Πέμπτη, 5 Μαρτίου 2020

Νικόλαος Ανδρουλάκης. In memoriam!

Την 2-11-2019 απεβίωσε ο Δάσκαλος μου στη Νομική Σχολή του Καποδιστριακού, Νικόλαος Ανδρουλάκης. Ελάχιστος φόρος τιμής ενός από τους αναρίθμητους μαθητές του, η παρούσα ανάρτηση μου.
Σημείωση I. Ένα πολύ σύντομο ιστορικό για την λαμπρή επιστημονική πορεία του αείμνηστου Δασκάλου μου:
Νικόλαος Κ. Ανδρουλάκης (1933-2019): Ομότιμος Καθηγητής Ποινικού Δικαίου & Ποινικής δικονομίας Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ, Τακτικό Μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.
Ο Νικόλαος Κ. Ανδρουλάκης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1933. Έλαβε πτυχίο με άριστα και πρώτο χρηματικό Βραβείο από τη Νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Εσπούδασε ως υπότροφος του Ιδρύματος Κρατικών Υποτροφιών επί 3½ έτη στο Πανεπιστήμιο του Μονάχου, όπου το 1962 έγινε Διδάκτωρ του Δικαίου. Από το έτος 1964 ήταν υπότροφος του Γερμανικού Ιδρύματος Alexander von Humboldt-Stiftung. Στις αρχές του έτους 1966 δημοσίευσε την εργασία του «Περί συρροής εγκλημάτων», τεύχος Α΄, με την οποία, κατόπιν εισηγήσεως του καθηγητή Νικολάου Χωραφά, ανεκηρύχθη Υφηγητής της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών.
Στις αρχές του έτους 1967, μετά την ανακήρυξή του ως Υφηγητού στην Αθήνα, εκλήθη να διδάξει στο Πανεπιστήμιο του Ζάαρ (Saarbrücken) με την ιδιότητα του «επιστημονικού συμβούλου» (wissenschaftlicher Rat). Εδίδαξε κατά τα έτη 1967-1969 με πλήρες πρόγραμμα Ειδικό Ποινικό Δίκαιο, Ποινική Δικονομία, Οργανισμό των Δικαστηρίων και διεξήγαγε τη «μεγάλη άσκηση στο ποινικό δίκαιο». Παράλληλα, συνέχισε το ερευνητικό και συγγραφικό του έργο και δημοσίευσε σειρά βιβλίων και μελετών στην ελληνική και τη γερμανική γλώσσα.
Το 1969 προκηρύχθηκε προς πλήρωση η πρώτη έδρα Ποινικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών, στην οποία εξελέγη έκτακτος Καθηγητής και αργότερα (το 1973) τακτικός καθηγητής. Από το 1969 εδίδαξε εναλλάξ Ποινικό Δίκαιο (Γενικό ή Ειδικό Μέρος) και Ποινική Δικονομία και διεξήγαγε τα σχετικά φροντιστήρια επί 31 έτη μέχρι το έτος 2000. Διετέλεσε Κοσμήτωρ της Νομικής Σχολής και μέλος της Συγκλήτου του Πανεπιστημίου Αθηνών. Επίσης, διετέλεσε διευθυντής του Τομέα Ποινικών Επιστημών σχεδόν ανελλιπώς από το 1982 και εξής, υπό την ιδιότητα δε αυτή οργάνωσε κύκλο διετών εντατικών μεταπτυχιακών σπουδών, με υποχρεωτική καθημερινή παρακολούθηση και απόληξη την απονομή μεταπτυχιακού διπλώματος (ύστερα και από τη συγγραφή διπλωματικής εργασίας), πολύ πριν νομοθετηθούν οι σπουδές αυτού του επιπέδου. Εξάλλου επέβλεψε ή έλαβε μέρος στην κρίση πολυάριθμων διδακτορικών διατριβών.
