Τετάρτη, 19 Φεβρουαρίου 2020

Αγωγόσημο σε αναγνωριστική αγωγή, αντισυνταγματικότητα ή μη; Με την κατάθεση της έφεσης πρέπει να κατατίθεται συγχρόνως και το αγωγόσημο!

Πολυμελές Πρωτοδικείο Πατρών  94/ 2020. [βλ. και άρθρο μου με τίτλο "Δικαιοσύνη μόνο για τους πλούσιους"].  Αντίθετες αποφάσεις.

ΤΑΚΤΙΚΗ ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές Θεοδώρα-Μαρία Βρετού, Πρόεδρο Πρωτοδικών, Μαρία Παπακώστα, Πρωτοδίκη - Εισηγήτρια, Βάιο Τσιανάβα, Δικαστικό Πάρεδρο.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριο του στις 14 Ιανουαρίου 2020, για να δικάσει την επόμενη υπόθεση μεταξύ:

 Με το άρθρο 42 του ν. 4640/ 2019 ορίζεται ότι «Η παράγραφος 3 του άρθρου 7 του ν.δ 1544/ 1942 (Α' 189)' όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 70 του ν. 3994/ 2011 (Α' 165), το άρθρο 21 του ν. 4055/ 2012 (Α' 51) και το άρθρο 33 του ν. 4446/ 2016 (Α' 240),αντικαθίσταται ως εξής:
«3. Στο τέλος, που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του ν. ΓΠΝ/1912, δεν υπόκεινται οι αναγνωριστικές αγωγές για όλες τις διαφορές που υπάγονται στην καθ' ύλην αρμοδιότητα των ειρηνοδικείων και των μονομελών πρωτοδικείων, καθώς και οι αγωγές για την εξάλειψη υποθήκης και προσημείωσης και εκείνες που αφορούν την ακύρωση πλειστηριασμού.». 2. Η διάταξη της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζεται και στις εκκρεμείς αναγνωριστικές αγωγές, για τις οποίες η πρώτη συζήτηση στο ακροατήριο διενεργείται μετά την 1η Ιανουαρίου 2020, καθώς και στις αγωγές που έχουν ασκηθεί ως καταψηφιστικές πριν από τη δημοσίευση του παρόντος νόμου, εφόσον έχουν ήδη μετατραπεί ή μετατραπούν σε αναγνωριστικές μετά τη δημοσίευση του και εισαχθούν σε πρώτη  συζήτηση  μετά την ως άνω ημερομηνία». Εκ της διατάξεως αυτής καθίσταται σαφές ότι στις εκκρεμείς ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πατρών αναγνωριστικές αγωγές, είτε αυτές ασκήθηκαν εξ αρχής ως αναγνωριστικές είτε ως καταψηφιστικές, που ετράπησαν ακολούθως σε αναγνωριστικές και εισήχθησαν προς συζήτηση μετά την 1- 1- 2020, απαιτείται η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου κατ' άρθ. 2 του ν. ΓΠΝ/ 1912. Η προκαταβολική, όμως, είσπραξη του τέλους με τον ν. 4640/2019 εκ μέρους του Δημοσίου, ήδη σε πρώιμο στάδιο της διαδικασίας της δίκης και επί ποσού κατά κανόνα μείζονος του τελικώς επιδικαζομένου, αντίκειται στις αρχές του κράτους δικαίου και της παροχής πλήρους και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας στους πολίτες, που θεμελιώνονται στις διατάξεις των αρθρ. 20 παρ.1, 26 παρ. 3, 94 παρ. 4, 95 παρ. 5 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, 1 του πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, 2 παρ. 3 και 14 παρ. 1 του Διεθνούς Συμφώνου για τα ατομικά και πολιτικά δικαιώματα. Η εξαίρεση των αναγνωριστικών αγωγών από το τέλος δικαστικού ενσήμου καθιερώθηκε και διατηρήθηκε επί μακρόν στην υπηρεσία των δικαιωμάτων ελεύθερης πρόσβασης σε δικαστήριο και ισότητας των πολιτών έναντι του νόμου. Είναι σαφές, ότι η επιβάρυνση του διαδίκου με δικαστικό ένσημο, πριν την αναγνώριση του δικαιώματος του δηλαδή σε ένα επισφαλέστατο για τον ίδιο στάδιο της διαδικασίας, μόνον τους οικονομικά αδυνάτους αποτρέπει από την άσκηση της αγωγής ενώ οι οικονομικά ισχυροί αναλαμβάνουν ευκολότερα τον κίνδυνο απόρριψης. Η επιβολή του δικαστικού ενσήμου σε πρώιμο και επισφαλές για τον διάδικο στάδιο δεν συνδέεται με τη λειτουργία της δικαιοσύνης και δεν εξυπηρετεί παρά μόνο το ταμειακό συμφέρον του Δημοσίου, το οποίο όμως δεν μπορεί να προτάσσεται των ανθρωπίνων και συνταγματικών δικαιωμάτων. Αλλωστε, το δικαίωμα του πολίτη για παροχή έννομης προστασίας από τα Δικαστήρια αποτελεί θεμελιώδες συνταγματικό δικαίωμα (άρθρο 20 παρ. 1 Συντάγματος), το οποίο κατοχυρώνεται και από την κυρωθείσα με το ν.δ. 53/1974 Ευρωπαϊκή Σύμβαση της Ρώμης του 1950 για τα δικαιώματα του ανθρώπου (ΕΣΔΑ άρθρα 6 και 13) και αποτελεί θεμελιώδη αρχή του κράτους δικαίου. Ο ουσιαστικός νόμος καθορίζει τις ειδικότερες προϋποθέσεις για την άσκηση του δικαιώματος προσφυγής στη Δικαιοσύνη θεσπίζοντας δικονομικές προϋποθέσεις, δαπανήματα και γενικότερα διατυπώσεις για την πρόοδο της δίκης, πλην όμως, ο κοινός νομοθέτης δεν έχει απεριόριστη εξουσία προσδιορισμού των προϋποθέσεων αυτών. Οι ρυθμίσεις του ουσιαστικού νόμου πρέπει να συνάπτονται προς τη λειτουργία των Δικαστηρίων και την ανάγκη αποτελεσματικής απονομής της Δικαιοσύνης και δεν πρέπει σε καμία περίπτωση να θέτουν αδικαιολόγητους δικονομικούς φραγμούς στην παροχή εννόμου προστασίας από τα Δικαστήρια, οι οποίοι ισοδυναμούν με κατάργηση, άμεση ή έμμεση, του σχετικού δικαιώματος, άλλως οι ρυθμίσεις αυτές είναι προδήλους αντισυνταγματικές και αντίκεινται στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ. Επιπλέον, η επιβολή φορολογικού βάρους με τη μορφή του τέλους δικαστικού ενσήμου μόνο στις καταψηφιστικές αγωγές δεν συνιστούσε στέρηση του δικαιώματος αυτού, καθώς συναρτάτο με την εκτελεστότητα της απόφασης και όχι με την προσφυγή στη Δικαιοσύνη, δεδομένου óu το δικαίωμα προσφυγής στη Δικαιοσύνη προστατευόταν επαρκώς με δυνατότητα άσκησης αναγνωριστικής αγωγής. Η διαφορετική αντιμετώπιση της καταψηφιστικής από την αναγνωριστική αγωγή στο θέμα του δικαστικού ενσήμου, είχε επαρκή δικαιοπολιτική εξήγηση, καθώς οι αποφάσεις επί καταψηφιστικών αγωγών είναι το δίχως άλλο εκτελεστές, ενώ οι αποφάσεις επί των αναγνωριστικών αγωγών δεν είναι εκτελεστές, το δε Δημόσιο δεν στερείται του αναλογούντος δικαστικού ενσήμου που καταβάλλεται, όταν η αναγνωριστική απόφαση γίνει, με τους όρους που στο νόμο προβλέπονται, εκτελεστή. Η επέκταση του δικαστικού ενσήμου, όμως, και στις αναγνωριστικές αγωγές σημαίνει ότι πλέον καθίσταται δικονομική προϋπόθεση του παραδεκτού της παράστασης του διαδίκου. γεγονός προδήλως αντισυνταγματικό, καθώς, καθιστώντας δυσβάσταχτη οικονομικά την προσφυγή στη Δικαιοσύνη, περιορίζει και σε πολλές περιπτώσεις στερεί το συνταγματικό δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας. Στα πλαίσια αυτά, ο Άρειος Πάγος με την υπ αριθμ. 675/ 2010 απόφαση του, έκρινε ότι η υποχρέωση καταβολής αναλογικού τέλους δικαστικού ενσήμου στις καταψηφιστικές αγωγές δεν αναιρεί το ατομικό δικαίωμα παροχής έννομης προστασίας του διαδίκου «λαμβανομένου υπόψη ότι το εν λόγω δικαίωμα ικανοποιητικά προστατεύεται με την άσκηση αναγνωριστικού χαρακτήρα αγωγής». Είναι προφανές ότι η νομική παραδοχή του Αρείου ΙΙάγου περί της συνταγματικότητας του δικαστικού ενσήμου προϋπέθετε την απωλεσθείσα πλέον δυνατότητα του πολίτη να προσφύγει στα Δικαστήρια με αναγνωριστική αγωγή, η άσκηση της οποίας χωρίς υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου προστατεύει ικανοποιητικά το συνταγματικό δικαίωμα παροχής εννόμου προστασίας. Ο πολίτης, ιδίως ο οικονομικά αδύναμος, προσέφευγε στην άσκηση αναγνωριστικής αγωγής, εφόσον δεν απαιτείτο η καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου και, ακολούθως, σε περίπτωση επιδικάσεως συγκεκριμένου ποσού από το Δικαστήριο, προέβαινε συνήθως στην έκδοση διαταγής πληρωμής, όπου κατέβαλε πλέον το απαιτούμενο, με βάση, όμως, το επιδικασθέν και όχι το αιτηθέν ποσό, τέλος δικαστικού ενσήμου, καθόσον είχε αρθεί η υφιστάμενη αβεβαιότητα περί της ύπαρξης του δικαιώματος ή της έκτασης του. Συνεπώς, η υποχρεωτική προσκομιδή δικαστικού ενσήμου στις αναγνωριστικές αγωγές ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου, λαμβανομένου υπόψη του ότι στην καθ' ύλην αρμοδιότητα του υπάγονται αγωγές με αντικείμενο άνω των 250.000 ευρώ κατ' άρ. 14 παρ. 2 σε συνδυασμό με άρ. 18 του ΚΠολΔ, ως προϋπόθεση προσφυγής στη Δικαιοσύνη, αποτελεί συνταγματικά ανεπίτρεπτο περιορισμό που παρεμποδίζει την ανοιχτή πρόσβαση κάθε πολίτη στη Δικαιοσύνη ισοδυναμώντας με έμμεση κατάργηση του προστατευόμενου και από την ΕΣΔΑ δικαιώματος παροχής εννόμου προστασίας, καθώς προσβάλλει την ίδια την υπόσταση του δικαιώματος (Ολ. ΣΤΕ 601/2012 ΝΟΒ 2012.376, Ολ. ΣTE 3087/2011, Ολ Ελ. Συν 2006/2008 Α Δημοσίευση Νόμος, Ολ. ΣΤΕ 647/2004 ΔΕΕ 2004.821. ΑΕΔ 33/1995 Δνη 1995.571, ΕΔΔΑ της 28-10-1998, Ait Mououb κατά Γαλλίας, της 15-2-2000 GarciaManipardo κατά Ισπανίας, της 19-5-2001 Kreuz κατά Πολωνίας, Απόφαση ΕΔΔΑ της 24-5-2006 επί της υπόθεσης Λιακόπουλου κατά Ελλάδος στην προσφυγή υπ αριθμ. 20627/2004, σχόλιο Κ.Μπέη κάτωθι της ΑΠ 9/2002 σε Δίκη 2002.686, Εφετείο Πειραιά 55/2009, Δίκη 2009.246 με σχόλιο Κ.Μπέη, Ψήφισμα της Τακτικής Γενικής Συνέλευσης της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων της 14ης/12/2019, Απόφαση του Δ.Σ. της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων της 7ης/12/2019, από 19/12/2019 Επιστολή της Ένωσης Εισαγγελέων Ελλάδας προς τον Υπουργό Δικαιοσύνης, την από 24/1/2020 Γνωμοδότηση των Καθηγητών της Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ Γιάννη Δρόσου, Σπύρου Βλαχόπουλου και Γιώργου Δελλή κατόπιν υποβολής σχετικού αιτήματος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών). 
---------------
Αντιθέτως! Εφετείο Αθηνών 15/ 2019. [Απόσπασμα από την όλη απόφαση αλλά ολόκληρη η μείζονα πρόταση επί του ζητήματος της συνταγματικότητας του αγωγόσημου και επί των αναγνωριστικών αγωγών].

κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 2 και 8 του ν. ΓπΟΗ/1912 « Περί δικαστικών ενσήμων», όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικά με το άρθρο 7 παρ. 1    του ν.δ/τος 1544/1942 και τροποποιήθηκε με το άρθρο 11 του ν.δ. 4189/1961 , η παράλειψη προκαταβολής από τον ενάγοντα του οφειλομένου κατά τα άρθρα 2    και 3 του ν. ΓπΟΗ/1912 τέλους δικαστικού ενσήμου , η οποία εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο , δεν επάγεται απαράδεκτο της αγωγής ή της συζητήσεώς της , αλλά ο παραλείπων την καταβολή ενάγων , λογίζεται , κατά νόμιμο πλάσμα , ως μη εμφανιζόμενος και δικάζεται ερήμην , με επακόλουθο να απορρίπτεται η αγωγή του , λόγω πλασματικής ερημοδικίας , ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη , σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 272 παρ. 1 του ΚΠολΔ ( όπως αυτή τέθηκε σε ισχύ με τη διάταξη του άρθρου 30 του Ν. 3994/25.07.2011) - (Α.Π. 84/2015 , Α.Π. 204/2014 , Α.Π. 1572/2013 , Α.Π. 567/2012 Δημοσ. ΤΝΠ «Νόμος» , Α.Π. 382/2011 ΕλλΔνη 2011.1009 , Α.Π. 1095/2006 Δημοσ. ΤΝΠ «Νόμος» , Α.Π. 1107/2005 ΝοΒ 54.194 , Εφ.Πειρ. 467/2014 Δημοσ. ΤΝΠ «Νόμος» , Εφ.Πειρ. 55/2009 Δίκη 2009.246 , Εφ.Θεσ. 135/2008 Αρμ. 2009.1223 Εφ.Αθ. 4687/2000 ΕλλΔνη 41.1682 ). Η απόρριψη δε αυτή θεωρείται ότι γίνεται για ουσιαστικό και όχι για τυπικό λόγο , γεγονός που συνεπάγεται τη δημιουργία δεδικασμένου περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της αγωγής , αν η σχετική απόφαση καταστεί τελεσίδικη ( Α.Π. 1572/2013 , Α.Π. 1337/2011 ο.π. , Εφ.Αθ. 257/2017 Δημοσ. ΤΝΠ « Νόμος » ). Περαιτέρω , σύμφωνα με την παράγραφο 3 του άρθρου 7 του ν.δ/τος 1544/1942 , όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 70 του ν. 3994/2011 , ορίζεται ότι: « Στο τέλος , που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του ν. ΓπΟΗ/1912 , δεν υπόκεινται οι αγωγές περί εξαλείψεως υποθήκης και προσημειώσεως , καθώς και περί ακυρώσεως πλειστηριασμού » , καθιερουμένης έτσι της υποχρεώσεως καταβολής ενσήμου και ως προς τις αναγνωριστικές αγωγές . Περαιτέρω , η παράγραφος 14 του άρθρου 72 του ν. 3994/2011 ορίζει ότι : « Η παράγραφος 3 του άρθρου 7 του ν.δ/τος 1544/1942 εφαρμόζεται στις αγωγές που ασκούνται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου » , ενώ σύμφωνα με το άρθρο 77 παρ. 1 του αυτού ως άνω νόμου ( ν. 3994/2011 ) ορίζεται ότι : « Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος νόμου αρχίζει από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως , εκτός αν ορίζεται ειδικότερα στις επιμέρους διατάξεις » . Ο ν. 3994/2011 δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως στις 25.07.2011 στο υπ’ αριθμ. 165 φύλλο στο πρώτο τεύχος ( ΦΕΚ Α` 165/25.07.2011 ). Επίσης σύμφωνα με το άρθρο 21 παρ. 1 του ν. 4055/2012 , η παράγραφος 3 του άρθρου 7 του ν.δ/τος 1544/1942 , που αντικαταστάθηκε με το άρθρου 70 του ν. 3994/2011 , αντικαθίσταται ως εξής: « Στο τέλος , που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του ν. ΓπΟΗ/1912 , δεν υπόκεινται οι αναγνωριστικές που αφορούν τις διαφορές των άρθρων 663,677 , 681Α` και 681Β` , καθώς και οι αγωγές για την εξάλειψη υποθήκης και προσημείωσης και εκείνες που αφορούν την ακύρωση πλειστηριασμού » . Κατά δε , το άρθρο 21 παρ. 2 του ν. 4055/2012 ορίζεται ότι: « Η διάταξη της παραγράφου 14 του άρθρου 72 του ν. 3994/2011 ( Α` 165 ) δεν εφαρμόζεται στις αγωγές , που ασκήθηκαν ως καταψηφιστικές , πριν την έναρξη ισχύος του , εφόσον μετατραπούν σε αναγνωριστικές μετά την έναρξη ισχύος αυτού». Τέλος κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 7 του ν.δ/τος 1544/1942 προβλέπεται ότι: «Τα εν τοις προηγουμένοις εδαφίοις 1 , 2 και 3 του άρθρου τούτου οριζόμενα εφαρμόζονται και επί των εκκρεμών δικών » . Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων , προκύπτουν τα ακόλουθα: α) Μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3994/ 2011, δηλαδή μετά την 25.07.2011 , οι αναγνωριστικές αγωγές , που δικάζονται κατά την τακτική διαδικασία , υπόκεινται σε τέλος δικαστικού ενσήμου , β) Με το άρθρο 72 παρ. 14 του ν. 3994/2011 , εισήχθη εξαίρεση από τον κανόνα του άρθρου 7 παρ. 4 του ν.δ/τος 1544/1942 , δηλαδή , από τον κανόνα ότι η διάταξη της παρ. 3 του εν λόγω άρθρου , η οποία προβλέπει ποιες αγωγές υπόκεινται σε τέλος δικαστικού ενσήμου , εφαρμόζεται και επί εκκρεμών δικών. Ειδικότερα , με το άρθρο 72 παρ. 14 του ν. 3994/2012 , ο νομοθέτης όρισε ότι, η παρ. 3 του άρθρου 7 του ν.δ/τος 1544/1942 , η οποία πλέον προέβλεπε ότι σε δικαστικό ένσημο υπόκεινται και οι αναγνωριστικές αγωγές , θα εφαρμόζεται μόνο στις αγωγές , που ασκούνται μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3994/2011 , δηλαδή μετά την 25.07.2011 . Με την τελευταία αυτή διάταξη , ο νομοθέτης επέλεξε να μην υπόκεινται σε τέλος δικαστικού ενσήμου όσες αναγνωριστικές αγωγές είχαν ήδη ασκηθεί , κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του ν. 3994/2011 , δηλαδή όσες αναγνωριστικές αγωγές είχαν ασκηθεί μέχρι την 25.07.2011 και γ) με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 2 του ν. 4055/2012 , ο νομοθέτης όρισε ότι, η ως άνω εξαίρεση , ήτοι η εξαίρεση του άρθρου 72 παρ. 14 του ν. 3994/2011 , δεν εφαρμόζεται σε όσες αγωγές είχαν ασκηθεί , ως καταψηφιστικές , πριν την έναρξη ισχύος του ν. 3994/2011 , αλλά « μετατράπηκαν » σε αναγνωριστικές μετά την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου . Κατά συνέπεια , αφού για όσες αγωγές ασκήθηκαν ως καταψηφιστικές πριν την έναρξη ισχύος του ν. 3994/2011 και περιορίστηκαν σε αναγνωριστικές μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3994/2011 δεν εφαρμόζεται η εξαίρεση από την καταβολή δικαστικού ενσήμου , που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 72 παρ. 14 του ν. 3994/2011 , οι εν λόγω τραπείσες σε αναγνωριστικές αγωγές υπόκεινται σε τέλος δικαστικού ενσήμου , σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 4 του ν.δ/τος 1544/1942 , η οποία προβλέπει ότι η διάταξη περί δικαστικού ενσήμου εφαρμόζεται και επί εκκρεμών δικών. Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω , σε δικαστικό ένσημο υπόκεινται αφενός οι αναγνωριστικές αγωγές , που ασκούνται μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3994/2011 και αφετέρου οι αγωγές που ασκήθηκαν ως καταψηφιστικές πριν την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου και περιορίστηκαν ( μετατράπηκαν ) σε αναγνωριστικές μετά την έναρξη ισχύος του ν. 3994/2011 , ήτοι μετά την 25.07.2011. Ενόψει των ανωτέρω διατάξεων και των τροποποιήσεων που αυτές επέφεραν, υποστηρίχθηκε η άποψη ότι, η υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου και επί αναγνωριστικών αγωγών είναι ανίσχυρη , ως αντίθετη στο άρθρο 20 του Συντάγματος και στο άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α. , με το σκεπτικό ότι τίθεται ένας ανεπίτρεπτος περιορισμός , που παρεμποδίζει την ανοιχτή πρόσβαση κάθε πολίτη στη Δικαιοσύνη και ισοδυναμεί με έμμεση κατάργηση του δικαιώματος παροχής έννομης προστασίας. Πλην, όμως, οι ως άνω διατάξεις δεν παρεμποδίζουν την ελεύθερη πρόσβαση κάθε πολίτη στη δικαιοσύνη και εντεύθεν δεν αντίκεινται στο άρθρο 20 του Συντάγματος, ούτε στο άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α. Συγκεκριμένα, για όποιον πολίτη αδυνατεί οικονομικώς να καταβάλει το προσήκον για την αναγνωριστική αγωγή του δικαστικό ένσημο, θα τύχουν εφαρμογής οι διατάξεις του ν. 3226/ 2004, με τις οποίες γενικώς λαμβάνεται πρόνοια , ώστε να παρέχεται νομική αρωγή σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος, η οποία εμπεριέχει και την απαλλαγή από την καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου ( άρθρο 9 παρ. 2 του ν. 3226/ 2004 ). Ο δε προσδιορισμός των δικαιούχων της αρωγής αυτής, κατ’ άρθρο 1 παρ. 2 του ν. 3226/ 2004, ως εκείνων των οποίων το ετήσιο οικογενειακό εισόδημα δεν υπερβαίνει τα δύο τρίτα των ετήσιων ατομικών αποδοχών, που προβλέπει η Εθνική Γενική Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αναφέρεται σε πολίτες εντελώς εξαθλιωμένους οικονομικά . Εξάλλου , οι ως άνω διατάξεις, που προβλέπουν την καταβολή δικαστικού ενσήμου και επί αναγνωριστικών αγωγών πληρούν τα κριτήρια που, κατά τη νομολογία του Ε.Δ.Δ.Α, απαιτούνται, προκειμένου ένας περιορισμός στο δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, να είναι αποδεκτός από το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α. και ειδικότερα πληρούν τόσο το κριτήριο ότι, με τον περιορισμό αυτό, πρέπει να επιδιώκεται ένας νόμιμος σκοπός, όσο και το κριτήριο ότι πρέπει να τηρείται ένας εύλογος ( reasonable ) βαθμός αναλογικότητας, ανάμεσα στα μέσα και στον επιδιωκόμενο σκοπό ( βλ. τη σκέψη υπ’ αριθμ. 36 της από 24.05.2006 απόφασης του Ε.Δ.Δ.Α. στην υπόθεση Weissman κατά Ρουμανίας ( 63945/ 00 ). Και τούτο διότι, με το τέλος δικαστικού ενσήμου επιδιώκεται, προεχόντως , ο νόμιμος σκοπός της ενίσχυσης της δυνατότητας της Πολιτείας, να οργανώνει, κατά τον καλύτερο τρόπο, το σύστημα απονομής Δικαιοσύνης και δεν μπορεί να θεωρηθεί δυσανάλογη με τον εν λόγω επιδιωκόμενο σκοπό και μη εύλογη μια επιβάρυνση του ενάγοντος με τέλος, το ποσοστό του οποίου είναι συνολικά ελάχιστα μεγαλύτερο του 1 %, επί του χρηματικά αποτιμητού αντικειμένου της διαφοράς (δεδομένου ότι με συνυπολογισμό των κατά νόμο προσαυξήσεων, το συνολικά καταβαλλόμενο ποσό δικαστικού ενσήμου δεν είναι 8 %ο, αλλά 11,0304 %ο , ήτοι 1,10304 %). Μία τέτοια ποσοστιαία αναλογία, δεν καθιστά «δυσβάσταχτη οικονομικά » την προσφυγή στη δικαιοσύνη, ιδίως για όποιον κατάγει σε δίκη το πραγματικό αντικείμενο της διαφοράς. Επίσης, εφόσον δικαιωθεί ο ενάγων, το τέλος δικαστικού ενσήμου μετακυλίεται στον ηττώμενο εναγόμενο , που με την αμφισβήτησή του (επί αναγνωριστικής αγωγής ) προκάλεσε την κίνηση από τον ενάγοντα του συστήματος απονομής Δικαιοσύνης, ενώ παραμένει ως επιβάρυνση του ενάγοντος, σε περίπτωση απόρριψης της αγωγής, οπότε, εκ του αποτελέσματος, η αίτησή του για παροχή δικαστικής προστασίας κρίνεται αποδοκιμαστέα. Η κατά τα ανωτέρω «ανταποδοτική» λειτουργία του τέλους δικαστικού ενσήμου, δεν είναι αθέμιτη, αφού άλλωστε, αυτό υποδηλώνει και η ονομασία αυτού ως «τέλος». Κατ` ακολουθίαν όλων των ανωτέρω, οι ως άνω διατάξεις, με τις οποίες θεσπίζεται η υποχρέωση καταβολής δικαστικού ενσήμου και επί αναγνωριστικών αγωγών, δεν είναι αντίθετες με το άρθρο 20 του Συντάγματος, ούτε με το άρθρο 6 της Ε.Σ.Δ.Α.
---------------
Ομοίως αντιθέτως!! Εφετείο Θράκης 114/ 2017 Αρμεν 2018.87.

