Σάββατο, 30 Νοεμβρίου 2019

Εγγυητής διάδικος, εκούσια δικαιοδοσία, μεταβολή βάσης, υπερχρεωμένα φυσικά πρόσωπα, αοριστία αίτησης, ειλικρινής δήλωση.

Άρειος Πάγος, ΠολΤμήμα Δ', 438/2019. Νομικό Βήμα 2019.2162 [σε περίληψη]
[δημοσιεύτηκε ήδη και στην ιστοσελίδα του Αρείου Πάγου, Σεπτέμβριος 2019]

Σχόλιο blogger: Όσο υπάρχει ο Άρειος Πάγος, ΤΙΠΟΤΑ δεν είναι χαμένο και ΤΙΠΟΤΑ δεν είναι κερδισμένο! Στην υπόθεση αυτή, με χρέος 400.000 € χάθηκε η μάχη στο πρωτοβάθμιο και στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο. Οι διάδικοι-πολίτες εμπιστεύτηκαν τον Δικηγόρο τους και ΔΙΚΑΙΩΘΗΚΑΝ στο Ανώτατο Δικαστήριο όπου η ανατροπή υπέρ των ηττημένων ομοιάζει, πάντοτε, με Ηράκλειο ΑΘΛΟ! Σε υπόθεση που δεν υπήρχε νομολογιακό προηγούμενο του Αρείου Πάγου, σε υπόθεση που ο Άρειος Πάγος αισθάνεται έντονη απέχθεια, όπως αυτές των υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων.

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου -Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σοφία Ντάντου, Μαρία Τζανακάκη, Αντώνιο Τσαλαπόρτα- εισηγητή και Ελένη Φραγκάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημα του, στις 11 Ιανουαρίου 2019, ..., για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) ... και 2) ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Φραγκούλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «...ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) πιστωτικού συνεταιρισμού με την επωνυμία «...», που εδρεύει στο Ηράκλειο και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «... ΑΕ», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία «...ΑΕ», 4) Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών και ήδη από 1-1-2017 από την «Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων», που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα (σύμφωνα με τις από 10-1-2019 κατατεθείσες προτάσεις τού πληρεξουσίου του), 5) ΝΠΔΔ με την επωνυμία «ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ - ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ (ΙΚΑ - ΕΤΑΜ)» και ήδη ΝΠΔΔ με την επωνυμία «ΕΝΙΑΙΟΙ ΦΟΡΕΑΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗΣ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ (ΕΦΚΑ)», ως οιονεί καθολικός διάδοχος δυνάμει του ν. 4387/2016, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 6) ... και 7) ..., εκ των οποίων η 1η εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της ..., το 4ο εκπροσωπήθηκε από τον ..., Πάρεδρο ΝΣΚ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και το 5ο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του ..., που δήλωσε στο ακροατήριο την ως άνω μεταβολή του «ΙΚΑ - ΕΤΑΜ», ενώ οι 2η, 3η, 6ος και 7ος δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροωπήθηκαν στο ακροατήριο.

 Στην περίπτωση της παρ. 3 του άρθρου 748 του ΚΠολΔ στα πλαίσια της εκούσιας δικαιοδοσίας έχει ήδη κριθεί ότι ο τρίτος από της κλητεύσεώς του, καθίσταται διάδικος, (βλ. Σχετ. ΟλΑΠ 974/ 1980), για την ταυτότητα δε του νομικού λόγου, καθίσταται διάδικος και ο υποχρεωτικά καλούμενος πιστωτής υπό τους όρους και δυνάμει της διατάξεως της παρ. 1 του άρθρου 5 του Ν. 3869/2010. Επίσης με τη διάταξη του αρθρ. 5 παρ. 1 Ν. 3869/10, όπως ισχύει μετά το Ν. 4161/2013, θεσπίζεται, ως αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας, το υποχρεωτικό της επίδοσης της αίτησης στον εγγυητή, παράλληλα μ' αυτήν προς όλους τους πιστωτές. Με την επίδοση ο εγγυητής καθίσταται αυτοδικαίως διάδικος, εφόσον η επίδοση διατάσσεται από το νόμο κατ' αρθρ. 5 παρ. 1, και δεσμεύεται από την απόφαση
Στην προκειμένη περίπτωση οι εκ των αναιρεσιβλήτων ... ΑΕ πιστώτρια Τράπεζα, καθώς και οι ..., εγγυητής στεγαστικού δανείου των αιτούντων και ο ..., καθολικός διάδοχος του θανόντος εγγυητή ..., ως εγγυητής στεγαστικού δανείου, οι οποίοι κλητεύθηκαν στην πρωτοβάθμια δίκη κατέστησαν διάδικοι σύμφωνα με τα προαναφερόμενα και στη συνέχεια κλητεύθηκαν και στη δευτεροβάθμια δίκη. Από τις υπ' αριθμ. 8056Α/1-1 0-2018 και 7479Α/9-7-2018 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης ..., την υπ' αριθμ. 1614Δ/ 10-5-2018 έκθεση επίδοσης      και      σχετική      απόδειξη      παράδοσης      αντιγράφου θυροκολληθέντος εγγράφου του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Βορείου Αιγαίου ..., που επικαλούνται και προσκομίζουν οι αναιρεσείοντες, οι οποίοι επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση, από 7-2-2018, αίτησης αναιρέσεως, με την κάτω από αυτή πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας επιδόθηκε, νόμιμα και εμπρόθεσμα, αντίστοιχα, κατ' αρθρ. 769 εδάφ. β' και 762 ΚΠολΔ, στην ...Τράπεζα, στον ... και στον .... Κατά συνέπεια, αφού οι αναιρεσίβλητοι αυτοί δεν εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο κατά την παρούσα δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το σχετικό πινάκιο, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρα 576 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα).