Από το 1972 μέχρι το 2015, ήτοι επί 43 έτη, ήταν εκλεγμένος Πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Ποινικού Δικαίου. Ίδρυσε μαζί με τον Καθηγητή Γεώργιο-Αλέξανδρο Μαγκάκη την επιστημονική σειρά δημοσιεύσεων «Ποινικά». Ανάμεσα στα έτη 1975 και 1980 αντιπροσώπευε την Ελλάδα στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή για τα προβλήματα του εγκλήματος (CEPC) του Συμβουλίου της Ευρώπης. Διορίστηκε το έτος 2005 Πρόεδρος της επιτροπής για τη σύνταξη του νέου Ελληνικού Ποινικού Κώδικα. Άσκησε από το έτος 1958 ποινική δικηγορία, ιδίως επί κακουργηματικής φύσεως υποθέσεων σε ποινικά εφετεία, ορκωτά δικαστήρια και στον Άρειο Πάγο.
Ο Νικόλαος Ανδρουλάκης υπήρξε η ηγετική φυσιογνωμία των ποινικών επιστημών για ήμισυ και πλέον αιώνα. Έχαιρε ευρύτατης αναγνώρισης στην Ελλάδα και το εξωτερικό, το έργο του δε μνημονεύεται κατ’ επανάληψη σε αποφάσεις των ανωτέρω δικαστηρίων της Γερμανίας. Το 2011 τιμήθηκε από την Ένωση Ελλήνων Ποινικολόγων, σε ειδική τελετή στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών, για την μέγιστη προσφορά του, ενώ το 2012 εξελέγη Τακτικό Μέλος της Ακαδημίας Αθηνών.
Από το πλουσιότατο συγγραφικό έργο του αναφέρονται ενδεικτικά οι παρακάτω μελέτες: Studien zur Problematik der unechten Unterlassungsdelikte, 1963 (εκδ. οίκος C. H. Beck, Μόναχο-Βερολίνο)∙ Zur Frage der Zuhälterei, Zeitschrift für die gesamte Strafrechtwissenshaft (ZStW) τ. 78 (1966), σ. 432-489∙ Περί συρροής εγκλημάτων τευχ. Α΄ 1966, τευχ. Β΄ 1968∙ Objekt und Grenzen der Zueignüng im Strafrecht, Juristische Schulung 1968, σελ. 409 επ.∙ Κλοπή χρήσεως μεταφορικού μέσου (άρθρο 374Α ΠΚ), 1969∙ Die Sammelbeleidigung, 1970 (εκδ. οίκος Luchterhand, Neuwied-Βερολίνο)∙ Ποινικόν Δίκαιον, Ειδικό Μέρος Α΄, 1974∙ Επανάστασις, Πραξικόπημα και Ποινικόν Δίκαιον, Νομικό Βήμα 23 (1975) σελ. 833 επ.∙ Αυθεντία και περιύβριση, «Ποινικά» αριθ. 1, 1978∙ Η αλήθεια στον ανακριτή - ένα παράδειγμα ποινικής ερμηνευτικής, «Αφιέρωμα στον Κωνσταντίνο Τσάτσο», 1980, σελ. 615-651∙ Η παράλειψη ως μορφή αξιόποινης συμπεριφοράς, 1983, «Ποινικά» αριθ. 6∙ Το «κράτος των δικαστών»-ένα ανύπαρκτο σκιάχτρο;, Νομικό Βήμα 33 (1985) σελ 1505 επ.∙ Αιτιολογία και αναιρετικός έλεγχος ως συστατικά της ποινικής απόδειξης, 1998∙ Über den Primat der Strafe, ZStW 108, 1996, σελ. 300-332 (και ελληνική μετάφραση: Το πρωτείο της ποινής, «Υπεράσπιση» 1998 σελ. 1171 επ.)∙ Στάθμιση και αριθμητική της ανθρώπινης ζωής, Τιμητικός Τόμος για τον Γεώργιο-Αλέξανδρο Μαγκάκη, 1999, σελ. 259 επ.∙ Ποινικό Δίκαιο, Γενικό Μέρος, οριστική μορφή, τ.Α΄ (β΄ έκδ. 2006), τ.Β΄ 2007, τ.Γ΄ 2009∙ Abschied vom Rechtsgut - Einzug der Moralität? Festschrift f. Winfried Hassemer, 2010, σελ. 273 επ.∙ Das Wesen des Strafrechtlichen Beweises und seine Bestandteile, Festschrift f. Claus Roxin 2011, σελ. 1369 επ.∙ Η επικίνδυνη διάχυση ενός ελληνικού «νομικού ρεαλισμού», Ποινικά Χρονικά ΞΒ΄ 2012, σελ. 721 επ.∙ Θεμελιώδεις έννοιες της ποινικής δίκης, 4η έκδ. 2012∙ Η ζήτηση και η «εύρεση» της αλήθειας στην ποινική δίκη, 2017.
