα που πρέπει να πληρωθεί στην ημεδαπή ο οφειλέτης, αν δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο, έχει δικαίωμα να πληρώσει σε εγχώριο νόμισμα με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής". Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι στον οφειλέτη, που εγκύρως ανέλαβε οφειλή σε ξένο νόμισμα, παρέχεται η ευχέρεια να εξοφλήσει την οφειλή του αυτή είτε στο νόμισμα της οφειλής, είτε σε εγχώριο νόμισμα, με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής, δηλαδή την αξία που θα απαιτηθεί, προκειμένου ο δανειστής να αποκτήσει το νόμισμα της οφειλής. Κατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή υφίσταται μία οφειλή, σε ξένο νόμισμα", πλην όμως παρέχεται στον οφειλέτη η διαζευκτική ευχέρεια να καταβάλει άλλη παροχή αντί εκείνης που από την αρχή οφείλεται, και συγκεκριμένα σε εγχώριο νόμισμα, με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμήςΩστόσο, ένας τέτοιος όρος σε σύμβαση τοκοχρεωλυτικού δανείου μεταξύ Τράπεζας και δανειολήπτη, όπως στην προκείμενη περίπτωση, απηχεί το περιεχόμενο της διατάξεως του άρθρου 291 ΑΚ, και κατά συνέπεια, σύμφωνα με τα όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη, δεν νοείται διατάραξη της ισορροπίας των συμβαλλομένων, ούτε καταχρηστικότητα του σχετικού όρου. Ειδικότερα, η αναγραφή στον όρο αυτό, ότι ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορηγήσεως, είτε σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πωλήσεως του νομίσματος χορηγήσεως την ημέρα της καταβολής, δεν συνιστά διαζευκτική ενοχή, κατά την έννοια των άρθρων 305 επ. ΑΚ, παρά τη χρήση της λέξεως υποχρεούται, αφού δεν οφείλονται δύο αλλά μόνο μία παροχή, αυτή στο ξένο νόμισμα, και απλώς παρέχεται στον οφειλέτη η ευχέρεια να την εκπληρώσει, είτε στο νόμισμα της χορηγήσεως, είτε σε ευρώ, που είναι πλέον το εθνικό νόμισμα από 1-1- 2001, με βάση την τρέχουσα τιμή πωλήσεως του νομίσματος χορηγήσεως την ημέρα της καταβολήςΚατά συνέπεια, στην περίπτωση αυτή δεν έχουν έδαφος εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρων 305 επ. ΑΚ περί διαζευκτικής ενοχής, ώστε να τίθεται ζήτημα επιλογής εκ μέρους του οφειλέτη, εφόσον με τον όρο αυτό δεν του αφέθηκε η επιλογή, αν θα έχει δάνειο σε ξένο νόμισμα ή σε ευρώ, αλλά εξαρχής έχει προβεί στην επιλογή δανείου σε ξένο νόμισμα, και του παρέχεται η ευχέρεια να το εξοφλήσει είτε στο ξένο νόμισμα είτε σε ευρώ με βάση την τρέχουσα τιμή πωλήσεως του νομίσματος χορηγήσεως την ημέρα της καταβολής. Για το λόγο αυτό ένας τέτοιος όρος δεν επαναλαμβάνει μεν νοηματικά, απηχεί όμως το περιεχόμενο του άρθρου 291 ΑΚ.

