Πέμπτη, 20 Φεβρουαρίου 2020

Τα ΜΜΕ και η απονομή της Δικαιοσύνης ένα πρόβλημα άλυτο;

Ευάγγελος Κρουσταλάκης
Ευάγγελου Κρουσταλάκη,  Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, Αρμενόπουλος 1997.321.

1.   Οι σχέσεις των μέσων ενημέρωσης με τη λειτουργία και την απονομή της Δικαιοσύνης είναι ένα θέμα σοβαρό όσο και περίπλοκο. Μια συζήτηση σε βάθος επάνω στο πρόβλημα αυτό δεν είναι καθόλου εύκολη. Σ' αυτήν εμπλέκονται πολλές βασικές αρχές της δημοκρατικής κοινωνίας. Έτσι, δεν είναι καθόλου ευχερές να καταλήξει κανείς -με οποιεσδήποτε απλουστεύσεις - σε συμπεράσματα γενικής αποδοχής.
Ούτε μπορεί να δοθεί μια απάντηση στο ερώτημα, αν η επίδραση των μέσων ενημέρωσης είναι επωφελής για τη λειτουργία και την απονομή της Δικαιοσύνης. Αυτή είναι μια πρώτη επισήμανση που θα έπρεπε να οριοθετήσει τη συζήτηση μας επάνω στο θέμα που μας απασχολεί.
2.  Ζούμε σε μια εποχή που όλα στασιάζονται και κρίνονται, σε αντίθεση με το παρελθόν όπου τα πάντα ήταν περίπου δεδομένα και αναμφισβήτητα. Σήμερα δεν γίνονται δεκτές αυθεντίες a priori και έχουν καταργηθεί οι φραγμοί στην κριτική. Μέσα σ' αυτό το γενικό πνεύμα και η Δικαιοσύνη έχει τεθεί στο στόχαστρο της κριτικής και δεν είναι λίγες οι φορές που επικρίνεται. Μερικές διαπιστώσεις που συχνά ακούγονται, σχετικά με την απονομή της Δικαιοσύνης, θα ήταν πολύ χρήσιμο να μην αγνοούνται από εμάς τους δικαστές [Βλ. Ευ. Κρουσταλάκη, Η δικαστική εξουσία, η ανεξαρτησία της και η κοινή γνώμη, ΕλλΔνη 1986.36 επ].
Η έλλειψη σεβασμού προς τα δικαστήρια οφείλεται, εκτός άλλων, στην απώλεια του κύρους τους. Η εμπιστοσύνη προς τη Δικαιοσύνη έχει αισθητά μειωθεί. Ο σεβασμός, το κύρος, η εμπιστοσύνη δεν επιβάλλονται όμως με αυστηρές διατάξεις, με σκληρές κυρώσεις ή με οποιαδήποτε μέτρα επιβολής ορισμένης συμπεριφοράς έναντι των δικαστηρίων.
Στις δημοκρατικές και πλουραλιστικές κοινωνίες της εποχής μας τα δικαστήρια δεν μπορούν εξάλλου να αντεπεξέλθουν στα υψηλά και δύσκολα καθήκοντα τους χωρίς να διαθέτουν αυξημένο κύρος, την εκτίμηση της κοινωνίας και την εμπιστοσύνη των πολιτών. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, είναι εξίσου αλήθεια ότι εμείς οι δικαστές έχουμε καθήκον να κατακτούμε καθημερινά αυτή την αναγκαία κοινωνική αναγνώριση και το κύρος, με την ποιότητα της διεύθυνσης της διαδικασίας και με τις δίκαιες αποφάσεις μας [Peter Gilles, Απρεπής συμπεριφορά των προσώπων που συμμετέχουν στη δίκη και των μαρτύρων στο δικαστήριο, Αρμ 1985.629 επ]. Αποφάσεις που θα πείθουν για την ορθότητα τους με άψογη επιχειρηματολογία [Peter Gottwald, Δικαστική απόφαση και ορθολογική επιχειρηματολογία, Αρμ 1985.361 επ] και θα είναι το αποτέλεσμα δικανικού συλλογισμού, ο οποίος θα υιοθετεί λύση κοινωνικά επωφελή και αποδεκτή [Αλ. Λιτζεροπούλου, Η νομολογία ως παράγων διαπλάσεως του ιδιωτικού δικαίου, Επ. Επετηρίς Σχολής Νομ. και Οικον. Επιστημών Θεσσαλονίκης 1931, τ. 2ος, σελ. 397]. Το κύρος των δικαστών δεν επιβάλλεται μόνο με την τήβεννο, στηρίζεται πρωτίστως στην κοινωνική αναγνώριση και συναίνεση, οι οποίες κατακτώνται με την έμπρακτη απόδειξη της επαγγελματικής ικανότητας, της αμεροληψίας και της ακριβοδίκαιης κρίσης [Δ. Τσάτσου, Το κύρος του δικαστή, Υπέρ. 1991.361, Ι. Μανωλεδάκη, Ίσο μέτρο για όλους, εφημερίδα «Τα Νέα» της 4.2.1986, πρβλ. του ίδιου, 7 θέσεις για το Δίκαιο και τη Δικαιοσύνη, σελ. 86-87].
