Δευτέρα, 25 Νοεμβρίου 2019

Βία κατά Πολιτικού Κόμματος και Παράνομη βία για το Μακεδονικό Ζήτημα [απόπειρα φίμωσης και τρομοκράτησης των αντίθετων].

Σπυρίδων Δανέλλης
Στο αρχείο της Εισαγγελίας Πλημμελειοδικών Ηρακλείου τέθηκε η μήνυση του πρώην Βουλευτή Σπυρίδωνος Δανέλλη κατά μελών του Πανελλήνιου Απελευθερωτικού Κινήματος Κρητών για βία κατά πολιτικού κόμματος [ΠΚ 157 Α] και παράνομη βία [ΠΚ 330] εξ αιτίας της ΑΠΑΡΑΔΕΚΤΗΣ Συμφωνίας των Πρεσπών. 

Συνήγορος υπεράσπισης ο blogger της Justitia.
Α.
ΕΓΓΡΑΦΕΣ ΕΞΗΓΗΣΕΙΣ 
1...., κάτοικου Γουβών Ηρακλείου, και 2. ..., κάτοικου Γουβών Ηρακλείου.

Προς την

κ. Πταισματοδίκη Ηρακλείου.

Με την συμπληρωματική παρούσα απολογία μας (ή άλλως πως παροχή συμπληρωματικών εγγράφων εξηγήσεων) μας τέθηκαν εκ μέρους των ανακριτικών αρχών (Εισαγγελέα και Πταισματοδίκου Ηρακλείου) τα εξής ερωτήματα: 1. αν αποστείλαμε εμείς τα επίμαχα «απειλητικά» e-mail και 2. ποιες οι απόψεις μας για την προτεινόμενη από πολλούς  [Σχεδόν όλο το πολιτικό φάσμα της χώρας] συμβιβαστική επίλυση ως προς το όνομα των Σκοπίων ήδη «διαφαινόμενη» Συμφωνία των Πρεσπών  [Την οποία απέρριψαν οι Σκοπιανοί στο δημοψήφισμα της 31-9-2018 ενώ οι Έλληνες δεν ρωτήθηκαν σ’  αυτό κρίσιμο ζήτημα] με την οποία παραχωρήθηκε το όνομα «Μακεδονία» στους Σκοπιανούς. Η απάντηση μας είναι:
a. Επί του πρώτου ερωτήματος: τα επίμαχα e-mails δεν στάλθηκαν από εμάς. Τα mail μας άλλωστε είναι: της μεν πρώτης ...@gmail.com, του δε δεύτερου από εμάς είναι ...@gmail.com. Το ότι δεν στάλθηκαν από εμάς δεν σημαίνει ότι τα αποδοκιμάζουμε, αντιθέτως συμφωνούμε απόλυτα με το περιεχόμενο τους.
b. Επί του δευτέρου ερωτήματος. Οι απόψεις μας, σε σχέση μ’  αυτές του μηνυτή, αποτυπώνονται σαφώς σε πλήρη συμφωνία με τις απόψεις του Ακυρωτικού μας από τις οποίες θα παραθέσουμε εκτενή αποσπάσματα ώστε να αποτυπωθούν και δια των παρουσών μας επακριβώς οι αιτούμενες απόψεις μας. Ειδικότερα, σύμφωνα με το Ακυρωτικό μας [Βλ∙ ΑΠ 1448/ 2009 ΧρΙΔ 2010.435 (εισηγήτρια η μετέπειτα Πρόεδρος του κ. Βας. Θάνου– Χριστοφίλου, ήδη τωρινή σύμβουλος του σημερινού Πρωθυπουργού που υπέγραψε την απαράδεκτη Συμφωνία των Πρεσπών που παραχώρησε όνομα, γλώσσα, ταυτότητα!!!)], «τα τελευταία χρόνια η Ελλάδα βρίσκεται σε αντιπαράθεση με το Κράτος των Σκοπίων (FYROM), εξ αιτίας της αυθαίρετης και ιστορικά ατεκμηρίωτης αξιώσεως του τελευταίου να αναγνωρισθεί διεθνώς ως Κράτος, με το όνομα "Μακεδονία". Προκειμένου να αποκατασταθεί η ιστορική αλήθεια ως προς το σφετερισμό του ονόματος της Μακεδονίας από το νεοσυσταθέν Κράτος των Σκοπίων (FYROM), το οποίο επιχειρεί να αποκτήσει εθνική ταυτότητα με όνομα που αποτελεί ιστορική, πολιτιστική και εθνική κληρονομιά της Ελλάδας, είναι αναγκαίο να επισημανθούν συνοπτικά τα ακόλουθα ιστορικά δεδομένα. Ο όρος Μακεδονία, από αρχαιοτάτων χρόνων είναι όρος ιστορικός και γεωγραφικός και όχι εθνολογικός. Οι Μακεδόνες δεν είναι, ούτε υπήρξαν κατά το πρόσφατο και το απώτερο παρελθόν, ιδιαίτερος εθνολογικός σχηματισμός. Απλώς, ως Μακεδόνες, ονομάζονται ανέκαθεν οι κάτοικοι της γνωστής από την αρχαιότητα περιοχής της Ελληνικής Μακεδονίας, όπως αντίστοιχα ονομάζονται, Θράκες, οι κάτοικοι της Θράκης, Θεσσαλοί, οι κάτοικοι της Θεσσαλίας κ.ο.κ., χωρίς να υπάρχει αντίστοιχα Θρακική ή Θεσσαλική Εθνικότητα. Επομένως, Μακεδόνες κατά την εθνικότητα δεν υπάρχουν και ούτε μπορούν να "δημιουργηθούν", στα πλαίσια του συλλογικού αυτοπροσδιορισμού των κατοίκων της ευρύτερης γεωγραφικής περιοχής της Μακεδονίας, όπως πιο κάτω αναφέρεται. Επιπλέον, οι αρχαίοι Μακεδόνες, ήταν αναμφισβήτητα Έλληνες, δωρικό ή κατ' άλλη έκδοση, αιολικό φύλο. Το όνομα Μακεδονία αναφέρεται για πρώτη φορά από τον Ηρόδοτο, έχει δε γνήσια Ελληνική, δωρικής προέλευσης, ρίζα, "Μακεδνός ή Μακεδανός", που σημαίνει μακρύς, υψηλός, λόγω του ύψους των Μακεδόνων, όπου μάκος = μήκος (Ηροδότου Ιστορίαι Α, 56). Ήδη από τον 1 ο π.Χ. αιώνα ο μεγάλος γεωγράφος της αρχαιότητας Στράβων, διαπίστωνε: "Εστίν ούν Ελλάς και η Μακεδονία" (Στράβων, Γεωγραφικά,VII.9). Ως Έλληνες, οι αρχαίοι Μακεδόνες, χρησιμοποιούσαν την ίδια, με τους Έλληνες της νομίμου Ελλάδας γλώσσα, πίστευαν στους ίδιους θεούς και είχαν τον ίδιο (Ελληνικό) πολιτισμό. Ο αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος Αριστοτέλης υπήρξε δάσκαλος του Μεγάλου Αλεξάνδρου και τα ευρήματα της Βεργίνας αποτελούν σταθμούς της παγκόσμιας ιστορίας και στοιχεία του παγκόσμιου πολιτισμού που αποδεικνύουν την ελληνικότητα της Μακεδονίας. Αντίθετα, οι Σλάβοι, δηλαδή τα διάφορα σλαβικά φύλα που εμφανίσθηκαν στην περιοχή των Βαλκανίων, βορείως της Μακεδονίας, κατά τον 7° μ.Χ. αιώνα, δεν έχουν καμία σχέση με τους αρχαίους Έλληνες Μακεδόνες. Μετά τους Βαλκανικούς Πολέμους των ετών 1912-1913, που είχαν ως αποτέλεσμα την απελευθέρωση, πλην άλλων περιοχών, και της Μακεδονίας, από την Οθωμανική κυριαρχία και το τέλος του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, οριοθετήθηκαν οριστικώς τα σύνορα μεταξύ Ελλάδας αφενός και Σερβίας και Βουλγαρίας αφετέρου. Κατόπιν Διεθνών Συμφωνιών και ιδίως της συνθήκης του NEUILLY, που ίσχυσε από το 1919, το μεγαλύτερο τμήμα της Μακεδονίας, με τη γεωγραφική του όρου έννοια, περιήλθε στην Ελλάδα, ήτοι το 51,5%, ενώ στη Σερβία περιήλθε το 38,4% και στη Βουλγαρία το 10,1% αυτής. Έτσι, η αρχαία (κλασική) Μακεδονία, η επονομαζόμενη από γεωγραφική άποψη "Μείζων Μακεδονία", που περιλαμβανόταν μεταξύ Αιγαίου Πελάγους και των ορέων Καμβούνια, Πιέρια και Όλυμπος προς νότο, των λιμνών Αχρίδα και Πρέσπες, και των ορέων Μπαμπούνα, Σκόμιον, Ροδόπη προς Βορρά, του ποταμού Νέστου, ανατολικά και των ορέων Γράμμος και Πίνδος, δυτικά, κατατμήθηκε εν μέρει, μεταξύ των παραπάνω Κρατών, όπως έχει εκτεθεί. Πρέπει να σημειωθεί ότι λόγο της ελευθέρας διακίνησης των πληθυσμών, κατά τους χρόνους της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, είχαν εγκατασταθεί στην Ελλάδα, ιδίως στην περιοχή της Δυτικής Μακεδονίας, Βούλγαροι, σλαβόφωνοι, που είχαν σλαβική εθνική συνείδηση. Μετά την οριστικοποίηση των συνόρων, κατά τα προεκτεθέντα, οι περισσότεροι απ' αυτούς διασκορπίσθηκαν στην περιοχή των Σκοπίων, ή μετανάστευσαν σε διάφορα Κράτη. Οι ολίγοι εναπομείναντες στην Ελλάδα και συγκεκριμένα, στους νομούς Φλώρινας και Έδεσσας, εδήλωσαν Ελληνική Εθνικότητα και έτσι, από την εποχή εκείνη έπαυσε να υπάρχει θέμα σλαβικής μειονότητας. Πριν από το 1944 "Μακεδονία" ως σλαβικό κράτος και "Μακεδονικό Έθνος", ως ιδιαίτερη εθνότητα ήταν έννοιες παντελώς άγνωστες. Στις 2-8-1944, κατά τη διάρκεια της Γερμανικής Κατοχής, ο Κροάτης Τίτο δημιούργησε το Γιουγκοσλαβικό ομόσπονδο κράτος (ένα από τα έξι της τότε Σοσιαλιστικής Δημοκρατίας της Γιουγκοσλαβίας που προέκυψε ως ενιαίο Κράτος το 1918), της λεγόμενης Δημοκρατίας της Μακεδονίας, με πρωτεύουσα τα Σκόπια. Έως τότε, οι κάτοικοι της περιοχής των Σκοπίων δεν είχαν ούτε σερβική, ούτε βουλγαρική, παρά τα φιλοβουλγαρικά αισθήματα των περισσότερων κατοίκων της και πολύ περισσότερο, δεν είχαν "μακεδονική" εθνική συνείδηση. Την τελευταία, τους έπεισε να την αποκτήσουν ο Τίτο, προκειμένου να αποκολλήσει τους Σκοπιανούς από το άρμα των Βουλγάρων, έχοντας ως απώτερο σκοπό, την σύσταση ενιαίου μακεδονικού κράτους, υπό σλαβικό μανδύα και την έξοδο της χώρας του στο Αιγαίο. Είναι χαρακτηριστικό ότι, στην περίοδο του μεσοπολέμου, η κυβέρνηση του Βελιγραδίου υποστήριζε, ότι οι κάτοικοι της περιοχής Σκοπίων ήταν Σέρβοι. Αργότερα, όμως, για να υποβοηθηθεί η προσπάθεια "μακεδονοποίησης" του πληθυσμού της Λ. Δ. Μακεδονίας, που κατοικείτο τότε από ακαθόριστης εθνικότητας πληθυσμούς, με υπεροχή των σλαβόφωνων, αλβανόφωνων και τουρκόφωνων, έπρεπε να αναπτυχθούν όλα εκείνα τα στοιχεία που χαρακτηρίζουν ένα λαό, ως διαφορετικό έθνος, δηλαδή η γλώσσα, η ιστορία και ο πολιτισμός. Καταρχήν, ιδιαίτερη φροντίδα δόθηκε στη λεγόμενη "μακεδονική" γλώσσα, που αποτελείτο κατά βάση από λέξεις σλαβικής προέλευσης, εμπλουτισμένη και με ελληνικές αυτούσιες ή παραλλαγμένες, καθώς επίσης και λέξεις τουρκικές, βλάχικες, αλβανικές κ.λ.