Νικόλαος Ανδρουλάκης

Σημείωση ΙΙ. Όπως γράφω αναλυτικά στη σελίδα με τίτλο "ΤΑΥΤΟΤΗΤΑ", της Justitia, πρέπει να είμαι ο πρώτος Δικηγόρος στη χώρα που πέτυχε την πρώτη αθωωτική απόφαση [644/ 26-6-1991 Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Κρήτης] στη χώρα μας για περιύβριση δικαστικής αρχής [ΠΚ 181] από τότε που θεσπίστηκε στη χώρα μας [1947] για δημοσίευμα που παρομοίαζε τους Έλληνες δικαστές με τους κλέφτες! Από την καταδίκη των εντολέων μου μέχρι την συζήτηση της έφεσης στο Τριμελές Εφετείο Πλημμελημάτων Κρήτης ο blogger δεν κέρδισε έκτοτε ουδεμία δίκη! Είχα πει στη σύζυγο μου ότι τελείωσα ως δικηγόρος [μια καριέρα μόλις επτά ετών] γιατί ανέλαβα να υπερασπιστώ αυτή την υπόθεση. Την πρωτοφανή αυτή επιτυχία [αλλά και την διάσωση της δικηγορικής σταδιοδρομίας μου] την οφείλω, ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΑ!, στο ΕΞΟΧΟ βιβλίο με τίτλο "Αυθεντία και Περιύβριση" [1978 από τη σειρά "ΠΟΙΝΙΚΑ", τόμος 1] του οποίου συγγραφέας ήταν ο ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΣ Δάσκαλος μου Νικόλαος Κ. Ανδρουλάκης. Τονίζω, εξ αφορμής αυτού του σωτήριου Έργου του αείμνηστου Δασκάλου μου ότι, δεν έχει χάσει ουδόλως την μεγάλη αξία του αφού η περιϋβριση δικαστικής αρχής-και όχι μόνο- παραμένει ενεργός μέσω του εκάστοτε ισχύοντος δικηγορικού κώδικα με το πειθαρχικό αδίκημα της χαρακτηριστικώς αναξιοπρεπούς συμπεριφοράς δικηγόρου!
Θα ήθελα, επιπλέον, να παραθέσω ένα σχετικό απόσπασμα από ένα άλλο σπουδαίο Έργο Του με τίτλο "Θεμελιώδεις έννοιες της ποινικής δίκης" [έκδοση 1994] σχετικά με το κρίσιμο ζήτημα της αιτιολόγησης των δικαστικών αποφάσεων [σελίδες 422-425: 

"§ 1.1.3.2. Η έλλειψη αιτιολογίας - συνέχεια. Οί αποδείξεις καί οί αποδεικτικοί συλλογισμοί

Η αιτιολογία, λέει ό Άρειος Πάγος, πρέπει νά περιλαμβάνει «τίς αποδείξεις, από τίς οποίες έπείσθη» τό δικαστήριο γιά τήν συνδρομή των προαναφερθέντων περιστατικών. Av νομίζει, ωστόσο, κανείς ότι τό Ακυρωτικό μας αντιμετωπίζει μέ τήν δέουσα συνέπεια τήν σημαντική αυτή αξίωση, πού τό ίδιο θέτει στους αίτιολογούντες δικαστές, ένας πρόχειρος έλεγχος της σχετικής Νομολογίας είναι αρκετός γιά νά τόν απογοητεύσει. Τί θά έπρεπε, αλήθεια, να περιλαμβάνει ειδικότερα μιά σωστά αιτιολογημένη απόφαση, από τήν οποία ζητάμε νά φωτισθούμε σέ σχέση μέ «τίς αποδείξεις από τίς οποίες επείσθηκε» τό δικαστήριο γιά τά πραγματικά περιστατικά πού έθεσε ώς βάση της κρίσης του; Πρώτα - πρώτα μιά γενική ουσιαστική περιγραφή του αποδεικτικού υλικού (ποιοι μάρτυρες, ποια έγγραφα κ.λπ. λένε τί, κατά καί υπέρ του κατηγορουμένου). Έπειτα μιά στάθμιση της αποδεικτικής αξίας τών από δώ καί από εκεί αποδεικτικών μέσων πού θά απολήγει σέ μιά λογικά θεμελιωμένη λήψη θέσης υπέρ της δυσμενούς γιά τόν κατηγορούμενο καταδικαστικής έκδοχής. Οι δικαστές, επέτασσε τό άρθρο 92 πρότ. β ' της προϊσχύσασας Ποινικής Δικονομίας, οφείλουν «...νά έκθέτωσι τους λόγους της πεποιθήσεώς των είς τήν απόφασιν» [Βλ. σχετικά Ι. Γιαννίδη, Ή αιτιολόγηση τών αποφάσεων τών ποινικών δικαστηρίων, τεύχ. Α' (Τά θεωρητικά θεμέλια) 1989, σ. 42 έπ. (όπου καί ενδιαφέρουσα περικοπή από τόν Κ. Κωστή, Έγχειρίδιον τής Ποινικής Δικονομίας, 3η εκδ. 1897, σ. 344 σημ. 3)]. Αντ' αυτών λοιπόν, νά τί αξιώνει ή μάλλον σέ τί περιορίζεται στην πραγματικότητα τό Ακυρωτικό μας.