Δικαστές: Αικατερίνη Κρυσταλλίδου- Μωρέση, Μυρσίνη Παπαχίου, Φελεκίδου Κυριακή.

Περίληψη. Απόρριψη αγωγής κατ’ ουσίαν λόγω πλασματικής ερημοδικίας εναγόμενου (μη καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου). Έφεση. Έλεγχος άρσης του σφάλματος, δηλ. καταβολή του δικαστικού ενσήμου. Διενεργείται κατά το στάδιο του παραδεκτού της έφεσης και άρα κατά την κατάθεση αυτής. Το τέλος καταβλήθηκε κατά τη συζήτηση της έφεσης. Απορρίπτει έφεση ως απαράδεκτη.

... ενώ με το δικόγραφο των προτάσεών της .. επιπλέον έτρεψε το αίτημα της αγωγής από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό, ως προς το ποσόν των 250.000 ευρώ. Επί της ανωτέρω αγωγής, εκδόθηκε η με αριθμό 37/2014 οριστική απόφαση του άνω Δικαστηρίου, που απέρριψε την αγωγή στην ουσία της, δεχόμενη πλασματική ερημοδικία της ενάγουσας, λόγω μη καταβολής του προβλεπόμενου από το νόμο αναλογούντος δικαστικού ενσήμου, κατά τα ειδικότερα εκεί αναλυτικά εκτιθέμενα. Κατά της εν λόγω αποφάσεως παραπονείται η ενάγουσα με τους αναφερόμενους στην έφεσή της λόγους, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου (άρθρ 2 και 8 Ν. ΓπΟΗ «περί δικαστικών ενσήμων») και κακή εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνισή της, προκειμένου να γίνει δεκτή η αγωγή.  
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 270, 524 παρ. 1 και 2 και 528 ΚΠολΔ, όπως αυτά ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους με τα άρθρα 28 και 44 παρ. 1 και 2 του ν. 3994/27.07.2011, προκύπτει ότι ενώπιον των δευτεροβάθμιων δικαστηρίων είναι υποχρεωτική η προφορική συζήτηση μόνο στην περίπτωση κατά την οποία η έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης ασκήθηκε από τό διάδικο, ο οποίος δικάστηκε στον πρώτο βαθμό σαν να ήταν παρών, οπότε με την τυπική παραδοχή της έφεσης, που λειτουργεί ως υποκατάστατο της καταργηθείσας αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας, εξαφανίζεται η πρωτόδικη απόφαση, μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους, χωρίς να απαιτείται να ευδοκιμήσει προηγουμένως κάποιος λόγος της έφεσης (ΑΠ 280/2012 ΝοΒ 2013.132, ΑΠ 866/2008, ΑΠ 1015/2005 ΕλλΔνη 46.1100). Στην περίπτωση αυτή, ο εκκαλών δικαιούται να προβάλει όλους τους ισχυρισμούς, που μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως. Έτσι αναδικάζεται η υπόθεση από το Εφετείο, ενώπιον του οποίου η συζήτηση γίνεται πλέον προφορικά. Του παρέχεται δηλαδή η ευκαιρία, δεδομένου ότι δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, αλλά δικάστηκε ερήμην, όπως, εντός των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της εφέσεως, ακουστεί και προβάλει στο εφετείο όσους ισχυρισμούς μπορούσε να προτείνει πρωτοδίκως επανορθώνοντας με την έφεση τις συνέπειες που η απουσία του ενδεχομένως, επέφερε. Επομένως, για την εξαφάνιση της ερήμην του διαδίκου πρωτοδίκου αποφάσεως, δεν απαιτείται να ευδοκιμήσει προηγουμένως κάποιος λόγος της εφέσεως, αλλά αρκεί η τυπική παραδοχή της, καθόσον αυτή έχει τα αποτελέσματα της καταργηθείσας αναιτιολόγητης ανακοπής ερημοδικίας (ΑΠ 829/2008 και ΑΠ 884/2007 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Μετά την εξαφάνιση της αποφάσεως, χωρεί ενώπιον του δευτεροβάθμιου νέα συζήτηση της υποθέσεως, κατά την οποία ο εκκαλών μπορεί να προτείνει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους και πρωτοδίκως είχε δικαίωμα να προτείνει, χωρίς να υπόκειται στους περιορισμούς του άρθρου 527 ΚΠολΔ (βλ. Σ. Σαμουήλ,  η έφεση, Ε έκδοση 2003. αρ. 228 δ, σελ. 99, Κεραμέα - Κονδύλη - Νίκα, ΚΠολΔ, συμπλήρωμα 2003, άρθρο 528, σελ. 68, Μ Μαργαρίτη Ερμηνεία ΚΠολΔ, άρθρο 528, σελ. 954).
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912, όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 7 του ν.δ. 1544/1942 και τροποποιήθηκε με το άρθ. 11 ν.δ. 4189/1961, προκύπτει ότι, ο ενάγων, αν παραλείψει την προκαταβολή του οφειλόμενου τέλους δικαστικού ενσήμου, λογίζεται ότι, δικάζεται ερήμην και η αγωγή του απορρίπτεται λόγω πλασματικής ερημοδικίας. Ο ενάγων που παρέλειψε πρωτοδίκως την καταβολή δικαστικού ενσήμου, μπορεί, εκτός από την αιτιολογημένη ανακοπή ερημοδικίας, να ασκήσει έφεση κατά της ερήμην του εκδοθείσας απορριπτικής απόφασης κατ’ άρθ. 513 παρ 1 εδ. β’ ΚΠολΔ. Στην περίπτωση αυτή, αν ασκηθεί από τον ενάγοντα έφεση νομότυπα και εμπρόθεσμα και συνοδεύεται με την καταβολή του δικαστικού ενσήμου, ο μοναδικός λόγος που μπορεί να προταθεί είναι η άρση της παράλειψης, δηλαδή η εκ των υστέρων καταβολή του δικαστικού ενσήμου, καθόσον το ένδικο μέσο της έφεσης ασκείται και προς διόρθωση των σφαλμάτων των διαδίκων, όπως επί μη καταβολής από τον ενάγοντα του νόμιμου δικαστικού ένσημο Αν ο λόγος αυτός κριθεί βάσιμος, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται. Μετά την εξαφάνιση της απόφασης χωρεί ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου νέα συζήτηση της υπόθεσης, κατά την οποία ο ενάγων, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθ. 528 ΚΠολΔ, μπορεί να προτείνει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς, τους οποίους και πρωτοδίκως μπορούσε να προτείνει, χωρίς να δεσμεύεται από τους περιορισμούς του άρθρου 527 ΚΠολΔ (Σ. Σαμουήλ, Η Έφεση, ο.π., παρ. 228 στ σελ. 102 -103, Β. Βαθρακοκοίλη, Η Έφεση, παρ 2043, σελ 514, ΟλΑΠ 624/1972 ΝοΒ 21.21, ΑΠ 1572/2013 ό.π., ΕφΠειρ 548/2014 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 295/2011 ΑΧΑΝΟΜ 2012.464, ΕφΑθ 3330/2009 ΔΙΚΗ 2009.1114, ΕφΑθ 5347/2008 ΕΔΙΚΠΟΛΥΚ 2010.109, ΕφΑθ 2219/2007 ΕλλΔνη 49.870, Εφ Πατρ 961/2006 ΑΧΑΝΟΜ 2007.392, ΕφΑθ 1589/2005 ΕλλΔνη 47.241).