Υπό αυτές τις προϋποθέσεις αποκτά ιδιαίτερη σημασία στις ημέρες μας η αρχή της δημοσιότητας της δίκης, βασική αρχή του δικονομικού δικαίου κατοχυρωμένη και συνταγματικά (άρθρο 93 παρ. 2 του Ελληνικού Συντάγματος, άρθρο 113 παρ. 1 ΚΠολΔ, άρθρο 329 παρ. 1 ΚΠΔ). Η αρχή αυτή είναι ένα στοιχείο της δίκαιης δίκης (procès équitable), όπως καθιερώνεται από το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Κάθε πρόσωπο έχει δικαίωμα η υπόθεση του να δικασθεί δημόσια από το δικαστήριο («toute personne a droit a ce que sa cause soit entendue ... publiquement par un tribunal»). H αρχή της δημοσιότητας στηρίζεται στην απαίτηση για την ύπαρξη δυνατότητας ελέγχου της κοινής γνώμης επί της διεξαγωγής της δίκης, επί της λειτουργίας της Δικαιοσύνης και επί των δικαστικών αποφάσεων [Γ. Ράμμου, Εγχειρίδιον, Α', σελ. 339]. Και αυτό είναι πολύ φυσικό, αφού βασική αρχή του κάθε δημοκρατικού πολιτεύματος είναι ότι όλες οι εξουσίες πηγάζουν από το λαό (άρθρο 1 παρ. 3 του Ελληνικού Συντάγματος).
Η δημοσιότητα της δίκης, όπως και η αιτιολόγηση της δικαστικής απόφασης, δημιουργούν την απαραίτητη σχέση γνώσης μεταξύ του λαού (της πηγής κάθε εξουσίας) και των δικαστών που ενεργούν στο όνομα του (άρθρο 26 παρ. 3 του Ελληνικού Συντάγματος). Δίνουν τη βάση ελέγχου της διαδικασίας και των δικαστικών αποφάσεων και παρέχουν τα στοιχεία αναγνώρισης, σεβασμού και κύρους της Δικαιοσύνης. Η σχέση αυτή προϋποθέτει ότι δημόσια διεξάγονται οι δίκες, κατά τρόπο ορθό και αμερόληπτο. Από το άλλο μέρος σε μια δημοκρατική κοινωνία και η κριτική των δικαστικών αποφάσεων είναι κάτι το αυτονόητο [Γνωμοδότηση Αντεισαγγ. ΑΠ Γ. Χοϊδά, στη Θέμιδα 1930, σελ. 911, Ν. Παρασκευοπούλου, Η κριτική της ποινικής δικαιοσύνης από τον πολίτη και τον ειδικό, Επ. Επετηρίδα Δ.Σ. Θεσσαλονίκης 1982, σελ. 49 επ].
Η δημοσιότητα όμως της δίκης δεν ικανοποιείται στις ημέρες μας μόνο με την παρουσία ολίγων ατόμων στην αίθουσα του δικαστηρίου, όταν με τη σύγχρονη τεχνολογία είναι δυνατή και πραγματοποιήσιμη η μετάδοση της διαδικασίας και εκτός της αίθουσας με τα νέα οπτικοακουστικά μέσα, τη ραδιοφωνία και την τηλεόραση. Δεν μπορούμε ειδικά για τη λειτουργία της Δικαιοσύνης, a priori και σε κάθε περίπτωση, να αποκλείσουμε την τεχνική πρόοδο και εξέλιξη που ελεύθερα εφαρμόζεται σε όλους τους άλλους τομείς του δημόσιου βίου. Ούτε είναι νοητό να θεσπίσουμε μόνο στις συνεδριάσεις των δικαστηρίων αυστηρούς και εξωπραγματικούς περιορισμούς, που δημιουργούν κινδύνους φαλκίδευσης της δημοσιότητας των δικών.