π. Το ιδίωμα αυτό στην ουσία ήταν η δυτική διάλεκτος της βουλγαρικής γλώσσας, την οποία ομιλούσαν οι κάτοικοι της περιοχής των Σκοπίων. Μετά το 1944, Σκοπιανοί γλωσσολόγοι προσπάθησαν να αφαιρέσουν όλα τα βουλγαρικά στοιχεία από τη διάλεκτο αυτή και να τα αντικαταστήσουν με λέξεις σερβοκροατικές, ώστε να μπορεί η λεγόμενη "μακεδονική" γλώσσα, έτσι όπως εξελίχθηκε, να γίνει πλέον κατανοητή από τους σερβοκροατικούς πληθυσμούς της βόρειας Γιουγκοσλαβίας. Ακόμη δόθηκε ιδιαίτερη σημασία στην εκ των υστέρων " κατασκευή" της ιστορίας του "Μακεδονικού" έθνους. Το Δεκέμβριο του 1948 ιδρύθηκε στα Σκόπια το Ινστιτούτο Εθνικής Ιστορίας του Μακεδονικού Λαού. Το ενδιαφέρον των Σκοπιανών ιστορικών επικεντρώθηκε στην απόδειξη της υπάρξεως ενός ξεχωριστού "μακεδονικού" έθνους, έστω και αν το "έθνος" τούτο, στο παρελθόν, δεν είχε δώσει σημεία ζωής. Στη συνέχεια, οι πολιτικοί των Σκοπίων δεν περιορίσθηκαν στην προσπάθεια τους "μακεδονοποίησης" του πληθυσμού της περιοχής. Για να ευαισθητοποιήσουν τα πλήθη, αλλά και τη Διεθνή Κοινότητα, δημιούργησαν μία "Μεγάλη ιδέα" περί πλήρους εθνικής αποκατάστασης του "Μακεδονικού" έθνους, διακηρύσσοντας ότι η Μακεδονία στο σύνολο της, δηλαδή τα τρία Βιλαέτια (περιφέρειες) της αυθαίρετης τότε διαίρεσης της τουρκικής Διοίκησης στη Μακεδονία, κατά τους χρόνους της Οθωμανικής κυριαρχίας, που είχαν ως πρωτεύουσες τη Θεσσαλονίκη, το Μοναστήρι και τα Σκόπια, είναι χώρα σλαβική, και ως προς την ιστορική της προέλευση και ως προς την εθνική της σύσταση. Γι' αυτό (κατά τη "Μεγάλη Ιδέα"), πρέπει να ενωθεί και να αποτελέσει ένα ενιαίο κράτος, δεδομένου ότι μετά το Β' Παγκόσμιο Πόλεμο μόνο το Γιουγκοσλαβικό Τμήμα της Μακεδονίας αποκαταστάθηκε εθνικά, στα πλαίσια της Γιουγκοσλαβικής Ομοσπονδίας (θεωρία του "αλυτρωτισμού"). Η προβολή αυτής της "Μεγάλης Ιδέας" στα Σκόπια και στο εξωτερικό δημιούργησε τις σημερινές προστριβές με την Ελλάδα, η οποία δεν είναι δυνατό να ανεχθεί αυτή την έστω "ακαδημαϊκή", καταρχήν, προσβολή της ακεραιότητας του εδάφους της και της ομοιογένειας του πληθυσμού της, που επιχειρείται από την πλευρά των Σκοπίων. Εξάλλου, ουδείς πολιτισμένος λαός μπορεί να ανεχθεί την πλαστογράφηση της Ιστορίας του. Στην προσπάθεια αυτή των Σκοπίων που άρχισε μετά τη διάσπαση της Γιουγκοσλαβίας, αφότου το κράτος των Σκοπίων απέκτησε οντότητα, το έτος 1991, εντάσσεται η διάδοση των παραπάνω ιδεών από διάφορους εθνικιστές μετανάστες, οι οποίοι, μέσω οργανώσεων και σωματείων, που δρουν κυρίως στο εξωτερικό (Αυστραλία, Καναδά, ΗΠΑ), με ομιλίες, συγκεντρώσεις, εκδηλώσεις πολιτιστικές κλπ παραπληροφορούν το κοινό, δημιουργώντας εσφαλμένες περί υπάρξεως "Μακεδονικού" έθνους και πολιτισμού, "μακεδονικής" γλώσσας και συνείδησης. Παράλληλα, καλλιεργούν και την ιδέα του "αλυτρωτισμού", όπως προεκτέθηκε, επιχειρώντας να δημιουργήσουν αποσχιστικές τάσεις, θέτοντας και το ανύπαρκτο θέμα της λεγόμενης "μακεδονικής μειονότητας" που ζεί στην Ελλάδα. Μάλιστα για το θέμα αυτό προσέφυγαν στο Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων του ΟΗΕ στη Γενεύη, το Μάιο του 1990, ενώ, τον Ιούνιο του ίδιου έτους, έθεσαν και πάλι το ίδιο θέμα στα πλαίσια της Συνδιάσκεψης της ΔΑΣΕ στην Κοπεγχάγη. Αρωγοί της προσπάθειας αυτής των Σκοπιανών ιθυνόντων στην Ελλάδα είναι οι αιτούντες. Οι τελευταίοι, συμπλέοντας με τις παραπάνω θέσεις των Σκοπίων, δημιουργούν ανύπαρκτα ζητήματα ιδιαίτερου μακεδονικού πολιτισμού και μακεδονικής γλώσσας ("MAKEDONCKI"), μέσω δε του υπό σύσταση Σωματείου, επιδιώκουν την υλοποίηση των παραπάνω σκοπών». Κατά τον υβριστή μηνυτή λοιπόν, ενώ κατά το Ακυρωτικό μας, «ουδείς πολιτισμένος λαός μπορεί να ανεχθεί την πλαστογράφηση της Ιστορίας του» μας αποκαλεί γραφικούς, προβοκάτορες, αφελείς, ως έχοντες ιδιοτελείς σκοπιμότητες [Άραγε είμαστε πράκτορες της Ρωσίας που αντιτίθεται στην είσοδο των Σκοπιανών στο ΝΑΤΟ για λόγους αποφυγής πλήρους περικύκλωσης της;], πατριδοκάπηλους, ως αντεθνικώς δρώντες! Σύντομα βεβαίως θα έχει την απάντηση μας με την προσφυγή μας στην αστική Δικαιοσύνη για βαρύτατη προσβολή της προσωπικότητας μας από αυτές τις απαράδεκτες και ΕΝΤΕΛΩΣ αδικαιολόγητες ύβρεις του κυρίου αυτού διότι ενδεχόμενη προσφυγή στον Εισαγγελέα είναι πασίγνωστη η τύχη της μήνυσης– έγκλησης μας αφού η Βουλή δεν θα επιτρέψει ποτέ την άρση της ασυλίας του για να γευθεί το εδώλιο του κατ/ νου στο οποίο μας στέλνει αυτός ο κύριος –εκ του ασφαλούς– με την υπό κρίση μήνυση του.
c. Επί του νομικού μέρους της υπό κρίση μήνυσης σε συνέχεια και συμπλήρωση της από 22-5-2018 απολογίας μας (ή άλλως πως, παροχής εγγράφων εξηγήσεων). 
1. Επί της έτσι καλουμένης «βίας κατά πολιτικού κόμματος» (ΠΚ 157 Α § 1). Σύμφωνα με την κλήση διωκόμαστε (ή, άλλως πως, καλούμαστε σε παροχή εξηγήσεων ως ύποπτοι) για το έγκλημα της ΠΚ 157 Α § 1 χωρίς να μας εκτίθενται τα πραγματικά περιστατικά  [Αυτή η μονίμως συνεχιζόμενη απαράδεκτη τακτική καυτηριάζεται, ορθότατα, από το σπουδαιότερο πρωτοβάθμιο δικαστήριο της χώρας. Ειδικότερα, σύμφωνα με την νμλγ του Πλημ/ κείου Αθηνών (Βούλευμα ΣυμβΠλημ/ κών Αθηνών 2585/ 2015), «Σύμφωνα με την Εισηγητική Έκθεση αυτού του νόμου (ν. 2408/ 1996), με την ανωτέρω διάταξη κατοχυρώθηκε το δικαίωμα του κατηγορουμένου που καλείται σε απολογία, να λαμβάνει πλήρη γνώση όχι μόνον των άλλων εγγράφων της ανάκρισης, αλλά και του κατηγορητηρίου. Μάλιστα, στην Έκθεση της Διευθύνσεως Επιστημονικών Μελετών της Βουλής (συνταχθείσα από τον Καθηγητή Φρ. Μυλωνόπουλο), η οποία συνόδευσε το Σχέδιο του παραπάνω νόμου, κρίθηκε επιδοκιμαστέα η εν λόγω διάταξη, που διευκρινίζει ότι ο ανακριτής ανακοινώνει στον κατηγορούμενο, εκτός των εγγράφων της ανάκρισης, και το κατηγορητήριο. Έτσι, τίθεται τέρμα στη δυστυχώς διαδεδομένη πρακτική, κατά την οποία, ιδίως επί προανακρίσεως, ο κατηγορούμενος καλείται να απολογηθεί χωρίς να έχει υπ' όψη του διατυπωμένο κατηγορητήριο, πράγμα που είναι αντίθετο τόσο στις διατάξεις της ποινικής δικονομίας μας, όσο και στην ΕΣΔΑ. Πράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 273 § 2 εδ. α' ΚΠΔ, «εκείνος που ενεργεί την εξέτασή του εκθέτει με πληρότητα και σαφήνεια την πράξη για την οποία κατηγορείται .. .». Η πρώτη δηλαδή εξεταστική ενέργεια του ανακρίνοντος είναι η σαφής, ήρεμη και πλήρης έκθεση της πράξεως (Ζησιάδης Β' Υ' εκδ. 1977, σ. 232, Κ α ρ ρ ά ς , Μαθήματα Ποινικού Δικονομικού Δικαίου, Δεύτερο Τεύχος, 3η εκδ. 1990, σ. 217). Η ανακοίνωση της πράξης αναφέρεται στην υπό ποινική δικονομική έννοια αξιόποινη πράξη, δηλαδή, το εισαγόμενο στο δικαστήριο ιστορικό συμβάν που αποτελεί, κατά τις κοινωνικές αντιλήψεις, μία ενότητα. Είναι δε προφανές ότι ως «πράξη» νοούνται πρωτίστως τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την κατηγορία και όχι μόνον ο απλός νομικός χαρακτηρισμός της. Διότι αν δεν τεθούν υπ' όψη του κατηγορουμένου τα πραγματικά εκείνα περιστατικά που κατά τη γνώμη του ανακρίνοντος στοιχειοθετούν την αξιόποινη πράξη, ο κατηγορούμενος δεν θα είναι σε θέση να γνωρίζει ποια από τα άπειρα γεγονότα που θα μπορούσαν να υπαχθούν στην υπό κρίση διάταξη είναι εκείνα που εν συνεχεία θα αποτελέσουν τελικά το περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως του δικανικού συλλογισμού. Αποτέλεσμα τούτου θα είναι να μην μπορεί να προστατευθεί από αιφνιδιασμούς (και από ενδεχόμενη διαμόρφωση των πραγματικών περιστατικών εκ των υστέρων και κατ' αρέσκειαν από τον ανακριτή), να μη γνωρίζει ποια γεγονότα θα πρέπει να αντικρούσει ως προς το νόμω και ουσία βάσιμο, δηλαδή να μη μπορεί πρακτικά να απολογηθεί και έτσι φαλκιδεύεται το δικαίωμά του να προετοιμάσει αποτελεσματικά την υπεράσπισή του … Βέβαια, το λεγόμενο ότι μόνη η βεβαίωση του εντύπου ότι απαγγέλθηκε «η δέουσα κατηγορία» στον κατηγορούμενο σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 273 § 2 ΚΠΔ, δεν αρκεί, για να αποκλείσει την παράβαση του άρθρου 6 § 3 εδ. α της ΕΣΔΑ - αφού δεν διευκρινίζει ποια είναι αυτή η δέουσα κατηγορία. Εξάλλου, η ύπαρξη τέτοιου κατηγορητηρίου προϋποθέτει ότι τούτο είναι γραπτό, έχει δηλ. διατυπωθεί σε έγγραφο. Τούτο προκύπτει σαφέστατα από το ότι μελέτη προφορικού κατηγορητηρίου, όπως επίσης αντίγραφο προφορικού κατηγορητηρίου δεν νοείται. Και όμως αμφότερα τα προβλέπει το άρθρο 101ΚΠΔ (βλ. Αθανάσιου Κονταξή, Υπάρχει υποχρέωση γραπτού κατηγορητηρίου ΠοινΧρ ΝΔ/2004. 476 επ.). Σημειωτέον δε, ότι μετά τις τροποποιήσεις που επήλθαν στην Ποινική Δικονομία με το ν. 2408/1996, με την Εγκύκλιο του ΕισΑΠ 2718/1999 (ΠοινΛογ 2001.657), συστήθηκε σε όλους τους προανακριτικούς υπαλλήλους να αναγράφουν στην έκθεση εξέτασης του κατηγορούμενου με σαφήνεια ολόκληρο το περιεχόμενο της κατηγορίας επί της οποίας καλείται ο κατηγορούμενος να απολογηθεί. Συνεπώς, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 101§ 1, 104 § 1, 273 § 2 ΚΠΔ, 6 § 3 εδ. α ΕΣΔΑ (ν.