Παρασκευή, 21 Φεβρουαρίου 2020

Η έννοια του πολιτικού πρόσφυγα κατά τη Σύμβαση της Γενεύης.

Γράφει ο Εισαγγελέας Εφετών [και μετέπειτα ΑντιΕισΑΠ] κ. Δημήτριος Σιδέρης. Στον Αρμενόπουλο 1996.137.
Ι. ΕΙΣΑΓΩΓΗ.

Η έννοια του πρόσφυγα είναι συνυφασμένη με την κοινωνική συγκρότηση του ανθρώπου. Σχεδόν πάντοτε οι ανακατατάξεις στις κοινωνίες των ανθρώπων έχουν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία προσφύγων. Από την άποψη αυτή η έννοια του πρόσφυγα ή του «ικέτη» [Ικέτης: (ικνωικνούμαι) ο προς τινα καταφεύγων ίνα ζητήση προστασίαν και υπεράσπισιν κατά του καταδιώκοντος αυτόν ή καθαρμόν από φόνου. Βλ. λέξη στο Ομηρικό Λεξικό Ι. Παντελίδου] είναι γνωστή από την αρχαιότητα.
Έτσι, ο «εξωστρακισμός» του επικίνδυνου πολιτικού αντιπάλου στην Αθήνα, το Άργος και τις Συρακούσσες, όπου εφαρμοζόταν, καθιστούσε τον εξόριστο, πρόσφυγα στην ξένη χώρα.
Ο Θεμιστοκλής, ο Αριστείδης και ο Περικλής είχαν καταστεί και αυτοί θύματα του «εξοστρακισμού».
Άλλωστε είναι γνωστό ότι στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας η εναλλαγή των δημοκρατικών από τους ολιγαρχικούς στις αρχαίες ελληνικές πόλεις προκαλούσε συνήθως τη φυγή των πολιτικών αντιπάλων τους [Πλούταρχος, Σύλλας XXXI (κατά το 82 π.Χ.)].
Επίσης στην αρχαία Ρώμη η «προγραφή» είχε ως αποτέλεσμα τη δίωξη ή και τη θανάτωση των πολιτικών αντιπάλων".
Αργότερα η εμφάνιση του Χριστιανισμού και οι θρησκευτικές αιρέσεις και μεταρρυθμίσεις, που ακολούθησαν κατά τους νεότερους χρόνους, προκάλεσαν τεράστια ρεύματα θρησκευτικών προσφύγων.
Ήδη βρισκόμαστε στη λήξη του 20ού αιώνα. Ωστόσο και σήμερα ακόμη εξακολουθεί σε αρκετά κράτη οι πολίτες τους, όχι μόνο να διακρίνονται δυσμενώς λόγω φυλής, εθνικότητος, θρησκείας, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, αλλά και να διώκονται ομαδικά ή μεμονωμένα στις χώρες τους με βάση τις ανωτέρω διακρίσεις. Το αποτέλεσμα αυτό εμφανίζεται και πάλι ως συνέπεια των μεγάλων κοινωνικών ανακατατάξεων του τρέχοντος αιώνα.
Έτσι, η επικράτηση των κομμουνιστών στη Ρωσία, η κατάληψη της εξουσίας από τους ναζιστές και τους φασίστες στη Γερμανία και Ιταλία, αντίστοιχα, καθώς και οι δύο παγκόσμιοι πόλεμοι προκάλεσαν τη φυγή και τη δίωξη από τις εστίες τους εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων.
Αυτούς ακολούθησαν νέα ρεύματα προσφύγων, που προήλθαν από νεότερα ιστορικά γεγονότα.
Πράγματι, η πολιτική αφύπνιση των λαών της Ασίας και της Αφρικής επέφερε όχι μόνο την εκδίωξη των Ευρωπαίων από τις εν λόγω Ηπείρους αλλά και τη δίωξη των πολιτικών αντιπάλων των κυβερνώντων, σε πλείστα νέα κράτη που διακρίνονται για τα ανελεύθερα καθεστώτα τους.
Επίσης, μεγάλοι πληθυσμοί σε νέες χώρες άρχισαν να διεκδικούν περισσότερα δικαιώματα, για να διατηρήσουν τις φυλετικές και πολιτιστικές ιδιαιτερότητες τους.
Όμως και αυτή η επιδίωξη είχε ως αποτέλεσμα τη δίωξη των ανωτέρω πληθυσμών από τους κρατούντες στα νέα έθνη.
Τέλος, η αναίμακτη κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού, κυρίως στις χώρες της Ανατολικής Ευρώπης, συνετέλεσε στην αποδιοργάνωση των χωρών αυτών, σε τοπικές πολεμικές συρράξεις και σε μεγάλη ένδεια των πολιτών.
Έτσι, μεγάλα ρεύματα προσφύγων κατακλύζουν τελευταία κυρίως τα κράτη της Δυτικής Ευρώπης, που προβάλλουν σαν παράδεισος.
Δεν θα ήταν λοιπόν υπερβολή, την εν λόγω μετακίνηση των πληθυσμών, ομάδων και ατόμων να την προσομοιάσουμε με μία «νέα μετανάστευση των λαών».
Δικαιολογημένα λοιπόν ο 20ός αιώνας χαρακτηρίστηκε ως «ο αιώνας των ξεριζωμένων» [Βλ. περισσότερα Π. Περράκη-Νάακου, Το Νομικό καθεστώς των προσφύγων.....σελ. 27 επ. Επίσης μελέτη Στ. Σταύρόυ, ΝοΒ1992.959].

ΙΙ. ΚΑΝΟΝΕΣ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑΣ ΤΩΝ ΠΡΟΣΦΥΓΩΝ.