Βεβαίως, δεν θα πρέπει να παραγνωρίσουμε την ιδιορρυθμία που έχει μία δίκη και τους ιδιαίτερους κινδύνους που παρουσιάζει η ανεξέλεγκτη δημοσιότητα σε σχέση με αυτήν. Όπως επίσης δεν πρέπει να παραβλέψουμε τις παρενέργειες που δημιουργούν στις εν εξελίξει δίκες ή διαδικασίες οι «παραδίκες» που συνήθως σκηνοθετούνται στις τηλεοράσεις και στα ραδιόφωνα για άγνωστους λόγους και πολλές φορές για ανομολόγητα συμφέροντα.
Το άρθρο 6 παρ. 1 εδ. β' της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των δικαιωμάτων του ανθρώπου προβλέπει την απαγόρευση της εισόδου στην αίθουσα των συνεδριάσεων του τύπου και του κοινού (εντός του απολύτως αναγκαίου μέτρου κατά την κρίση του δικαστηρίου), όταν υπό ειδικές περιστάσεις η δημοσιότητα θα έβλαπτε τα συμφέροντα της δικαιοσύνης. Επίσης, για λόγους προστασίας της ιδιωτικής ζωής των διαδίκων. Περιορισμούς για λόγους χρηστών ηθών, δημόσιας τάξης ή προστασίας του ιδιωτικού ή οικογενειακού βίου, προβλέπουν στην Ελλάδα τα άρθρα 330 ΚΠΔ και 114 ΚΠολΔ.
3. Και αν η δημοσιότητα της δίκης είναι η πρώτη αρχή που έχει εφαρμογή στο πρόβλημα μας, η ελευθερία της πληροφόρησης, που κατοχυρώνεται από το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και από συνταγματικές διατάξεις (άρθρο 14 του Ελληνικού Συντάγματος), δεν είναι καθόλου άσχετη προς αυτό. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των δικαιωμάτων του ανθρώπου, μετά την πρώτη σημαντική απόφαση του τη σχετική με το δικαίωμα πληροφόρησης - την απόφαση της 7.12.1976 στην υπόθεση Handyside -τόνισε πολλές φορές το θεμελιακό ρόλο που έχει η ελευθερία της πληροφόρησης σε μια δημοκρατική κοινωνία, ιδίως όταν αυτή η ελευθερία χρησιμοποιείται για να μεταδίδονται πληροφορίες γενικού ενδιαφέροντος (αποφάσεις της 23.4.1992 στην υπόθεση Castells, της 8.7.1986 στην υπόθεση Lingens). Υπογράμμισε δε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο με ιδιαίτερη έμφαση ότι το κοινό έχει δικαίωμα να λαμβάνει αυτές τις πληροφορίες (αποφάσεις της 26.11.1991 στις υποθέσεις Observer et Guardian και Sunday Times No 2). Ειδικώς με την απόφαση του της 26.4.1979 στην υπόθεση Sunday Times το Δικαστήριο δέχτηκε ότι το δικαίωμα πληροφόρησης έχει εφαρμογή επίσης και στον τομέα της απονομής της δικαιοσύνης. Και το αιτιολόγησε αυτό με τη σκέψη ότι η Δικαιοσύνη υπηρετεί τα συμφέροντα ολόκληρης της κοινωνίας και έχει ανάγκη από τη συνεργασία ενός διαφωτισμένου κοινού. Τα μεσα ενημέρωσης, είπε το Δικαστήριο, οφείλουν να μην υπερβαίνουν τα όρια που τίθενται για την εξασφάλιση της ορθής απονομής της δικαιοσύνης. Έχουν όμως τη δυνατότητα να μεταδίδουν πληροφορίες και ιδέες σε υποθέσεις και προβλήματα που απασχολούν τα δικαστήρια, όπως γίνεται και για τα προβλήματα που αφορούν άλλους δημόσιους τομείς.