δ. 53/1974) και 14 § 3 εδ. α' ΔΣΑΠΔ (ν. 2462/1997) προκύπτει προδήλως ότι η ανακοίνωση της κατηγορίας πρέπει να είναι εν λεπτομερεία, δηλαδή να περιλαμβάνει όχι μόνο την ουσιαστική ποινική διάταξη, που αναφέρει στην ασκηθείσα ποινική δίωξή του ο εισαγγελέας, αλλά και ακριβή περιγραφή του ιστορικού (πραγματικού) συμβάντος, που συγκροτεί την αξιόποινη πράξη, με λεπτομερή αναφορά των πραγματικών περιστατικών, έτσι ώστε ο κατηγορούμενος να είναι σε θέση να απολογηθεί με σαφήνεια και πληρότητα… Προανάκριση και προκαταρκτική εξέταση, από πλευράς τρόπου ενεργείας και σκοπού, ταυτίζονται πλέον»] που κατά τον παραγγείλαντα την προκαταρκτική Εισαγγελέα του έδωσαν την αφορμή για την διενέργεια Π.Ε για τα δυο αυτά εγκλήματα. Δεδομένου ότι η νμλγ είναι σχεδόν ανύπαρκτη [Εξαίρεση βλ∙ στην ΤριμΠλημΣερρών 370/ 2014 ΠοινΔικ 2018.186 επ] επί του εγκλήματος αυτού, καταφεύγουμε στην βοήθεια της Επιστήμης. Κατά τον Αρεοπαγίτη Μιχ. Μαργαρίτη [Ερμηνεία ποινικού κώδικα, 20143, άρθρο 157 Α, § 2.Β,λ σελ∙ 433], «πράξεις βίας νοούνται οι φθορές, ο εμπρησμός, η έκρηξη  κλπ με τις οποίες υπάρχει αληθινή συρροή και όχι μόνο οι πράξεις βίας κατά προσώπων που έστω βρίσκονται στα γραφεία του κόμματος», κατά δε τον ΑντΕισΑΠ Αθ. Κονταξή [Ερμηνεία ποινικού κώδικα, 20003, άρθρο 157 Α, σελ∙ 1472], «η διάταξη αναγράφει “πράξεις βίας κατά γραφείο” δηλαδή κατά πραγμάτων μόνο [Βλ∙ και Σ. Μπαλτά, οι πράξεις βίας κατά πολιτικού κόμματος κατ’  άρθρο 157 Α ΠΚ, ΠοινΔικ 2018.150 επ (εδώ σελίδες 156, 157), «κατά την ορθή και κρατούσα άποψη, δεν προστατεύονται από την ΠΚ 157 Α τα πρόσωπα που βρίσκονται τη στιγμή της επίθεσης στο πολιτικό γραφείο του κόμματος, τα έννομα αγαθά των οποίων προστατεύονται από τις οικείες αντίστοιχες διατάξεις του Ειδικού Μέρους του Ποινικού Κώδικα, με τις οποίες το άρθρο 157 Α συρρέει αληθινά και πραγματικά (σελ∙ 156)… Από τη γραμματική ερμηνεία της 157 Α § 1 προκύπτει αμέσως ότι εδώ τυποποιείται μόνο η βία κατά πραγμάτων, αφού το πολιτικό γραφείο είναι πράγμα. Κατά συνέπεια και σε συμφωνία με την απολύτως κρατούσα αντίληψη στη θεωρία, ως πράξη βίας κατά πραγμάτων, που ταυτίζεται εδώ με τη βιαιοπραγία, νοείται η άσκηση υλικής δύναμης εναντίον πραγμάτων χωρίς να έχει σκοπό τον εξαναγκασμό της βούλησης κάποιου και χωρίς να ενδιαφέρει το αποτέλεσμα της επιθετικής αυτής δραστηριότητας (αν επέφερε βλάβη του πράγματος) με την οποία, κατ’  άλλη άποψη, εκδηλώνεται η εχθρική διάθεση του δράστη απέναντι σ’  αυτά τα πράγματα (σελ∙ 157)»]. Δεν περιλαμβάνονται αι πράξεις βίας κατά προσώπων μόνον έστω και αν ταύτα ευρίσκονται μέσα στα γραφεία του πολιτικού κόμματος». Από τα ανωτέρω καθίσταται σαφές, σαφέστατο ότι δεν έχει τελεστεί καθόλου η υπόσταση αυτού του εγκλήματος σύμφωνα και με τα ιστορούμενα στην κατάθεση του μηνυτή. Πουθενά δεν αναφέρει οποιαδήποτε πράξη συνιστώσα βία, έστω και με τη μορφή της απόπειρας, κατά πολιτικού κόμματος! Επομένως, ούτε απόπειρα υπάρχει ούτε καν προπαρασκευαστική  πράξη! [Βλ∙ Γ. Αλ. Μαγκάκη, Ποινικό Δίκαιο, Διάγραμμα Γενικού Μέρους, τεύχος β, 1980, § 63, σελ∙ 360, «κατ’  εξαίρεση τιμωρούνται οι προπαρασκευαστικές πράξεις π.χ. του εγκλήματος της εσχάτης προδοσίας (ΠΚ 134), της επιβουλής της ακεραιότητας της χώρας (ΠΚ 138), της παραχάραξης (ΠΚ 207), της κιβδηλείας (ΠΚ 209), και της πλαστογραφίας ενσήμων (ΠΚ 218)», ΕισΑΠ Κων/ νο Σταμάτη, Συστηματική ερμηνεία του ποινικού κώδικα, 2005, άρθρο 42, πλαγιάριθμο 10, σελίδες 646-647, «όταν πραγματοποιείται μερικώς η αντικειμενική υπόσταση του σχετικού εγκλήματος, τότε χωρίς καμιά αμφιβολία υπάρχει και αρχή εκτελέσεως του και κατά συνέπεια και απόπειρα του ποινικώς κολάσιμη. Πριν από αυτή υπάρχει η προπαρασκευαστική πράξη που βασικώς δεν τιμωρείται, εκτός από ρητές μόνον εξαιρέσεις»] της βίας κατά πολιτικού κόμματος. 
2. Επί του εγκλήματος της παράνομης βίας (ΠΚ 330)
Α). Σύμφωνα με την Ακυρωτική νμλγ [Βλ∙ ενδεικτικά, ΑΠ 961/ 2015], «τα στοιχεία του εγκλήματος της παράνομης βίας είναι: α) εξαναγκασμός άλλου, σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή για τις οποίες ο παθών δεν έχει υποχρέωση, β) ο εξαναγκασμός αυτός να γίνει με τη χρήση της σωματικής βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης, γ) ο δόλος (αρκεί και ενδεχόμενος) στον οποίο περιλαμβάνεται η γνώση ότι η απειλούμενη πράξη ή παράλειψη είναι παράνομη και η βούληση του δράστη να εξαναγκάσει τον άλλο σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή σε κάτι στο οποίο εκείνος δεν υποχρεούται και δ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ σωματικής βίας ή της απειλής σωματικής βίας κλπ, και της πράξης παράλειψης ή ανοχής του θύματος», ενώ έχει νομολογηθεί [Βλ∙ ΑΠ 232/ 2009 ΠοινΧρ Ξ 24] ότι η απειλή της παράνομης βίας υπάρχει ακόμη κι όταν ο δράστης ενεργεί κατά κατάχρηση δικαιώματος ενώ γίνεται δεκτό από την Επιστήμη [Ενδεικτικά βλ∙ Μιχ. Μαργαρίτη, όπ.πάρ, άρθρο 330 § 5, σελ∙ 993], ότι στους οικείους [Η αναφορά στο ζήτημα της απειλής κατά οικείων σχετίζεται, προφανώς, στην απόπειρα του μηνυτή να εμπλέξει ως «απειλούμενους» και τους λοιπούς βουλευτές του Κοινοβουλίου] δεν περιλαμβάνονται άλλοι συγγενείς των αναφερομένων στην ΠΚ 13.β, ή φίλοι του εξαναγκαζόμενου ακόμη κι όταν η «απειλή» είναι κατάλληλη να εκληφθεί ως εξαναγκασμός. Πλέον εκτεταμένα [Βλ∙ Αθ. Κονταξή, όπ.πάρ, άρθρο 330, σελίδες 2722-2723], «είναι σαφής η διατύπωση του νόμου και η θέληση του νομοθέτη ότι το απειλούμενο κακό πρέπει να στρέφεται είτε κατά του εξαναγκαζόμενου είτε οικείου αυτού. Ο κύκλος δηλαδή των προσώπων εναντίον των οποίων στρέφεται το απειλούμενο κακό είναι περιορισμένος. Έτσι αν το απειλούμενο κακό στρέφεται κατά προσώπου που δεν περιλαμβάνεται στην έννοια του “οικείου” δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει παράνομη βία, έστω και αν αυτό το πρόσωπο είναι στην πραγματικότητα πιο οικείος από τους “οικείους”. Το ότι ενδεχομένως ο “οικείος” μπορεί να μην είναι και ουσιαστικά οικείος, δηλ∙ να μην έχει καλές σχέσεις με το θύμα, αυτό ανάγεται στην προσφορότητα ή μη της κρίσιμης συμπεριφοράς προς εξαναγκασμό. Υπό τον όρο “οικείος”, νοούνται τα πρόσωπα που ορίζονται περιοριστικά στο άρθρο 13.β ΠΚ. Εδώ όμως να τονισθεί ότι ο περιορισμός αυτός αναφέρεται ειδικά στο έγκλημα της παράνομης βίας, και όχι και στα εγκλήματα εκείνα στα οποία η παράνομη βία εμφανίζεται να αποτελεί συστατικό στοιχείο τους όχι κατά παραπομπή της οικείας διάταξης στην ΠΚ 330 αλλά κατά ερμηνευτική αξιολόγηση. Στα εγκλήματα αυτά είναι ζήτημα ερμηνείας της οικείας διάταξης». 
Β). Ο μηνυτής, πέραν των ύβρεων που χρησιμοποιεί [Στην από ... ένορκη εξέταση του] εναντίον όλων των μελών του Κινήματος, ισχυρίζεται ότι έλαβε γνώση με e-mail της απειλητικής επιστολής, χωρίς να εντοπίζει ούτε ένα ελάχιστο «απειλητικό και εκφοβιστικό» απόσπασμα [Το ίδιο, εντελώς εσφαλμένα, και ο παραγγείλας την υπό κρίση Π.Ε εισαγγελέας] από αυτή την «απειλητική επιστολή». Δέον να διευκρινιστεί ότι, στις επιστολές μας κλπ δεν αναφερόμαστε μόνο για το Μακεδονικό ζήτημα αλλά και για τις μνημονιακές γενοκτονίες, πρωταγωνιστικό ρόλο στις οποίες έπαιξε, ιδίως στο τρίτο, χείριστο «αριστερό» μνημόνιο και το κόμμα στο οποίο ανήκει ο μηνυτής, «φέρτε να υπογράψουμε ό,τι νάναι μονάχα μη φύγουμε από το ευρώ»!! Μάλλον θα εννοεί το απόσπασμα «σας διαμηνύουμε σε όλους τους τόνους, να παύσετε αμέσως αυτές τις εφιαλτικές επιλογές σας, οι οποίες τίθενται ενάντια στην βούληση του λαού μας και σας προειδοποιούμε πως με την όποια ψήφο σας, θα παραχωρήτε κυριαρχικά δικαιώματα της πατρίδας μας–όπως με το όνομα της Μακεδονίας μας–θα αποτελείτε εχθροί του ελληνικού Λαού, ενώ θα είστε αποκλειστικά υπεύθυνοι, για τις όποιες συνέπειες προκύψουν» στην δε εξώδικη από 10-4-2018 [Και όχι όπως εσφαλμένα αναγράφει ο μηνυτής ως 18-4-2018] απευθυνόμενης προς τους βουλευτές του Ελληνικού Κοινοβουλίου υπάρχουν τα εξής αποσπάσματα, «επειδή δεν απειλούμε την σωματική ακεραιότητα κανενός από εσάς, παρά μόνο για τις συνέπειες που ενέχουν οι πράξεις σας σύμφωνα με το Σύνταγμα που ορκιστήκατε … Επειδή η Δημοκρατία και η Νομιμότητα σύντομα θα αποκατασταθούν στην κατεχόμενη χώρα μας … Σας δηλώνουμε ότι δεν θα σταματήσουμε και θα μετέλθουμε την όποια δυνατότητα μας δίνει το Σύνταγμα για να υπερασπιστούμε την εθνική μας Ανεξαρτησία, την εδαφική μας ακεραιότητα και την