Ειδικότερα, κατά την έννοια των άρθρων 2 και 8 Ν. ΓπΟΗ «περί δικαστικών ενσήμων», όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικά με το άρθρο 7 παρ. 1, 2, 3 και 4 του Ν.Δ. 1.544/1942, τροποποιήθηκε με το Ν .Δ. 4.180/1961 και ισχύει, εάν ο ενάγων παραλείψει την προκαταβολή του οφειλόμενου τέλους δικαστικού ενσήμου, δεν επέρχεται απαράδεκτο της αγωγής ή της συζήτησής της, αλλά αυτός λογίζεται ερήμην δικαζόμενος και η αγωγή του απορρίπτεται, η απόρριψη δε αυτή θεωρείται ότι γίνεται για ουσιαστικό και όχι για τυπικό λόγο, πράγμα που συνεπάγεται τη δημιουργία δεδικασμένου περί της ουσιαστικής αβασιμότητας της αγωγής, εάν η σχετική απόφαση καταστεί τελεσίδικη (ΑΠ 1572/2013 ο.π., ΑΠ 181/2013 ΕΦΑΔ 2013.779, ΑΠ 1337/2011 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 936/2011, δημο- σίευση ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 382/2011 ΕλλΔνη 42.1009). Κατά την αρχική διατύπωση της διάταξης του άρθρου 7 παρ. 3 του Ν.Δ/τος 1544/1942 «Η ορθή έννοια του άρθρου 2 του νόμου ΓπΟΗ/1912 είναι ότι εις το δι’ αυτού επιβαλλόμενον τέλος δεν υπόκεινται αι απλώς αναγνωριστικαί αγωγαί ως και αι περί εξαλείψεως υποθήκης και προσημειώσεις και αι περί ακυρώσεως πλειστηριασμού». Με το άρθρο 70 παρ. 3 Ν. 3994/2011 (ΦΕΚ Α› 165/25.6.2011), η άνω παράγραφος αντικαταστάθηκε ως εξής: «Στο τέλος, που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του ν. ΓπΟΗ/1912 δεν υπόκεινται οι αγωγές περί εξαλείψεως υποθήκης και προσημειώσεως, καθώς και περί ακυρώσεως πλειστηριασμού». Παράλληλα η διάταξη του άρθρου 72 παρ. 14 του ίδιου νόμου προέβλεψε ότι «Η παράγραφος 3 του άρθρου 7 του νομοθετικού διατάγματος 1544/1942 εφαρμόζεται στις αγωγές που ασκούνται μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος νόμου». Ακολούθως, με το άρθρο 21 Ν. 4055/2012 {ΦΕΚ Α 51/12.3.2012), έγιναν οι ακόλουθες προβλέψεις περί δικαστικού ενσήμου: «1. Η παράγραφος 3 του άρθρου 7 του ν.δ. 1544/1942 (Α’ 189) που αντικαταστάθηκε με το άρθρο 70 του ν. 3994/2011 (Α’ 165) αντικαθίσταται ως εξής: «3. Στο τέλος, που επιβάλλεται κατά το άρθρο 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912, δεν υπόκεινται οι αναγνωριστικές που αφορούν τις διαφορές των άρθρων 663, 677, 681Α και 681 Β, καθώς και οι αγωγές για την εξάλειψη υποθήκης και προσημείωσης και εκείνες που αφορούν την ακύρωση πλειστηριασμού». 2. Η διάταξη της παραγράφου 14 του άρθρου 72 Ν. 3994/2011 (Α’ 165) δεν εφαρμόζεται στις αγωγές που ασκήθηκαν ως καταψηφιστικές πριν από την έναρξη ισχύος του, εφόσον μετατραπούν σε αναγνωριστικές μετά την έναρξη ισχύος αυτού». Ήδη, η διάταξη του πρώτου εδαφίου της παρ. 1 του άρθρου 2 του ν. ΓΠΟΗ/1912, όπως αντικαταστάθηκε με τη διάταξη του άρθρου πρώτου παράγραφος ΙΓ «Ρυθμίσεις Θεμάτων Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων» περ. 6 Ν. 4093/2012 (ΦΕΚ Α’ 222/12.11.2012), όπως το δεύτερο εδάφιο της περ. 6 αντικαταστάθηκε με την παρ. 16 του άρθρου 40 Ν. 4111/2013 (ΦΕΚ Α 18/25.1.2013) με έναρξη ισχύος από 05.12.2012 (άρθρο 49 παρ. 4 Ν. 4111/2013), ορίζει ότι: «1. Το δικαστικό ένσημο καθορίζεται σε ποσοστό οκτώ τοις χιλίοις (8%ο) επί της αξίας του αντικειμένου της αγωγής ή άλλου δικογράφου που υποβάλλεται σε οποιοδήποτε δικαστήριο του Κράτους και υπόκειται σε δικαστικό ένσημο κατά τις οικείες διατάξεις, εφόσον το αιτούμενο ποσό είναι ανώτερο των διακοσίων (200) ευρώ. Επιπλέον αυτού, καταβάλλεται ποσοστό δέκα τοις εκατό (10%) υπέρ του Ενιαίου Ταμείου Ανεξάρτητα Απασχολούμενων (Τομέας Ασφάλισης Νομικών), ποσοστό πέντε τοις εκατό (5%) υπέρ του Εθνικού Οργανισμού Παροχής Υπηρεσιών Υγείας (Ε.Ο.Π.Υ.Υ.) και χαρτόσημο ποσοστού 2,4%, τα οποία ανωτέρω ποσοστά υπολογίζονται επί του ποσού του δικαστικού ενσήμου». Με τις ανωτέρω διατάξεις εντός χρονικού διαστήματος δεκαέξι μηνών (Ιούλιος 2011 - Νοέμβριος 2012) έγιναν σημαντικές τροποποιήσεις σε όσα ίσχυαν περί δικαστικού ενσήμου, καθώς θεσπίστηκε ότι και οι αναγνωριστικές αγωγές υπόκεινται σε τέλος δικαστικού ενσήμου (άρθρο 70 παρ. 3 ν. 3994/2011), υποχρέωση από την οποία μετέπειτα εξαιρέθηκαν οι αναγνωριστικές αγωγές αναφορικά με τις εργατικές διαφορές, τις διαφορές από αμοιβή για παροχή εργασίας, τις αυτοκινητιστικές διαφορές και τις διαφορές από διατροφή (άρθρο 21 παρ. 1 Ν. 4055/2012), εν τέλει δε αυξήθηκε - διπλασιάστηκε και το ποσοστό του δικαστικού ενσήμου (άρθρο πρώτο παράγραφος ΙΓ περ. 6 Ν. 4093/2012), ενώ διευκρινίστηκε και ότι δεν υπόκεινται σε καταβολή δικαστικού ενσήμου οι περιπτώσεις καταψηφιστικών αγωγών που είχαν ασκηθεί μέχρι και την 24.07.2011 και ακολούθως μετατράπηκαν σε αναγνωριστικές αγωγές (άρθρο 21 παρ. 2 Ν. 4055/2012). Στην αιτιολογική έκθεση του Ν. 3994/2011, αναφορικά με το κρίσιμο άρθρο 70 που τροποποίησε τα περί δικαστικού ενσήμου, εκτίθενται τα ακόλουθα : «Με την άσκηση και συζήτηση μιας αγωγής ο πολίτης κινητοποιεί ένα πολυδάπανο δημόσιο μηχανισμό. Οφείλει συνεπώς να καταβάλει τέλος, ώστε να ενισχύεται η δυνατότητα της πολιτείας να οργανώνει κατά τον καλύτερο τρόπο το σύστημα απονομής δικαιοσύνης. Κατά τη συζήτηση των αγωγών τα καταψηφιστικά αιτήματα τούτων, ως επί τω πλείστον τρέπονται σε αναγνωριστικά, με συνέπεια να αποφεύγεται η καταβολή δικαστικού ενσήμου επί του αντικειμένου της δίκης (αιτουμένου κεφαλαίου και των επ’ αυτού τόκων). Η πρακτική αυτή στερεί το Ελληνικό Δημόσιο και άλλους φορείς (ΤΑ.Χ.ΔΙ.