Α'. Είναι γνωστό ότι στην αρχαία Ελλάδα, από τον 8ο ακόμη αιώνα π.Χ., υπό την επίδραση των θρησκευτικών πεποιθήσεων της εποχής, είχε θεσμοθετηθεί εθιμικά σε όλες σχεδόν τις Ελληνικές πόλεις η έννοια του «ικέτη», που είναι σχεδόν παραπλήσια με τη σύγχρονη έννοια του πρόσφυγα.
Στην τραγωδία του Αισχύλου «Ικέτιδες», ίσως για πρώτη φορά, η προστασία του διωκομένου ξένου προβάλλεται ως κοινωνική αξία και κοινωνικό αγαθό, που τελεί υπό την προστασία του «Ικεσίου Διός» [«Ικεσίου Ζηνός κότον μέγαν προφανών μη ποτ' εισόποσιν χρόνον πόλιν παχύναι (=η οργή του Δία που τους ικέτας προστατεύει η πολιτεία να μην πληθύνει στους κατοπινούς χρόνους)», Αισχύλου, Ικέτιδες, στίχ. 615-616].
Όμως στη σύγχρονη εποχή μας η διεθνής αλληλεγγύη για την προστασία των προσφύγων άρχισε να αναπτύσσεται μόνο μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο στα πλαίσια της Κοινωνίας των Εθνών.
Έτσι, απέναντι στην πρωτοφανή κατάσταση που δημιουργήθηκε με τις χιλιάδες προσφύγων, η εκδηλωθείσα διεθνής αλληλεγγύη αποτέλεσε αναγνώριση της κοινής προσπάθειας του ανθρώπου για να βελτιώσει τις συνθήκες διαβίωσης τους.
Παράλληλα όμως συνιστά και έμμεση αποδοκιμασία των πολιτικών συστημάτων ή των κυβερνήσεων, που καταφεύγουν σε αναχρονιστικές διώξεις των πολιτών στις χώρες τους.
Β'. Ωστόσο, κατά το πρώτο στάδιο, η θεσμοθετηθείσα προστασία των προσφύγων από ορισμένα διεθνή όργανα ήταν κατακερματισμένη και όχι αποτελεσματική [Σχετικές οι α') Διεθνής συμφωνία της 517/1922 για τους Ρώσους πρόσφυγες, β') Ομοία συμφωνία της 31.5Λ924 για τους Αρμένιους πρόσφυγες, γ') Ομοία σύμβαση της 10.2.1938 για το καθεστώς των προσφύγων στη Γερμανία· βλ. ανωτέρω μελέτη Π. Νάσκου-Περράκη, σελ. 31 επ].
Ακολούθως, μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, έγινε αισθητή η ανάγκη για μία νέα ενιαία διεθνή ρύθμιση, που θα καθόριζε το νομικό καθεστώς τιον προσφύγων.
Έτσι, αντί της υπογραφής επιμέρους συμφορών για συγκεκριμένες καταστάσεις προσφύγων, προτιμήθηκε ήδη να καταρτισθεί ένα ενιαίο κείμενο, που να περιέχει ένα γενικό ορισμό, για το ποιος θεωρείται πρόσφυγας. Η σχετική αυτή σύμβαση για το καθεστώς των προσφύγων υιοθετήθηκε από τη Συνδιάσκεψη των πληρεξουσίων των Ηνωμένων Εθνών την 28η Ιουλίου 1951 και τέθηκε σε ισχύ την 21η Απριλίου 1954.
Γ'. Ωστόσο τα συμβαλλόμενα μέρη προτίμησαν αρχικά να περιορίσουν χρονικά την ισχύ της εν λόγω Διεθνούς Σύμβασης.
Πράγματι η Σύμβαση αυτή αναφέρεται μόνο στην προστασία των προσφύγουν που είχαν δημιουργηθεί συνεπεία γεγονότων πριν από την 1η Ιανουαρίου 1951 (βλ. αρθρ. 1 παρ. 2 της παραπάνω Σύμβασης).
Δ'. Όμως μετέπειτα εμφανίσθηκαν νέες προσφυγικές καταστάσεις. Έτσι κατέστη αναγκαίο, οι διατάξεις της Συμβάσεως του 1951 να εφαρμοσθούν και σε παρόμοιους νέους πρόσφυγες. Για το λόγο αυτόν, από τη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών εγκρίθηκε το από 31 Ιανουαρίου 1967 Πρωτόκολλο της Ν. Υόρκης σχετικά με το καθεστώς των προσφύγων. Σύμφωνα με τις διατάξεις του εν λόγω Πρωτοκόλλου (αρθρ. 1 παρ. 1), η έννοια του πολιτικού πρόσφυγα διευρύνθηκε και περιλαμβάνει ήδη κάθε πρόσωπο, το οποίο ανταποκρίνεται στον ορισμό που έχει δοθεί από το πρώτο άρθρο της ανωτέρω Συμβάσεως, χωρίς χρονικό περιορισμό.
Ε'. Σημειωτέον ότι την υπογραφείσα στη Γενεύη Σύμβαση της 28ης Ιουλίου 1951 «περί του καθεστώτος των προσφύγων» και το Πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης, της 31ης Ιανουαρίου 1967, «εν σχέσει με το καθεστώς των προσφύγων», έχει κυρώσει η Ελληνική Πολιτεία με το ν.δ/γμα 3989/1959 και με τον αν. νόμο 389/1968, αντίστοιχα. Έκτοτε και σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος, οι Διεθνείς αυτές συμβάσεις αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσοπερικού δικαίου και υπερισχύουν κάθε άλλης αντίθετης διάταξης, έχουν δηλαδή αυξημένη ισχύ [Βλ. ΑΠ 641/1993 ΠοινΧρον ΜΓ 637- βλ. επίσης Α. Δερβέναγα, Το Σύνταγμα της Ελλάδος, σελ. 152 επ., Γ. Τενεκίδον, Δημόσιο Διεθνές Δίκαιο, 1975, σελ. 183 επ].
ΣΤ. Τέλος, πρέπει να αναφερθεί ότι ορισμούς για ποια πρόσωπα θεωρούνται πρόσφυγες περιέχει επίσης και το καταστατικό του Γραφείου της Υπάτης Αρμοστείας των Ηνωμένοιν Εθνοόν για τους πρόσφυγες (UNHCB) [Το καταστατικό αυτό συστήθηκε με απόφαση της Γενικής Συνέλευσης των Η.Ε. από 1.1.1951 και προσαρτάται στην απόφαση 428 (γ'), που υιοθετήθηκε την 14η Δεκεμβρίου 1950 από την εν λόγω Γεν. Συνέλευση].
Οι ορισμοί αυτοί ομοιάζουν με τους αντίστοιχους που περιέχονται στη Σύμβαση της Γενεύης του 1951, χωρίς όμως να ταυτίζονται με αυτούς. Με βάση δε τους εν λόγω ορισμούς καθορίζεται η αρμοδιότητα του Υπάτου Αρμοστή, ανεξάρτητα από οποιοδήποτε χρονικό ή γεωγραφικό περιορισμό.
Εξάλλου υπάρχουν και άλλες διεθνείς Συμβάσεις ή και διεθνή κείμενα που αναφέρονται στην προστασία των προσφύγων και ειδικότερα στην Αφρική, τη Βόρεια και Νότια Αμερική, καθώς επίσης και στην Ευρώπη [Όπως είναι η υπογραφείσα στο Παρίσι στις 12.12.1957 Ευρωπαϊκή Σύμβαση Εκδόσεως, που κυρώθηκε από την Ελληνική Πολιτεία με το νόμο 4165/1961, η υπογραφείσα στη Νέα Υόρκη στις 10.12.1984 Σύμβαση κατά των βασανιστηρίων, που κυρώθηκε με το ν. 1782/1988. Επίσης για άλλες σχετικές Συμβάσεις βλ. ανωτέρω μελέτη Π. Νάσκου-Περράκη, σελ. 43-45] .
Ζ'. Ωστόσο η έννοια του πρόσφυγα επιβάλλεται ήδη να προσδιορισθεί με βάση τα δύο οικουμενικής εκτάσεως κείμενα, δηλαδή τη Σύμβαση της Γενεύης του 1951 και το Πρωτόκολλο της Νέας Υόρκης του 1967. Τα πρόσωπα δε που συγκεντρώνουν τις προϋποθέσεις του πρόσφυγα, όπως αυτές καθορίζονται στο σχετικό άρθρο της ενλόγω Σύμβασης, αποκαλούμε ήδη «πολιτικούς πρόσφυγας».
Έτσι, οι πρόσφυγες αυτοί μπορεί να διακρίνονται ευχερώς από άλλες κατηγορίες προσφύγων, για τους οποίους δεν ισχύουν οι ευεργετικές διατάξεις της Συμβάσεως της Γενεύης, όπως είναι οι οικονομικοί πρόσφυγες και οι πρόσφυγες πολέμου.
Πράγματι οικονομικοί πρόσφυγες είναι οι μετανάστες που εγκαταλείπουν τη χώρα τους και εγκαθίστανται σε μία άλλη, με σκοπό να βρουν εργασία και να βελτιώσουν το βιοτικό επίπεδο τους. Για την κατηγορία αυτή των προσφύγων έχουν θεσπισθεί ορισμένες διευκολύνσεις με την καταστατική πράξη του Διεθνούς Οργανισμού Μεταναστεύσεως, που η Ελληνική Πολιτεία έχει κυρώσει με το νόμο 1784/1988.
Εξάλλου πρόσφυγες πολέμου χαρακτηρίζονται όσα πρόσωπα αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τη χώρα τους εξαιτίας διεθνών ή εθνικών ενόπλων συγκρούσεων. Ωστόσο και οι εν λόγω πρόσφυγες μπορεί να τύχουν προστασίας που προβλέπεται από άλλα διεθνή κείμενα, όπως π.χ. οι Συμβάσεις της Γενεύης του 1949 για την προστασία των θυμάτων πολέμου και το Πρόσθετο Πρωτόκολλο του 1977 στη Σύμβαση της Γενεύης του 1949 σχετικά με την προστασία των θυμάτων των Διεθνών συγκρούσεων,
Τέλος, πρέπει να παρατηρηθεί ότι ο πολιτικός πρόσφυγας, ενώ είναι αλλοδαπός, δεν ταυτίζεται πάντοτε με την έννοια του τελευταίου. Πράγματι γενικά ο αλλοδαπός, σε αντίθεση με τον πρόσφυγα, απολαμβάνει της προστασίας από τη χώρα προέλευσης του.

III. Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΟΥ ΠΡΟΣΦΥΓΑ ΚΑΤΑ ΤΗ ΣΥΜΒΑΣΗ ΤΗΣ ΓΕΝΕΥΗΣ ΤΟΥ 1951

1. Γενικές αρχές.

α. Ένα πρόσωπο είναι πολιτικός πρόσφυγας από τη στιγμή που συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις που καθορίζονται στο άρθρο 1 της Σύμβασης του 1951. Αυτό πρέπει να συμβαίνει πριν του αναγνωρισθεί επίσημα η ιδιότητα του πολιτικού πρόσφυγα. Συνεπώς η σχετική αναγνώριση έχει δηλωτικό και όχι δημιουργικό χαρακτήρα. Ειδικότερα η αναγνώριση αυτή επαφίεται στις αρμόδιες κρατικές αρχές κάθε χώρας, στην οποία καταφεύγει ο πολιτικός πρόσφυγας.
Έτσι, οι τελευταίες θα εξετάσουν τα στοιχεία που επικαλείται ο πρόσφυγας και θα διαπιστώσουν αν η περίπτωση του μπορεί να υπαχθεί σε μία από τις προϋποθέσεις που ορίζονται στη Σύμβαση.
β'. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις της Συμβάσεως, οι εν λόγω προϋποθέσεις ταξινομούνται σε τρεις κατηγορίες και καλούνται αντίστοιχα ρήτρες «υπαγωγής», «παύσης» και «αποκλεισμού».
γ'. Αναλυτικότερα οι ρήτρες υπαγωγής καθορίζουν τις προϋποθέσεις που συγκεντρώνει ένα πρόσωπο προκειμένου να του αναγνωρισθεί η ιδιότητα του πολιτικού πρόσφυγα. Συνεπώς αυτές συνιστούν τη θετική βάση για την αναγνώριση της ανωτέρω ιδιότητας.
Αντίθετα, οι ρήτρες παύσης και αποκλεισμού έχουν αρνητικό περιεχόμενο. Συγκεκριμένα οι πρώτες καθορίζουν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες παύει η ιδιότητα του πολιτικού πρόσφυγα.
Εξάλλου στις δεύτερες απαριθμούνται οι περιπτιώσεις αποκλεισμού ενός προσώπου από την εφαρμογή της Συμβάσεως του 1951, αν και συντρέχουν οι θετικές προϋποθέσεις που προβλέπουν οι ρήτρες υπαγωγής [Βλ. σχετ. ανωτέρω μελέτη Π. Νάσκου-Περράκη, σελ. 64, 82 και 84].

2. Ρήτρες υπαγωγής.

Α'. Καταστατικοί πρόσφυγες (statutory refugees).

Οι πρόσφυγες αυτοί αναφέρονται στο άρθρο 1 στοιχ. Α' παρ. 1 της Σύμβασης του 1951, είναι δηλαδή τα πρόσωπα που έχουν αποκτήσει την ιδιότητα του πρόσφυγα σύμφωνα με προϋπάρχουσες διεθνείς συμβάσεις. Οι συμφωνίες αυτές είναι:
1)  της 12ης Μαΐου 1926,
2)  της 30ής Ιουνίου 1928,
3)  της 28ης Οκτωβρίου 1933,
4)  της 10ης Φεβρουαρίου 1938 και
5)  το πρωτόκολλο της 14ης Σεπτεμβρίου 1939. Έτσι,  ως καταστατικοί πρόσφυγες  εξακολουθούν να θεωρούνται:
α. Οι Ρωσικής, Αρμενικής, Ασσυριακής, Κουρδικής, Ασσυροχαλδικής και Τουρκικής καταγωγής, οι οποίοι έπαυσαν να προστατεύονται από τη χώρα προέλευσης τους και δεν έχουν αποκτήσει άλλη ιθαγένεια.
β'. Οι Γερμανικής και Αυστριακής καταγωγής που είχαν γερμανική ή αυστριακή ιθαγένεια και δεν προστατεύονται από την Κυβέρνηση της χώρας προέλευσης τους.
Με την αναγνώριση λοιπόν στα ανωτέρω πρόσωπα της ιδιότητας του πρόσφυγα εξασφαλίσθηκε η συνέχεια στη διεθνή προστασία των προσφύγων αυτών και αποκλείσθηκε ο κίνδυνος να βρεθούν οι ενλόγω πρόσφυγες μετέωροι μετά την υιοθέτηση της νέας Διεθνούς Συμβάσεως του 1951.
Ωστόσο τα ανωτέρω επιμέρους διεθνή κείμενα έχουν ήδη χάσει μεγάλο μέρος από τη σημασία τους. Όμως πρέπει εδώ να τονισθεί πως, ένα πρόσωπο που έχει αναγνωρισθεί ως πρόσφυγας, σύμφωνα με τους ορισμούς των προηγουμένου διεθνών κειμένων, είναι αυτόματα πρόσφυγας και κατά τη Σύμβαση του 1951. Αρκεί η αναγνώριση αυτή να προκύπτει από κάποιο σχετικό αποδεικτικό στοιχείο, όπως το καλούμενο «Διαβατήριο Nansen» [Διαβατήριο Nansen, ταυτότητα που χρησιμοποιείται ως ταξιδιωτικό έγγραφο και χορηγείται σε πρόσφυγες σύμφωνα με τις διατάξεις των διεθνών συμφωνιών πριν από τον πόλεμο] ή «Πιστοποιητικό Καταλληλότητας», που έχει εκδοθεί από τη Διεθνή Οργάνωση Προσφύγων, εκτός αν στην περίπτωση του ισχύει ήδη κάποια από τις ρήτρες παύσης ή αποκλεισμού [Βλ. μελέτη Π. Νάσκου-Περράκη, σελ. 65].

Β'. Σύγχρονος ορισμός του Πολιτικού Πρόσφυγα

Η έννοια του Πολιτικού πρόσφυγα ήδη καθορίζεται στο άρθρο 1Α παρ. 2 της Σύμβασης του 1951. Κατά τις διατάξεις λοιπόν του άρθρου αυτού, πρόσφυγας θεωρείται κάθε πρόσωπο που «συνεπεία γεγονότων επελθόντων προ της 1ης Ιανουαρίου 1951 και δικαιολογημένου φόβου διώξεως λόγω φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων, ευρίσκεται εκτός της χώρας της οποίας έχει την υπηκοότητα και δεν δύναται ή λόγω του φόβου τούτου δεν επιθυμεί να απολαύει της προστασίας της χώρας ταύτης, ή εάν μη έχον υπηκοότητα τινά και ευρισκόμενο συνεπεία τοιούτων γεγονότων εκτός της χώρας της προηγουμένης συνήθους αυτού διαμονής, δεν δύναται ή λόγω του φόβου τούτου δεν επιθυμεί να επιστρέψη εις ταύτην».