αξιοπρέπεια του Έλληνα πολίτη». Απορία: από πότε η άσκηση συνταγματικών δικαιωμάτων, ιδίως η προσφυγή στην Δικαιοσύνη, αποτελεί απειλή παράνομης βίας ή απόπειρα της; Από πότε; Επικαλούμαστε και τον γνωστό πρώην Υπουργό στην Ronald Reegan Administration, κ. Paul Craig Roberts [Τον οποίο βεβαίως δεν μπορεί κανείς να χαρακτηρίσει ως τρομοκράτη ή αναρχικό!] ο οποίος σε σπουδαίο άρθρο του της 21-8-2018  στο προσωπικό ιστολόγιο του με τον εντυπωσιακό –αλλά καθόλου υπερβολικό– τίτλο, «Genocide of the Greek Nation» γράφει, ανάμεσα σε άλλα εξόχως εύστοχα και εκπληκτικά που δείχνουν την ολοσχερή εξαθλίωση και εξανδραποδισμό του Λαού αυτής της χώρας, “The Greek people were betrayed by the Tsipras government. They had the option of revolting and using violence to overthrow the government that sold them out to international bankers. Instead, the Greeks accepted their own destruction and did nothing. Essentially, the Greek population committed mass suicide”!!! Κι ενώ λοιπόν ακόμη και διαπρεπείς ξένοι υπηρέτες, στο παρελθόν, της Παγκοσμιοποίησης, μένουν με ανοιχτό το στόμα γιατί ο Ελληνικός Λαός δεν εξεγέρθηκε ακόμη!! χρησιμοποιώντας βία για να ανατρέψει τους πολιτικούς που τον πρόδωσαν τελώντας μαζική αυτοκτονία, μας μηνύει ο υβριστής– μηνυτής ότι απειλούμε!!! Τάχα αυτόν και τους λοιπούς βουλευτές επειδή ανακοινώνουμε την ακλόνητη βούληση μας να χρησιμοποιήσουμε όλα τα νόμιμα μέσα που μας παρέχει το Σύνταγμα, (δικαίωμα συναθροίσεων, άρθρο 11 ισχύοντος Συντάγματος, προσφυγή στη Δικαιοσύνη, άρθρο 20 Συντάγματος, ελευθερία έκφρασης άρθρο 14 Συντάγματος κλπ). Του διαμηνύουμε με τις παρούσες μας ότι καμιά μήνυση δεν πρόκειται να κάμψει τη βούληση μας και το ηθικό μας για αντίσταση! 
Γ). Σύμφωνα με το άρθρο 120 § 4 ισχύοντος Συντάγματος, «Η τήρηση του Συντάγματος επαφίεται στον πατριωτισμό των Ελλήνων, που δικαιούνται και υποχρεούνται να αντιστέκονται με κάθε μέσο εναντίον οποιουδήποτε επιχειρεί να το καταλύσει με τη βία». Έγραφε ο αείμνηστος εκ των κορυφαίων Πανεπιστημιακός Δάσκαλος Δημήτρης Θ. Τσάτσος [Συνταγματικό Δίκαιο, τόμος Α’, θεωρητικό θεμέλιο, 1994, § 13.ΙΙ.2, σελίδες 238-239], «το Σύνταγμα του 1975/ 1986 περιλαμβάνει μια σειρά από θεσμούς και διατάξεις που σκοπό έχουν ή να αναστείλουν τη βούληση και την πράξη της παραβίασης, ή να καταστείλουν παραβίαση που ήδη έγινε ή και τα δυο. Όμως, παρά τα προληπτικά και κατασταλτικά προστατευτικά μέτρα, που το ίδιο το Σύνταγμα προβλέπει για να διασφαλίσει το νομικοπολιτικό του οικοδόμημα, και τα οποία σημειώνονται αμέσως παρακάτω, πρέπει να μη μας διαφεύγει το γεγονός, ότι τελικά ο μόνος αποτελεσματικός προστάτης του Συντάγματος είναι ο ίδιος ο Λαός. Η Δημοκρατία είναι το πολίτευμα, που όσο κανένα άλλο, βασίζεται στη βούληση των πολιτών να τη διατηρήσουν, στηρίζοντας, αλλά και διαμορφώνοντας με τη συμμετοχή τους, την έννομη τάξη που οικοδομείται πάνω σ’  αυτή. Στην παραπάνω φράση συνοψίζεται η αλήθεια που ήθελε να εκφράσει το άρθρο 114 του Συντάγματος 1-1-1952, το οποίο ανέθετε την τήρηση του “εις τον πατριωτισμόν των Ελλήνων”». Κατά δε τον Κων/ νο Χρυσόγονο [Συνταγματικό Δίκαιο, 20142, § 8.ΣΤ, σελ∙ 168 επ (εδώ σελίδες 168-171)], «Το δικαίωμα αντίστασης στην τυραννία έχει βαθιές ιστορικές ρίζες, αφού γινόταν λόγος γι’  αυτό ήδη από τον Μεσαίωνα, ενώ η διακήρυξη της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας το 1776 είναι αφιερωμένη στη δικαιολόγηση της Επανάστασης κατά της Βρετανικής αποικιοκρατίας πάνω σ’  αυτή ακριβώς τη βάση … Στην πράξη η ρήτρα αυτή (120 § 4 Σ) παρέμεινε σχεδόν λησμονημένη έως το 1965, οπότε η λαϊκή αντίδραση κατά της βασιλικής εκτροπής από τον Κοινοβουλευτισμό πήρε τη μορφή μαζικών συλλαλητηρίων με κυρίαρχο σύνθημα το 1-1-4, από τον αριθμό της ακροτελεύτιας διάταξης του Συντάγματος του 1952. Έτσι η έκκληση που απευθύνει το άρθρο 120 § 4 Σ έχει προεχόντως ιδεολογική σημασία, συμβολίζοντας την εμπιστοσύνη του συντακτικού νομοθέτη προς τον Ελληνικό λαό, ως τον ύστατο εγγυητή της δημοκρατικής νομιμότητας. Μέρος της θεωρίας υποστηρίζει ότι η ένταξη του δικαιώματος αντίστασης στο Σύνταγμα αποτελεί λογική αντίφαση αφού το δικαίωμα ενεργοποιείται όταν η συνταγματική τάξη έχει καταλυθεί. Η άποψη αυτή παραβλέπει τη δυνατότητα ενεργοποίησης του δικαιώματος αντίστασης έναντι απόπειρας κατάλυσης του Συντάγματος, στην οποία άλλωστε αναφέρεται και η γραμματική διατύπωση του άρθρου 120 § 4 Σ. Η κατάλυση του Συντάγματος διακρίνεται από την απλή παραβίαση του, η οποία μπορεί να επέλθει π.χ. μέσω ενός αντισυνταγματικού νόμου… Τούτο συμβαίνει (δηλαδή η κατάλυση, εξήγηση γράφοντος τις παρούσες) όταν προσβάλλεται το Πολίτευμα είτε άμεσα, με επανάσταση ή πραξικόπημα, είτε έμμεσα, όταν δηλαδή η παράβαση μιας συνταγματικής διάταξης έχει ως αποτέλεσμα την  προσβολή της μορφής ή των οργανωτικών βάσεων του Πολιτεύματος… Η κατάλυση διακρίνεται και από την καταστρατήγηση του Συντάγματος. Αποτελεσματικότερη αντίσταση στην καταστρατήγηση δεν επιτυγχάνεται με τη χρήση βίας, αλλά με τη στοχευμένη και συνειδητή άσκηση άλλων συνταγματικών δικαιωμάτων των πολιτών (π.χ. του δικαιώματος της συνάθροισης, της ψήφου κλπ)… Νομικά δεσμευτικό καθήκον αντίστασης έχουν προπάντων οι φορείς των άμεσων κρατικών οργάνων, όπως ιδίως ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, ο ποίος μάλιστα, σε περίπτωση μη ανταπόκρισης του, φέρει και ποινική ευθύνη για παραβίαση του Συντάγματος (άρθρο 49 § 1 Σ και άρθρο 2 § 3 ν. 265/ 1976)». Και τίθεται το ζήτημα, στην παρούσα κατάσταση (οικονομική και επί εθνικών ζητημάτων) υπάρχει απόπειρα κατάλυσης ή έστω καταστρατήγησης του Συντάγματος; Κατά τον Σταγειρίτη [Πολιτικά, V, 1304b.7-17, έκδοση ΖΗΤΡΟΣ, 2005, σελ∙ 100, μετάφραση-εισαγωγή– σχόλια Πηνελόπης Τζιώκα Ευαγγέλου], «κινουσι δε τας πολιτειας οτε μεν δια βιας οτε δε δι απατης, δια βιας μεν ή ευθυς εξ αρχης ή υστερον αναγκαζοντες. Και γαρ η απατη διττη. Οτε μεν γαρ εξαπατησαντες το πρωτον εκοντων μεταβαλλουσι την πολιτειαν, ειθ’  υστερον βιᾳ κατεχουσιν ακοντων, οιον επι των Τετρακοσιων τον δημον εξηπατησαν φασκοντες τον βασιλεα χρηματα παρεξειν προς τον πολεμον τον προς Λακεδαιμονιους, ψευσαμενοι δε κατεχειν επειρωντο την πολιτειαν∙ οτε δε εξ αρχης τε πεισαντες και υστερον παλιν πεισθεντων εκοντων αρχουσιν αυτωνάλλοτε πάλι χρησιμοποιώντας παραπειστικά επιχειρήματα στην αρχή και αφού στη συνέχεια πείσουν αποτελεσματικά τους πολίτες, τους εξουσιάζουν με τη θέληση τους πια»]». Αν λοιπόν προεκλογικά υπόσχονταν σχίσιμο μνημονίων με ένα άρθρο!!!! Μνημονίων που οδήγησαν στον πλήρη εξανδραποδισμό του Λαού μας [Πάνω από τριάντα χιλιάδες αυτοκτονίες στην εποχή της Μνημονιακής Ευδαιμονίας, 600.000 μετανάστες, ξεπούλημα δημόσιας περιουσίας έναντι πινακίου φακής, υφαρπαγή της ιδιωτικής περιουσίας μέσω των ηλεκτρονικών πλειστηριασμών, υπογραφή νόμων από τους διεθνείς τοκογλύφους κλπ, τι είδους Δημοκρατία, κυρίαρχη μάλιστα είναι αυτή; Και πότε ενημέρωσαν τον Λαό όταν του ζητούσαν την ψήφο ότι θα αντιμετωπίσει τέτοιες καταστάσεις; ΠΟΤΕ;], είναι κατάλυση της Πολιτείας μέσω της απάτης, ναι ή όχι; Μήπως δεν μετράει πια ούτε η άποψη του Σταγειρίτη; Μήπως δεν μετράει πια ούτε αυτός στην Εποχή της Μνημονιακής ευδαιμονίας; Ακόμη και στα Σκόπια ρωτούν τον Λαό για κρίσιμες επιλογές (Συμφωνία Πρεσπών), εδώ στη «χώρα της Δημοκρατίας» δεν τον ρωτούν, άλλωστε κι αν τον ρωτούσαν κι έλεγε όχι, οι κυβερνήτες θα το μετέτρεπαν σε ναι! Για τον μηνυτή και το κρατούν πολιτικό σύστημα αντίπαλος τους είναι–πάντα– ο Εσωτερικός Εχθρός. Και βέβαια αρμοδιότερος όλων να μιλήσει για τον Εσωτερικό Εχθρό είναι ο αείμνηστος Δάσκαλος Αριστόβουλος Μάνεσης [Η κρίση των θεσμών της φιλελεύθερης Δημοκρατίας και το Σύνταγμα, στη συλλογή μελετών του με τίτλο «Συνταγματική θεωρία και πράξη, 1954-1979, (τόμος Ι, έκδοση 1980, § ΙΙΙ.2, σελίδες 551-553)], «§ 2. Κάτω άπ' αυτές τίς συνθήκες κρίσης άρχισε νά διαμορφώνεται η έννοια του «εσωτερικού εχθρού». Πρόκειται ιδίως γιά τίς κοινωνικοπολιτικές δυνάμεις πού λειτουργούν μέσα στό κρατούν καθεστώς, άλλά τό αμφισβητούν καί τό αντιστρατεύονται. Κατ' αρχήν οί θεσμοί φιλελεύθερης δημοκρατίας όχι μόνο δέν αποκλείουν τή συμμετοχή τών αντιπολιτευτικών δυνάμεων στις πολιτικές διαδικασίες, άλλά απεναντίας, εφόσον εξακολουθούν νά λειτουργούν, διευκολύνουν αντικειμενικά τήν ιστορική τους άνοδο. Μπροστά σε τούτο ακριβώς τό ενδεχόμενο οί κρατούντες αναζήτησαν μεθοδεύσεις