Κ. και άλλα ασφαλιστικά ταμεία) από σημαντικά έσοδα, ενώ οδηγεί σε καταστρατηγήσεις και κατάχρηση δικονομικών δυνατοτήτων. Με την επιβολή τέλους δικαστικού ενσήμου και επί αναγνωριστικών αγωγών στις οποίες περιλαμβάνονται βεβαίως και οι καταψηφιστικές μετά τον περιορισμό του αιτήματός τους σε μόνο το αναγνωριστικό, θα επέλθει αύξηση των δημοσίων εσόδων, ενώ θα αποτραπεί η συζήτηση προπετών και αβασίμων αγωγών. Σημειώνεται εδώ ότι το τέλος δικαστικού ενσήμου συνυπολογίζεται στη δικαστική δαπάνη που θα επιδικαστεί υπέρ του ενάγοντος και εις βάρος του αιτηθέντος εναγομένου». Τέλος, σύμφωνα με την αρχή της αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, η οποία συνιστά γενική αρχή του δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ελλείψει σχετικής κοινοτικής ρύθμισης, σε κάθε κράτος - μέλος εναπόκειται να καθορίσει τα αρμόδια δικαστήρια και να ρυθμίσει τις δικονομικές προϋποθέσεις των ένδικων προσφυγών που αποσκοπούν στη διασφάλιση όσων δικαιωμάτων αντλούν οι πολίτες από το δίκαιο της Ένωσης, οι δικονομικές δε αυτές ρυθμίσεις δεν επιτρέπεται να καθιστούν πρακτικά αδύνατη ή εξαιρετικά δυσχερή την άσκηση των δικαιωμάτων αυτών (βλ. σχ. ΣτΕ 4259/2013 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ, ΣτΕ (ασφ) 475/2013 δημοσίευση ΝΟΜΟΣ). Με τις ανωτέρω πρόσφατες ρυθμίσεις αντιμετωπίζεται ενιαία η διαγνωστική δίκη (από άποψη δικαστικού ενσήμου), με την προβλεπόμενη από το άρθρο 21 παρ. 1 Ν. 4055/2012 εξαίρεση σημαντικού αριθμού υποθέσεων για τις οποίες ο νομοθέτης προφανώς εξέλαβε ως πιθανή μια δυσχέρεια στην καταβολή του τέλους δικαστικού ενσήμου, επιβοηθητικά δε, διατηρούνται σε ισχύ οι διατάξεις του Ν. 3226/2004 με τις οποίες παρέχεται νομική αρωγή σε πολίτες χαμηλού εισοδήματος, προβλεπομένης και της απαλλαγής από την καταβολή τέλους δικαστικού ενσήμου (άρθρο 9 παρ. 2 Ν. 3226/2004), ώστε οι τροποποιήσεις αυτές, δεν αντίκεινται εν τέλει ούτε στο άρθρο 20 του Συντάγματος, ούτε στο άρθρο 6 της ΕΣΔΑ. Στην προκείμενη περίπτωση, η κρινόμενη από 06.12.2014 (αριθμ. εκθ. καταθ. .../22.12.2014) έφεση κατά της με αριθμό 37/2014 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, απέρριψε δε την αγωγή στην ουσία της, λόγω πλασματικής ερημοδικίας της ενάγουσας, υπάγεται στη λειτουργική αρμοδιότητα του παρόντος δευτεροβαθμίου Δικαστηρίου, στο οποίο και απευθύνεται. Ειδικότερα, η ενάγουσα (κατά την εκδίκαση της υπόθεσης σε πρώτο βαθμό) δεν προσκόμισε το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου, ούτε κατά την προθεσμία προκατάθεσης των προτάσεών της, ούτε κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, αλλά ούτε και αργότερα, εντός της προθεσμίας των οκτώ εργασίμων ημερών του άρθρου 237 παρ. 4 ΚΠολΔ, αν και η έλλειψη αυτή επισημάνθηκε στο ακροατήριο από την Πρόεδρο του Δικαστηρίου, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο των ταυτάριθμων με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικών της δημόσιας συνεδρίασης του Δικαστηρίου, ώστε δεν έλαβε μέρος κανονικά στη συζήτηση της αγωγής της, λόγω της πλασματικής ερημοδικίας της δικάστηκε ερήμην, η δε αγωγή απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη, ενώ ο μερικός περιορισμός του αιτήματος από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό δεν ασκεί έννομη επιρροή εν προκει- μένω, διότι η υπό κρίση αγωγή ασκήθηκε τη 17.03.2014 και επομένως κατ’ άρθρο 7 παρ.3 ν. 1544/1942, όπως ισχύει μετά από την τροποποίησή του από τα άρθρα 70 ν.3994/2011 και 21 παρ.1 ν.4055/2012, υπόκειται σε δικαστική ένσημο και ως προς το χρηματικό αναγνωριστικό αίτημά της. Περαιτέρω, η ως άνω έφεση ασκήθηκε καταρχήν νομότυπα με την κατάθεση του δικογράφου αυτής στην γραμματεία του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και εμπρόθεσμα, εφόσον από τα προσκομιζόμενα έγγραφα δεν προκύπτει επίδοση της εκκαλουμένης, από δε της δημοσιεύσεώς της δεν έχει παρέλθει τριετία (άρθρα 495, 511, 513, 518 παρ 2 ΚΠολΔ, ως ίσχυε), ενώ, για Το παραδεκτό της παραπάνω εφέσεως προσκομίζεται το προβλεπόμενο κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ως η διάταξη αυτή προστέθηκε με το άρθρο 12 παρ.2 ν.4055/2012), παράβολο του Δημοσίου (με αρ 3980136 και 2365478 ποσού πενήντα (50) ευρώ και τριάντα (30) ευρώ, αντίστοιχα, παράβολα Δημοσίου και με αρ 156488 και 156489 παράβολα ΤΑΧΔΙΚ, ποσού εξήντα (60) ευρώ έκαστο, ήτοι συνολικού ποσού διακοσίων (200) ευρώ, ως αναγράφεται στην από 22.12.2014 βεβαίωση έκθεσης κατάθεσης της γραμματέως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης), πλην όμως δεν συνοδεύεται με την εμπρόθεσμη καταβολή του αναλογούντος για το αντικείμενο της αγωγής δικαστικού ενσήμου, άλλωστε, η εκκαλούσα επικαλείται με τις προτάσεις της αποδεικτικό καταβολής αυτού {τέλους δικαστικού ενσήμου με τα ανάλογα ποσοστά υπέρ τρίτων (βλ. τα με αρ. 6707 και 6708 με ημερομηνία 08.12.2017 διπλότυπα είσπραξης της ΔΟΥ Ξάνθης)} με ημερομηνία μόλις μία ημέρα προς της συζητήσεως της υπόθεσης, η οποία έλαβε χώρα την 09.12.2017, ενώ είχε ορισθεί αρχική δικάσιμος με την υπ` αριθμ. 92/09.02.2015 πράξη της Γραμματέως του Δικαστηρίου αυτού η 05.02.2016, μετά από αναβολή η 19.02.2016 και, μετά από νέα αναβολή, η αναφερόμενη στην αρχή της απόφασης. Κατά συνέπεια, ενόψει των ανωτέρω, σύμφωνα και με τα όσα στη μείζονα σκέψη προαναφέρθηκαν, υπό κρίση έφεση θα πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Η δικαστική δαπάνη για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας βαρύνει την εκκαλούσα, λόγω της ήττας της (άρθρ 176, 183 και 191 παρ 2 του ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει, κατ’ άρθρο 495 παρ. 4 εδ. δ’ ΚΠολΔ, αφού, η κρινόμενη έφεση, απορρίφθηκε κατ’ ουσία, το νόμιμο παράβολο των διακοσίων (200) ευρώ, που καταβλήθηκε για αυτήν (με αρ 3980136 και 2365478 ποσού πενήντα (50) ευρώ καί τριάντα (30) ευρώ, αντίστοιχα, παράβολα Δημοσίου και με αρ 156488 και 156489 παράβολα ΤΑΧΔΙΚ, ποσού εξήντα (60) ευρώ έκαστο, ήτοι συνολικού ποσού διακοσίων (200) ευρώ, ως αναγράφεται στην από 22.12.2014 βεβαίωση έκθεσης κατάθεσης της γραμματέως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης), να καταπέσει υπέρ του Δημοσίου, κατά τα στο διατακτικό οριζόμενα.
-----------------
Εφετείο Αθηνών 1589/ 2005, Δνη 47 [2006].263.