Και βέβαια το δικαίωμα αυτό (της πληροφόρησης) υπόκειται σε περιορισμούς νομοθετικούς, που είναι αναγκαίοι σε μια δημοκρατική κοινωνία, εκτός άλλων, για τη διασφάλιση του κύρους και της αμεροληψίας της δικαστικής λειτουργίας ή για την προστασία της υπολήψεως ή των δικαιωμάτων των τρίτων (άρθρο 10 παρ. 2 της ΕυρΣΔΑ). "Ομως οι περιορισμοί αυτοί πρέπει να είναι ανάλογοι προς το σκοπό που επιδιώκουν (proportionnée au but legitime poursuivi) και να επιβάλλονται για λόγους που φαίνονται προσήκοντες και επαρκείς pour les motifs pertinents et suffisants) - αποφάσεις του ΕυρΔΔΑ της 26.11.1991 στην υπόθεση Sunday Times No 2 και της 26.9.1995 στην υπόθεση Vogt.
Ειδικές ρυθμίσεις προβλέπονται από το Ελληνικό Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των δικαιωμάτων του ανθρώπου, για τη ραδιοφωνία και την τηλεόραση. Σύμφωνα με το άρθρο 15 του Συντάγματος μας, οι προστατευτικές για τον τύπο συνταγματικές διατάξεις δεν εφαρμόζονται στη ραδιοφωνία και την τηλεόραση, που υπάγονται στον άμεσο έλεγχο του κράτους και έχουν σκοπό την αντικειμενική και με ίσους όρους μετάδοση τληροφοριών και ειδήσεων, καθώς και προϊόντων λόγου και τέχνης. Σύμφωνα με το άρθρο 10 παρ. 1 εδάφ. γ' της ΕυρΣΔΑ, δεν εμποδίζονται τα κράτη να υποβάλλουν τις επιχειρήσεις ραδιοφωνίας και τηλεόρασης σε ένα καθεστώς παροχής αδειών (a un regime d'autorisations). Οι ειδικές αυτές ρυθμίσεις δεν σημαίνουν όμως ότι στις περιπτώσεις αυτές (της ραδιοφωνίας και της τηλεόρασης) παύει να ισχύει η ελευθερία της πληροφόρησης) [Π. Δαγτόγλου, Ατομικά Δικαιώματα Α', αριθμ. 896 επ., σελ. 632 επ., G. Cohen-Jonathan, La Convention Europ. des droits de l'homme, σελ. 455 επ].
4. Μια αντίρροπη αρχή διέπει επίσης τις σχέσεις μέσων ενημέρωσης και της Δικαιοσύνης. Είναι η συνταγματική αρχή του σεβασμού και της προστασίας της αξίας του ανθρώπου (της ανθρώπινης αξιοπρέπειας). Πρόκειται για προστασία που ανάγεται σε πρωταρχική υποχρέωση της Πολιτείας, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 1 του Ελληνικού Συντάγματος [Αρ. Μάνεση, Ατομικές Ελευθερίες α' (β' έκδ. 1979), σελ. 108 επ]. Η υποχρέωση αυτή επιβάλλεται επίσης από τα άρθρα 57 επ. του Αστικού Κώδικα. Ειδικούς όρους και διαδικασία προστασίας της προσωπικότητας και του ιδιωτικού και οικογενειακού βίου προβλέπουν το άρθρο 3 παρ. 1 στοιχ. α' και παρ. 11 του ν. 2328/1995 και το άρθρο 3 του ν. 1730/1987, που ρυθμίζουν ζητήματα της ραδιοτηλεόρασης. Η συνταγματική αυτή γενική αρχή, που επιβάλλει το σεβασμό της αξιοπρέπειας κάθε ανθρώπου και τη μέριμνα για την αποτροπή της προσβολής της, πρέπει να συνδυασθεί και με το τεκμήριο αθωότητας, κατά το οποίο ο κάθε κατηγορούμενος θεωρείται αθώος μέχρις ότου διαπιστωθεί η ενοχή του από το αρμόδιο δικαστήριο (άρθρο 11 παρ. 1 της Οικουμενικής Διακήρυξης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, άρθρο 6 παρ. 2 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου) [Βλ. Γ. Ρήγο, Ελευθερία και γλώσσα, σελ. 52 επ]. Το άρθρο 3 του ν. 1730/1987 απαγορεύει τη διατύπωση κρίσεων και μεταδόσεως εικόνων που προτρέχουν και αντικαθιστούν την ποινική δίκη και την απόφαση του δικαστηρίου.