πού απέληξαν σε νόθευση καί διαστρέβλωση-όταν δέν έφτασαν ως τήν απάρνηση και τήν κατάλυση-τών θεσμών της φιλελεύθερης δημοκρατίας. Η έννοια του «εσωτερικού εχθρού» δεν ταυτίζεται μέ εκείνη του εγκληματία. Ό «εσωτερικός εχθρός» δέν διαπράττει ποινικά αδικήματα. Η δράση του δέν εμπίπτει στις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα. Γι' αυτό καί δέν αντιμετωπίζεται κατασταλτικά, άλλα μόνο προληπτικά. Τεκμαίρεται ώς «δυνάμει» ίκανός νά διαπράξει ίσως, κάποτε, αξιόποινες πράξεις, ωθούμενος άπό τις πολιτικές ιδέες του. Σ' αυτές τις τελευταίες εντοπίζεται  επικινδυνότητα του. Είναι λοιπόν Ιδεολογικός καί πολιτικός αντίπαλος. Δέν είναι προσωπικός, ίδιωτικός εχθρός, άλλά δημόσιος εχθρός: «πολέμιος». Και διώκεται σάν επικίνδυνος, επειδή ακριβώς δέν είναι δυνατό νά διωχτεί σάν έ ν ο χ ο ς. Αυτό σημαίνει ότι η αντιμετώπιση του δέν είναι μόνο-ή ίσως δέν είναι κάν-έργο τής αστυνομίας καί τών δικαστηρίων, άλλά του συνόλου τών μηχανισμών, κατασταλτικών καί ιδεολογικών, τής κρατικής εξουσίας. Καί τα μέσα αντιμετώπισης του ποικίλλουν: μπορεί νά είναι πολιτικά, διοικητικά, οικονομικά, στρατιωτικά, ψυχολογικά-όπως ακριβώς συμβαίνει μέ τήν αντιμετώπιση τών εξωτερικών έχθρών, τών «πολεμίων». Διαφέρει όμως άπ' αυτούς ό «εσωτερικός εχθρός», μειονεκτώντας βασικά απέναντι τους ιδίως ώς προς ένα σημείο: στερείται τής προστασίας πού τό διεθνές δίκαιο παρέχει στους εξωτερικούς εχθρούς. Ό «εσωτερικός εχθρός», καθώς υπόκειται έξ ορισμού στή δεδομένη κρατική εξουσία καί είναι έγκλειστος στό χώρο όπου αυτή ασκείται, βρίσκεται εκτεθειμένος στο έλεος τών κρατούντων. Αυτοί δε, εφόσον ισχυρίζονται ότι υπάρχει τέτοιος «εχθρός», ομολογούν ότι η εξουσία τους κάθε άλλο παρά μέ ουδετερότητα και αμεροληψία ασκείται απέναντι σέ όσους πολίτες προσάπτουν αυτό τό χαρακτηρισμό. Καθιερώνεται έτσι μιά βασική διάκριση ανάμεσα σέ πολίτες πρώτης καί σέ πολίτες δεύτερης κατηγορίας ή μάλλον ανάμεσα σέ πολίτες εχθρούς και σέ πολίτες φίλους τής εξουσίας. Η πολιτική πολλαπλότητα (πλουραλισμός), συμφυής μέ τή δημοκρατία, στην οποία δέν νοούνται διακρίσεις μεταξύ τών πολιτών («φορέων τής κυριαρχίας»), τείνει νά αναιρεθεί κατά τό μέτρο πού η «ειρηνική συνύπαρξη» τών αντιπάλων αποβαίνει δύσκολη καί ό πόλεμος τείνει νά αντικαταστήσει τό διάλογο. Διότι η έννοια του «εσωτερικού έχθρού» συνδέεται με την ανάγκη του αγώνα εναντίον του και μάλιστα σε όλα τα επίπεδα και με κάθε διαθέσιμο μέσο• συνεπάγεται λοιπόν την αποδοχή του πολέμου, ώς θεμιτού μέσου αποτελεσματικής αντιμετώπισης τών αντιπάλων. Ό πόλεμος είναι η υλοποίηση και ακραία έκφραση τής έχθρας. Μέσα στή «λογική του πολέμου» περιλαμβάνεται και η εξουδετέρωση του αντιπάλου, η όποία φτάνει ακόμη ως τή φυσική του εξόντωση. Έτσι, η θεωρία του «εσωτερικού εχθρού» έξυπακούει σάν αναμενόμενη και αναπόφευκτη τή δυναμική αναμέτρηση, αποδέχεται δηλαδή την ανάγκη του εμφύλιου πολέμου [Τή θεσμοποίηση τής έννοιας του «έσωτερικού έχθρού» υποστήριξε — ξεκινώντας άπό τήν εκδοχή ότι μέσα στό κράτος δέν υπάρχει περιθώριο πολιτικής αντίθεσης, τής οποίας κριτήριο είναι ακριβώς η διάκριση μεταξύ «φίλου» καί «έχθρού»—ό Carl Schmitt ό όποίος κατάντησε θεωρητικός απολογητής του έθνικοσοσιαλιστικού καθεστώτος], ό οποίος εμφανίζεται και έδώ σάν «η συνέχιση τής πολιτικής με άλλα μέσα», κατά τόν περίφημο ορισμό του Clausewitz. Η θεωρία του «έσωτερικού έχθρού» έχει άλλωστε συνδεθεί με τή γενικά διευρυμένη σήμερα αντίληψη γιά τήν «εθνική άμυνα». Ύστερα άπό τις επιστημονικές εξελίξεις και τεχνολογικές προόδους τής εποχής μας, η «εθνική άμυνα» τών συγχρόνων κρατών είναι στενά συναρτημένη μέ τήν παραγωγική διαδικασία και τήν επιστημονική έρευνα, εξαρτάται π.χ. άπό τήν καλή λειτουργία τής ηλεκτροδότησης, τών συγκοινωνιών, τών τηλεπικοινωνιών, καθώς και άπό τήν αποδοτικότητα διαφόρων βιομηχανιών. 'Αλλ' επίσης εξαρτάται και άπό τους πολιτικούς καί ιδεολογικούς προσανατολισμούς τών λαϊκών μαζών, οί οποίες, π.χ., μέ απεργιακές κινητοποιήσεις μπορούν νά ανακόψουν τή λειτουργία τής παραγωγής ή τών δημοσίων υπηρεσιών ή επιχειρήσεων κοινής ωφελείας κ.τ.τ. Γι' αυτό η κρατική εξουσία, καί μάλιστα όχι μόνον η Κυβέρνηση, άλλά καί η ηγεσία τών ένόπλων δυνάμεων έχει τήν τάση νά επεμβαίνει σ' όλους αυτούς τους τομείς πού άφορούν άμεσα ή έμμεσα τήν έν γένει εθνική άμυνα, στην οποία εντάσσεται και η άμυνα κατά του “έσωτερικού έχθρού”». Και τελειώνει ο Δάσκαλος αυτός την περίφημη αυτή μελέτη του επικαλούμενος τον Herbert Marcuse, «Όπως έχει πει ό Marcuse, “ο εχθρός βρίσκεται μέσα στο σύστημα... είναι εκεί μόνιμα. Δεν αναφαίνεται παρεμπιπτόντως σέ στιγμές κρίσης- είναι παρών κατά τήν ομαλή κατάσταση τών πραγμάτων. Είναι έξ ίσου απειλητικός σέ καιρό είρήνης καί σέ καιρό πολέμου (είναι ίσως πιό απειλητικός σέ ειρηνική περίοδο)έτσι εντάσσεται στο σύστημα- είναι συνεκτικό   στοιχείο του”. Ό εστί μεθερμηνευόμενον: τό κρατούν σύστημα φοβάται, αλλά καί χρειάζεται τον «εσωτερικό εχθρό». Καί έν ανάγκη τον εφευρίσκει, για νά τονώνει τή συνοχή του...»[Όπ.πάρ, § ΙΙΙ.4, σελίδες 556-557] . Τα υπόλοιπα για το Μακεδονικό στο ακροατήριο. Προς το παρόν μας καλύπτει ΑΠΟΛΥΤΑ ο Άρειος Πάγος
Δ). Ο τρομοκράτης Κωνσταντίνος Παλαμάς έγραφε στον Γύφτο του [Ο Δωδεκάλογος του Γύφτου, Λόγος Ζ, το πανηγύρι της Κακάβας (έκδοση ΜΑΛΛΙΑΡΗΣ- ΠΑΙΔΕΙΑ, έκδοση 2015, σελ∙ 144)], «Εμείς δεν γονατίσαμε σκυφτοί/ τα πόδια να φιλήσουμε του δυνατού,/ σαν τα σκουλήκια που πατεί μας∙/ μα για ν’  αντισταθεί με το σπαθί (μεταφορικά βεβαίως, εξήγηση γράφοντος)/ βρέθηκε σαν πολύ στοχαστική,/ και σαν πολύ ονειρόπλεχτη η ψυχή μας./ Μας ταπεινώσαν όλες οι ταπείνωσες∙/ με την απόφαση την ήσυχη του ανέλπιδου/ ρουφήσαμε όλους τους καημούς κι όλους τους τρόμους,/ στη χώρα που όλες οι ζωές σα φυτρωμένες,/ φτερό την κάμαμε τη ρίζα μας, και φύγαμε/ μακριά στα ολάνοιχτα προς τους μεγάλους δρόμους». Ένας άλλος δε ειδεχθής τρομοκράτης, βασιλιάς μάλιστα, ο Βασιλιάς Ιάκωβος ο Α’ απευθυνόμενος στο Αγγλικό Κοινοβούλιο το 1603 έλεγε, «θα προτιμώ πάντοτε την ευημερία τον συνόλου και όλης της πολιτικής κοινότητας με τη θέσπιση καλών νόμων και συνταγματικών ρυθμίσεων, από τους ιδιαίτερους ιδιωτικούς μου στόχους, θεωρώντας πάντοτε τον πλούτο και την ευημερία της πολιτικής κοινότητας ως το μέγιστο μου συμφέρον και εγκόσμια ευδαιμονία-σ' αυτό ακριβώς το σημείο ο νόμιμος βασιλέας διαφέρει από τον τύραννο. Διότι όντως παραδέχομαι ότι η μέγιστη ειδοποιός διαφορά μεταξύ του νόμιμου βασιλέα και του σφετεριστή τυράννου συνίσταται στο ότι, ενώ ο αλαζών και φιλόδοξος τύραννος πιστεύει ότι το βασίλειο και ο λαός του προορίζονται μόνο για την ικανοποίηση των επιθυμιών και των παράλογων ορέξεων του, ο ενάρετος και δίκαιος βασιλέας αντίθετα θεωρεί ότι προορισμός του είναι η μέριμνα για τον πλούτο και την ιδιοκτησία του λαού του». Και πάλι στην προσφώνηση του στο Αγγλικό Κοινοβούλιο το 1609 είπε αυτά τα λόγια: «Ο βασιλέας δεσμεύεται με διπλό όρκο να τηρεί τους θεμελιώδεις νόμους του βασιλείου του. Σιωπηρά, με την ιδιότητα του βασιλέα, δεσμεύεται να προστατεύει τόσο τον λαό όσο και τους νόμους του βασιλείου του, και ρητά με τον όρκο της στέψης τον ούτως ώστε ο κάθε δίκαιος βασιλέας σε ένα σταθερό βασίλειο δεσμεύεται να τηρεί τη συμφωνία που συνάπτει με τον λαό του μέσω των νόμων του και να ρυθμίζει την κυβέρνηση του έτσι ώστε να τους είναι αρεστή, σύμφωνα και με τη συμφωνία τον Θεού με τον Νώε μετά τον Κατακλυσμό. Έκτοτε η σπορά και η συγκομιδή, το κρύο και η ζέστη, το καλοκαίρι και ο χειμώνας, η νύχτα και η μέρα δεν θα σταματήσουν ενόσω υφίσταται η γη. Συνεπώς ο βασιλέας που κυβερνά ένα σταθερό βασίλειο παύει να είναι βασιλέας και ξεπέφτει σε τύραννο μόλις παύσει να κυβερνά σύμφωνα με τους νόμους του» [John Locke, Δεύτερη Πραγματεία περί Κυβερνήσεως (έκδοση ΠΟΛΙΣ, 2010, μετάφραση Πασχάλη Κιτρομηλίδη, § 200, σελίδες 246-247)].
d. Προσάγουμε και επικαλούμαστε: 1. το σπουδαίο άρθρο του πρώην υπουργού Οικονομικών στην Ronald Reegan Administration κ. Paul Craig Roberts, “Genocide of the Greek Nation”, 2. την υπ’  αριθμό 1448/ 2009 απόφαση του Αρείου Πάγου.
e. Παρακαλούμε να μας χορηγήσετε αντίγραφο της παρούσας μας ώστε να το χρησιμοποιήσουμε στην επικείμενη άσκηση χρηματικής αγωγής εναντίον του μηνυτή μας.
f. Υπεύθυνος απολύτως για την σύνταξη των παρουσών Εγγράφων Εξηγήσεων των υπόπτων, Γιώργος Φραγκούλης, 1866 αριθμός 82, ΑΦΜ 028664963, αριθμός μητρώου Δικηγορικού Συλλόγου Ηρακλείου 632.