Εν προκειμένω, από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής, η οποία επιτρέπεται για την διερεύνηση της βασιμότητας των ελεγχόμενων λόγων αναίρεσης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι η ενάγουσα ισχυρίζεται τα ακόλουθα: Ότι την 02.01.2007, στη Θεσσαλονίκη, σύναψε με την εναγόμενη τράπεζα σύμβαση στεγαστικού τοκοχρεωλυτικού δανείου σε ξένο νόμισμα, ποσού 243.225,00 ελβετικών φράγκων που αντιστοιχούσε, σύμφωνα με την ισχύουσα κατά την παραπάνω ημερομηνία ισοτιμία σε 150.000 ευρώ, με τους αναφερόμενους σε αυτήν όρους, οι οποίοι είχαν προδιατυπωθεί από την εναγόμενη και δεν αποτέλεσαν αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ των διαδίκων. Ότι την απόφαση να λάβει το εν λόγω δάνειο σε ελβετικό φράγκο και όχι σε ευρώ, την έλαβε κατόπιν προτροπής των υπαλλήλων της εναγομένης, οι οποίοι της το παρουσίασαν ως την πλέον συμφέρουσα πρόταση, λόγω του χαμηλού επιτοκίου, χωρίς ποτέ να της επισημανθεί ο κίνδυνος ανατροπής των συναλλαγματικών ισοτιμιών, που υπέκρυπτε η σύμβαση αυτή, ούτε να της προταθεί κάποιο πρόγραμμα αντιστάθμισης του κινδύνου αυτού, αν και γνώριζαν ότι η ίδια δεν είχε εισοδήματα σε ελβετικό φράγκο. Ότι, σύμφωνα με τον όρο 7° περ. α' παρ. 2 της δανειακής σύμβασης, "ο οφειλέτης υποχρεούται να εκπληρώνει τις εντεύθεν υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορήγησης, είτε σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης την ημέρα καταβολής". Ότι τόσο η εκταμίευση του δανείσματος έγινε κατευθείαν σε ευρώ σε λογαριασμό εξυπηρέτησης τηρούμενο σε ευρώ, όσο και οι εκάστοτε μηνιαίες τοκοχρεολυτικές δόσεις που από το Μάρτιο 2007 μέχρι 4.2.2015 καταβάλλονταν πάντοτε σε ευρώ με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του ελβετικού φράγκου την ημέρα κάθε καταβολής, τρόπο καταβολής που αποδέχθηκε η εναγομένη. Ότι η ισοτιμία του ελβετικού φράγκου έναντι του ευρώ κατά το χρόνο εκταμίευσης του δανείου ανερχόταν σε 1 προς 1,6215, πλην όμως σταδιακά, η ισοτιμία αυτή έφτασε την 04.02.2015 στο 1 προς 1,0175, με αποτέλεσμα να μεταβληθεί και το αρχικό κεφάλαιο του δανείου, το οποίο από 150.000 ευρώ κατά την ημέρα εκταμίευσης ανήλθε, την 04.02.2015, στο ποσό των 239.041,76 ευρώ. Ότι εξαιτίας της μεταβολής αυτής έχει εξανεμιστεί σήμερα σημαντικό μέρος των μηνιαίων καταβολών της, καθώς το άληκτο κεφάλαιο, την 04.02.2015, ήταν ίσο προς 27.784,85 ελβετικά φράγκα και με βάση την ισχύουσα κατά την ως άνω ημερομηνία ισοτιμία με 27.306,97 ευρώ παρά τις εν τω μεταξύ καταβολές, που είχε πραγματοποιήσει για την αποπληρωμή του κεφαλαίου, συνολικού ποσού 177.821,59 ευρώ. Ότι, εάν είχε ενημερωθεί από τους υπαλλήλους της εναγόμενης, ως προς τη μετακύλιση του συναλλαγματικού κινδύνου και τις συνέπειες αυτού, δεν θα είχε προβεί στην κατάρτιση της επίδικης σύμβασης, αφού επιδίωκε τη σύναψη σύμβασης στεγαστικού δανείου, προκειμένου να προβεί στην αγορά ακινήτου για την κάλυψη στεγαστικών αναγκών της οικογένειάς της. Ότι ο προαναφερόμενος όρος 7 περ. α' § 2 της δανειακής σύμβασης, ο οποίος προβλέπει την εξόφληση των υποχρεώσεών της έναντι της τράπεζας είτε στο νόμισμα της χορήγησης είτε σε ευρώ, αλλά με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης την ημέρα καταβολής κάθε τοκοχρεολυτικής δόσης, είναι καταχρηστικός και ως εκ τούτου αυτοδικαίως άκυρος, σύμφωνα με το άρθρο 2 ν. 2151/1994, αφενός διότι δεν είναι σαφής και κατανοητός ο οικονομικός λόγος για τον οποίο τέθηκε η ως άνω ρήτρα, ούτε και οι οικονομικές συνέπειες που απορρέουν από αυτήν, ως προς το συνολικό εν τέλει ύψος του προς απόδοση ποσού, με αποτέλεσμα η ρήτρα αυτή να παραβιάζει την αρχή της διαφάνειας και αφετέρου διότι εμφανίζει αοριστία ως προς τα κριτήρια διακύμανσης των δόσεων και του άληκτου κεφαλαίου, επιτρέποντας στην τράπεζα να τα προσδιορίζει οποτεδήποτε, μονομερώς, χωρίς να είναι εκ των προτέρων γνωστά στους ίδιους τα ειδικά και εύλογα κριτήρια, από