Από το συνδυασμό των διατάξεων 228, 229, 230, 260 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι μετά την, για οποιοδήποτε λόγο, ματαίωση της συζήτησης της αγωγής ο διάδικος, που ενδιαφέρεται για την επαναφορά και συζήτηση της, μπορεί να υποβάλλει στο δικαστήριο κλήση και να επιδώσει στον αντίδικο του την κλήση, με κάτωθι αυτής πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση για τη συζήτηση της, τηρώντας τις προθεσμίες, που αναγράφονται στο άρθρο 228 του κώδικα. Η κλήτευση επιβάλλεται σε κάθε περίπτωση που επήλθε ματαίωση της συζήτησης της αγωγής, που είχε προσδιοριστεί για προγενέστερη ημερομηνία. Η ματαίωση της συζήτησης της αγωγής δεν επηρεάζει τις συνέπειες της επέλευσης των δικονομικών αποτελεσμάτων της, που επήλθαν με την κατάθεση της, που διατηρούνται, σύμφωνα με το αρθρ. 221 ΚΠολΔ  Επίσης   κατά   τη   διάταξη   του   άρθρου   762  ΚΠολΔ, που ρυθμίζει την παθητική νομιμοποίηση της έφεσης κατά των αποφάσεων οι οποίες εκδίδονται κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, "αν περισσότεροι έλαβαν μέρος στην πρωτόδικη δίκη, η έφεση που ασκεί ένας από αυτούς απευθύνεται κατά των άλλων ή των καθολικών διαδόχων ή των κληρονόμων τους". Κατά το άρθρο 769 εδ. γ" ΚΠολΔ, η ως άνω διάταξη εφαρμόζεται και για την παθητική νομιμοποίηση της αναίρεσης κατά των αποφάσεων που εκδίδονται κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (Ολ.ΑΠ 6/1999). 
Στην προκειμένη περίπτωση η εκ των αναιρεσιβλήτων, πιστώτρια Τράπεζα ...κλητεύθηκε στην πρωτοβάθμια δίκη και κατέστη διάδικος πλην όμως ως προς αυτήν κηρύχθηκε ματαιωμένη η συζήτηση λόγω της ερημοδικίας αυτής και του αιτούντος. Η ματαίωση της συζήτησης της αγωγής δεν επηρέασε τις συνέπειες της επέλευσης των δικονομικών αποτελεσμάτων της, που επήλθαν με την κατάθεση της, που διατηρούνται, σύμφωνα με το αρθρ. 221 ΚΠολΔ. Συνεπώς εφόσον δεν έλαβε μέρος στην πρωτόδικη δίκη η τράπεζα Πειραιώς, η έφεση καθώς και η αναίρεση δεν έπρεπε να απευθύνονται κατ' αυτής και επομένως στην προκειμένη περίπτωση η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης καθό μέρος στρέφεται κατ' αυτής είναι απαράδεκτη.

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η αντιμωλία όλων των διαδίκων πλην της Τράπεζας ... που δεν παραστάθηκε, εκδοθείσα κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας υπ' αριθμ. ../2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η οποία αφού δέχθηκε τυπικά, απέρριψε στη συνέχεια την από 30-11-2015 έφεση των αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ. .../2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου, σύμφωνα με την οποία αφού δικάσθηκε ερήμην  αυτών   η   αίτηση   τους   με  αντικείμενο   την   υπαγωγή   των χρεών τους στο νόμο για τα υπερχρεωμένα νοικοκυριά απορρίφθηκε στο σύνολο της. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (αρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 § 1 ΚΠολΔ), είναι επομένως παραδεκτή (αρθρ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους προβαλλόμενους λόγους της (αρθρ. 577 § 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάζει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (αρθρ. 744) και ότι το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως κάθε τι που κατά την κρίση του είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (αρθρ. 759 παρ. 3). Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 ΚΠολΔ και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τις γνήσιες και τις μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και συντομίας από την οποία κυριαρχείται. Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και στο δευτεροβάθμιο   δικαστήριο,   ενώ   η   εξουσία   του   δικαστηρίου   για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και, άρα, είναι απεριόριστη, αφού μπορεί να λάβει υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα (όχι, όμως, και ανεπίτρεπτα), καθώς και αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 ΚΠολΔ, αποδεσμευόμενο από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξης (ΑΠ 769/2015, ΑΠ 236/2015).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 745 ΚΠολΔ έως την περάτωση και της τελευταίας συζήτησης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο επιτρέπεται η προβολή πραγματικών ισχυρισμών, ενώ, κατά το άρθρο 765 του ίδιου Κώδικα, κατά τη δίκη στο Εφετείο μπορούν να υποβληθούν νέοι πραγματικοί ισχυρισμοί και είναι δυνατή η επίκληση και η προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων και, τέλος, κατά το άρθρο 751 του αυτού Κώδικα, μεταβολή της αίτησης επιτρέπεται με άδεια του δικαστή, εφόσον κατά την κρίση του δεν βλάπτονται συμφέροντα εκείνων που μετέχουν στη δίκη ή τρίτων... Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι, ως συνέπεια του ανακριτικού συστήματος που καθιερώνεται στην εκούσια δικαιοδοσία και της εν γένει ελαστικότητας της διαδικασίας αυτής, επιτρέπεται η προβολή των κρίσιμων πραγματικών περιστατικών σε κάθε στάση της πρωτοβάθμιας δίκης, αλλά και στην κατ' έφεση δίκη και, έτσι, καθιερώνεται εξαίρεση από το συγκεντρωτικό σύστημα, αλλά και από τα άρθρα 223 και 224 ΚΠολΔ στο μέτρο που επιτρέπουν τη συμπλήρωση, αλλά και τη μεταβολή της αίτησης, με νέα στοιχεία και μετά την (πρώτη) συζήτηση (ΑΠ 2270/2014)Ως μεταβολή της αίτησης νοείται μόνο η μεταβολή του αιτήματος, δηλαδή του ζητούμενου ρυθμιστικού ή διαπιστωτικού μέτρου, και μπορεί να γίνει μόνο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο,  ύστερα από σχετική άδεια του δικαστηρίου,  εφόσον,κατά την κρίση του, δεν βλάπτονται τα συμφέροντα εκείνων που μετέχουν στη δίκη ή τρίτων, κατά τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων 747, 751 και 765 ΚΠολΔ, όχι, όμως, πρώτη φορά, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 2 του ίδιου ΚώδικαΗ αντίθετη εκδοχή προσκρούει στην αρχή της μη υπερβάσεως του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, βάσει της οποίας δεν επιτρέπεται να υποβληθεί απευθείας στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελής αίτηση, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά (άρθρο 12 παρ. 2 ΚΠολΔ), εξαίρεση που δεν εισάγει καμιά από τις διατάξεις, οι οποίες ρυθμίζουν τη δίκη ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου στην εκούσια δικαιοδοσία, στην οποία, σημειωτέον, εφαρμόζεται και εκείνη του άρθρου 12 ΚΠολΔ (άρθρο 741 του ίδιου Κώδικα) (ΑΠ 402/1995). Αντίθετα, η μεταβολή ή η συμπλήρωση της ιστορικής βάσης της αιτήσεως είναι δυνατή και στους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 744, 745 και 765 του ΚΠολΔ, κατ' εξαίρεση εκείνης του άρθρου 224 του αυτού Κώδικα.