Εισηγητής: Βασίλειος Καπελούζος.

Περίληψη. Πολιτική δικονομία. Δικαστικό ένσημο. Συνέπειες παράλειψης καταβολής του. Δυνατότητα άσκησης έφεσης και καταβολή τότε του δικαστικού ενσήμου. Αποτέλεσμα η εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης.

 Σύμφωνα με το άρθρο 2 ΓλOH/1912 "περί δικαστικού ενσήμου", όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικώς με το ν.δ. 1544/1942 και τροποποιήθηκε με το ν.δ. 4189/1961, ο ενάγων, αν παραλείψει την προκαταβολή του οφειλόμενου τέλους δικαστικού ενσήμου, δικάζεται ερήμην και η αγωγή του απορρίπτεται, κατ` άρθρο 272 παρ. 1 ΚΠολΔ. Η λύση αυτή δεν είναι ασυμβίβαστη με τη διάταξη του άρθρου 672 ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και στις διατάξεις περί αποζημιώσεως από τροχαία ατυχήματα [άρθ. 681Α ΚΠολΔ], κατά τις οποίες, αν κατά τη συζήτηση δεν εμφανισθεί και δεν λάβει νόμιμα μέρος κάποιος από τους διαδίκους, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, καθόσον αυτή αφορά την ερημοδικία που επέρχεται όχι λόγω μη προκαταβολής εξόδων και τελών της δίκης δικαστικού ενσήμου [πλασματική ερημοδικία], αλλά λόγω μη εμφανίσεως ή μη προσηκούσης εμφανίσεως κάποιου διαδίκου [Σαμουήλ "η έφεση" έκδ. 1993, σ. 83, 96, ΟλΑΠ 642/1970 ΝοΒ 18. 971, ΕφΑθ 9720/1997 ΕλΔ 39.1364]. Ο ενάγων που παρέλειψε προωτοδίκως την καταβολή του δικαστικού ενσήμου μπορεί εκτός από αιτιολογημένη ανακοπή ερημοδικίας [Ματθίας σε ΕλΔ 36.11], να ασκήσει έφεση κατά της ερήμην του εκδοθείσης απορριπτικής αποφάσεως, από της δημοσιεύσεως αυτής [άρθ. 513 παρ. 1 εδ. β` ΚΠολΔ]. Η νομότυπη και εμπρόθεσμη άσκηση εφέσεως, όταν αποδεικνύεται με τη καταβολή δικαστικού ενσήμου, συνεπάγεται την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως και νέα συζήτηση της υποθέσεως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, όπου ο ενάγων δικαιούται να προτείνει όλους τους πραγματικούς ισχυρισμούς τους οποίους μπορούσε να προτείνει και πρωτοδίκως, χωρίς να δεσμεύτεται από τους περιορισμούς του άρθρου 527 αρ. 3 ΚΠολΔ. [Σαμουήλ Ο.π. παρ. 236, σ. 83 84, ΟλΑΠ 624/1972 ΝοΒ 21.21, ΕφΑθ 9720/1997 ΕλΔ 39.1364]. Στην προκειμένη υπόθεση, ο αντενάγων ασκεί νομότυπη και εμπρόθεσμη έφεση, που συνοδεύεται με την καταβολή του αναλογούντος δικαστικού ενσήμου [σχ. τα με αριθμούς 62236 και 212838 αγωγόσημα]. Σύμφωνα με όσα προεκτέθηκαν πρέπει να γίνει δεκτή η δεύτερη έφεση, να εξαφανισθεί η πρωτόδικη απόφαση και να συζητηθεί εκ νέου η ένδικη υπόθεση.
-----------------------
 Εφετείο Αθηνών 1601/ 2002, ΑρχΝομ 2001.915.

