Παρασκευή, 3 Απριλίου 2020

Επί πολύ ζητούσα τήν αλήθεια!

Επί πολύ ζητούσα τήν αλήθεια πώς ζούνε οί άνθρωποι μαζί·
πολύ μπερδεμένη είναι τούτη η ζωή, πάρα πολύ δυσνόητη·
γιά να τήν καταλάβω δούλεψα σκληρά, και κάποτε
βγήκα κι είπα τήν αλήθεια, όπως ακριβώς τήν είχα νιώσει.

Μα όταν τήν αλήθεια είχα πει, τήν τόσο δυσεύρετη,
μι' αλήθεια διαπίστωσα πώς ήτανε κι αυτή ολότελα κοινή,
και πώς όλοι τήνε λέγανε (δίχως νά 'χουνε μάλιστα
δυσκολευτεί και τόσο έως ναν τή βρούνε).

Δέν πέρασε καιρός και πλάκωσαν λεφούσια
με πιστόλια, πού τους είχανε άλλοι δώσει.
Ρίχναν στα τυφλά και βάραγαν οποίον φτωχό
δέν εφόραγε καπέλο. Κι όλους όσοι τήν αλήθεια
είχανε πει
για δαύτους και γιά τους χρηματοδότες τους
τους διώξαν άπ' τή χώρα το έτος δεκατέσσερα
της μισερής δημοκρατίας τους.

Εμένανε μου πήραν το μικρό μου σπίτι και τ' αμάξι μου
πού με χίλιους κόπους τά 'χα αποκτήσει.
(Τα επιπλά μου το κατάφερα κάπως και τά γλύτωσα).

Τήν ώρα που διάβαινα τα σύνορα, σκεφτόμουν κι έλεγα:
ακόμα κι άπ' το σπίτι την αλήθεια έχω ανάγκη περισσότερο. 
Μα και το σπίτι μου ανάγκη τό 'χω. Κι έκτοτε 
η αλήθεια ήτανε για μένανε σα σπίτι, σαν αμάξι. 
Καί μου τά 'χάνε πάρει.

Bertoldt Brecht, η Βαβυλωνιακή σύγχυση των λέξεων [έκδοση GUTENBERG, 2014, μετάφραση Γιώργου Κεντρωτή, σελίδες 185- 186].