Στην    προκείμενη    περίπτωση,    με    τον   πρώτο    λόγο    της αναίρεσης,     κατ'     εκτίμηση    όσων    διαλαμβάνονται    σ'     αυτόν, αποδίδεται     στην    προσβαλλόμενη     .../2017     απόφαση     του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου που δίκασε την έφεση κατά της υττ' αριθμ. .../ 2015 απόφασης του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου η   πλημμέλεια   από   τον   αριθμό   1   του   άρθρου   560   ΚΠολΔ   και, ειδικότερα, ότι το δικαστήριο αυτό, με το να απορρίψει ως απαράδεκτη την έφεση καθό μέρος στρέφεται εναντίον του Ελληνικού δημοσίου και του ΝΠΔΔ με την επωνυμία «Ενιαίος Φορέας Κοινωνικής Ασφάλισης» λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποιήσεως αυτών, δεδομένου ότι δεν έλαβαν μέρος στην πρωτόδικη δίκη, παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 526,   12  παρ.   2,   762  και  765   ΚΠολΔ,  ερμηνεύοντας  εσφαλμένα αυτές. Επί του ισχυρισμού τους αυτού πρέπει να ειπωθούν τα εξής: Όπως αναφέρθηκε αμέσως παραπάνω ως μεταβολή της αίτησης νοείται μόνο η μεταβολή του αιτήματος, δηλαδή του ζητούμενου ρυθμιστικού ή διαπιστωτικού μέτρου, και μπορεί να γίνει μόνο στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ύστερα από σχετική άδεια του δικαστηρίου, εφόσον, κατά την κρίση του, δεν βλάπτονται τα συμφέροντα εκείνων που μετέχουν στη δίκη ή τρίτων, κατά τις διατάξεις των παραπάνω άρθρων 747, 751 και 765 ΚΠολΔ, όχι, όμως, πρώτη φορά, στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα που εφαρμόζεται και στην εκούσια δικαιοδοσία, δεδομένου ότι οι διατάξεις αυτής που ρυθμίζουν τη διαδικασία ενώπιον του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου δεν ορίζουν κάτι το διαφορετικό. Η αντίθετη εκδοχή προσκρούει στην αρχή της μη υπερβάσεως του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, βάσει της οποίας δεν επιτρέπεται να υποβληθεί απευθείας στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο αυτοτελής αίτηση, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά (άρθρο 12 παρ. 2 ΚΠολΔ), εξαίρεση που δεν εισάγει καμιά από τις διατάξεις οι οποίες ρυθμίζουν τη δίκη ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου στην εκούσια δικαιοδοσία, στη οποία, σημειωτέον, εφαρμόζεται και εκείνη του άρθρου 12 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επιτρεπτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων προέκυψε ότι με την έφεση που άσκησαν οι αιτούντες κατά της με αριθμ. .../2015 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου, υπέβαλαν νέο συμπληρωματικό αίτημα στο δικαστήριο ζητώντας να ενταχθούν στη ρύθμιση πέραν των χρεών τους προς τρίτους που αναφέρονταν στην αρχική αίτηση τους που υποβλήθηκε στο Ειρηνοδικείο και τα χρέη τους από οφειλόμενους φόρους προς το Ελληνικό   Δημόσιο   και   οι   εισφορές   τους   προς   το   ΕΦΚΑ  των οποίων η ρύθμιση προβλέφθηκε από το Ν. 4335/2015, σύμφωνα με τον οποίο, κατά τους αιτούντες, τα χρέη αυτά μπορούν να ρυθμιστούν με αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη της ισχύος του (14-9-2015), και εφόσον αυτή η νομοθετική μεταβολή εμπεριέχεται στην έννοια του όρου «γεγονότων που επήλθαν μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης», επιτρεπτά πρόβαλαν σύμφωνα με τους ισχυρισμούς τους το συγκεκριμένο αίτημα. Η προσβαλλόμενη απόφαση απέρριψε αυτό ως απαράδεκτο λόγω έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης του Ελληνικού Δημοσίου και του ΕΦΚΑ, καθόσον δεν ήταν διάδικοι ούτε έλαβαν μέρος στην πρωτόδικη δίκη και περαιτέρω με τη σημείωση ότι απαραδέκτως επιχειρούν το πρώτον οι αιτούντες με το δικόγραφο της έφεσης να ρυθμίσουν χρέη δανειστών που δεν είχαν συμπεριλάβει στην αίτηση τους, λόγω υπέρβασης του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας, δεν συνιστά δε τούτο παραδεκτή μεταβολή της βάσης της αίτησης, ούτε πρόταση νέων ισχυρισμών στη δευτεροβάθμια δίκη. Κρίνοντας έτσι το Μονομελές Πρωτοδικείο που δίκαζε κατ' έφεση την κρινόμενη