5. Πρόσφατη εξάλλου είναι η ειδική ρύθμιση του θέματος που συζητάμε, στην οποία προέβη ο έλληνας νομοθέτης. Με το άρθρο 35 παρ. 4 του ν. 2172/1993 απαγορεύθηκε η μετάδοση από την τηλεόραση ή η κινηματογράφηση ή βιντεοσκόπηση ή φωτογράφηση των προσώπων που προσάγονται ενώπιον των δικαστικών ή εισαγγελικών ή αστυνομικών και λοιπών αρχών, εφόσον όμως αυτά δεν συναινούν σε τούτο ρητά. Επίσης, ορίστηκε ότι το δικαστήριο με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση του έχει τη δυνατότητα να απαγορεύσει τη μαγνητοφώνηση ή βιντεοσκόπηση της δίκης και την τηλεοπτική ή ραδιοφωνική μετάδοση της, μόνο αν υποβληθεί σχετικό αίτημα από κατηγορούμενο ή παθόντα και η δίκη δεν συνδέεται με τη δημόσια ζωή. Ο κανόνας συνεπώς είναι να επιτρέπεται η παρουσία της τηλεόρασης και του ραδιοφώνου στη δίκη και η εξαίρεση είναι η απαγόρευση της παρουσίας τους. Η παραβίαση των κανόνων αυτών επάγεται ποινικές κυρώσεις.
6. Για να ολοκληρώσουμε τη θεώρηση των δεδομένων βάσει των οποίων πρέπει να καταλήξουμε σε κάποια συμπεράσματα, δεν είναι άσκοπο να δούμε τι συμβαίνει στην πράξη, παρά την ύπαρξη των νομοθετικών ρυθμίσεων. Η άσκηση της ποινικής δίωξης ή η έγερση μιας αγωγής συχνά όχι μόνο αποτελεί είδηση στα μέσα ενημέρωσης, κάτι που είναι και φυσικό και επιτρεπτό. Πολλές φορές συνοδεύεται από σειρά πληροφοριών ή ανακοινώσεων που αναφέρονται στην ουσία της υπόθεσης, με τέτοιο τρόπο ώστε συνήθως τα μέσα ενημέρωσης να υποκαθιστούν την ανάκριση ή τη διαδικασία αποδείξεως και να εξάγουν συμπεράσματα ως προς την πράξη ή την υπόθεση για την οποία έγινε η ποινική δίωξη ή έχει εγερθεί η αγωγή. Στο στάδιο της προανάκρισης όσο και στην κύρια ανάκριση οι συνθήκες κάτω από τις οποίες προσέρχεται ή προσάγεται ο κατηγορούμενος ή ο μάρτυρας για να απολογηθεί ή να εξετασθεί, κατά κανόνα, είναι εξουθενωτικές για την προσωπικότητα του. Συνήθως αναμένει σε κάποιο διάδρομο κάτω από τα βλέμματα των περιέργων, με τα εκτυφλωτικά φώτα των μηχανών λήψεως των τηλεοπτικών σταθμών και τα φλας των φωτογραφικών μηχανών των φωτορεπόρτερς να αστράφτουν. Δεν είναι λίγες οι φορές όπου ζητείται από το μάρτυρα ή τον ίδιο τον κατηγορούμενο - κατά τρόπο φορτικό - να κάνει δηλώσεις στο ραδιόφωνο ή την τηλεόραση σχετικά με την κατηγορία, παρά τις προσπάθειες τους να αποφύγουν κάτι τέτοιο. Άλλοτε πάλι όλοι μας είδαμε από την τηλεόραση εικόνες από τη σύλληψη ή την προσαγωγή κατηγορουμένων ή τους ίδιους τους κατηγορουμένους μέσα στα αστυνομικά γραφεία, πελιδνούς και αξιολύπητους, να προσπαθούν να αποφύγουν τις τηλεοπτικές κάμερες υπό τα απαθή βλέμματα των υπερήφανων για την επιτυχία τους αστυνομικών. Και την ίδια ημέρα απαραίτητο είναι το σχετικό ρεπορτάζ στις ραδιοφωνικές και τηλεοπτικές εκπομπές, με συχνές αναφορές στη βασιμότητα της κατηγορίας και όχι λίγα κοσμητικά επίθετα για τους ατυχείς κατηγορουμένους. Την επόμενη ημέρα υπάρχουν συνήθως σε κάποιες εφημερίδες πηχυαίοι τίτλοι με δριμύτατους για τον κατηγορούμενο χαρακτηρισμούς και δημοσιεύματα που αποφαίνονται, χωρίς κανένα ενδοιασμό ή επιφύλαξη, για την ενοχή ή την αθωότητα του. Ο κίνδυνος δημιουργίας εσφαλμένων εντυπώσεων και επηρεασμού μαρτύρων και διαδίκων, ακόμη και των δικαστών, είναι προφανής.