τα οποία προκύπτει η εκάστοτε συναλλαγματική ισοτιμία. Ότι το κενό που δημιουργείται μετά την αναγνώριση της ακυρότητας του ως άνω όρου της σύμβασης θα πρέπει να συμπληρωθεί ερμηνευτικά με βάση την καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, με την εφαρμογή ως ρήτρας μετατροπής των ελβετικών φράγκων σε ευρώ, της συναλλαγματικής ισοτιμίας που ίσχυε κατά το χρόνο εκταμίευσης του δανείου. Ότι κατ' εφαρμογή της τελευταίας αυτής ισοτιμίας και με δεδομένο ότι ήδη έχει καταβάλει στην εναγόμενη το συνολικό ποσό των 199.590,73 ευρώ, από τα οποία το ποσό των 177.821,59 ευρώ καταλογίσθηκε προς αποπληρωμή του κεφαλαίου, ουδέν ποσό της οφείλει στα πλαίσια της ως άνω δανειακής σύμβασης, η οποία έχει εξοφληθεί ολοσχερώς. Με βάση το ιστορικό αυτό και ισχυριζόμενη επιπροσθέτως ότι οι υπάλληλοι της τράπεζας ουδέποτε την ενημέρωσαν επαρκώς, ως όφειλαν για τους κινδύνους από τη μεταβολής της συναλλαγματικής ισοτιμίας, ζητεί: Α) Να αναγνωρισθεί ότι είναι άκυρος ως καταχρηστικός ο ανωτέρω όρος της δανειακής σύμβασης. Β) να αναγνωρισθεί ως μόνη ρήτρα μετατροπής σε ευρώ του οφειλόμενου σε ελβετικά φράγκα ποσού, η συναλλαγματική ισοτιμία των δύο νομισμάτων, όπως ίσχυε κατά την ημέρα εκταμίευσης του ποσού του δανείου, δηλαδή η ισοτιμία 1 προς 1,6215 και Γ) να αναγνωρισθεί η ανυπαρξία της οφειλής της προς την εναγόμενη, βάσει της επίδικης δανειακής σύμβασης, ύψους την 04.02.2015, 27.784,84 ελβετικών φράγκων, καθώς και ότι η εναγόμενη ουδεμία χρηματική απαίτηση διατηρεί εναντίον της από τη σύμβαση αυτή. Η προσβαλλόμενη απόφαση, όπως προκύπτει από επισκόπησή της, απέρριψε (με δύο αιτιολογίες, μία κύρια και μία επικουρική) την αγωγή, ως μη νόμιμη, δεχόμενη τα εξής: "...το υπό στοιχείο Α' αίτημα της αγωγής, με το οποίο προβάλλεται η ακυρότητα του υπ' αριθ. 7 συμβατικού όρου της επίδικης σύμβασης, αποκλειστικά λόγω αντίθεσής του στις διατάξεις των άρθρ. 2 παρ. 1, 6 και 7 ν. 2251/1994 και 281 ΑΚ, πρέπει να απορριφθεί ως μη νόμιμο. Τούτο διότι ο όρος αυτός, κατά το εκτιθέμενο στο αγωγικό δικόγραφο περιεχόμενο του, εντάσσεται στους δηλωτικούς όρους (naturalia negotii) της επίδικης σύμβασης, όπως βασίμως ισχυρίζεται η εναγόμενη, αφού επαναλαμβάνει τη διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ, χωρίς να εισάγει απόκλιση από αυτήν και χωρίς να τη συμπληρώνει με επιπλέον ρυθμίσεις, ώστε δεν αποτελεί αυτός αντικείμενο δικαστικού ελέγχου σύμφωνα και με ρητή επιταγή της Οδηγίας 93/13 (βλ. 13η σκέψη του Προοιμίου και το άρθρο 1 παρ. 2 της Οδηγίας), κατά την οποία αποκλείονται από το πεδίο εφαρμογής της οι συμβατικές ρήτρες, που απηχούν τις ενδοτικού δικαίου διατάξεις της εθνικής νομοθεσίας χωρίς να τροποποιούν το περιεχόμενο τους ή το πεδίο εφαρμογής τους. Σε κάθε δε περίπτωση, τούτος δεν φέρει καταχρηστικό χαρακτήρα, ούτε πάσχει από αοριστία κατά το περιεχόμενο του, ενόψει του ότι ο προσδιορισμός της παροχής (μηνιαίας δόσης ή συνολικού ανεξόφλητου κεφαλαίου), σ' αυτήν την περίπτωση δεν καθίσταται αόριστος, αλλά προσδιορίζεται επαρκώς και η ακριβής καταγραφή του είναι θέμα απλού μαθηματικού υπολογισμού, δοθέντος ότι η τιμή πώλησης συναλλάγματος αποτελεί διαγνωστό αντικειμενικό μέτρο, αφού ισχύει για το σύνολο των συναλλασσομένων, και καθορίζεται από τη διατραπεζική αγορά, διαμορφούμενη ημερησίως από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, η οποία εκδίδει δημόσιο δελτίο αναφοράς των ισοτιμιών για κάθε νόμισμα. Με βάση τα ανωτέρω και εφόσον και τα υπό στοιχείο Β και Γ αιτήματα έχουν ως αναγκαίο προαπαιτούμενο την ακυρότητα του αναφερόμενου ανωτέρω όρου και στηρίζονται σε αυτήν, η οποία όμως κρίθηκε μη νόμιμη, πρέπει να απορριφθούν για τον ίδιο λόγο και τα αιτήματα αυτά, απορριπτομένης έτσι της αγωγής στο σύνολό της." Με τους παραπεμφθέντες στην Πλήρη Ολομέλεια πρώτο και δεύτερο (κατά το οικείο μέρος του) λόγους αναιρέσεως, με τους οποίους πλήττεται η πρώτη (κύρια) από