υπόθεση ορθά ερμήνευσε το νόμο και δεν έκανε δεκτό το συγκεκριμένο αίτημα των αιτούντων καθόσον μεταβολή του αιτήματος δεν είναι δυνατή, ούτε υπό την προϋπόθεση του άρθρου   751    ΚΠολΔ,   στην   κατ'   έφεση   δίκη,   καθώς   θίγεται  ο κανόνας των δύο βαθμών δικαιοδοσίας. Πέραν αυτών με τη διάταξη του αρθρ. 5 παρ. 1 Ν. 3869/10, «Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων» όπως ισχύει μετά το Ν. 4161/2013, θεσπίζεται, ως αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας, το υποχρεωτικό της επίδοσης της αίτησης στον εγγυητή, παράλληλα με αυτήν προς όλους τους πιστωτές. Με την επίδοση ο εγγυητής και οι πιστωτές καθίστανται αυτοδικαίως διάδικοι, εφόσον η επίδοση διατάσσεται από το νόμο κατ' αρθρ. 5 παρ. 1, και δεσμεύονται     από     την     απόφαση,     την     οποία     μπορούν     ναπροσβάλουν με έφεση. Επί ασκήσεως δε εφέσεως κατά αποφάσεως η οποία εκδόθηκε κατά τη διαδικασία της εκουσίως δικαιοδοσίας, δημιουργείται σύμφωνα με το άρθρο 762 ΚΠολΔ, από το νόμο περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας (παθητικής) λόγω υποχρεώσεως η έφεση να απευθύνεται κατ' αυτών αλλά και της ανάγκης ενιαίας επίλυσης του ζητήματος, καθώς και της έναντι πάντων ισχύος της αποφάσεως που θα εκδοθεί. Συνεπώς η έφεση δεν μπορεί στην προκειμένη περίπτωση να απευθυνθεί κατά μη διαδίκων στη πρωτοβάθμια δίκη, ήτοι του Ελληνικού Δημοσίου και του ΕΦΚΑ. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 748 παρ. 3 εδ. α' ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στα ένδικα μέσα (άρθρο 760 εδ. α' ΚΠολΔ), το δικαστήριο που είναι αρμόδιο να δικάσει το ένδικο μέσο κατά αποφάσεως που εκδίδεται κατά την εκούσια δικαιοδοσία, μπορεί να διατάξει την κλήτευση τρίτων που έχουν έννομο συμφέρον από τη δίκη (ΑΠ 1781/2017). Ως εκ τούτου στην προκειμένη περίπτωση το δικαστήριο, που είναι αρμόδιο να δικάσει το ένδικο μέσο, μπορεί, σύμφωνα με την ως άνω διάταξη του άρθρου 748 παρ. 3 ΚΠολΔ, να επιβάλει την κλήτευση τρίτων που έχουν έννομο συμφέρον από τη δίκη, δεν δίδει όμως το δικαίωμα να κλητεύσουν τρίτους, από δική τους πρωτοβουλία, οι ασκήσαντες την έφεση. Τέλος πρέπει να αναφερθεί ότι το άρθρο 1 του Ν. 3869/ 2010, όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 1 της υποπαραγράφου Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/ 2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-08-2015), και καταλαμβάνει, σύμφωνα με την παρ. 5 του άρθρου 2 της υποπαραγράφου Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/ 2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-08-2015), τις αιτήσεις που υποβάλλονται μετά την έναρξη ισχύος του, δηλαδή μετά από την υπογραφή από τα συμβαλλόμενα μέρη της Σύμβασης Χρηματοδοτικής Διευκόλυνσης της  παραγράφου   Β'   του   άρθρου   3   του   Ν. 4336/ 2015   (ΦΕΚ  Α' 94/14-08-2015), ορίζει ότι: «1. Φυσικά πρόσωπα που στερούνται πτωχευτικής ικανότητας υπό την έννοια του άρθρου 2 του ν. 3588/2007 και έχουν περιέλθει, χωρίς δόλο, σε μόνιμη και γενική αδυναμία πληρωμής ληξιπρόθεσμων χρηματικών οφειλών τους, δικαιούνται να υποβάλουν στο αρμόδιο δικαστήριο αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους κατά τις διατάξεις του παρόντος νόμου. Την ύπαρξη δόλου αποδεικνύει ο πιστωτής. Απαλλαγή του οφειλέτη σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος νόμου από τα χρέη του, όπως αυτά περιγράφονται στην αίτηση της παραγράφου 1 του άρθρου 4 επιτρέπεται μόνο μία φορά. Απαίτηση πιστωτή, η οποία δεν έχει συμπεριληφθεί στην αίτηση δεν επηρεάζεται από τη διαδικασία διευθέτησης των οφειλών του αιτούντος κατά τον παρόντα νόμο. 2. Στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου εμπίπτει το σύνολο των οφειλών των προσώπων της παραγράφου 1 προς τους ιδιώτες. Στο πεδίο εφαρμογής του παρόντος νόμου περιλαμβάνονται επίσης: α) οι βεβαιωμένες οφειλές στη Φορολογική Διοίκηση σύμφωνα με τον Κώδικα Φορολογικής Διαδικασίας (Κ.Φ.