Πρόεδρος: Γεώργιος Ανέστης, Εισηγητής: Αγγ. Αλειφεροπούλου, Εφέτης.

Περίληψη. Η νομότυπη και εμπρόθεσμη άσκηση έφεσης με καταβολή δικαστικού ενσήμου εξαφανίζει την πρωτόδικη απόφαση που απέρριψε αγωγή λόγω πλασματικής ερημοδικίας εξαιτίας μη καταβολής δικαστικού ενσήμου. Αναπομπή ένδικης αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο για ουσιαστική διερεύνηση.

  Κατά το άρθρο 2 του Ν.ΓπΟΗ/1912 «περί δικαστικού ενσήμου», όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικώς με το Ν.Δ. 1544/1942 και τροποποιήθηκε με το Ν.Δ. 4189/1961, ο ενάγων, αν παραλείψει την προκαταβολή του οφειλομένου τέλους δικαστικού ενσήμου, δικάζεται ερήμην και, επομένως, η αγωγή του απορρίπτεται σύμφωνα με το άρθρο 272 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. Η λύση αυτή δεν είναι ασυμβίβαστη προς τη διάταξη του άρθρου 672 Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται στις εργατικές διαφορές, κατά την οποία, αν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί και δεν λάβει νόμιμα μέρος κάποιος από τους διαδίκους, η διαδικασία προχωρεί σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, καθόσον η τελευταία αυτή διάταξη αφορά την ερημοδικία, η οποία επέρχεται, όχι λόγω μη προκαταβολής των εξόδων και τελών της δίκης, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και το δικαστικό ένσημο (πλασματική ερημοδικία) αλλά λόγω της από άλλους λόγους μη εμφανίσεως ή μη προσήκουσας εμφανίσεως κάποιου από τους διαδίκους (Σ. Σαμουήλ: Η Έφεση έκδ. 1993 παρ. 236, 295 σελ. 83, 96 Ολ.Α.Π. 642/1970 ΝοΒ 18. 1471, Ε.Α. 2622/1995 Ελλ.Δ. 37. 1118, Ε.Θ. 2518/1995 Ελλ.Δ. 38. 1163). Ο ενάγων, που παρέλειψε πρωτοδίκως την καταβολή του δικαστικού ενσήμου, μπορεί να ασκήσει έφεση κατά της ερήμην αυτού εκδοθείσας απορριπτικής της αγωγής του αποφάσεως, από τη δημοσίευση αυτής, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 1 περ. β΄ του άρθρου 513 Κ.Πολ.Δ., όπως αυτή ισχύει μετά την αντικατάστασή της με το άρθρο 3 παρ. 18 του Ν. 2207/1994. Η νομότυπη και εμπρόθεσμη άσκηση της εφέσεως, όταν συνοδεύεται με την καταβολή του δικαστικού ενσήμου, συνεπάγεται την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως και νέα συζήτηση της υποθέσεως, καθόσον το ένδικο μέσο της εφέσεως ασκείται και προς διόρθωση των σφαλμάτων των διαδίκων, όπως επί μη καταβολής από τον ενάγοντα του νόμιμου δικαστικού ενσήμου (Α.Π. 624/1972, ΝοΒ 21. 21, Ε.Α. 9720/1997 Ελλ.Δ. 39. 1364, Ε.Α. 7473/1987 ΕλλΔ. 29. 1685).
Στην προκειμένη περίπτωση, η ένδικη έφεση του ενάγοντος, ήδη εκκαλούντος, κατά της 1596/2000 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 664 έως 676 Κ.Πολ.Δ.) και απέρριψε την από 29/6/1999 (αρ. εκθ. κατ. 477942652/99) καταψηφιστική αγωγή αυτού, λόγω πλασματικής ερημοδικίας του τελευταίου (ενάγοντος), εξαιτίας μη καταβολής εκ μέρους του του απαιτουμένου δικαστικού ενσήμου, έχει ασκηθεί σύμφωνα με τις νόμιμες διατυπώσεις και είναι εμπρόθεσμη, εφόσον οι διάδικοι δεν επικαλούνται ούτε, άλλωστε, προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, ότι έγινε επίδοση της εκκαλουμένης. Πρέπει, λοιπόν, να γίνει τυπικά δεκτή και, εφόσον ήδη ο εκκαλών κατέβαλε το αντίστοιχο προς το αντικείμενο της αγωγής τέλος δικαστικού ενσήμου με τα ανάλογα ποσοστά υπέρ τρίτων (βλ. 4135542/2001 διπλότυπο Δ.Ο.Υ. Ενσήμων και Δικαστικών Εισπράξεων Αθηνών, 7916/2001 γραμμάτιο εισπρ. Σειράς Γ΄ Τ.Π.Δ.Α., καθώς και 405295/2001 γραμμάτιο σειράς Α΄ Τ.Ν.), η κρινόμενη έφεση πρέπει, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, να γίνει δεκτή, ως και κατ` ουσίαν βάσιμη και να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη. Στη συνέχεια, μετά την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως και ενόψει του ότι η επίδικη διαφορά δεν κρίθηκε στην ουσία της από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η ένδικη αγωγή πρέπει να αναπεμφθεί στο ως άνω Δικαστήριο για ουσιαστική διερεύνηση (άρθρ. 535 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), ώστε να μη στερηθούν οι διάδικοι την κρίση του πρώτου βαθμού δικαιοδοσίας (Β. Βαθρακοκοίλη: Κ.Πολ.Δ. άρθρ. 535 σελ. 378, Σ. Σαμουήλ: βλ. ανωτ. Παρ. 1143 σελ. 345, Ε.Α. 13787/1988 Ελλ.Δ. 33. 850, Ε.Α. 10571/1987 Ελλ.Δ. 30. 611, Ε. Πειρ. 1709/1987 Δ. 20. 257). Τέλος, δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται στην προκειμένη περίπτωση, διότι η απόφαση περί αναπομπής δεν είναι οριστική (Ολ.Α.Π. 230/1983 ΝοΒ 31.1561, Α.Π. 464/1984 ΝοΒ 33,411, Ε.Α. 4869/1994 Ελλ.Δ. 36.1285).
----------------
Εφετείο Λάρισας 36/ 2012, ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ 2012.262.

Πρόεδρος: Ιωάν. Μαγγίνας Εισηγητής.

Περίληψη. Ερημοδικία επί μη καταβολής δικαστικού ενσήμου. Μετά τη με το ν. 2915/01 κατάργηση της πλασματικής ερημοδικίας αναβιώνει η αρχική δ/ξη του ν. ΓΠΟΗ/1912 και δεν εφαρμόζεται το 270 παρ. 1 ΚΠολΔ (κατά το οποίο αν δεν εμφανιστεί κάποιος εκ των διαδίκων η διαδικασία χωρεί σαν να ήταν όλοι παρόντες), αλλά επί μη καταβολής δικαστικού ενσήμου ο ενάγων λογίζεται ερήμην δικαζόμενος και η αγωγή απορρίπτεται. Ο ερημοδικασθείς πρωτόδικα λόγω μη καταβολής δικαστικού ενσήμου μπορεί να το καταβάλει κατά τη συζήτηση της έφεσής του, επιδιώκοντας διόρθωση δικού του σφάλματος και να προκαλέσει νέα συζήτηση της υπόθεσης, ανατρέποντας την ερήμην του εκδοθείσα απόφαση, άλλως λογίζεται ερήμην δικαζόμενος και η έφεσή του απορρίπτεται.