7. Δεν θα είμαστε όμως μέσα στην πραγματικότητα, αν δεν υπογραμμίσουμε ένα ακόμη στοιχείο πολύ κρίσιμο για τη συζήτηση μας, το πιο κρίσιμο στοιχείο κατά τη γνώμη μου.
Πρόκειται για κάτι που όλοι το γνωρίζουμε και καθημερινά το διαπιστώνουμε. Τα μέσα ενημέρωσης δεν βρίσκονται πλέον στα χέρια των επαγγελματιών δημοσιογράφων, αλλά έχουν περιέλθει στα χέρια μεγάλων επιχειρήσεων ή και ομίλων επιχειρήσεων, κατά κανόνα εμπορικών επιχειρήσεων, που - όπως είναι φυσικό - λειτουργούν με τον αδησώπητο νόμο της προσφοράς και της ζήτησης. Ο έλληνας νομοθέτης προέβλεψε ορισμένους περιορισμούς και προϋποθέσεις ως προς τις επιχειρήσεις στις οποίες χορηγούνται άδειες ίδρυσης, εγκατάστασης και λειτουργίας τηλεοπτικών σταθμών (άρθρο 1 παρ. 8 επ. ν. 2328/1995). Παρά ταύτα το πρόβλημα παραμένει οξύ.
Τα αποτελέσματα αυτής της κατάστασης είναι όλο και περισσότερο εμφανή. Ο άνθρωπος, του οποίου ο σεβασμός είναι πρωταρχική υποχρέωση μιας δημοκρατικής κοινωνίας, γίνεται ένα απλό αντικείμενο εμπορικής εκμετάλλευσης και προσπάθειας αύξησης της ακροαματικότητας ή της κυκλοφορίας, μέσα σε ένα ανελέητο αγώνα επικράτησης στο χώρο του εμπορίου των ειδήσεων. Ο συνάνθρωπος μας ευτελίζεται και εξουθενώνεται. Ο φωτογραφκός φακός και η τηλεοπτική κάμερα εισέρχονται παντού, χωρίς κανένα περιορισμό, δίχως το ελάχιστο εμπόδιο. Σχέσεις αυστηρά προσωπικές, συζύγων μεταξύ τους και γονέων και τέκνων, γίνονται αντικείμενο δημόσιας προβολής χωρίς δισταγμό και χωρίς έλεος. Εκδηλώσεις που πρέπει να ανήκουν στον απόλυτα απαραβίαστο χώρο της προσωπικότητας, όπως ο θρήνος για το χαμό ενός προσφιλούς προσώπου, αποτελούν το αντικείμενο ρεπορτάζ ευρείας δημοσιότητας [Βλ. Ε. Βενιζέλου, Μέσα ενημέρωσης, δημοκρατία και εξωτερική πολιτική, σελ. 109 επ].
Όλα αυτά δυσκολεύουν ακόμη περισσότερο την εξεύρεση λύσης στο πρόβλημα μας, της επίδρασης των μέσων ενημέρωσης στην απονομή της Δικαιοσύνης. Οι κανόνες του εμπορίου δεν συμβιβάζονται με την ορθή απονομή της δικαιοσύνης, το κύρος και το σεβασμό προς τη δικαστική λειτουργία.