Δ), τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε) και τον Τελωνειακό Κώδικα, όπως έχουν διαμορφωθεί με βάση τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης ^ καταβολής που τις επιβαρύνουν, β) οι βεβαιωμένες οφειλές προς |^\ο τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α) α' και β' βαθμού και τα νομικά πρόσωπα αυτών, όπως έχουν διαμορφωθεί με βάση τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής, συμπεριλαμβανομένων των οφειλών που προκύπτουν από εισφορά σε χρήμα ή τη μετατροπή εισφοράς γης σε χρήμα των προς ένταξη ή και των ήδη ενταγμένων ιδιοκτησιών, σύμφωνα με τον ν. 1337/1983, από φόρους και τέλη προς το Δημόσιο και τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και γ) ασφαλιστικές οφειλές   προς   τους   Οργανισμούς   Κοινωνικής   Ασφάλισης,   όπωςέχουν διαμορφωθεί με βάση τις προσαυξήσεις και τους τόκους εκπρόθεσμης καταβολής. Τα αναφερόμενα στα στοιχεία α", β' και γ' πρόσωπα δεν επιτρέπεται να συνιστούν το σύνολο των πιστωτών του αιτούντος και οι οφειλές του προς αυτά υποβάλλονται σε ρύθμιση κατά τον παρόντα νόμο μαζί με τις οφειλές του προς τους ιδιώτες πιστωτές.... Α.... Με την παραπάνω τροποποίηση του Ν. 3869/2010 διά του Ν. 4336/2015, υπάρχει πλέον σημαντική διαφοροποίηση ως προς τη μη εξαίρεση φόρων, τελών και ασφαλιστικών εισφορών από την υπαγωγή τους στη διαδικασία ρύθμισης εκ του νόμου 3869/2010». Έτι περαιτέρω, με την παρ. 3 του άρθρου 2 της υποπαραγράφου Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/ 2015 (ΦΕΚ Α' 94/14-08-2015) ορίζεται ότι: «Οφειλέτες που έχουν ήδη υποβάλλει αιτήσεις υπαγωγής στις διατάξεις της παρούσας υποπαραγράφου Α.4, οι υποθέσεις των οποίων δεν έχουν συζητηθεί ή για τις οποίες δεν έχει επέλθει συμβιβασμός με τους πιστωτές τους, δύνανται να επανυποβάλουν αιτήσεις προκειμένου να υπαχθούν στις διατάξεις του ν. 3869/ 2010, όπως αυτές ισχύουν μετά την τροποποίηση τους με το άρθρο 1 του παρόντος νόμου. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας, Ανταγωνιστικότητας, Ναυτιλίας και Τουρισμού και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, που θα εκδοθεί εντός ενός (1) μηνός από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, προσδιορίζονται ο τύπος της αίτησης της παραγράφου 2 του άρθρου 4 του ν. 3869/2010 με τυποποιημένα υποδείγματα και τα απαιτούμενα συνοδευτικά έγγραφα και δικαιολογητικά». Προς τούτο εκδόθηκε την 14 Οκτωβρίου 2015 η με αριθμό 8986/ 2015 Κ.Υ.Α των Υπουργών: α) Οικονομίας, Ανάπτυξης και Τουρισμού, β) Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, γ) Εργασίας, Κοινωνικής Ασφάλισης και Κοινωνικής Αλληλεγγύης και δ) Οικονομικών   [παρόλο   που   οι   τελευταίοι   δύο   Υπουργοί   δεν προβλέπονταν στον ανωτέρω εξουσιοδοτικό Νόμο να συμμετέχουν στην έκδοση της σχετικής Κ.Υ.Α] (ΦΕΚ 2208/14-10-2015 Τεύχος Β'), με την οποία, όπως διατυπώνεται ρητά, καθορίζεται το υπόδειγμα της τυποποιημένης αίτησης (αίτησης συμπλήρωσης οφειλών) για τους οφειλέτες που έχουν ήδη υποβάλλει αιτήσεις υπαγωγής στις διατάξεις του Ν. 3869/2010 και οι οποίες δεν έχουν συζητηθεί ή επί των οποίων δεν έχει επέλθει συμβιβασμός μέ τους πιστωτές, όπως η αίτηση αυτή προβλέπεται από το άρθρο 2 παρ. 3 της υποπαραγράφου Α4 «Τροποποιήσεις του Ν. 3869/ 2010» του Ν. 4336/2015. Επομένως εφόσον η αίτηση για τη ρύθμιση των οφειλών τους στη συγκεκριμένη περίπτωση είχε ήδη συζητηθεί στις 10-3-2015, ήτοι πριν από την έναρξη της ισχύος του νόμου 4336/ 2015, δεν υπήρχε η δυνατότητα υπαγωγής των χρεών τους προς το Δημόσιο και προς το ΕΦΚΑ με επανυποβολή αίτησης προκειμένου να υπαχθούν στις διατάξεις του ν. 3869/ 2010, η οποία θα συζητείτο μαζί με την προηγουμένως υποβληθείσα αίτηση και ως εκ τούτου και για το λόγο αυτόν δεν ήταν δυνατή η υποβολή συμπληρωματικής αίτησης από αυτούς αν τυχόν ήθελε γίνει δεκτό ότι επιτρεπόταν η συμπλήρωση της αίτησης και η μεταβολή του αιτήματος της στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, γεγονός ανεπίτρεπτο κατά τα προαναφερόμενα. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.