Δέν απαιτείται, λέει, χωριστή αναφορά τού καθενός αποδεικτικού μέσου πού ακούστηκε καί λειτούργησε στην διαδικασία, ούτε του τί προέκυψε άπ' αυτό, αλλ' αρκεί ο προσδιορισμός του. ..είδους τών αποδεικτικών μέσων, «στην αξιολόγηση τών οποίων στηρίχτηκε ή απόφαση» [Βλ. λ.χ. ΑΠ 1217/1989 Ποιν. Χρ. Μ' σ. 526· 1140/1989 Ποιν. Χρ. Μ' σ. 424· 1762/1989 Ποιν. Χρ. Μ' σ. 852· 780/1990 Ποιν. Χρ. ΜΑ' σ. 197· 137/1991 Ποιν. Χρ. ΜΑ' σ. 863· 459/1992 Ποιν. Χρ. MB' σ. 545· 1722/1991 Ποιν. Χρ. MB' σ. 296· 753/1992 Ποιν. Χρ. MB' σ. 661] καί ακόμα η μνεία του οτι ελήφθησαν υπόψη όλα τά αποδεικτικά μέσα πού εισήχθησαν στην δίκη, χωρίς νά μείνει ανεκτίμητο κάποιο άπ' αυτά [Βλ. λ.χ. ΑΠ 604/1991 Ποιν. Χρ. ΜΑ' σ. 1126 (γιά τήν οποία καί παρακάτω)· 753/ 1992 Ποιν. Χρ. MB' σ. 661].
Έτσι θεωρείται ώς επαρκής (ειδική καί εμπεριστατωμένη!) αιτιολόγηση καθόσον αφορά στην απόδειξη, δηλαδή στον σχηματισμό της δικανικής πεποίθησης του δικαστηρίου, ή απλή (συχνά... έντυπη στό συμπληρωμένο υπόδειγμα «πρακτικών καί απόφασης») μνεία του ότι «από τό σύνολο τών αποδείξεων που εμφανίστηκαν στό ακροατήριο, καί ειδικότερα από τίς καταθέσεις τών μαρτύρων κατηγορίας καί υπερασπίσεως, τά αναγνωσθέντα έγγραφα καί τήν απολογία του κατηγορουμένου, αποδείχτηκε ότι...».