3. Ερμηνεία των όρων τον προηγουμένου ορισμού

Α'. Ειδικότερα το προηγούμενο άρθρο της Σύμβασης καθορίζει έξι (6) όρους, προκειμένου ένα πρόσωπο να χαρακτηρισθεί πολιτικός πρόσφυγας, δηλαδή:
1)  να είναι πρόσφυγας λόγω γεγονότων που συνέβησαν πριν από την 1η Ιανουαρίου 1951,
2)  να υπάρχει δικαιολογημένος φόβος δίωξης,
3)  η δίωξη αυτή να προέρχεται ως συνέπεια της φυλής, της θρησκείας, εθνικότητας, κοινωνικής τάξης ή των πολιτικών πεποιθήσεων του προσώπου,
4)  να βρίσκεται έξω από τη χώρα της ιθαγενείας του,
5)  να μη μπορεί ή λόγω του ανωτέρω φόβου του να μην επιθυμεί να απολαμβάνει της προστασίας της χώρας αυτής και
6)  αν δεν έχει κάποια ιθαγένεια και βρίσκεται εκτός της χώρας της προηγουμένης συνήθους αυτού διαμονής, να μη μπορεί ή λόγω του φόβου του δεν επιθυμεί να επιστρέψει σ' αυτήν.
Β'. Εξάλλου, σε περίπτωση που δημιουργούνται ερμηνευτικές δυσχέρειες για τη σαφή κατανόηση των ανωτέρω όρων, είναι αναγκαίο να λαμβάνονται παράλληλα υπόψη είτε άλλες συναφείς διατάξεις του καταστατικού χάρτη των Ηνωμένων Εθνών ή διακηρύξεις αυτών, είτε άλλες διεθνείς συμβάσεις, που δεσμεύουν μεγάλο τμήμα της διεθνούς κοινότητος και εντάσσονται στους σκοπούς των Ηνωμένων Εθνών [Όπως η Ευρωπαϊκή Σύμβαση του 1950 για την προστασία των δικαιωμάτων του ανθρώπου].
Γ'. Έτσι, μπορεί να καταστεί ευχερέστερη η ερμηνεία των όρων της έννοιας του πολιτικού πρόσφυγα.
Συγκεκριμένα για την ερμηνεία καθενός από τους παραπάνω όρους επιβάλλεται νε εξετασθούν αναλυτικότερα
1. «Γεγονότα επελθόντα προ της 1ης Ιανουαρίου 1951»
α. Μετά την ισχύ του Πρωτοκόλλου του 1967 η ερμηνεία του εν λόγω όρου έχει χάσει μεγάλο μέρος από την πρακτική αξία του. Πράγματι, σύμφωνα με το άρθρο 1 παρ. 2 του Πρωτοκόλλου, ο όρος «πρόσφυγας» εννοεί παν πρόσωπο, το οποίο ανταποκρίνεται εις τον ορισμό, ο οποίος έχει δοθεί υπό του πρώτου άρθρου της Συμβάσεως, ωσάν οι λέξεις «συνεπεία γεγονότων επελθόντων προ της 1ης Ιανουαρίου 1951» και οι λέξεις «κατόπιν τοιούτων γεγονότων» να μην υφίστανται εις την παράγραφο 2 του τμήματος Α' του πρώτου άρθρου. Συνεπώς η ερμηνεία του πιο πάνω όρου ενδιαφέρει μόνο τον μικρό αριθμό τοτν κρατών -μερών της Σύμβασης του 1951, που δεν έχουν υπογράψει και το Πρωτόκολλο του 1967.
Ωστόσο κρίνεται αναγκαίο να αναφερθεί εδώ ότι κατά τη διάρκεια των προπαρασκευαστικών εργασιών της αρμόδιας επιτροπής, ο όρος «γεγονότα» προσδιορίστηκε ως «μεγάλης σπουδαιότητας συμβάντα που περικλείουν εδαφικές ή βαθιές πολιτικές αλλαγές καθώς και συστηματικά προγράμματα δίωξης, των οποίων τα αποτελέσματα μπορούν να εμφανισθούν και αργότερα.
β'. Ειδικότερα τα «γεγονότα» του άρθρου 1Α2 της Σύμβασης πρέπει να είναι σημαντικά και να δημιουργούν σοβαρές καταστάσεις φόβου για ορισμένες ομάδες ατόμων, ώστε να αναγκάζονται να εγκαταλείπουν τη χώρα τους.
Έτσι, τέτοια γεγονότα θεωρήθηκαν η Ρωσική Επανάσταση του 1917, η επανάσταση του Μάο στην Κίνα, η δημιουργία του Κράτους του Ισραήλ, η δίωξη των Αρμενίων στην Τουρκία.
Αντίθετα, δεν θεωρήθηκε γεγονός κατά την έννοια της Σύμβασης η ενθρόνιση του Βασιλιά Παύλου το 1947 στην Ελλάδα.
Έτσι, δεν κατέστη δυνατό να δικαιολογηθεί η αναχώρηση Έλληνα υπηκόου από τη χώρα για την ενλό-γω αιτία και η απονομή της ιδιότητας του πρόσφυγα σ' αυτόν, διότι κατά μία άποψη δεν επήλθε τότε αλλαγή στο Συνταγματικό καθεστώς της χώρας13.
γ'. Εν κατακλείδι το παραπάνω χρονικό όριο, που αναφέρεται στη Σύμβαση, αφορά τα «γεγονότα», συνεπεία των οποίων ένα πρόσωπο έγινε πρόσφυγας και όχι τη χρονολογία κατά την οποία του αναγνωρίσθηκε η σχετική ιδότητα, ούτε και τη χρονολογία κατά την οποία εγκατέλειψε τη χώρα του. Ένας πρόσφυγας μπορεί να εγκαταλείψει τη χώρα του πριν ή μετά το κρίσιμο χρονικό σημείο της Σύμβασης, υπό την προϋπόθεση ότι ο φόβος της δίωξης οφείλεται σε «γεγονότα» πριν από το εν-λόγω χρονικό όριο ή σε μεταγενέστερα αποτελέσματα που συνέβησαν σε επιγενόμενη χρονολογία σαν αποτέλεσμα τέτοιων γεγονότων.
13.  Βλ. την από  25.3.1959 απόφαση  Γερμαν.  Ακυρωτικού, ΝοΒ 1960.209.
2. Δικαιολογημένος φόβος δίωξης 
α. Ειδικότερη ανάλυση
Α'. Ο όρος αυτός είναι καθοριστικός για να χαρακτηρισθεί ένα πρόσωπο ως πολιτικός πρόσφυγας.
Εξάλλου, από τη συγκεκριμένη διατύπωση του εν λόγω όρου στο κείμενο της Σύμβασης με τις φράσεις «δικαιολογημένος φόβος» προκύπτει ότι η ανωτέρω προϋπόθεση περιλαμβάνει δύο στοιχεία, ένα υποκειμενικό και ένα αντικειμενικό. Το πρώτο συνίσταται στην ψυχική κατάσταση του φόβου, στον οποίο έχει περιέλθει ο φυγάς. Είναι λοιπόν προφανές ότι το στοιχείο αυτό είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με την προσωπικότητα του αιτούντος άσυλο και ειδικότερα:
Ι. Με την προσωπική και οικογενειακή κατάσταση του.
II.  Με την συμμετοχή του σε ιδιαίτερη φυλετική, θρησκευτική, εθνική, κοινωνική ή πολιτική ομάδα.
III.  Με την ερμηνεία που ο ίδιος δίνει στην κατάσταση του και
IV.  Με τις προσωπικές του εμπειρίες.