Ηράκλειο, 2-10-2018.
Οι απολογούμενοι (άλλως, εγγράφως εξηγούντες)
--------------------
Η Διάταξη του Εισαγγελέα Πλημ/ κών Ηρακλείου που εγκρίθηκε από τον Εισαγγελέα Εφετών Ηρακλείου.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ                                       
ΕΙΣΑΓΓΕΛΙΑ ΠΡΩΤΟΔΙΚΩΝ
ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ
ΑΒΜ : Α 2018/313
Αριθμ. Α 2018/313.

ΠΡΟΣ Τον Κ. Εισαγγελέα Εφετών Ανατολικής Κρήτης.

Έχουμε την τιμή να Σας υποβάλλουμε σύμφωνα με το άρθρο 43 ΚΠοινΔικ (όπως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 5 του ν. 3160/2003 ) την συνημμένη προκαταρκτική δικογραφία με ΑΒΜ: Α2018/ 313 που σχηματίστηκε αυτεπαγγέλτως, επί τη βάσει δημοσιεύματος στον ηλεκτρονικό τύπο για αποστολή σε Βουλευτές απειλητικής επιστολής του "Πανελληνίου Απελευθερωτικού Κινήματος Κρητών" εν όψει της ψήφισης στην Βουλή συμφωνίας για την ονομασία των Σκοπίων, κατά των: α) Αναγνωστάκη Ιωάννη του Κωνσταντίνου, κατοίκου Γουβών Ηρακλείου και β) Βασιλικής Αλεξάκη του Γεωργίου, κατοίκου Γουρνών Πεδιάδος Ηρακλείου, για το έγκλημα της απόπειρας βίας κατά μέλους της Βουλής άλλως απόπειρας παράνομης βίας (άρθρα 42 § 1, 157 § 1α και 330 ΠΚ) που φέρονται ότι τέλεσαν στο Ηράκλειο αποστέλλοντας προς τον Βουλευτή Ηρακλείου, Σπυρίδωνα Δανέλλη απειλητική επιστολή και να Σας αναφέρουμε ότι θέσαμε αυτή στο αρχείο για τους κάτωθι λόγους και αιτίες:

Με αφορμή δημοσίευμα στον ηλεκτρονικό τύπο περί αποστολής απειλητικών επιστολών σε Βουλευτές από κρητικές ενώσεις προ της ψήφισης στην Βουλή της συμφωνίας  για  την  ονομασία  των  Σκοπίων  και  την  αναφορά,   ομοίως  στον ηλεκτρονικό τύπο, του Βουλευτή Ηρακλείου, Σπυρίδωνα Δανέλλη περί αποστολής σε αυτόν επιστολής του "Απελευθερωτικού Κινήματος Κρητών" με απειλές για ισόβια κάθειρξη ή θάνατο ,σχηματίστηκε η υπό την Κρίση Σας δικογραφία, με την από 21-3-2018 παραγγελία μας για διερεύνηση της τέλεσης των ανωτέρω εγκλημάτων στην τοπική αρμοδιότητα μας. Από την προκαταρκτική εξέταση που διενεργήθηκε προέκυψε ότι στην ηλεκτρονική διεύθυνση του ανωτέρω Βουλευτή είχαν αποσταλεί από το "Πανελλήνιο  Απελευθερωτικό Κίνημα Κρητών"  τρία  διαφορετικά ηλεκτρονικά μηνύματα και συγκεκριμένα: α) η από 19η Μαρτίου 2018   "ανοικτή επιστολή", β) η άνευ ημερομηνίας ανακοίνωση ίδρυσης του παραπάνω κινήματος και γ) η από 10η Απριλίου 2018 "Εξώδικη Πρόσκληση -Δήλωση και Διαμαρτυρία" (ιδετε αναλυτικά την από 7-05-2018 ένορκη κατάθεση του Σπυρίδωνα Δανέλλη σε συνδυασμό με τα επισυναφθέντα έγγραφα). Από το περιεχόμενο των ανωτέρω κειμένων   προκύπτει  ότι εκπρόσωποι του ανωτέρω   κινήματος   στην   περιοχή Ηρακλείου Κρήτης ήταν ο Αναγνωστάκης Ιωάννης και η  Βασιλική Αλεξάκη. Κληθέντες οι ανωτέρω να παράσχουν εξηγήσεις,  εξέθεσαν ότι τα ανωτέρω κείμενα παρότι δεν τα απέστειλαν οι ίδιοι, γνώριζαν και συμφωνούσαν τόσο  με το περιεχόμενο τους όσο και με την αποστολή τους στον ανωτέρω Βουλευτή, ως υπεύθυνοι του κινήματος στην περιοχή του Ηρακλείου.
Για την θεμελίωση του εγκλήματος του άρθρου 157 §  1α ΠΚ ήτοι της βίας κατά πολιτικού σώματος ή της κυβέρνησης, απαιτείται μεταξύ άλλων και η άσκηση βίας ή απειλή βίας. Ως βία δε θεωρείται η με υλική επενέργεια πάνω σε άνθρωπο αφαίρεση της σωματικής του δυνατότητας για ελεύθερη κίνηση ή επαφή με το περιβάλλον του, που  στοχεύει στον  εξαναγκασμό του  σε  συγκεκριμένη  πράξη  (Μανωλεδάκης "Πολιτειακή Εξουσία" σελ 50), ενώ απειλή είναι η εξαγγελία μελλοντικού κακού, η πραγμάτωση του οποίου παρουσιάζεται ότι εξαρτάται από τη βούληση του δράστη (Συμεωνίδου  - Καστανίδου  Προσβολές  Πολιτεύματος"  σελ   113). Από  το περιεχόμενο της ανοικτής επιστολής, της ιδρυτικής διακήρυξης αλλά και της εξωδίκου επιστολής, ουδόλως προκύπτει ότι - στην συγκεκριμένη περίπτωση που διερευνάται ως απόπειρα - οι ανωτέρω προτίθενται να ασκήσουν βία κατά του ανωτέρω Βουλευτή ή οποιοδήποτε άλλου ή να απειλούν ότι θα ασκήσουν βία κατ αυτού ή οποιουδήποτε άλλου, σε περίπτωση πράξης παράλειψης ή ανοχής κατά την ενάσκηση των καθηκόντων τους, που αντιβαίνουν τις πολιτικές θέσεις τους. Ειδικότερα δε η φράση "θα είστε αποκλειστικά υπεύθυνοι για τις όποιες συνέπειες προκύψουν ..." που αναγράφεται στην ανοικτή επιστολή σε συνδυασμό με την ρητή αναφορά στην εξώδικη επιστολή ότι "Επειδή δεν απειλούμε την σωματική ακεραιότητα κανενός από εσάς παρά μόνο για τις συνέπειες που ενέχουν οι πράξεις σας σύμφωνα με το Σύνταγμα που ορκιστήκατε"   σαφώς προκύπτει ότι σκοπός των επιστολών ήταν η αναφορά ότι τυχόν ψήφιση συμφωνίας για την ονομασία των Σκοπίων, αντίθετα με τις πεποιθήσεις τους ή εν γένει πολιτικές θέσεις τους, θα είχε ως συνέπεια - κατά την κρίση τους - την ποινική  δίωξη Βουλευτών για εγκλήματα που άπτονται των καθηκόντων τους, κατόπιν προφανώς προσφυγής τους στην Δικαιοσύνη. Οι δε αναφορές που υπάρχουν στον ηλεκτρονικό τύπο περί απειλών θανατικής ποινής, ισοβίων και κρεμάλες κατά βουλευτών, ουδόλως προκύπτει ότι περιέχονται στα ανωτέρω κείμενα που ο ίδιος ο Σπυρίδων Δανέλλης προσκομίζει ούτε βεβαίως και ο ίδιος εκθέτει κάτι αντίστοιχο στην ένορκη κατάθεση του. Τέλος θα πρέπει να αναφερθεί ότι εφόσον λαμβάνει χώρα  απειλή και με την απειλή αυτή επιδιώκει ο  δράστης παράνομο σκοπό τότε έχουμε παράνομη  βία ή  εκβίαση (Α.Κονταξής: ΕρμΠΚ 1991 Β 2110). Σύμφωνα με τα ανωτέρω εκτεθέντα προκύπτει ότι ελλείπει στο περιεχόμενο των επιστολών  αναφορά περί άσκησης βίας ή απειλή σωματικής βίας κατά οποιουδήποτε Βουλευτή. Η συναγόμενη από το περιεχόμενο των επιστολών αναφορά περί προσφυγής στην Δικαιοσύνη για να υποστούν τις συνέπειες που θα έχουν οι πράξεις τους σύμφωνα με το Σύνταγμα - κατά την κρίση πάντα των συντακτών - καθόσον τελούν ποινικά αδικήματα (εσχάτη προδοσία, προδοσία της χώρα ), αποτελούσα άσκηση δικαιώματος οποιουδήποτε πολίτη, αποκλείει το παράνομο της φερόμενης απειλής, ούσα η προσφυγή στην Δικαιοσύνη μη παράνομη πράξη αλλά δικαίωμα. Τέλος, το περιεχόμενο των επιστολών θα μπορούσε να συνιστά το έγκλημα της περιύβρισης της Βουλής σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 157 ΠΚ. Πλην όμως το συγκεκριμένο αδίκημα διώκεται μόνο ύστερα από αίτηση της Βουλής,   προϋπόθεση δικονομική που δεν φέρεται να συντρέχει στην συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά ούτε και έχει υποβληθεί νομότυπη έγκληση καθόσον προς τους κατ' ιδίαν Βουλευτές εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις των άρθρων 361 επ ΠΚ ( Μ.Μαργαρίτης Ποινικός Κώδικας άρθρο 157 και εκεί παραπομπή σε Μπουρόπουλο άρθρο 157 σελ 62).
Κατόπιν των ανωτέρω και θεωρώντας ότι δεν υπάρχουν επαρκείς ενδείξεις για την άσκηση ποινικής δίωξης κατά των ανωτέρω για οποιαδήποτε έγκλημα επί τη βάσει της υπό κρίση δικογραφίας,  ενεργήσαμε   όπως  στην  αρχή   Σας αναφέρουμε αρχειοθετώντας την.
Παρακαλούμε να Εγκρίνετε την ενέργεια μας αυτή ή να Παραγγείλετε αναλόγως .