Καθόλου δέν χρειάζεται νά αναφερθεί ποιες  λ.χ. συγκεκριμένες καταθέσεις τίνος συγκεκριμένου περιεχομένου άσκησαν επιρροή στον σχηματισμό τής δικανική πεποίθησης του δικαστηρίου και γιά π οίον λόγο· καθόλου «δέν απαιτείται χωριστή αναφορά καθενός άπ' αυτά (τά αποδεικτικά μέσα) καί τί από τό καθένα συνήγαγε τό δικαστήριο» [ΑΠ 753/1992 Ποιν. Χρ. MB' σ. 661]. Αρκεί η αναφορά τού «είδους» των αποδείξεων («από τους μ ά ρ τ υ ρ ε ς», «από τά έγγραφα» κ.ο.κ.)! Κάποτε μάλιστα αναιρούνται αποφάσεις πού αναλύουν καί συζητούν τό περιεχόμενο συγκεκριμένων αποδεικτικών μέσων, γιατί δέν μνημονεύουν τό «είδος» των αποδείξεων πού έλαβε ένγένει υπόψη του τό δικαστήριο [Βλ. ΑΠ 604/1991 Ποιν. Χρ. ΜΑ' σ. 1126. Πρβλ. καί ΑΠ 967/1989 Ποιν. Χρ. Μ' ο. 284-1329/1986 Ποιν. Χρ. ΛΖ' α. 107- 746/1986 Ποιν. Χρ. ΛΣT' σ. 735]. Χρειάζεται άραγε νά τονισθεί, ότι αυτή η απλή διαβεβαίωση του δικαστηρίου (στην οποία, άλλωστε, αν θέλει κανείς πιστεύει κι' αν θέλει δέν πιστεύει!) ότι έλαβε υπόψη του κάποια «είδη» αποδείξεων πού ακούστηκαν στό ακροατήριο, δέν έχει τήν παραμικρή σχέση μέ τήν αιτιολογία πού αξιώνουν τό Σύνταγμα καί ό νόμος, δηλαδή μέ μιά λογικά ολοκληρωμένη καί κατανοητή καί γι' αυτό άπό μόνη της  [Στή Γερμανία γίνεται πάγια δεκτό, ότι η αιτιολογία οφείλει νά είναι «ά φ ε α υ τ ή ς  κ α τ α ν ο η τ ή». Έτσι απλές, «σκέτες» παραπομπές στό κείμενο κάποιας κατάθεσης ή κάποιου έγγραφου (πολύ λιγότερο, βέβαια, σ' αυτό.., όλων των καταθέσεων ή όλων τών εγγράφων) δέν είναι ικανές νά στηρίξουν τήν δικανική κρίση. Βλ. BGHSt. 30, 225 (227)· Kleinknechì-Meyer, StPO 36η εκδ., § 267 αριθ. 2· Kühne, Strafprozesslehre, 3η εκδ. 1988, αριθ. 605 σ. 333· Ranft, Strafprozessrecht, 1991. σ, 416],   δυνητικά   πείθουσα   «αποδεικτική   ιστορία» [Στό επίπεδο τού ακυρωτικού ελέγχου της αιτιολογίας δέν ζητάμε τίποτε περισσότερο από αυτό: Ότι έχουμε νά κάνουμε μέ μιά όρθολογισμένη εκδοχή σέ σχέση μέ τήν προκύπτουσα από τήν αποδεικτική διαδικασία εικόνα τών πραγμάτων. Γιά τήν ορθολογικότητα βλ. ένγένει Γιαννίδη, η αιτιολόγηση κ.λπ. σ. 101 έπ. καί ακόμα Aulis Àamio, The Rational as Reasonable. A Treatise on Legal Justification, 1987· D. Buchwaid, Der Begriff der rationalen juristischen Begründung (Zur Theorie der juristischen Vernunft), 1990]; Είναι αληθινά περίεργο, πώς μπόρεσε τό Ακυρωτικό μας νά υιοθετήσει αυτή τήν αντίληψη που συνιστά παρωδία τού θεμελιώδους αιτήματος γιά ειδική καί εμπεριστατωμένη αιτιολογία δηλαδή γιά ελλογη, έντιμη, fair άντιμετιόπιση, δίκη καί κρίση του κατηγορούμενου συνάνθρωπου καί συγκόινωνού [Η υπό συζήτηση θέση του Ακυρωτικού μας υποτίθεται (βλ. λ.χ. ΑΠ 753/ 1992 Ποιν. Χρ. MB' σ. 661) ότι βρίσκει στήριγμα στό άρθρο 177 περί ηθικής αποδείξεως καί ειδικότερα στό αξίωμα της ελεύθερης εκτίμησης τών αποδείξεων. Πρόκειται, βέβαια, περί λάθους. Η ελευθερία πού παρέχεται στον δικαστή άπό τήν παραπάνω διάταξη συμπληρώ-νεται καί αντισταθμίζεται, όπως γνωρίζουμε, από τήν υποχρέωση του νά εξηγήσει, πώς καί γιατί, ακολουθώντας τή φωνή τής συνείδησης του, έφτασε στον σχηματισμό της συγκεκριμένης δικανικής του πεποίθησης. Πρβλ. και Καρρά, Μαθήματα Γ' σ. 243. Αν σωστά βλέπω, η μινιμαλιστική άποψη του Αρείου Πάγου οφείλεται αφενός μέν σέ ιστορικούς λόγους πού έχουν σχέση μέ τήν διαδικασία τών αμιγών ορκωτών δικαστηρίων καί αφετέρου στην σταθερή προσπάθεια του νά μήν «ανοίξει η θύρα γιά ανεξέλεγκτο καί ανεπιθύμητο αριθμό αναιρέσεων» (βλ. Γιαννίδη, Ποιν. Χρ. ΜΑ' σ. I257].