Κατά τη διάταξη του αρθ. 173§1 ΚΠολΔ όποιος προκαλεί κύρια ή παρεμπίπτουσα δίκη προκαταβάλλει τα τέλη για τις συζητήσεις της δίκης αυτής, κατά τη διάταξη του αρθ. 2§1 ν. ΓΟΗ/1912 «οσάκις η αξία του αντικειμένου της αγωγής είναι ανωτέρα των δραχμών 15.000 επιβάλλεται τέλος, καταβαλλόμενο κατά τον ανωτέρω και εν άρθρω 7 οριζόμενο τρόπον», κατά δε τη διάταξη του αρθ. 8 του αυτού νόμου «εάν μη επικολληθεί ή προσαρτηθεί κατά τας ανωτέρω διατάξεις το δικαστικόν ένσημον, είναι απαράδεκτα παρά παντός δικαστηρίου ή δημόσιας αρχής τα υποκείμενα εις τέλη των αρθ. 1, 2 και 5 έγγραφα». Η τελευταία αυτή διάταξη είχε ερμηνευθεί με τα αρθ. 7 ν.δ. 1544/42 και 11 ν.δ. 4189/61 τα οποία όριζαν ότι ο ενάγων, αν παραλείψει την καταβολή του οφειλόμενου δικαστικού ενσήμου, λογίζεται ερήμην δικαζόμενος. Ομως, μετά τη γενόμενη με το αρθ. 13§2 ν. 2915/01 κατάργηση της πλασματικής ερημοδικίας και του τεκμηρίου παραίτησης από το δικόγραφο της αγωγής, την οποία καθιέρωνε το καταργηθέν αρθ. 272 ΚΠολΔ, αναβιώνει η αρχική ως άνω διάταξη του ν. ΓΠΟΗ/1912 και δεν εφαρμόζεται το αρθ. 270§1, όπως άνω αντικαταστάθηκε με το αρθ. 12 ν. 2915/01 (κατά το οποίο, αν δεν εμφανιστεί κάποιος από τους διαδίκους, η διαδικασία χωρεί σαν να ήταν όλοι οι διάδικοι παρόντες) και τούτο διότι η εφαρμογή του οδηγεί σε εντελώς διαφορετικό από το σκοπό των ως άνω διατάξεων αποτέλεσμα. Επομένως, σε περίπτωση μη καταβολής του δικαστικού ενσήμου, ο ενάγων λογίζεται ερήμην δικαζόμενος και η αγωγή του απορρίπτεται (ΕφΑΘ 2219/07 Δνη 49. 870, Σαμουήλ Η έφεση εκδ. 2003 §228στ`).
   Τέλος, κατά επικρατούσα δικονομική αρχή, ο εκκαλών με την έφεση που ασκεί μπορεί να επιδιώξει όχι μόνο τη διόρθωση σφαλμάτων της εκκαλουμένης, αλλά μπορεί να θεραπεύσει και δικά του σφάλματα. Επομένως, αυτός που δικάσθηκε ερήμην στον πρώτο βαθμό λόγω μη καταβολής του δικαστικού ενσήμου, μπορεί να το καταβάλει κατά τη συζήτηση της έφεσης του και να προκαλέσει νέα συζήτηση της υποθέσεως, ανατρέποντας την ερήμην του εκδοθείσα δικαστική απόφαση (ΕφΑΘ 7473/87 Δνη 29.1685). Εάν, όμως, το τέλος δικαστικού ενσήμου δεν καταβληθεί ούτε ενώπιον του Εφετείου, ο εκκαλών λογίζεται ερήμην δικαζόμενος, με αποτέλεσμα να απορρίπτεται η έφεση του (ΕφΠειρ 352/97 Νόμος, ΕφΑΘ 516/94 Δνη 36.223).
   Στην προκειμένη περίπτωση, με τη με αριθ. καταθ. 212/7.6.07 αγωγή της, η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα ισχυρίσθηκε ότι με το υπ` αριθ. .../90 συμβόλαιο της συμβ/φου Σ.Ψ., που μεταγράφηκε νόμιμα, έγινε κυρία αιτία αγοράς διαμερίσματος στο Β., καταβάλλοντος στον πωλητή το εκ 3.500.000 δρχ τίμημα με δικά της αποκλειστικά χρήματα. Οτι με τη με αριθ. καταθ. 137/26.3.98 αγωγή τους οι γονείς της - εναγόμενοι και εφεσίβλητοι ισχυρίσθηκαν ότι η εν λόγω αγορά έγινε με χρήματα που της δάνεισαν αυτοί, ύψους 6.500.000 δρχ, τα οποία και ζήτησαν να τους τα επιστρέψει, πλην όμως προς απόδειξη της αγωγής τους χρησιμοποίησαν πλαστή δήλωση στην οποία αυτή (δήθεν) ομολογούσε ότι το διαμέρισμα αγοράστηκε με χρήματα τους, πράξη για την οποία ήδη αυτοί κηρύχθηκαν ένοχοι και καταδικάσθηκαν από το Τριμελές Πλημ/κείο Βόλου. Οτι από την εν λόγω πράξη των εναγομένων αυτή υπέστη θλίψη, ταλαιπωρία και προσβολή της προσωπικότητας της, προς αποκατάσταση της οποίας ζήτησε να υποχρεωθούν αυτοί να της καταβάλουν το ποσό των 50.000 Ε, εις ολόκληρο ο καθένας, και με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Επί της αγωγής εκδόθηκε η εκκαλουμένη, με την οποία το δικαστήριο δίκασε ερήμην της ενάγουσας και απέρριψε την αγωγή λόγω μη καταβολής εκ μέρους της του δικαστικού ενσήμου. Ομως, η εκκαλούσα, ούτε και κατά την ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου συζήτηση προσκόμισε αποδεικτικά περί καταβολής δικαστικού ενσήμου, ενώ, περαιτέρω, δεν ανταποκρίθηκε στην εν λόγω υποχρέωση της ούτε μετά σχετική τηλεφωνική ειδοποίηση της πληρεξούσιας δικηγόρου της, που την εκπροσώπησε στο ακροατήριο του Εφετείου και η οποία (ειδοποίηση) έλαβε χώρα στις 13.12.11, η δε διήμερη προθεσμία που τάχθηκε σχετικά, παρήλθε άπρακτη. Κατ` ακολουθία, η εκκαλούσα λογίζεται ερήμην δικαζόμενη, και επομένως πρέπει να απορριφθεί η έφεση και να ορισθεί παράβολο για την περίπτωση ασκήσεως ανακοπής ερημοδικίας κατά της παρούσας αποφάσεως...
----------------

Παρατήρηση blogger. Αντιμετωπίζεται, τίθεται εδώ ένα περίεργο ζήτημα: κατά την Εφετείο Θράκης 114/ 2017 όταν ασκείται έφεση για έλλειψη καταβολής, πρωτοδίκως, του αγωγόσημου, πρέπει ταυτόχρονα με την κατάθεση της έφεσης να συγκατατίθεται και το αγωγόσημο. Δηλαδή, θα πρέπει το αγωγόσημο να κατατίθεται στη γραμματεία του πρωτόβαθμου δικαστηρίου!Αλλά, τότε, πως θα πηγαίνει στο φάκελο της δικογραφίας στο Εφετείοι; Δεν διαφωτίζεται καθόλου αυτό το ζήτημα στη νμλγ αυτή. Η ΕφΘράκης 114/ 2017 για να στηρίξει τη μείζονα πρόταση της αυτή επικαλείται τις, επίσης αναρτώμενες, ΕφΑθ 1589/ 2002 και ΕφΑθ 1601/ 2001. Όμως και οι δυο αυτές εφετειακές αποφάσεις δεν αναγράφουν στις αιτιολογίες τους ότι η έφεση συνοδεύεται από το αγωγόσημο, κάτι που θάπρεπε να κατατίθεται αυτό στη γραμματέ του πρωτόβαθμου δικαστηρίου. Ούτε ο Σαμουήλ [η έφεση, 1993, § 236, σελίδες 83-84] αναγράφει κάτι τέτοιο (αυτολεξεί, "η νομότυπη και εκπρόθεσμη άσκηση εφέσεως, όταν συνοδεύεται με την καταβολή του δικαστικού ενσήμου..") ούτε ο Βαθρακοκοίλης [η έφεση, 2015, άρθρο 528, πλαγιάριθμος 2043, σελ· 514]. Κι όμως η ΕφΘράκης απέρριψε την έφεση γιατί δεν κατατέθηκε το αγωγόσημο μαζί με την έφεση, προφανώς στη γραμματέα του πρωτόβαθμου δικαστηρίου. Ορθότερο είναι να γίνει δεκτό ότι ασκείται η έφεση όταν απορρίπτεται η αγωγή λόγω μη καταβολής αγωγόσημου και αυτό κατατίθεται με τις προτάσεις του εκκαλούντος κατά τη συζήτηση της έφεσης [έτσι, ορθά, Εφετείο Λαρίσης 36/ 2012], κατ'  ανάλογη εφαρμογή των κρατούντων επί καταβολής του χαρατσιού άσκησης ενδίκων μέσων [ΚΠολΔ 495, βλ· ΑΠ 341/ 2015, ΑΠ 532/ 2016, ΜονΕφΠατρών 323/ 2018, ΜονΠρωτΡόδου 40/ 2016, ΜονΠρωτΡόδου 169/ 2015].

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γραφή σχολίων σε greeklish σημαίνει διαγραφή τους!