τις ως άνω αιτιολογίες, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με το να δεχθεί, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, ότι ο ανωτέρω όρος 7 περ. α' §2 της υπό το προαναφερόμενο περιεχόμενο δανειακής συμβάσεως είναι δηλωτικός όρος αυτής υπό την προεκτεθείσα έννοια και επομένως εκφεύγει του ελέγχου καταχρηστικότητας, εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις προαναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου του ν. 2251/1994 και εσφαλμένα εφάρμοσε τη μη μεταφερθείσα στο εθνικό δίκαιο διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ του Συμβουλίου της 5ης Απριλίου 1993. Επομένως, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, κρίνοντας ότι η εξαίρεση των δηλωτικών όρων από τον έλεγχο καταχρηστικότητας θεμελιώνεται "σε ρητή επιταγή της Οδηγίας 93/13", δεν έσφαλε κατ' αποτέλεσμα, διότι, έστω και αν η εξαίρεση αυτή δεν μεταφέρθηκε ρητά στο εθνικό δίκαιο με το ν. 2251/1994, εμπεριέχεται, κατά τα προπαρατιθέμενα στην πρώτη νομική σκέψη, στη ρύθμιση του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2251/1994 βάσει μίας εναρμονισμένης προς το ενωσιακό δίκαιο ερμηνείας σύμφωνης με το σκοπό της Οδηγίας, όπως αυτός εκφράζεται στο άρθρο 1 παρ. 2 αυτής και εξηγείται στη 13η σκέψη του Προοιμίου της. Κατά δε το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αν το αιτιολογικό της προσβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της. Συνεπώς, κατά την γνώμη που επικράτησε στην Ολομέλεια, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ο σχετικός πρώτος λόγος της αιτήσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Πέντε όμως μέλη της Ολομέλειας και συγκεκριμένα ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου Βασίλειος Πέππας, η Αντιπρόεδρος Μαρία Χυτήρογλου και οι Αρεοπαγίτες Διονυσία Μπιτζούνη, Γεώργιος Παπανδρέου και Ευφροσύνη Καλογεράτου είχαν τη γνώμη ότι ο λόγος αυτός είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, διότι η εξαίρεση αυτή, η οποία δεν μεταφέρθηκε ρητά στο εθνικό δίκαιο με το ν. 2251/ 1994, δεν μπορεί να θεωρηθεί ούτε ερμηνευτικά ότι εμπεριέχεται στη ρύθμιση του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2251/1994. Αν ο εθνικός νομοθέτης ήθελε τη μεταφορά του, θα το έπραττε με ρητό και ειδικό τρόπο, σε κάθε δε περίπτωση οι εξαιρέσεις από τον κανόνα (ότι όλοι οι ΓΟΣ πρέπει να ελέγχονται για καταχρηστικότητα) πρέπει να ερμηνεύονται στενά και αυστηρά, ώστε να μη φαλκιδεύεται ο κανόνας αυτός. Τούτο δικαιολογείται από το γεγονός ότι η Οδηγία 93/13/ΕΚ προέβη σε μερική μόνο κατ' ελάχιστο περιεχόμενο εναρμόνιση των εθνικών νομοθεσιών περί καταχρηστικών ρητρών, όπως προκύπτει από την αιτιολογική σκέψη 12 του Προοιμίου της, παρέχοντας με το άρθρο 8 αυτής εξουσιοδότηση στα κράτη να θεσπίζουν ή διατηρούν, στον τομέα που διέπεται από αυτήν, αυστηρότερες διατάξεις, σύμφωνες προς τη Συνθήκη, για να εξασφαλίζεται μεγαλύτερη προστασία του καταναλωτή. Τούτο επιτυγχάνεται με τη μη μεταφορά διατάξεων της Οδηγίας που περιορίζουν το πεδίο προστασίας του καταναλωτή, όπως συμβαίνει με τη διάταξη του άρθρου 1 παρ. 2 της επίμαχης Οδηγίας, που δεν μεταφέρθηκε στο εθνικό δίκαιο, παρά τις διαδοχικές, τροποποιήσεις του ν. 2251/1994. Έτσι, εφόσον υπήρξε σκόπιμη παράλειψη μεταφοράς στο εθνικό δίκαιο της εξαίρεσης του άρθρου 1 παρ. 2 της επίμαχης Οδηγίας, αυτή (Οδηγία), κατά τη μη μεταφερθείσα διάταξή της, δεν παράγει άμεσο οριζόντιο (μεταξύ ιδιωτών) αποτέλεσμα, ούτε είναι δυνατή η σύμφωνη προς το πνεύμα και τους σκοπούς της Οδηγίας ερμηνεία του εθνικού δικαίου και δη της διάταξης του άρθρου 6 παρ. 2 του ν. 2251/1994), αφού θα προκαλούσε απομείωση της μεγαλύτερης προστασίας του καταναλωτή στην οποία απέβλεψε ο νομοθέτης του ν. 2251/1994 (με τη μη μεταφορά της εξαίρεσης του άρθρου 1 παρ. 2 της Οδηγίας) και συνεπώς θα συνιστούσε ανεπίτρεπτη contra legem ερμηνεία του εθνικού δικαίου.