Στη διάταξη του άρθρου 14 του ν. 3869/ 2010, που περιέχει ειδική ρύθμιση για τα ένδικα μέσα που επιτρέπονται κατά των αποφάσεων που εκδίδονται στο πλαίσιο αυτού του νόμου, ορίζεται ότι "Οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση σύμφωνα με το άρθρο 560 του ΚΠολΔ". Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή, εκτός άλλων στοιχείων, πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκηση της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου. Σε αντίθετη περίπτωση, η αγωγή είναι αόριστη και το δικαστήριο οφείλει να την απορρίψει για το λόγο αυτό, έστω και αν μνημονεύεται ο νομικός κανόνας, με βάση τον οποίο ζητείται η παραδοχή του αιτήματος που υποβάλλεται. Εξάλλου, το ορισμένο ή μη του δικογράφου της αγωγής, ως προς την έκθεση των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση αυτής, εκτιμάται κυριαρχικώς από το δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 75/2016). Ακόμη, σύμφωνα με το άρθρο 560 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των Πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των Ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόστηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόστηκε εσφαλμένα (Ολ.ΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013). Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό    και    κατ'   επέκταση    σε   εσφαλμένη    εφαρμογή   του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασηςΈτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ο οποίος για να είναι ορισμένος πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα (ΑΠ 325/2004), ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006), οπότε πρέπει να παρατίθενται στο αναιρετήριο και οι αντίστοιχες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλούμενη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 20/2005). Προκειμένου δε περί αοριστίας της αγωγής, ελέγχεται, στο πλαίσιο του συγκεκριμένου λόγου, μόνο η "νομική αοριστία", δηλαδή εκείνη, που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα, ουσιαστικού δικαίου, η οποία υπάρχει στην περίπτωση που το δικαστήριο, για να σχηματίσει την κρίση του, αξίωσε περισσότερα ή αντίθετα αρκέστηκε σε ολιγότερα των απαιτούμενων από το νόμο στοιχείων για τη θεμελίωση του επίδικου δικαιώματος (ΑΠ 213/ 2018, ΑΠ 220/ 2012).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1 και 4 παρ. 1 του ν. 3869/ 2010 σαφώς προκύπτει ότι, για το ορισμένο της αίτησης ρύθμισης οφειλών υπερχρεωμένου φυσικού προσώπου, ο αιτών - οφειλέτης πρέπει να εκθέτει σε αυτή ότι είναι  φυσικό πρόσωπο,  στερούμενο πτωχευτικής  ικανότητας,  ότι έχει ληξιπρόθεσμα χρέη προς τρίτους, τα οποία υπάγονται στις ρυθμίσεις του νόμου, ότι περιήλθε σε μόνιμη αδυναμία πληρωμής αυτών των χρεών, ότι απέτυχε η προσπάθεια εξωδικαστικού (ήδη προδικαστικού) συμβιβασμού με τους πιστωτές του, και ότι δεν έχει υπάρξει άλλη απαλλαγή από τα χρέη του στο παρελθόν με βάση το νόμοΕπιπλέον, πρέπει να εκθέτει ποιοι είναι οι πιστωτές του, με πλήρη στοιχεία, ποιες είναι οι απαιτήσεις τους κατά κεφάλαιο, τόκους και έξοδα, να περιγράφει την οικογενειακή του κατάσταση (έγγαμος, άγαμος, διαζευγμένος, εάν έχει προστατευόμενα μέλη, τα οποία υποχρεούται εκ του νόμου να διατρέφει), τα εισοδήματα του ίδιου και της συζύγου του και τα περιουσιακά του στοιχεία. Τέλος, πρέπει να περιλάβει στην αίτηση του σαφές και ορισμένο σχέδιο διευθέτησης των οφειλών του, που να περιέχει ρύθμιση για όλους τους πιστωτές και τις απαιτήσεις τους, αίτημα δικαστικής ρύθμισης των οφειλών του, επί αποτυχίας δικαστικού συμβιβασμού και διάσωσης (εξαίρεσης από την εκποίηση) της κύριας κατοικίας του. Πλέον των ανωτέρω ουδέν έτερο στοιχείο απαιτείται για την πληρότητα της εν λόγω αίτησηςΗ δε παράλειψη αναφοράς στην αίτηση του οφειλέτη αξιόλογων περιουσιακών στοιχείων και εισοδημάτων, αποτελεί θέμα που αφορά όχι στην κατά νόμο πληρότητα της αίτησης, αλλά στην ειλικρίνεια του περιεχομένου της, η οποία προβλέπεται και ρυθμίζεται από το άρθρο 10 του ν. 3869/ 2010. Σύμφωνα με την εν λόγω διάταξη (άρθρο 10 του ν. 3869/2010), ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση να υποβάλει ειλικρινή δήλωση για τα περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματα του, τόσο κατά τη διαδικασία που αρχίζει με την υποβολή της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4, όσο και κατά την περίοδο ρύθμισης των οφειλών. Η παράβαση των υποχρεώσεων αυτών, εφόσον έγινε από δόλο ή βαριά αμέλεια,   έχει   ως   συνέπεια,   με   την   επιφύλαξη   τυχόν   ποινικής ευθύνης, την απόρριψη του αιτήματος για ρύθμιση οφειλών με απαλλαγή