Η αξιολόγηση του ανωτέρω υποκειμενικού στοιχείου θα πρέπει να γίνεται προσεκτικά από τις αρμόδιες αρχές, μια και ο φόβος ως ενδιάθετη ψυχική κατάσταση διαφέρει από άτομο σε άτομο. Ωστόσο κάθε σχετικός ισχυρισμός του αιτούντος επιβάλλεται να εξετάζεται με προσοχή, αφού στην προκείμενη περίπτωση, βασικό κίνητρο για να ζητήσει ο φυγάς άσυλο είναι ο φόβος του αυτός. Εν πάση περιπτώσει ο εν λόγω φόβος πρέπει να είναι εύλογος. Όμως και ο υπερβολικός φόβος μπορεί να θεωρηθεί δικαιολογημένος, αν, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων της εξεταζόμενης υποθέσεως του φυγάδα, μια ανάλογη ψυχική κατάσταση είναι δυνατό να θεωρηθεί δικαιολογημένη.
Β'. Περαιτέρω η ανωτέρω ψυχική κατάσταση του φόβου πρέπει, όπως αναφέρθηκε, να είναι δικαιολογημένη. Συνεπώς επιβάλλεται να στηρίζεται σε αντικειμενικά δεδομένα, αναφορικά με την κατάσταση που επικρατεί στη χώρα προέλευσης του φυγάδα. Ωστόσο δεν είναι αναγκαίο οι αρμόδιες κρατικές αρχές, που εξετάζουν το αίτημα του, να εκδώσουν ειδική απόφαση για τις συνθήκες που επικρατούν στη χώρα του τελευταίου.
Γενικά ο φόβος αυτός πρέπει να θεωρηθεί δικαιολογημένος, αν η εξακολούθηση της παραμονής αυτού στη χώρα προέλευσης του έχει γίνει αφόρητη μέχρι ένα εύλογο βαθμό για όσους λόγους αναφέρονται στο σχετικό ορισμό της Σύμβασης, ή θα μπορούσε να γίνει αφόρητη για τους ίδιους λόγους, αν επέστρεφε στη χώρα αυτή.
Οι εν λόγω δε εκτιμήσεις δεν είναι απαραίτητο να βασίζονται  μόνο στην  προσωπική  εμπειρία του  αιτούντος. Με βάση του τι έχει συμβεί σε άλλα μέλη της οικογενείας του, στους συγγενείς του γενικά ή τους φίλους του ή και σε άλλα πρόσωπα που ανήκουν στην ίδια φυλετική, θρησκευτική, κοινωνική ή πολιτική ομάδα, μπορεί να αποδείξει αν ο φόβος του είναι δικαιολογημένος, αφού αργά ή γρήγορα και ο ίδιος θα γίνει θύμα ανάλογης δίωξης.
Γ'. Έτσι λοιπόν είναι απαραίτητο, ένα πρόσωπο, που ζητεί να υπαχθεί στο καθεστώς του πρόσφυγα, να προβάλλει κάποιο βάσιμο λόγο για τον οποίο φοβάται ότι θα διωχθεί. Ωστόσο οι εκφράσεις «φόβος δίωξης» ή « δίωξη» είναι συχνά ξένες στο συνηθισμένο λεξιλόγιο που χρησιμοποιεί ο φυγάς. Πράγματι, ένα τέτοιο πρόσωπο σπάνια θα περιλάβει στο ανάλογο αίτημα του τις εκφράσεις αυτές, η έννοια των οποίων συνήθως μπορεί να συναχθεί από την περιγραφή των συνθηκών φυγής του από τη χώρα προέλευσης του ή της επιθυμίας του να μην επιστρέψει σ' αυτήν.
Εξάλλου, μόνη η κατοχή εγκύρου εθνικού διαβατηρίου από τον φυγάδα, δεν πρέπει να θεωρηθεί πάντοτε ως απόδειξη νομιμοφροσύνης του κατόχου του ή ως ένδειξη έλλειψης φόβου. Πράγματι, ένα διαβατήριο είναι δυνατό να χορηγήθηκε σε πρόσωπο που είναι ανεπιθύμητο στη χώρα προέλευσης του με αποκλειστικό σκοπό να επιτευχθεί η αναχώρηση του ή να έχει αποκτηθεί με τρόπο απατηλό.
Δ'. Περαιτέρω επιβάλλεται να σημειωθεί ότι η αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα γίνεται κυρίως σε ατομική βάση.
Ωστόσο έχουν παρουσιασθεί περιπτώσεις μετακινήσεως ολόκληρων ομάδων υπό συνθήκες που δηλώνουν ότι τα μέλη της ομάδας θα μπορούσαν να θεωρηθούν ατομικά ως πολιτικοί πρόσφυγες. Στις περιπτώσεις αυτές υποστηρίζεται, ιδίως αν συντρέχει επείγουσα ανάγκη, ότι μπορεί να γίνει «ομαδική αναγνώριση» του καθεστώτος του πρόσφυγα, οπότε κάθε μέλος της ομάδας θεωρείται εκ πρώτης όψεως πρόσφυγας, δεν υπάρχει δηλαδή απόδειξη για το αντίθετο.
β'.«Δίωξη»
Α'. Όπως αναφέρθηκε προηγουμένως, ο δικαιολογημένος φόβος του φυγάδα αφορά τη δίωξη του από τις αρχές της χώρας προέλευσης αυτού.
Σε περίπτωση δε αναρχίας λόγω των πολλαπλών πολεμικών συγκρούσεων στη χώρα αυτή (π.χ. όπως στη Γιουγκοσλαβία), ο φόβος του φυγάδα μπορεί να αφορά τη δίωξη του από τις αρχές που υποκαθιστούν την προηγούμενη κυβέρνηση, ή που επιδιώκουν να την υποκαταστήσουν. Εξάλλου σε τι συνίσταται η ανωτέρου δίωξη δεν έχει προσδιορισθεί στη Σύμβαση του 1951, αλλά και ούτε και σε άλλα διεθνή κείμενα.
Οπωσδήποτε όμως η έννοια του όρου αυτού είναι ευρύτερη της ποινικής δίωξης και συνήθως περιλαμβάνει και αυτήν.
Ειδικότερα, από τη διατύπωση των άρθρων 31 και 33 της Συμβάσεως, μπορεί να συναχθεί η έννοια της εν λόγω δίωξης.
Πράγματι τα άρθρα αυτά αναφέρονται «σε εκείνους» των οποίων η ζωή ή η ελευθερία απειλείται για λόγους φυλής, θρησκείας, εθνικότητος, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων.
Έτσι, είναι προφανές ότι ο παραπάνω όρος «δίωξη» περικλείει την έλλειψη προστασίας στη χώρα προέλευσης του πρόσφυγα. Αυτή δε ακριβώς η έλλειψη προστασίας είναι εκείνη που δημιουργεί το δικαιολογημένο φόβο για τη δίωξη του.
Ειδικότερα μια τέτοια δίωξη μπορεί να έχει τη μορφή:
Ι. απειλής κατά της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας ή της φυσικής ελευθερίας του,
II.  λήψης οικονομικών μέτρων σε βάρος συγκεκριμένου προσώπου, όπως της δημιουργίας εμποδίων για την άσκηση του επαγγέλματος του,
III.  πολλαπλών συλλήψεων για ανάκριση από τις κρατικές αρχές για υποψιαζόμενη αντικυβερνητική δράση,
IV.  φυλάκισης ή άλλων μέτρων περιορισμού της ελευθερίας,
V.  εκτόπισης μέσα στην ίδια τη χώρα διαμονής του
ή,
VI.   εκδόσεως σε άλλη χώρα, όπου κινδυνεύει η ζωή του.