Περαιτέρω, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, έκρινε ότι ο επίμαχος όρος 7 περ. α' § 2 της δανειακής συμβάσεως συνιστά δηλωτικό όρο κατά την προαναφερόμενη έννοια, διότι επαναλαμβάνει τη διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ και με τη σκέψη αυτή απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας, ως μη νόμιμη. Έτσι που έκρινε το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και σύμφωνα με όσα εκτίθενται στη μείζονα σκέψη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις (ουσιαστικού δικαίου) διατάξεις των άρθρων 291, 305, 306 ΑΚ και 2 παρ. 6 εδ. α ν. 2251/1994, όπως κωδικοποιήθηκε με το άρθρο 1 της ΥΑ 5338/2018, σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ και την 19η αιτιολογική σκέψη αυτής. Συνεπώς, κατά την γνώμη που επικράτησε στην Ολομέλεια, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το οικείο μέρος του, που παραπέμφθηκε στην Ολομέλεια.
Έντεκα, όμως, μέλη της Ολομέλειας και συγκεκριμένα ο Πρόεδρος του Αρείου Πάγου Βασίλειος Πέππας, οι Αντιπρόεδροι Μαρία Χυτήρογλου, Ειρήνη Καλού και οι Αρεοπαγίτες Διονυσία Μπιτζούνη, Κωστούλα Φλουρή-Χαλεβίδου, Ναυσικά Φράγκου, Μιλτιάδης Χατζηγεωργίου, Γεώργιος Αποστολάκης, Ευφροσύνη Καλογεράτου, Πηνελόπη Παρτσαλίδου-Κομνηνού και Κων/νος Παναρίτης είχαν την ακόλουθη γνώμη: Κατά το άρθρο 806 ΑΚ, "με τη σύμβαση του δανείου ο ένας από τους συμβαλλομένους μεταβιβάζει στον άλλον κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα, και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα της ίδιας ποσότητας και ποιότητας." Με το ν. 2842/2000 αντικαταστάθηκε η δραχμή με το ευρώ, με την εισαγωγή του ως ενιαίου ευρωπαϊκού νομίσματος σε όλα τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ενώσεως, ενώ με το άρθρο 5 παρ. 1 αυτού καταργήθηκε η προϊσχύουσα εξαιρετική νομοθεσία και γενικά κάθε διάταξη που απαγορεύει τη συνομολόγηση απαιτήσεων και υποχρεώσεων στην Ελλάδα σε συνάλλαγμα, χρυσό ή χρυσά νομίσματα. Έκτοτε εγκύρως συνομολογείται δάνειο σε αλλοδαπό νόμισμα. Με τη σύμβαση δανείου ο μεν δανειστής μεταβιβάζει κατά κυριότητα στον δανειζόμενο χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα (δάνεισμα), ο δε δανειζόμενος έχει την υποχρέωση να του αποδώσει άλλα πράγματα της αυτής ποσότητας και ποιότητας. Δεν είναι όμως ασυμβίβαστη προς την έννοια το δανείου η συνομολόγηση όρου, κατά τον οποίο ο δανειολήπτης, αντί του ληφθέντος ξένου νομίσματος, οφείλει να αποδώσει το δάνεισμα διαζευκτικά είτε σε ξένο είτε σε εγχώριο νόμισμα. Μία τέτοια διαζευκτική ενοχή (διαζευκτική πληρωμή) παραγωγικό λόγο έχει εν προκειμένω τη σύμβαση, ρυθμίζεται δε από τα άρθρα 305-315 ΑΚ. Χαρακτηριστικό γνώρισμα αυτής (έναντι της διαζευκτικής ή υπαλλακτικής ευχέρειας, που παρέχεται στον οφειλέτη μίας ήδη απλής ενοχής να καταβάλλει αντί της οφειλόμενης παροχής άλλη) είναι ότι επί διαζευκτικής ενοχής παράγεται μία ενιαία αξίωση του δανειστή, οφείλονται όμως από την αρχή της συστάσεώς της in obligatione δύο ή περισσότερες αυτοτελείς παροχές, από τις οποίες τελικά μία μόνο θα καταβληθεί (in solutione), που θα καθορισθεί από τον δικαιούμενο να κάνει την επιλογή. Με την επιλογή της μίας παροχής και την καταβολή της καταλύεται η ενοχή. Η διαζευκτικότητα της ενοχής μπορεί να αναφέρεται όχι μόνο σε ποιοτικά διάφορες παροχές, αλλά και σε μερικά μόνο στοιχεία ή ιδιότητες της μιας και μόνης οφειλόμενης παροχής, όπως π.