8. Αν θα επιχειρούσε κανείς να καταλήξει σε κάποιες συμπερασματικές υποδείξεις [Βλ. τις πολύ σημαντικές προτάσεις του Αρ. Μάνεση, στο λόγο του κατά την επίσημη υποδοχή του από την Ακαδημία Αθηνών στις 7.12.1993, πρακτικά Ακαδημία έτους 1993, σελ. 475], θα μπορούσε να υπογραμμίσει τα ακόλουθα πέντε σημεία:
α') Χρειάζεται να συνδυάζονται κάθε φορά η βασική αρχή της δημοσιότητας της δίκης και το θεμελιώδες δικαίωμα πληροφόρησης των πολιτών από το ένα μέρος, ο σεβασμός του κύρους, της αμεροληψίας και των ενδαφερόντων της Δικαιοσύνης, η προστασία της προσωπικότητας των διαδίκων και των τρίτων από το άλλο μέρος. Οι γενικές αρχές που έχουν τεθεί από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των δικαιωμάτων του ανθρώπου μπορούν αναμφιβόλως και επιβάλλεται να αποτελέσουν τη βάση αυτού του συνδυασμού.
β') Όλα τα κρατικά όργανα, κυρίως ο νομοθέτης και ο δικαστής, θα πρέπει να συνειδητοποιήσουν πως επιβάλλεται να ισχύουν κάποιοι κανόνες που εξασφαλίζουν τον πιο πάνω συνδυασμό. Η αυστηρή εφαρμογή των κανόνων αυτών είναι όχι μόνο υπηρεσιακό καθήκον των αρμοδίων κρατικών οργάνων, της διοίκησης και της δικαιοσύνης, αλλά και απαραίτητη προϋπόθεση καλής λειτουργίας της δημοκρατικής μας κοινωνίας.
γ') Είναι ακόμη ανάγκη να υπάρξει κάποιος φραγμός και αποτελεσματικός έλεγχος - με καθαρά δημοκρατικό τρόπο - στην προϊούσα επικίνδυνη εμπορικοποίηση των μέσων ενημέρωσης. Κυβέρνηση και αντιπολίτευση σε κάθε κράτος δεν πρέπει να διστάσουν στη λήψη των μέτρων εκείνων που επιβάλλονται, ώστε τα μέσα ενημέρωσης να παύουν να είναι μόνο εμπορικές επιχειρήσεις που λειτουργούν με το νόμο της προσφοράς και της ζήτησης. Και τα μέτρα αυτά επιβάλλεται να είναι, κατά το δυνατό, κοινής αποδοχής. Οι ρυθμίσεις που έγιναν στην Ελλάδα με τις διατάξεις των ν. 1730/ 1987, 1866/1989 και 2328/1995 είναι ένα καλό βήμα προς την κατεύθυνση αυτή, δεν φαίνονται όμως να είναι αρκετές.
δ') Στην επίλυση του προβλήματος μας θα μπορούσε επίσης σημαντικά να βοηθήσει η ύπαρξη ενός γενικού κώδικα δεοντολογίας των μέσων ενημέρωσης, πέρα από τους ειδικούς κανόνες δεοντολογίας που προβλέπονται από τους ν. 1730/ 1987 και 2328/1995 και έχουν ήδη θεσπισθεί από το Εθνικό Συμβούλιο Ραδιοτηλεόρασης. Πολλές φορές αντιδεοντολογικές ενέργειες ή παραλείψεις συγκεκριμένων προσώπων τις καταλογίζουμε αδιακρίτως στα μέσα ενημέρωσης. Άμεσος είναι τότε ο κίνδυνος φαλκίδευσης θεμελιωδών δικαιωμάτων βασικών σε μια δημοκρατική κοινωνία, όπως είναι το δικαίωμα πληροφόρησης ή το δικαίωμα έκφρασης γνώμης. Η προσωπική μου γνώμη είναι ότι, αν αφεθούν οι επαγγελματίες δημοσιογράφοι αδέσμευτοι να επιτελέσουν το καθήκον τους, με βάση ένα κώδικα δεοντολογίας που οι ίδιοι θα εκπονήσουν και ανεπηρέαστοι από το εμπορικό πνεύμα των επιχειρήσεων στις οποίες ανήκουν τα μέσα ενημέρωσης, τα πράγματα θα είναι πολύ διαφορετικά. Και ακόμη ένα δικό τους Συμβούλιο τιμής, που θα ελέγχει πραγματικά και με αυστηρότητα τη συμπεριφορά των ανθρώπων των μέσων ενημέρωσης με βάση τον Κώδικα δεοντολογίας τους, θα ήταν ένας θεσμός πολύ χρήσιμος.