Οι ανωτέρω ενδεικτικά αναφερόμενοι λόγοι λαμβάνονται υπόψη είτε μεμονωμένα είτε σωρευτικά, αρκεί να δημιουργούν στον αιτούντα τέτοια ψυχολογική κατάσταση, ώστε ο φόβος δίωξης του να παρουσιάζεται δικαιολογημένος.
3. Η δίωξη να προέρχεται ως συνέπεια της φυλής, θρησκείας, εθνικότητας, κοινωνικής τάξεως ή πολιτικών πεποιθήσεων
Α'. Περαιτέρω, η απειλή κατά της ζωής ή της ελευθερίας του πρόσφυγα θα πρέπει να βασίζεται σε πέντε αιτίες (αρθρ. 1Α2 της Σύμβασης) και συγκεκριμένα:
α') στη φυλή,
β') στη θρησκεία,
γ') στην εθνικότητα,
δ') στην κοινωνική τάξη και
ε') στις πολιτικές πεποιθήσεις.
α. Φυλή
Ως προς την πρώτη αιτία ο όρος φυλή πρέπει να λαμβάνεται υπόψη, με την ευρύτερη έννοια του. Έτσι.καθίσταται εφικτό να περιλαμβάνονται περισσότερες εθνικές ομάδες που αναφέρονται ως «φυλές» στην κοινή γλώσσα. Συχνά περιλαμβάνει και τη συμμετοχή σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα, με κοινή καταγωγή και η οποία συνιστά μειονότητα μέσα σε ένα ευρύτερο πληθυσμό.
Ειδικότερα, όπως έχει διαπιστωθεί, σε ορισμένα πολιτικά καθεστώτα οι πολίτες διακρίνονται και διαχωρίζονται σε κατηγορίες με αφορμή τις φυλογενετικές διαφορές τους.
Οι διακρίσεις αυτές γίνονται είτε με συνταγματικό, νομοθετικό, δικαστικό ή διοικητικό σύστημα είτε σιωπηρά χωρίς ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις. Συνήθως με τις φυλετικές διακρίσεις ολόκληρες ομάδες ατόμων στερούνται και τα πιο βασικά ανθρώπινα δικαιώματα και ζουν κάτω από ένα καθεστώς συνεχούς δίωξης και υποβιβασμού της ανθρώπινης αξιοπρέπειας [Βλ. Μ. Κατσιγιάννη-Παπακωνσταντίνου, Οι φυλετικές διακρίσεις και διεθνής μέριμνα για την κατάργηση τους, ΕΕΝ 1981.411].
Για το λόγο αυτόν η διεθνής κοινότητα έχει προσπαθήσει, ιδίως μετά το δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, να περιορίσει κάθε μορφή φυλετικών διακρίσεων. Είναι χαρακτηριστικό ότι σ' αυτό το κείμενο του καταστατικού χάρτη των Ηνωμένων Εθνών υπάρχει σαφώς το σπέρμα της απαγόρευσης των φυλετικών διακρίσεων (αρθρ. 55 εδ. γ'). Ενώ εξάλλου σημαντική είναι η εν προκειμένω συμβολή της Διεθνούς Σύμβασης για την εξάλειψη κάθε μορφής φυλετικών διακρίσεων του 1965.
Τέλος, και στο δικό μας Σύνταγμα διακηρύσσεται η απαγόρευση της διακρίσεως των ανθρώπων λόγω φυλής, εθνικότητος, γλώσσας ή θρησκευτικών πεποιθήσεων (αρθρ. 3 παρ. 2).
Ωστόσο στην πράξη οι διώξεις ατόμων ή ομάδων που ανήκουν σε μία ορισμένη φυλή δεν έπαυσαν να λαμβάνουν χώρα σε ορισμένα «σύγχρονα» κράτη.
Με την έννοια λοιπόν αυτήν οι ανωτέρω δυσμενείς διακρίσεις μπορεί να δημιουργήσουν δικαιολογημένο φόβο δίωξης σύμφωνα με το άρθρο 1 της Σύμβασης του 1951.
β'. Θρησκεία
Το δικαίωμα στην ελευθερία της θρησκευτικής συνειδήσεως και γενικά της θρησκείας έχει διακηρυχθεί από πολλά διεθνή κείμενα και διεθνείς συμβάσεις, όπως από την Οικουμενική διακήρυξη των δικαιωμάτων του ανθρώπου (άρθρο 18), τη διακήρυξη των Ηνωμένων Εθνών του 1981 και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση της Ρώμης (αρθρ. 9 της 4ης Νοεμβρίου 1950). Επίσης και τα Συντάγματα των περισσοτέρων κρατών περιλαμβάνουν στα κείμενα τους συναφείς προστατευτικές διατάξεις [Βλ. αρθρ. 13 του Συντάγματος].
Ειδικότερα ως θρησκευτική συνείδηση νοείται το ενδιάθετο φρόνημα του ανθρώπου σχετικά με τη φυσική ή μεταφυσική θεώρηση του κόσμου, σε αναφορά ιδίως με το Θείο. Το περιεχόμενο της εν γένει θρησκευτικής συνειδήσεως μπορεί να είναι, σε ό,τι αφορά το Θείο, είτε θετικό (καταφατικό), μορφοποιημένο ή μη σε ορισμένο θρήσκευμα - είτε αρνητικό (αποφατικό).
Συνεπώς το παραπάνω δικαίωμα περιλαμβάνει την ελευθερία καθενός να πρεσβεύει ή να μην πρεσβεύει κάποιο θρήσκευμα, να το μεταβάλλει οποτεδήποτε κατά το δοκούν, να εκδηλώνει τις θρησκευτικές του πεποιθήσεις δημόσια ή ιδιωτικά μέσω της θρησκευτικής διδασκαλίας, πράξεων λατρείας και παρακολούθησης τελετών [Αριστ. Μάνεση, Συνταγματικά δικαιώματα, τόμ. α', σελ. 247 επ., Αθ. Δερβέναγα, Το Σύνταγμα της Ελλάδος, αρθρ. 13, σελ. 94 επ].
Ωστόσο η δίωξη προσώπων για θρησκευτικούς λόγους είναι πολύ παλιό φαινόμενο. Δυστυχώς όμως εξακολουθεί και στη σύγχρονη εποχή μας. Αλλωστε, είναι γνωστοί οι διωγμοί των πρώτων Χριστιανών κατά τους Ρωμαϊκούς Χρόνους, όπως επίσης οι διώξεις Αρμενίων και Ελλήνων Χριστιανών στην Τουρκική Δημοκρατία. Επίσης, δεν έχουν εισέτι λησμονηθεί οι σοβαροί διωγμοί των Εβραίων αρχικά στη Ρωσία και μεταγενέστερα στη Δυτική Ευρώπη από τους Γερμανούς Ναζί.
Συγκεκριμένα η ανωτέρω δίωξη μπορεί ήδη να προσλαμβάνει διάφορες μορφές, όπως απαγόρευση συμμετοχής σε θρησκευτική κοινότητα, εκδηλώσεων λατρείας δημόσια ή σε ιδιωτικούς χώρους ή με τη λήψη δυσμενούς μεταχειρίσεως, που επιβάλλεται σε πρόσωπα εξαιτίας του γεγονότος ότι ασκούν τα θρησκευτικά τους καθήκοντα ή ανήκουν σε ιδιαίτερη θρησκευτική κοινότητα ή ομάδα.
γ'. Εθνικότητα
Υπό τον όρο «έθνος» (nation) νοείται κυριολεκτικώς κάθε κοινωνία ανθρώπων, συνδεομένων μεταξύ τους με κοινή καταγωγή και συνήθως την ίδια γλώσσα και τα ίδια έθιμα [Η λέξη «nation», παραγόμενη από το Λατινικό ρήμα «nascere», δηλοί κοινότητα γένους καταγωγής. Βλ. επίσης Π. Χρυσανθόπουλου, Αλληλεθνές Δίκαιον, σελ. 44].