χ. τόπο, χρόνο και τρόπο εκπληρώσεως αυτής. Το -διαπλαστικής φύσεως- δικαίωμα της επιλογής και συγκέντρωσης της ενοχής, αν δεν έχει ορισθεί διαφορετικά στη σύμβαση, έχει ο οφειλέτης (άρθρο 305 ΑΚ), είναι δε ανεπίδεκτο αίρεσης ή όρου. Γίνεται με δήλωση προς το άλλο μέρος και είναι αμετάβλητη (άρθρο 306 ΑΚ). Μπορεί να γίνει και σιωπηρά, χωρίς πανηγυρικό τύπο, με την πραγματική καταβολή της μίας από τις διαζευκτικά προβλεπόμενες παροχές αντί της άλλης. Η επιλογή απλοποιεί την διαζευκτική ενοχή για το μέλλον, έκτοτε δε οφείλεται αποκλειστικά η επιλεγείσα. Εξάλλου, το άρθρο 291 ΑΚ ορίζει ότι "όταν πρόκειται για χρηματική οφειλή σε ξένο νόμισμα που πρέπει να πληρωθεί στην Ελλάδα, ο οφειλέτης, αν δεν συμφωνήθηκε το αντίθετο, έχει δικαίωμα να πληρώσει σε εγχώριο νόμισμα με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής." Προϋποθέσεις εφαρμογής της ανωτέρω -ενδοτικού δικαίου- διατάξεως, η οποία όντας στο γενικό μέρος του ενοχικού δικαίου καταλαμβάνει όλες τις συμβάσεις, στιγμιαίες και διαρκείς, επομένως και τις δανειακές, είναι: α) Χρηματική οφειλή σε ξένο νόμισμα. β) Οφειλή πληρωτέα στην Ελλάδα. Παρέχει δε στον οφειλέτη διαζευκτική ευχέρεια πληρωμής του οφειλόμενου ξένου νομίσματος σε εγχώριο (με βάση την τρέχουσα αξία του ξένου νομίσματος στο χρόνο και τον τόπο της πληρωμής). Επομένως, η διάταξη αυτή εφαρμόζεται αποκλειστικά επί απλής ενοχής ξένου νομίσματος με ή χωρίς διαζευκτική ευχέρεια πληρωμής σε εγχώριο νόμισμα. Αντίθετα, δεν εφαρμόζεται επί διαζευκτικής ενοχής (δηλαδή υποχρεώσεως πληρωμής είτε σε εγχώριο είτε σε αλλοδαπό νόμισμα), στην περίπτωση που ο οφειλέτης, ως είχε δικαίωμα, ήδη επέλεξε την πληρωμή σε εγχώριο νόμισμα. Εφαρμόζεται, όμως, επί τέτοιας διαζευκτικής ενοχής στην περίπτωση, που ο δικαιούμενος στη επιλογή επέλεξε την πληρωμή στην ημεδαπή με αλλοδαπό νόμισμα. Από τα ανωτέρω συνάγεται ότι επί τραπεζικού δανείου με δάνεισμα σε αλλοδαπό νόμισμα, αν προβλέπεται στην δανειακή σύμβαση διαζευκτική υποχρέωση (και όχι απλή ευχέρεια) του οφειλέτη δανειολήπτη να εκπληρώσει τις εκ του δανείου υποχρεώσεις του προς την Τράπεζα είτε στο (αλλοδαπό) νόμισμα χορήγησης είτε σε ευρώ (με βάση την τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης κατά το χρόνο καταβολής) και ο οφειλέτης, έχοντας προς τούτο το δικαίωμα, επέλεξε να πληρώσει σε ευρώ, στο οποίο και συγκεντρώθηκε η απλή πλέον ενοχή του, δεν είναι εφαρμοστέα η ρύθμιση του άρθρου 291 ΑΚ, αφού αυτή προϋποθέτει χρηματική οφειλή σε ξένο νόμισμα. Για το λόγο αυτό ο ως άνω συμβατικός όρος περί πληρωμής του δανείσματος είτε σε αλλοδαπό είτε σε εγχώριο νόμισμα δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δηλωτικός όρος κατά την προπαρατεθείσα έννοια, δηλαδή ως συμβατική ρήτρα που απηχεί εθνική νομοθετική ρύθμιση αναγκαστικού ή ενδοτικού δικαίου και συγκεκριμένα εκείνη του άρθρου 291 ΑΚΚατά συνέπεια, αν συνιστά γενικό όρο συναλλαγών (ΓΟΣ), δεν εξαιρείται από τον έλεγχο καταχρηστικότητας κατά το ν. 2251/ 1994, υποκείμενη μεταξύ άλλων και σε έλεγχο με βάση την αρχή της διαφάνειας, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 παρ. 6 εδ. α ν. 2251/1994, όπως κωδικοποιήθηκε με το άρθρο 1 της ΥΑ 5338/2018, σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ και την 19η αιτιολογική σκέψη αυτής.