Η απορία γίνεται εντονότερη αν λάβει κανείς υπόψη του, ότι σέ κάποιες μεμονωμένες αποφάσεις του, εδώ κι εκεί, ό Άρειος Πάγος εγείρει εντελώς άλλου είδους αξιώσεις γιά τήν δέουσα αιτιολόγηση τών αποδείξεων. Έτσι στην περίπτωση της ΑΠ 604/ 1991 [Ποιν. Χρ. ΜΑ' σ. 1126 μέ παρατηρήσεις Χρ. Μπάκα] η αναιρεθείσα απόφαση παρέθετε περικοπές από τις καταθέσεις συγκεκριμένων μαρτύρων καί στηριζόταν σ' αυτές και εντούτοις αναιρέθηκε γιατί, μεταξύ άλλων, δέν συναγόταν ότι είχε συνεκτιμήσει καί «σταθμίσει» καί τις άναγνωσθείσες 8 ανακριτικές καί προανακριτικές καταθέσεις, όπως καί τά 17 αναγνωσθέντα έγγραφα. Η ΑΠ 836/1991 [ΑΠ 836/199! Ποιν. Χρ. ΜΑ' σ., 1255 μέ παρατηρήσεις Ι. Γιαννίδη στή σελ. 1257] ανήρεσε τήν απαλλακτική κρίση τού δικαστηρίου της ουσίας πού στηρίχτηκε στην διαπίστωση, ότι «κανένας από τους συναδέλφους της (της πολιτικώς ενάγουσας πού είχε εγκαλέσει τόν κατηγορούμενο γιά εξύβριση) δέν κατέθεσε ότι πράγματι αντιλήφθηκε τόν κατηγορούμενο νά λέει τά παραπάνω», γιατί έτσι «περιορίζει (η απόφαση) τήν αποδεικτική δύναμη τού αποδεικτικού αυτού μέσου των μαρτυρικών καταθέσεων μόνο σέ ό,τι έξ ιδίας αντιλήψεως οι μάρτυρες γνωρίζουν» καί γιατί δέν αναφέρει ούτε τους «νομικούς (;) συλλογισμούς» μέ βάση τους οποίους συνήχθη η απαλλακτική κρίση ούτε «τά περιστατικά πού πλαισίωσαν τήν οποιαδήποτε διένεξη του μέ τήν άναιρεσείουσα (παρουσία τρίτων, ενδεχόμενες αφορμές κ.λπ.)». Άλλες πάλι αποφάσεις τού Ακυρωτικού αξιώνουν τήν ανάλυση τού περιεχομένου καί τήν αξιολόγηση   σ υ γ κ ε κ ρ ι μ έ ν ω ν  μαρτυρικών καταθέσεων ή εγγράφων κ.ο.κ. [Βλ. λ.χ. ΑΠ 1405/ 1983 Ποιν. Χρ. ΛΛ' σ. 373 (καίτοι η αξιούμενη άπ' αυτήν «αξιολόγηση» τών μαρτυρικών καταθέσεων δέν είναι αποδεικτική αξιολόγηση)· 1303/1984 Ποιν. Χρ. ΛΕ' σ. 331 μέ παρατηρήσεις Ά. Καρρά· 1394/1984 Ποιν. Χρ. ΛΕ' σ. 390 μέ παρατηρήσεις Α. Καρρά].