Ωστόσο ο ανωτέρω ορισμός του έθνους είναι ανεπαρκής. Πράγματι, τα ανωτέρω στοιχεία δεν μπορούν να προσδιορίσουν σαφώς την έννοια του έθνους.
Έτσι, η επίκληση της φυλετικής καταγωγής έχει σχετική αξία, αν ληφθεί υπόψη ότι σήμερα σε όλες
σχεδόν τις χώρες έχουν γίνει φυλετικές επιμιξίες. Υπάρχουν μάλιστα έθνη που αποτελούνται από πανσπερμία εθνών (όπως το έθνος των Η. Π. Αμερικής).
Αλλά και αντίστροφα, είναι δυνατόν άνθρωποι που ανήκουν στην ίδια φυλή να αποτελούν διάφορα έθνη (π.χ. Γερμανοί και Αυστριακοί).
Περαιτέρω και το κριτήριο της κοινής γλώσσας έχει επίσης περιορισμένη αξία. Πράγματι υπάρχουν εκατομμύρια ανθρώπων, οι οποίοι, αν και μιλούν την ίδια γλώσσα, ανήκουν σε διάφορα έθνη (π.χ. η Αγγλική γλώσσα είναι κοινή γλώσσα του Αγγλικού και Αμερικανικού έθνους, η Ισπανική κλπ.).
Το ίδιο άλλωστε ισχύει και για τη θρησκεία.
Συνεπώς, ως έθνος νοείται το σύνολο ανθρώπων σειράς γενεών που συνδέονται μεταξύ τους, πέραν της ενδεχόμενης κοινής φυλετικής καταγωγής, γλώσσας, θρησκείας κλπ., με συναισθηματικούς ιδίως δεσμούς, που δημιουργούνται κατά βάση από κοινή ιστορία και κοινές παραδόσεις. Επομένως βασικό κριτήριο της εθνότητος είναι η «εθνική συνείδηση»  [Βλ. Αριστ. Μάνεση, Συνταγματικόν Δίκαιον, σελ. 49 επ].
Στην εξεταζόμενη λοιπόν περίπτωση ο όρος «εθνικότητα» πρέπει να ερμηνεύεται, με την ανωτέρω ευρύτερη έννοια και να μην περιορίζεται μόνο στην «ιθαγένεια».
Συνακόλουθα μπορεί να αφορά και τη συμμετοχή σε ιδιαίτερα εθνική, γλωσσική ή και θρησκευτική ομάδα. Εξάλλου περιστασιακά είναι δυνατό να ταυτίζεται με τον όρο «φυλή».
Η δίωξη για λόγους σχετικούς με την εθνικότητα μπορεί να συνίσταται σε εχθρική στάση και δυσμενή μέτρα σε βάρος εθνικής (κοινοτικής, γλωσσικής) μειονότητας και σε ορισμένες περιπτώσεις το γεγονός και μόνο της συμμετοχής σε τέτοια μειονότητα μπορεί να προκαλέσει δικαιολογημένο φόβο δίωξης.
Άλλωστε έχει διαπιστωθεί ότι η συνύπαρξη δύο ή περισσοτέρων εθνικών (κοινοτικών, γλωσσικών) ομάδων στα όρια ενός κράτους μπορεί να δημιουργήσει καταστάσεις συγκρούσεων, καθώς και δίωξης ή και κινδύνου δίωξης.
Ωστόσο υπάρχουν περιπτώσεις που δεν είναι ευχερές να διακρίνει κανείς ανάμεσα στη δίωξη για λόγους σχετικούς με την εθνικότητα και τη δίωξη λόγω πολιτικών πεποιθήσεων, όταν η σύγκρουση ανάμεσα σε εθνικές ομάδες συνδυάζεται με πολιτικά ή αυτονομιστικά κινήματα, ιδιαίτερα όταν κάποιο τέτοιο κίνημα ταυτίζεται με μία ιδιαίτερη «εθνότητα».
δ'. Κοινωνική τάξη
Στην προκείμενη περίπτωση, περισσότερο εύστοχη είναι η απόδοση του όρου αυτού με την έννοια της ιδιαίτερης κοινωνικής ομάδας. Περιλαμβάνει δε συνήθως πρόσωπα με κοινά χαρακτηριστικά διαβίωσης, όπως με την ίδια καταγωγή, την ίδια γλώσσα, τον ίδιο τρόπο ζωής, την ίδια οικονομική δραστηριότητα και ενδεχομένως τις ίδιες επιδιώξεις και ιδανικά.
Η επίκληση του φόβου δίωξης για τον ανωτέρω λόγο μπορεί συχνά να επικαλύπτεται με τον ισχυρισμό για την ύπαρξη φόβου δίωξης εξαιτίας άλλων αιτίων, όπως φυλής, εθνικότητας ή θρησκείας.
Πράγματι η συμμετοχή σε μια τέτοια ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα είναι δυνατό να συνιστά το βαθύτερο αίτιο δίωξης, γιατί δεν υπάρχει εμπιστοσύνη στη νομιμοφροσύνη της ομάδας αυτής προς την Κυβέρνηση.
Ωστόσο, μόνο η απλή συμμετοχή σε ιδιαίτερη κοινωνική ομάδα συνήθως δεν επαρκεί για να θεμελιώσει την ιδιότητα του πρόσφυγα.
ε'. Πολιτικές πεποιθήσεις
Οι πολιτικές πεποιθήσεις είναι δυνατό να συνίστανται στην έκφραση κριτικής εναντίον της Κυβερνήσεως ή των άλλων κρατικών οργάνων της χώρας προέλευσης του φυγάδα. Επίσης στην υποστήριξη ιδεολογίας   αντιτιθεμένης   στο   καθεστώς  της   χώρας αυτής [Βλ. Εφθεσ 382/1933 ΠοινΧρον ΜΓ 711  και ΑΠ 2047/1985 ΠοινΧρον ΛΣΤ 371].
Συνήθως στις περιπτώσεις αυτές λαμβάνονται δυσμενή μέτρα εναντίον των πολιτικών αυτών αντιπάλου της Κυβερνήσεως. Είναι δε χαρακτηριστικό ότι τα εν λόγω μέτρα σπάνια δικαιολογούνται με ρητή αναφορά στις αντίθετες πολιτικές απόψεις των ανωτέρω προσώπων. Συχνότερα εκδηλώνονται με την άσκηση ποινικής δίωξης ή την επιβολή κυρώσεων εναντίον τους για εγκλήματα κατά των κρατικών αρχών ή γενικά για πολιτικά εγκλήματα ή ακόμη και για εγκλήματα του κοινού ποινικού δικαίου. Πιο συγκεκριμένα, με τα μέτρα αυτά επιδιώκονται κυρίως πολιτικοί σκοποί και ειδικότερα η καταστολή του φρονήματος των πολιτικών τους αντιπάλων. Σε όλες δε τις παραπάνω περιπτώσεις οφείλει ο φυγάς να αποδείξει το φόβο δίωξης λόγω των πολιτικών πεποιθήσεων του. Αποκόμματα εφημερίδων με δημοσιεύματα για την πολιτική του δράση, αντίγραφα καταδικαστικών αποφάσεών είναι δυνατό να θεμελιώσουν τον επικαλούμενο φόβο δίωξης για την πιο πάνω αιτία. Άλλωστε για τον ίδιο λόγο πρέπει να συνεκτιμώνται παράλληλα και η προσωπικότητα του φυγάδα, οι πολιτικές του απόψεις και τα κίνητρα των πράξεων του. Συγχρόνως όμως επιβάλλεται να σταθμίζεται ιδιαίτερα αν ο φυγάς αυτός έχει στερηθεί βασικά δικαιώματα για την υπεράσπιση του, ή και αν δικάσθηκε ή πρόκειται να δικασθεί από δικαστήριο που δεν συγκροτείται από ανεξάρτητους και αμερόληπτους δικαστές [Σύμφωνα με το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα ανθρώπινα δικαιώματα (4.11.1950). Κάθε πρόσωπο έχει το δικαίωμα όπως η υπόθεση του δικασθεί δίκαια, δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας από ανεξάρτητο και αμερόληπτο δικαστήριο, που λειτουργεί νόμιμα].