Εν προκειμένω, η υπό κρίση αγωγή, με το ως άνω προπαρατεθέν ιστορικό και αίτημα, είναι σύμφωνα και με τις προηγούμενες νομικές σκέψεις νόμιμη. Εφόσον κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή η ενάγουσα, οφειλέτιδα του δανείσματος (σε ελβετικά φράγκα), με τον επίμαχο όρο, ανέλαβε την υποχρέωση "να εκπληρώνει τις εντεύθεν υποχρεώσεις της προς την Τράπεζα είτε στο νόμισμα της χορήγησης, είτε σε ευρώ, με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του νομίσματος χορήγησης την ημέρα καταβολής", συνομολογήθηκε όρος κατά τον οποίο ο οφειλέτης, αντί του ληφθέντος δανείσματος (ξένου νομίσματος), οφείλει να το αποδώσει διαζευκτικά είτε σε ξένο είτε σε εγχώριο νόμισμα. Πρόκειται, δηλαδή, περί διαζευκτικής ενοχής (διαζευκτικής πληρωμής), ρυθμιζόμενης από τα άρθρα 305-315 ΑΚ και όχι για διαζευκτική ή υπαλλακτική ευχέρεια, αφού κατά τη ρητή και σαφή αναφορά του επίμαχου όρου η διάζευξη προσδιορίζεται ως υποχρέωση και όχι ως μία απλή δυνατότητα ή ευχέρεια του οφειλέτη. Η έννοια του όρου αυτού ελέγχεται εν προκειμένω στα πλαίσια της έρευνας του νομίμου της αγωγής, η οποία γίνεται με βάση τα εξιστορούμενα στο εισαγωγικό της δίκης δικόγραφο. Γι' αυτό δεν μπορεί να γίνει δεκτό, στο στάδιο αυτό της έρευνας, ότι η έννοια του επίμαχου όρου, παρά τη γραμματική διατύπωσή του ("υποχρεούται"), είναι διαφορετική και δη ότι οφειλέτης δεν υποχρεούται, αλλά δικαιούται να πληρώσει είτε στο νόμισμα της χορήγησης είτε σε ευρώ, οπότε πρόκειται για διαζευκτική ευχέρεια, ανάλογη με εκείνη του άρθρου 291 ΑΚ. Η διαπίστωση μίας τέτοιας έννοιας, αντίθετης με τη σημασία του ρήματος που χρησιμοποιήθηκε, μπορούσε να γίνει μόνο κατά την ουσιαστική έρευνα της διαφοράς με τη χρήση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ. Περαιτέρω, αφού κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή ήδη από την αρχή λειτουργίας του δανείου αρχικά με την εκταμίευση αυτού σε ευρώ (σε λογαριασμό εξυπηρέτησης τηρούμενο σε ευρώ) και ακολούθως με την καταβολή των εκάστοτε μηνιαίων τοκοχρεολυτικών δόσεων σταθερά από το Μάρτιο 2007 μέχρι 4.2.2015 σε ευρώ με βάση την τρέχουσα τιμή πώλησης του ελβετικού φράγκου την ημέρα κάθε καταβολής, τρόπο καταβολής που αποδέχθηκε η εναγομένη, η ενάγουσα οφειλέτιδα επέλεξε, ως είχε το δικαίωμα αυτό, αφού στη σύμβαση δεν υπήρχε άλλη πρόβλεψη, να πληρώνει σε ευρώ, η επιλογή αυτή απλοποίησε για το μέλλον την αρχικά διαζευκτική ενοχή, με αποτέλεσμα να οφείλεται αποκλειστικά η επιλεγείσα, δηλαδή μετατράπηκε σε οφειλή αποκλειστικά σε ευρώ. Γι' αυτό ο επίμαχος όρος, εφόσον δεν ταυτίζεται ούτε απηχεί τη διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ, που προϋποθέτει χρηματική οφειλή σε ξένο νόμισμα, δεν συνιστά, κατά τα προαναφερόμενα, δηλωτικό όρο της σύμβασης και υπόκειται σε έλεγχο για καταχρηστικότητα. Επομένως, κατά τη γνώμη της μειοψηφίας, το Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, που έκρινε ότι ο επίμαχος όρος 7 περ. α'§ 2 της δανειακής συμβάσεως εντάσσεται στους δηλωτικούς όρους αυτής, διότι επαναλαμβάνει τη διάταξη του άρθρου 291 ΑΚ και με τη σκέψη αυτή απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας, ως μη νόμιμη, παραβίασε με εσφαλμένη εφαρμογή τις (ουσιαστικού δικαίου) διατάξεις των άρθρων 291, 305, 306 ΑΚ και 2 παρ. 6 εδ. α ν. 2251/1994, όπως κωδικοποιήθηκε με το άρθρο 1 της ΥΑ 5338/2018, σε συνδυασμό με το άρθρο 4 παρ. 2 της Οδηγίας 93/13/ΕΚ και την 19η αιτιολογική σκέψη αυτής και ο σχετικός δεύτερος λόγος τη αιτήσεως είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.