Ηράκλειο 19 Νοεμβρίου 2018
Μετά Τιμής
Ο Εισαγγελέας.
---------
Αριθμός πρωτοκόλλου 6613.
Προς τον κ. Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Ηρακλείου.

Σας επιστρέφουμε την παρούσα δικογραφία με τη σύμφωνη γνώμη μας, για την αρχειοθέτηση της., σύμφωνα με το άρθρο 43 ΚΠοινΔικονομίας.

Ηράκλειο την 3-12-2018.

Ο Εισαγγελέας Εφετών Ανατολικής Κρήτης.
-------------------
Παρατήρηση 1. Όταν πήγα στην γραμματεία του Πταισματοδικείου Ηρακλείου για πληροφορηθώ το κατηγορητήριο ο φάκελος έγραφε το έγκλημα του ΠΚ 157 Α και όχι του ΠΚ 157 § 1.α. Ζήτησα να βγάλω φωτοτυπία το εξώφυλλο του φακέλου για να μη κάνω λάθος αλλά δεν μου το επέτρεψε η Γραμματέας. Τα εγκλήματα μπορεί να είναι παρεμφερή αλλά όχι ίδια. Το έγκλημα για το οποίο η Διάταξη είναι το ΠΚ 157 § 1α που επιγράφεται "Βία κατά πολιτικού σώματος ή της Κυβέρνησης", είναι κακουργηματική πράξη τιμωρούμενη με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα έτη, ενώ αυτό για το οποίο συνέταξα τις έγγραφες εξηγήσεις των εντολέων μου είναι το 157 Α και επιγράφεται "Βία κατά πολιτικού κόμματος" και είναι πλημμέλημα τιμωρούμενο με φυλάκιση τουλάχιστον δυο ετών!! Δηλαδή για άλλο έγκλημα δόθηκαν οι έγγραφες εξηγήσεις και για άλλο έγκλημα εκδόθηκαν, μεταγενέστερα, οι εισαγγελικές διατάξεις!!! Όπως γίνεται αντιληπτό, ασκήθηκε δίωξη για πλημμέλημα [ΠΚ 157 Α], απολογήθηκαν γι'  αυτό οι "ύποπτοι", και, τελικά, άλλαξε η κατηγορία, εν αγνοία των "υπόπτων", σε κακουργηματική [ΠΚ 157] χωρίς να κληθούν να απολογηθούν για την μετατραπείσα, κατά πολύ βαρύτερη, κατηγορία οι "ύποπτοι"!!! Συνιστώ στους συναδέλφους, όταν δεν τους επιτρέπουν να λαμβάνουν φωτοτυπίες του εξώφυλλου του φακέλου στο οποίο αναγράφονται οι διατάξεις για τα εγκλήματα που διώκονται οι εντολείς τους να λαμβάνουν μια φωτογραφία του εξώφυλλου! Τι άλλο θα δουν τα μάτια μου, τι άλλο! Αυτά τα πρωτοφανή τα διαπίστωσα μόλις τώρα 27-10-2019 που προσθέτω αυτή την παρατήρηση.

Παρατήρηση 2. Η αρχική κατηγορία, πέραν της ΠΚ 330 [παράνομη βία], ήταν η παραβίαση της πλημμεληματικής ΠΚ 157 Α [για την οποία απολογήθηκαν] της οποίας η ποινική υπόσταση [με τίτλο "βία κατά πολιτικού κόμματος"] περιγράφεται στον ποινικό κώδικα ως έπεται: "§ 1. όποιος εκτελεί πράξεις βίας κατά γραφείων πολιτικών κομμάτων που λειτουργούν νόμιμα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους, εκτός αν η πράξη τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη".  Η μεταβληθείσα κατηγορία, εν αγνοία των υπόπτων, για την οποία κρίθηκαν αναπολόγητοι οι "ύποπτοι" ήταν η παραβίαση της κακουργηματικής ΠΚ 157 [με τίτλο "βία κατά πολιτικού σώματος ή της Κυβέρνησης"] της οποίας η ποινική υπόσταση περιγράφεται στον ποινικό κώδικα ως έπεται: "§ 1.α. Όποιος με βία ή με απειλή βίας επιβάλλει στη Βουλή ή την Κυβέρνηση ή σε μέλος τους την εκτέλεση, παράλειψη ή ανοχή πράξης που ανάγεται στα καθήκοντα τους τιμωρείται με κάθειρξη τουλάχιστον δέκα ετών".

1 σχόλιο:

  1. "Μεταβολή της κατηγορίας υπάρχει όταν τα πραγματικά περιστατικά τα οποία συγκροτούν την πράξη, για την οποία αποφαίνεται το συμβούλιο, είναι εντελώς διαφορετικά από εκείνα που συνιστούν την πράξη, για την οποία κινήθηκε η ποινική δίωξη από τον εισαγγελέα, όταν δηλαδή πρόκειται για άλλη πράξη... Εξάλλου, γίνεται, ορθώς, δεκτό ότι ο διαφορετικός νομικός χαρακτηρισμός της ίδιας πράξης δεν αποτελεί μεταβολή της κατηγορίας, δηλαδή δεν έχει σημασία ο νομικός χαρακτηρισμός της αξιόποινης πράξης, που δόθηκε από τον εισαγγελέα, αλλά μόνο η συγκεκριμένη πράξη και, συνεπώς, επιτρέπεται εν συνεχεία να χαρακτηρίζεται διαφορετικά από το οικείο δικαστικό συμβούλιο" [Αργ, Καρράς, Ποινικό Δικονομικό Δίκαιο, 2017, πλαγιάριθμος 886, σελ. 965]. Δηλαδή κατά την άποψη αυτή, την οποία ακολουθεί και η νμλγ του Αρείου Πάγου [παρεμφερής με την νμλγ στην πολιτική δικονομία όπου ο νομικός χαρακτηρισμός στην αγωγή δεν αποτελεί στοιχείο της ούτε δεσμεύει τον δικαστή] δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα στα δικαιώματα του κατ/ νου να απολογείσαι για την τάδε πράξη και μετά να σου απαγγέλλεται η δείνα πράξη διότι ο εισαγγελέας ή το συμβούλιο ανακάλυψε ότι πριέβηε σε λάθος Qualification! Έτσι γελοιοποιείται και ΚΑΤΑΡΓΕΙΤΑΙ ο πάντα ενοχλητικός δικηγόρος, εμφανιζόμενος ως, περίπου, ΑΠΑΤΕΩΝΑΣ, ο οποίος, επειδή αδυνατεί να αντιμετωπίσει νομικά την κατηγορία του εντολέα του περί άλλων τυρβάζει!!!
    Τι λέει όμως και το ΕΔΔΑ για την απαράδεκτη αυτή κατάσταση που κατακρεουργεί την υπεράσπιση του κατ/ νου [ή, άλλως πως, όπως βαφτίζεται τώρα, "ύποπτος"]: "Το δικαστήριο επιδεικνύει ιδιαίτερη προσοχή στις περιπτώσεις της μεταβολής της κατηγορίας, στο μέτρο που η τελευταία μπορεί να επηρεάσει καθοριστικά τη θέση του κατ/ νου. Η εν λόγω μεταβολή μπορεί να αφορά διάφορα στοιχεία, μεταξύ των οποίων η τροποποίηση του βαθμού συμμετοχής του κατ/ νου, η προσθήκη επιβαρυντικής περίστασης και οι εν γένει ουσιαστικές αλλαγές στην υπαγωγή της πράξης στις διατάξεις του νόμου... Στην περίπτωση που ο κατ/ νος δικάζεται (και καταδικάζεται) για άλλη πράξη από εκείνη για την οποία έχει πληροφορηθεί ότι κατηγορείται, παραβιάζεται, κατά κανόνα, η εγγύηση για πλήρη και έγκαιρη πληροφόρηση του. Επιπλέον, ο κατ/ νος δεν είναι σε θέση να προετοιμάσει αποτελεσματικά την υπεράσπιση του σε σχέση προς τη νέα κατηγορία. Στο πνεύμα αυτό, το ΕΔΔΑ έχει υπογραμμίσει ότι όταν επιτρέπεται, κατά το εθνικό δίκαιο, ο επαναχαρακτηρισμός των γεγονότων από το Δικαστήριο, ο κατ/ νος θα πρέπει να μπορεί να ασκήσει τα υπερασπιστικά του δικαιώματα εγκαίρως, κατά τρόπο πρακτικό και αποτελεσματικό. Το γεγονός αυτό συνεπάγεται ότι ο κατ/ νος θα πρέπει να πληροφορηθεί εγκαίρως και με λεπτομέρεια, όχι μόνο τα πραγματικά γεγονότα στα οποία βασίζεται η κατηγορία, αλλά και το νομικό χαρακτηρισμό που έχει δοθεί σε αυτά" [Λίνος Σισιλιάνος (σημερινός Πρόεδρος του ΕΔΔΑ), ΕΣΔΑ, ερμηνεία κατ' άρθρο, 2017, άρθρο 6, πλαγιάριθμοι 205-206, σελίδες 318-319]. Οι παρανομίες αμφοτέρων των εισαγγελέων είναι κραυγαλέες!

    ΑπάντησηΔιαγραφή

Γραφή σχολίων σε greeklish σημαίνει διαγραφή τους!