σύμφωνα με το άρθρο 8 ή την έκπτωση από τη ρύθμιση οφειλών και την απαλλαγή που έχει ήδη αποφασιστεί και μέχρι 2 έτη μετά την επέλευση της, ενώ νέα αίτηση μπορεί να υποβληθεί μετά την πάροδο 2 ετών από την τελεσίδικη απόρριψη της προηγούμενης αίτησης ή την τελεσιδικία της απόφασης για την έκπτωση. Την παράβαση αυτή μπορεί να επικαλεστεί οποιοσδήποτε πιστωτής μέσα σε ένα έτος από τη στιγμή που πληροφορήθηκε τη διάσταση της πραγματικής κατάστασης του οφειλέτη σε σχέση με εκείνη που δηλώθηκε. Μολονότι ο νόμος κάνει λόγο για "αίτηση" του πιστωτή, είναι δεδομένο ότι, αν βρίσκεται σε εκκρεμότητα η αίτηση του άρθρου 4, ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να προβληθεί κατ' ένσταση μέχρι την περάτωση της συζήτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (αρθρ. 745 ΚΠολΔ). Ειδικότερα, παραβίαση του καθήκοντος ειλικρίνειας υπάρχει αν ο οφειλέτης, από δόλο ή βαριά αμέλεια, αποκρύπτει εισοδήματα από οποιαδήποτε πηγή και αν προέρχονται ή περιουσιακά στοιχεία κατά τέτοιο τρόπο ώστε να εμφανίζεται μειωμένων οικονομικών δυνατοτήτων και έτσι να πετύχει παράνομα μειωμένη ικανοποίηση των πιστωτών του, εκτός βέβαια αν η παράλειψη αυτή είναι εντελώς ασήμαντη και επουσιώδης, όπως θα εκτεθεί παρακάτω. Ως δόλος νοείται η εκ μέρους του δράστη πρόβλεψη και αποδοχή του παράνομου αποτελέσματος ορισμένης συμπεριφοράς, την οποία αυτός επιχειρεί, αν και γνωρίζει τα περιστατικά που την καθιστούν παράνομη. Στη συγκεκριμένη περίπτωση με δόλο ενεργεί ο οφειλέτης, όταν, εν γνώσει του, υποβάλει ψευδή δήλωση, που δεν ανταποκρίνεται δηλαδή στην αλήθεια, χωρίς να χρειάζεται κάποιο πρόσθετο στοιχείο, ενώ ως βαριά χαρακτηρίζεται η αμέλεια, όταν η απόκλιση   από   το   μέτρο   συμπεριφοράς  του   μέσου   συνετού  και επιμελούς ανθρώπου είναι ασυνήθης και ιδιαίτερα μεγάλη. Η κρίση για το χαρακτήρα της αμέλειας ως βαριάς είναι θέμα αξιολόγησης των πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριοΓια να επέλθουν σε βάρος του οφειλέτη οι οριζόμενες στο νόμο πιο πάνω δυσμενείς κυρώσεις δεν απαιτείται με τη συμπεριφορά αυτή του οφειλέτη να έχει μειωθεί (βλαβεί) η ικανοποίηση των πιστωτών. Αρκεί ότι οι εσφαλμένες ή ατελείς δηλώσεις του οφειλέτη είναι πρόσφορες να μειώσουν (ζημιώσουν) την ικανοποίηση των πιστωτώνΌταν, όμως, οι παραβάσεις του οφειλέτη είναι εντελώς επουσιώδεις, δεν δικαιολογείται η προβλεπόμενη στο νόμο παραπάνω αντιμετώπισηΕπίσης, δεν χρειάζεται να αναφέρονται στην αίτηση του άρθρου 4 παρ. 1 του ίδιου νόμου τα ποσά που είχαν εισπραχθεί κατά το παρελθόν στο βαθμό που αυτά, κατά την υποβολή της αίτησης, έχουν πλέον αναλωθεί προς κάλυψη αναγκών του οφειλέτη ή για εξόφληση οφειλών του, αφού έχουν πάψει να αποτελούν περιουσία του. Ο οφειλέτης, πάντως, πρέπει να αναφέρει και τα περιουσιακά στοιχεία, τα οποία, κατά τη δική του υποκειμενική εκτίμηση, μπορεί να είναι και χωρίς αξία ή και χωρίς πιθανότητα ρευστοποίησης ή είσπραξης, καθώς ο μόνος αρμόδιος να ενημερωθεί γι' αυτά και να τα αξιολογήσει είναι ο δικαστής. Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό και με τις υπόλοιπες του ν. 3869/ 2010, προκύπτει ότι όλες οι διαδικασίες που προβλέπονται και ρυθμίζονται από το νόμο αυτόν αποβλέπουν στο να διευκολύνουν τον έντιμο και καλόπιστο οφειλέτη, ο οποίος περιήλθε, χωρίς δόλο, σε μόνιμη αδυναμία εκπλήρωσης των οφειλών τουΣε κάθε, πάντως, περίπτωση, ένας ανειλικρινής σε κρίσιμα ζητήματα οφειλέτης (περιουσιακή κατάσταση εισοδήματα) δεν κρίνεται άξιος να τύχει της ευνοϊκής μεταχείρισης του νόμου (ΑΠ 636/2017).
Στην κρινόμενη υπόθεση με τον περιεχόμενο στην υπό κρίση αίτηση δεύτερο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ αιτίαση, ότι το Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου, που δίκασε ως Εφετείο, παρά το νόμο απέρριψε, ως αόριστη, την από 20-1-2014 αίτηση του άρθρου 4 ν. 3869/2010, επειδή, κατά τις παραδοχές της, οι αναιρεσείοντες ενώ επικαλούνται την σε μόνιμη μηναία βάση λήψη οικονομικής ενίσχυσης από τρίτους, εν τούτοις δεν αναφέρουν το ύψος του ποσού της ενίσχυσης, αν και τα στοιχεία αυτά δεν απαιτούνται από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1 και 4 παρ. 1 του ν. 3869/2010, ενώ στο δικόγραφο της αίτησης αναφέρονται με πληρότητα τα πραγματικά περιστατικά που αποτελούν τις προϋποθέσεις εφαρμογής των ως άνω κανόνων δικαίου, στους οποίους στηρίζεται το αίτημα για τη ρύθμιση των οφειλών και την απαλλαγή από αυτές, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 3869/2010, το δε δικαστήριο ουσίας αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα ο νόμος απαιτεί, για την κρίση του περί του ορισμένου της ένδικης αίτησης.