ε') Εκείνο, τέλος, που θα είναι το πιο αποτελεσματικό μέτρο είναι η κοινωνική αντίδραση και οι κοινωνικές κυρώσεις, ως απάντηση στις υπερβολές των μέσων ενημέρωσης, που ως «τέταρτη εξουσία» μπορούν όχι μόνο να είναι εγγυητές των θεμελιωδών δικαιωμάτων, αλλά πολλές φορές και να τα παραβιάζουν.
Αυτό βεβαίως προϋποθέτει μια κοινωνία υψηλής στάθμης, με συνειδητοποίηση όχι μόνο των δικαιωμάτων της αλλά και των ευθυνών και των υποχρεώσεων της.
Θα μου επιτρέψετε να θεωρώ αυτό το τελευταίο σημείο ως το σπουδαιότερο για την ορθή επίλυση του προβλήματος αλλά και το δυσχερέστερο.

Σημείωση. Διαβάστε και το ενδιαφέρον άρθρο του Umberto Eco "Τηλεοπτικές δίκες. Κατηγορούμενος η Δικαιοσύνη!". Διαβάστε επίσης την ανάρτηση με τίτλο "Η Διαπόμπευση" στην οποία ανάρτηση περιλαμβάνονται σχετικό άρθρο για τα ΜΜΕ του αείμνηστου Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Ευάγγελου Κρουσταλάκη, η σπουδαία Εγκύκλιος του Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ. Παναγιώτη Δημόπουλου για την διαπόμπευση των συλλαμβανόμενων και προσαγόμενων στον Εισαγγελέων "εγκληματιών", σχετική εγκύκλιος του αείμνηστου Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Σωτηρίου Μπάγια, Εγύκλιος του Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ. Γεωργίου Κολιοκώστα, και Διάταξη του σημερινού Αντιεισαγγελέα του Αρείου Πάγου κ. Ευάγγελου Ζαχαρή, όλες σχετικές με το ζήτημα της συμπεριφοράς των ανθρώπων των ΜΜΕ και των συλλαμβανόμενων και προσαγόμενων στον Εισαγγελέα "εγκληματιών". Διαβάστε επίσης και το άρθρο του αείμνηστου Προέδρου του Αρείου Πάγου Στέφανου Ματθία στην ανάρτηση "Η δημοσιότητα των συνεδριάσεων και η τηλεόραση".

Παρατήρηση blogger. Το πόσο σπουδαίες είναι αυτές οι σκέψεις του αείμνηστου Ευάγγελου Κρουσταλάκη και οι Διατάξεις, Εγκύκλιοι των λοιπών λαμπρών Δικαστών που υπηρετούν το Κράτος Δικαίου καθίσταται φανερό από τις τρομερές διαπιστώσεις ενός διάσημου Γερμανού νομικού ονόματι Belling ο οποίος διακήρυσσε, "το αν θα τελέσουμε ή όχι μιαν αξιόποινη πράξη εξαρτάται από εμάς· όμως το αν θα βρεθούμε στο εδώλιο του κατηγορουμένου δεν εξαρτάται από εμάς". Και συνεχίζει αυτή τη διακήρυξη ο αείμνηστος Δάσκαλος μου Νικόλαος Ανδρουλάκης "Παράγοντες, όπως είναι η σύγχυση της ταυτότητας, η ψευδής καταμήνυση, η πολιτική σκοπιμότητα, η πλάνη των διωκτικών οργάνων κ.α μπορούν να εμπλέξουν οποιονδήποτε πολίτη στα δίχτυα της ποινικής δικαιοσύνης, άσχετα από την κατάληξη που θα έχει η σχετική δίκη. Το αίτημα λοιπόν της διασφαλίσεως του ατόμου δεν περιορίζεται μόνο στην (σπουδαιότατη βέβαια) προστασία του εκάστοτε συγκεκριμένου κατηγορουμένου, αλλά έχει μια ολική γενικότερη και καθολικότερη, αφορά δηλαδή στον καθένα από εμάς. Για τον λόγο, άλλωστε, αυτόν ο Κώδικας της Ποινικής Δικονομίας χαρακτηρίσθηκε προσφυώς, ως ο Κώδικας των τιμίων ανθρώπων" [Νικόλαος Ανδρουλάκης, θεμελιώδεις έννοιες της ποινικής δίκης, 1994, § 43, σελ· 27].

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γραφή σχολίων σε greeklish σημαίνει διαγραφή τους!