4. «Ευρίσκεται εντός της Χώρας της οποίας έχει την υπηκοότητα»
1.  Στην εξεταζόμενη περίπτωση πλέον δόκιμος είναι ο όρος ιθαγένεια. Βρίσκεται λοιπόν εντός της χώρας της οποίας έχει την ιθαγένεια, σε αντιδιαστολή με τους ανιθαγενείς (απόλιδες), για τους οποίους έχει θεσπισθεί ειδική ρύθμιση (βλ. πιο κάτω). Άλλωστε για την αναγνώριση του καθεστώτος του πρόσφυγα, προϋπόθεση αποτελεί η παραμονή του αιτούντος άσυλο, που έχει συγκεκριμένη ιθαγένεια, έξω από τη χώρα της ιθαγενείας του. Ενόσω αυτός βρίσκεται μέσα στα όρια της εδαφικής δικαιοδοσίας της χώρας του, δεν είναι δυνατό να κινηθεί η διαδικασία για την παροχή διεθνούς προστασίας σύμφωνα με τη Σύμβαση της Γενεύης.
Συνεπώς, όταν ο αιτών επικαλείται φόβο δίωξης στη χώρα της ιθαγενείας του, είναι απαραίτητο να διαπιστώνεται ότι έχει πράγματι την ιθαγένεια αυτής της χώρας. Έτσι, η κατοχή εθνικού διαβατηρίου αποτελεί συνήθως απόδειξη ότι ο κάτοχος του είναι πολίτης της χώρας που το εξέδωσε, εκτός αν από το ίδιο το διαβατήριο προκύπτει κάτι διαφορετικό.
Εξάλλου, όταν ένα πρόσωπο, ενώ έχει διαβατήριο από το οποίο προκύπτει ότι είναι πολίτης της χώρας που το εξέδωσε, ισχυρίζεται ότι δεν έχει την ιθαγένεια της, οφείλει να αποδείξει τον ισχυρισμό του. Έτσι, στην περίπτωση αυτή μπορεί να πρόκειται για «διαβατήριο διευκολύνσεις» που χορηγούν οι αρχές μιας χώρας σε πρόσωπα που δεν είναι πολίτες τους. Στην περίπτωση αυτή η αποδοχή του εν λόγω ισχυρισμού του αιτούντος εναπόκειται στην αρμόδια για την έρευνα της υποθέσεως του κρατική αρχή, συνεκτιμώντας όλα τα σχετικά στοιχεία που προσκομίζονται ή μπορεί να συλλέξει η αρχή αυτή έγκαιρα.
2.  Η ανωτέρω προϋπόθεση ότι ένα πρόσωπο, για να είναι πρόσφυγας, πρέπει να βρίσκεται έξω από τη χώρα της ιθαγενείας του, δεν σημαίνει ότι πρέπει απαραίτητα να την έχει εγκαταλείψει παράνομα ή και εξαιτίας δικαιολογημένου φόβου. Υπάρχουν πράγματι περιπτώσεις προσώπων, όπως φοιτητές, διπλωμάτες, αιχμάλωτοι πολέμου κλπ., που ζητούν να τους αναγνωρισθεί η ιδιότητα του πρόσφυγα, ενώ βρίσκονται ήδη στο εξωτερικό. Τα πρόσωπα αυτά δεν ήταν πρόσφυγες όταν εγκατέλειψαν τη χώρα τους, αλλά έγιναν μεταγενέστερα. Στην περίπτωση αυτή πρόκειται για τους πρόσφυγες «επί τόπου» (sur place). Μεταξύ δε αυτών ιδιαίτερη σημασία παρουσιάζουν τα πρόσωπα που έχουν αναπτύξει στο εξωτερικό έντονη δραστηριότητα κατά του καθεστώτος της χώρας προέλευσης τους.
5.  «και δεν δύναται ή λόγω του φόβου τούτου δεν επιθυμεί να απολαύει της προστασίας της χώρας αυτής»
Α'. Η τελευταία περίπτωση του άρθρου 1Α2 είναι διττή:
α') Ο πρόσφυγας δεν μπορεί να επιστρέψει στη χώρα της ιθαγένειας του από καθαρά αντικειμενικούς λόγους, όπως εξαιτίας πολέμου ή εμφυλίου πολέμου ή άλλων σοβαρών ταραχών ή ακόμη και λόγω αρνήσεως της χώρας του να του παράσχει προστασία. Συνεπώς στις περιπτώσεις αυτές μπορεί να δικαιολογηθεί εύλογα ο φόβος δίωξης του αιτούντος άσυλο εξαιτίας των ανωτέρου περιπτώσεων,
β') ή δεν επιθυμεί να δεχθεί την προστασία της χώρας της ιθαγενείας του. Η άρνηση αυτή του πρόσφυγα επιβάλλεται επίσης να δικαιολογείται εξαιτίας του φόβου δίωξης του στη χώρα προέλευσης του.
Β'. Ωστόσο και στις δύο ανώτερω περιπτώσεις ο πρόσφυγας χρήζει προστασίας από τη Σύμβαση, εφόσον βέβαια συντρέχουν και οι λοιπές προϋποθέσεις αυτής:
6.  «ή μη έχον υπηκοότητα τινά και ευρισκόμενο συνεπεία τοιούτων γεγονότων εκτός της χώρας της προηγουμένης συνήθους αυτού διαμονής, δεν δύναται ή λόγω του φόβου του δεν επιθυμεί να επιστρέψει εις ταύτην»
Η προϋπόθεση αυτή αναφέρεται στους ανιθαγενείς πρόσφυγες. Στην περίπτωση δε των ανιθαγενών προσφύγων η «χώρα της υπηκοότητας» έχει αντικατασταθεί από τη «χώρα της προηγουμένης συνήθους αυτού διαμονής» και η φράση δεν επιθυμεί να «απολαύει της προστασίας» έχει αντικατασταθεί από τη φράση «δεν επιθυμεί να επιστρέψει εις ταύτην».
Κατ' αρχήν πρέπει να σημειωθεί ότι όλοι οι ανιθαγενείς δεν είναι πρόσφυγες. Προϋπόθεση για να αναγνωρισθεί και σ' αυτούς η ιδιότητα του πρόσφυγα είναι να βρίσκονται εκτός της χώρας της προηγουμένης συνήθους διαμονής, για τους λόγους που ήδη προαναφέρθηκαν. Ως χώρα δε προηγουμένης συνήθους διαμονής ορίζεται στη Σύμβαση του 1951 «η χώρα όπου διέμενε και όπου υπέστη διώξεις, ή φοβάται ότι θα μπορούσε να υποστεί διώξεις» εάν επέστρεφε, φυσικά για τους λόγους που έχουν ήδη εκτεθεί. Εξάλλου, όταν ο ανιθαγενής αναγνωρισθεί πρόσφυγας, οποιαδήποτε μεταγενέστερη μεταβολή της χώρας της συνήθους διαμονής δεν επηρεάζει την αναγνωρισμένη κατάσταση του πρόσφυγα.