Από    την   παραδεκτή,    κατ'    άρθρο    561    παρ.    2    ΚΠολΔ, επισκόπηση   της  προσβαλλόμενης   απόφασης,   προκύπτει   ότι   τοδίκασαν, ως Εφετείο (με τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας), Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου την από 20-1-2014 έφεση των αναιρεσίβλητων   κατά   της   .../ 2015   οριστικής   απόφασης   του Ειρηνοδικείου  Ηρακλείου,  ερευνώντας  τη  νομική  βασιμότητα  της ένδικης αίτησης, επί της οποίας εκδόθηκε η εκκαλούμενη απόφαση, δέχτηκε  τα   εξής:   «Στην  προκειμένη   περίπτωση,   η   υποβληθείσα αίτηση   των   εκκαλούντων   δεν   περιλαμβάνει   το   προαναφερθέν ελάχιστο εκ του νόμου περιεχόμενο, καθόσον αν και επικαλούνται την   σε  μόνιμη   μηνιαία  βάση   λήψη   οικονομικής   ενίσχυσης   από τρίτους,   εντούτοις   δεν   αναφέρουν   το   ύψος   του   ποσού   αυτού. Ενόψει αυτών, το Δικαστήριο βρίσκεται σε αδυναμία να υπαγάγει τα πραγματικά περιστατικά στις ανάλογες διατάξεις του νόμου και ειδικότερα δεν μπορεί να έχει σαφή και πλήρη εικόνα των πραγματικών δυνατοτήτων του αιτούντος για να συμβιβάσει συμμέτρως και κατά εύλογο τρόπο τα συμφέροντα αυτού και των πιστωτριών τραπεζών και οι τελευταίες να ανταποκριθούν στο βάρος της αποδείξεως του στοιχείου του δόλου. Επομένως, η με αριθ. καταθ. .../2014 αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας...». Έτσι όμως που έκρινε το δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου, αξιώνοντας για τη νομική θεμελίωση της ένδικης αίτησης των αναιρεσειόντων περισσότερα στοιχεία από εκείνα που απαιτεί προς τούτο ο νόμος, παραβίασε ευθέως τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 1 παρ. 1 του ν. 3869/2010, αφού, ενόψει του περιεχομένου των διατάξεων του άρθρου αυτού και εκείνων του άρθρου 4 παρ. 1 του ίδιου νόμου, που προαναφέρθηκαν, για το ορισμένο της αίτησης υπαγωγής του οφειλέτη στη ρύθμιση του ν. 3869/2010 δεν απαιτείται να αναφέρονται στο δικόγραφο της τα παραπάνω στοιχεία, ούτε αυτά συνιστούν προαπαιτούμενα της δικαστικής διάγνωσης ως προς την εφαρμογή ή όχι του συστήματος του συγκεκριμένου νόμου (άρθρο 1 ν. 3869/2010), και άρα δεν ήταν αναγκαίο να μνημονεύονται στην ως άνω αίτηση των αναιρεσειόντων, αφού η παράλειψη αναφοράς στην αίτηση του οφειλέτη αξιόλογων περιουσιακών στοιχείων και εισοδημάτων, αποτελεί θέμα που αφορά όχι στην κατά νόμο πληρότητα της αίτησης, αλλά στην ειλικρίνεια του περιεχομένου της, η οποία προβλέπεται και ρυθμίζεται από το άρθρο 10 του ν. 3869/2010Επομένως, ο προαναφερόμενος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 560 παρ. 1 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.

Ο εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, αντίστοιχος με αυτόν εκ του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ, ιδρύεται αν το δικαστήριο εισήλθε στην ουσία της υποθέσεως και διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα. Δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως όταν το δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ή τον ισχυρισμό ως απαράδεκτο, αόριστο, μη νόμιμο ή για άλλον τυπικό λόγο, οπότε το τυχόν σφάλμα ελέγχεται με λόγο αναιρέσεως εκ του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ (Ολομ. ΑΠ 447/ 1990, ΑΠ 1809/ 2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αίτηση απορρίφθηκε, κατά τα προεκτεθέντα, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας. Επομένως, ο τρίτος λόγος αναιρέσεως, εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτος.
Τέλος αν ήθελε γίνει δεκτό ότι με τον τελευταίο λόγο της αναίρεσης προβάλλονται αιτιάσεις από τον αριθμ. 5 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, αυτές κρίνονται απορριπτέες ως απαράδεκτες, καθόσον από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 ΚΠολΔ, καθιερώνεται για τις γνήσιες και μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, και η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέτρου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και άρα είναι απεριόριστη, λαμβάνει δε υπόψη ακόμη και άκυρα ή ανυπόστατα αποδεικτικά μέσα, μη πληρούντα τους όρους του νόμου αποδεικτικά μέσα ή αποδεικτικά μέσα εκτός του καταλόγου του άρθρου 339 Κ.Πολ.Δ. και αποδεσμεύεται από τους αποδεικτικούς τύπους της αυστηρής απόδειξηςΑλλά ούτε και ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται εν προκειμένω, καθόσον δεν προβλέπεται στο άρθρο 560 ΚΠολΔ και ως εκ τούτου δεν μπορεί να προβληθεί, όπως άλλωστε αναφέρουν και οι αιτούντες στην κρινόμενη αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 769/ 2015).
Συνακόλουθα τούτων, η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να   γίνει   δεκτή   εν   μέρει   και   να   αναιρεθεί   η   προσβαλλόμενη απόφαση κατά το τμήμα της που έκρινε απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αίτηση. Στη συνέχεια πρέπει η υπόθεση να παραπεμφθεί για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεση του από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 65 του ν. 4139/2013. Περαιτέρω, πρέπει να διαταχθεί, κατά την παρ. 4 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, που προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ. 2 του ν. 4055/2012, η απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από αυτούς, χωρίς να περιληφθεί διάταξη για δικαστικά έξοδα κατά το άρθρο 746 ΚΠολΔ, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (αρθρ. 3 εδάφ. β' του ν. 3869/2010), γιατί η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου αυτού, καθώς επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει το άρθρο 8 παρ. 6 εδάφ. β' του ίδιου ν. 3869/ 2010, κατά το οποίο "...Δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (ΑΠ 1208/2017, ΑΠ 636/2017, ΑΠ 951/2015).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη την αίτηση αναίρεσης κατά το μέρος που στρέφεται κατά της Τράπεζας Πειραιώς.
Αναιρεί, κατά τα αναφερόμενα παραπάνω, εν μέρει την .../2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο κεφάλαιο της, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο παραπάνω Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, εκτός εκείνου που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Και
Διατάσσει την απόδοση στους αναιρεσείοντες του παραβόλου των τριακοσίων (300) ευρώ, που καταβλήθηκε από αυτούς.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα 1-3-2019.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γραφή σχολίων σε greeklish σημαίνει διαγραφή τους!