Ακολούθως, αφού απορριφθούν οι παραπεμφθέντες στην Ολομέλεια λόγοι, δεν συντρέχει ανάγκη πλέον να αναπεμφθεί η αίτηση προς περαιτέρω διερεύνηση των λοιπών λόγων αναίρεσης στο Α1 Πολιτικό Τμήμα, για τους οποίους το Τμήμα επιφυλάχθηκε, διότι, όπως προαναφέρθηκε, το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης στηρίζεται σε περισσότερες αιτιολογίες, μία κύρια και μία επικουρική. Με τους ως άνω (κριθέντες ως αβάσιμους) λόγους πλήττεται η πρώτη απ' αυτές και με τους λοιπούς λόγους, για τους οποίους έγινε η επιφύλαξη, η δεύτερη. Από δε τα άρθρα 68 και 556 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, για το παραδεκτό λόγου αναίρεσης, πρέπει ο αναιρεσείων να έχει έννομο συμφέρον να ανατρέψει την προσβαλλόμενη απόφαση λόγω του σφάλματος, που επικαλείται. Όταν λοιπόν το διατακτικό της απόφασης στηρίζεται αυτοτελώς, σε περισσότερες από μία επάλληλες, κύριες και επικουρικές αιτιολογίες και με την αναίρεση δεν πλήττονται όλες ή δεν πλήττεται αποτελεσματικά η μία απ' αυτές, οι λόγοι αναίρεσης, που προσβάλουν τις λοιπές, απορρίπτονται, ως αλυσιτελείς, διότι το διατακτικό στηρίζεται όχι σε όλες συγχρόνως τις αιτιολογίες, αλλά μόνο στη μία και μάλιστα πρωτίστως στην κύρια και επικουρικά στις λοιπές.
Εν προκειμένω, εφόσον η Ολομέλεια διαπιστώνει ότι η κύρια αιτιολογία δεν πλήττεται αποτελεσματικά, οι λόγοι, για τους οποίους το Τμήμα επιφυλάχθηκε και οι οποίοι αφορούν στην δεύτερη επικουρική αιτιολογία, καθίστανται πλέον αλυσιτελείς. Παρέλκει, λοιπόν, η αναπομπή τη υποθέσεως στο Α1 Τμήμα, αφού εξέλιπε το έννομο συμφέρον της αναιρεσείουσας για έρευνα των λοιπών λόγων που το Τμήμα επιφυλάχθηκε. Γι' αυτό η Ολομέλεια, για λόγους οικονομίας της δίκης, πρέπει να απορρίψει και αυτούς για έλλειψη εννόμου συμφέροντος και εν τέλει στο σύνολό της την ένδικη αίτηση, καθώς και την υπέρ της αναιρεσείουσας κριθείσα παραδεκτή παρέμβαση. Τα δικαστικά έξοδα πρέπει να συμψηφισθούν μεταξύ των διαδίκων κατά το άρθρο 179 ΚΠολΔ επειδή η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόσθηκαν, ήταν ιδιαίτερα δυσχερής. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3 Φεβρουαρίου 2017 αίτηση της Ξ. Α. για αναίρεση της υπ' αριθ. 8713/2016 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, καθώς και τις υπέρ αυτής πρόσθετες παρεμβάσεις.
Συμψηφίζει τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.- Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γραφή σχολίων σε greeklish σημαίνει διαγραφή τους!