Είναι, θά μπορούσε νά πει κανείς, ευτύχημα, ότι τά δικαστήρια της ουσίας σέ πολύ μεγάλη έκταση δέν περιορίζονται στό πενιχρό καί υποτυπώδες πρότυπο αιτιολόγησης της αποδεικτικής τους κρίσης πού τους διαγράφει ό Άρειος Πάγος, αλλά ξανοίγονται σέ αληθινές καί ουσιαστικές εκτιμήσεις καί αξιολογήσεις των αποδείξεων [Παρότι έτσι εκτίθενται στον «κίνδυνο» έλεγχου καί αναίρεσης της απόφασης τους λόγω π.χ. αντιφατικότητας ή έν γένει λογικής καί πραγματικής πλημμέλειας τών εκτιμήσεων καί συλλογισμών τους. Όμως η έκθεση στον «.κίνδυνο» αυτόν είναι εκείνο ακριβώς πού πριν από ό,τιδήποτε άλλο ζητούμε από τήν αιτιολογία τών ποινικών αποφάσεων. Χειρότερες άπ' όλες τίς αιτιολογίες είναι, νομίζω, οι λεγόμενες «αναιρετικά ασφαλείς» (Kassationssicher είναι ό αντίστοιχος γερμανικός δρος. Πρβλ. Esser, Motivation und Begründung richterlicher Entscheidungen, στο La Motivation des décisions de Justice, 1978 (έκδ. υπό Perelman καί Foriers), σ. 142), δηλαδή εκείνες πού περιορίζονται σκόπιμα στό minimum τών κατά τά παγίως νομολογούμενα αξιουμένων γιά μιά πλήρη αιτιολογία. Έτσι, ακολουθώντας τό πονηρό αξίωμα «τό πολύ βλάπτει», οί αποφάσεις τού είδους αυτού περιορίζουν τήν εκτεθειμένη στον αναιρετικό έλεγχο επιφάνεια τους].
Περαίνοντας, ποιος μπορεί να λησμονήσει την διαχρονικότητα και επικαιρότητα των διαπιστώσεων του αείμνηστου Δασκάλου μου για το πως μπορεί κανείς να μπλέξει στα τρομερά γρανάζια της ποινικής δίωξης και τα συμπαρομαρτούντα; "Οπως έλεγε ό Β e 1 i n g, «τό αν θά τελέσουμε ή όχι μιαν αξιόποινη πράξη εξαρτάται από εμάς· όμως τό αν θά βρεθούμε στό εδώλιο του κατηγορουμένου δέν εξαρτάται από εμάς». Παράγοντες, όπως είναι η σύγχυση της ταυτότητας, η ψευδής καταμήνυση, η πολιτική σκοπιμότητα, η πλάνη των διωκτικών οργάνων κ.α. μπορούν νά εμπλέξουν οποιονδήποτε  πολίτη στά δίχτυα της ποινικής δικαιοσύνης, άσχετα από τήν κατάληξη πού θά έχει η σχετική δίκη. Τό αίτημα λοιπόν της διασφαλίσεως του ατόμου δέν περιορίζεται μόνο στην (σπουδαιότατη βέβαια) προστασία του εκάστοτε συγκεκριμένου κατηγορουμένου, αλλά έχει μιαν ολκή γενικότερη καί καθολικότερη, αφορά δηλαδή στον καθένα από εμάς. Γιά τόν λόγο, άλλωστε, αυτόν ό Κώδικας τής Ποινικής Δικονομίας χαρακτηρίσθηκε προσφυώς ώς ό «Κώδικας των τιμίων ανθρώπων» (Code des honnêtes gens)]" [σελ· 27 στο ίδιο Έργο του].
Εξ αριστερών: Νικόλαος Ανδρουλάκης, Πολ. Τσιρίδης, Άρης Ροζάκης [Πρόεδρος Δ.Σ.Η]
Σημείωση ΙΙΙ. Ο απολιπών Δάσκαλος άφησε ως διάδοχο του στην Νομική Σχολή του Καποδιστριακού τον υιό του Ιωάννη Νικολάου Ανδρουλάκη ο οποίος ήδη είναι Καθηγητής, για την ακρίβεια Assistant Professor of Criminal Law & Criminal Procedure. Το βάρος αυτού του ονόματος τεράστιο στις πλάτες του υιού του αλλά δεν υπάρχει η παραμικρή αμφιβολία ότι θα το σηκώσει επιτυχώς.
ATLANTIS HOTEL

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γραφή σχολίων σε greeklish σημαίνει διαγραφή τους!